© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

Κωνσταντίνος Θεοτόκης: ΠΙΣΤΟΜΑ (διήγημα του 1899)


 Ὃταν, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὴν ἀ­ναρ­χί­α πού­χεν ἀν­τα­ριά­σει τὸν τό­πο δί­νον­τας εἰς ὅ­λα τὰ κα­κὰ στοι­χεῖ­α τὸ ἐ­λεύ­τε­ρο νὰ πρά­ξουν κά­θε λο­γῆς ἀ­νο­μί­α, ἡ τά­ξη εἶ­χε πά­λε στε­ρε­ω­θεῖ κ’ εἶ­χε δο­θεῖ ἀ­μνη­στεί­α στοὺς κα­κούρ­γους, τό­τες ἐ­πέ­στρε­ψαν τοῦ­τοι ἀ­π’ τὰ βου­νὰ κι ἀ­πὸ τὰ ξέ­να στὰ σπί­τια τους, κι ἀ­νά­με­σα στοὺς ἄλ­λους ποὺ ξα­ναρ­χόν­ταν ἐ­γύ­ρι­ζε στὸ χω­ριό του κι ὁ Μα­γου­λα­δί­της Ἀν­τώ­νης Κου­κου­λι­ώ­της.
       Ἤ­τουν τό­τες ὣς σα­ράν­τα χρο­νῶν, κον­τός, μαυ­ρι­δε­ρός, μ’ ὄ­μορ­φα πυ­κνὰ σγου­ρὰ γέ­νια καὶ μὲ σγου­ρὰ τὰ μαῦ­ρα μαλ­λιά. Τὸ πρό­σω­πό του εἶ­χε χά­ρη καὶ τὸ βλέ­μα του ἤ­τουν χα­ϊ­δευ­τι­κὸ καὶ ἥ­με­ρο – ἀγ­κα­λὰ κι ἀν­τί­φεγ­γε μὲ πρά­σι­νες ἀ­να­λαμ­πές· τὸ στό­μα του ὅ­μως ἤ­τουν μι­κρό­τα­το καὶ κον­τό, δί­χως χεί­λια.
      Ὁ ἄν­θρω­πος τοῦ­τος, πρὶν ἀ­κό­μα ρεμ­πε­λέ­ψει ὁ κό­σμος, εἶ­χε παν­τρευ­τεῖ. Κι ὅ­ταν πῆ­ρε τῶν βου­νῶν τὸ δρό­μο, γιὰ τὸν φό­βο τῆς ἐ­ξου­σί­ας, ἄ­φη­κε τὴ γυ­ναί­κα του μό­νη στὸ σπί­τι, καὶ τού­τη δὲν τοῦ ἐ­στά­θη πι­στή, ἀλ­λὰ μὲ ἄλ­λον, νο­μί­ζον­τας ἴ­σως πὼς ὁ Κου­κου­λι­ώ­της ἤ­τουν σκο­τω­μέ­νος ἢ ἀλ­λι­ῶς πε­θα­μέ­νος, εἶ­χε πιά­σει ἔ­ρω­τα, κι ἀ­π’ τὸν ἔ­ρω­τα τοῦ­τον εἶ­χε γεν­νη­θεῖ παι­δί, ποὺ ἄ­ξαι­νεν ὡ­στό­σο χα­ρι­τω­μέ­να καὶ ποὺ ἡ γυ­ναί­κα περ­σό­τε­ρο ἀ­γα­ποῦ­σε.
      Ἐ­γύ­ρι­ζε λοι­πὸν ὁ λη­στὴς στὸ χω­ριό του τὴν ὥ­ραν ὅ­που βά­φουν τὰ νε­ρά. Κ’ ἐμ­πῆ­κε ξάφ­νου σπί­τι του, χω­ρὶς κα­νεὶς νὰ τὸ προ­σμέ­νει, ἐμ­πῆ­κε σὰ θα­να­τι­κό, ἀ­να­πάν­τε­χα τέ­λεια, κ’ ἐ­κα­τα­τρό­μα­ξεν ἡ ἄ­τυ­χη γυ­ναί­κα, ἐ­τρό­μα­ξε τό­σο, πού, παίρ­νον­τας τὸ ξαν­θό της παι­δὶ στὴν ἀγ­κα­λιά, τό­σφιγ­γε στὰ στή­θια της τρε­μά­με­νη, ἕ­τοι­μη νὰ λι­γο­θυ­μή­σει καὶ χω­ρὶς νὰ δύ­να­ται νὰ προ­φέ­ρει λέ­ξη κα­μιά.
      Ἀλ­λὰ ὁ Κου­κου­λι­ώ­της πι­κρὰ χα­μο­γε­λών­τας τῆς εἶ­πε:
      — Μὴ φο­βᾶ­σαι, γυ­ναί­κα. Δὲ σοῦ κά­νω κα­νέ­να κα­κὸ – ἀγ­κα­λὰ καὶ σοῦ πρέ­πει. Εἶ­ναι τὸ παι­δὶ τοῦ­το δι­κό σου;… Ναί;… Μὰ ὄ­χι δι­κό μου! Μὲ ποι­όν —λέ­γε! —τό­χεις κά­μει;
      Τ’ ἀ­πο­κρί­θη ἐ­κεί­νη λου­χτου­κι­ών­τας:
      — Ἀν­τώ­νη, τί­πο­τε δὲν μπο­ρῶ νὰ σοῦ κρύ­ψω. Τὸ φταῖ­σμα μου εἶ­ναι με­γά­λο. Μὰ, τὸ ξέ­ρω, κ’ ἡ ἐ­γδί­κη­σή σου θά­ναι με­γά­λη· κ’ ε­γὼ, ἀ­δύ­να­το μέ­ρος, καὶ τὸ νή­πιο τοῦ­το, ποὺ ἀ­πὸ τὸ φό­βο τρέ­μει, δὲ δυ­νό­μα­στε νὰ σ’ ἀν­τρει­ε­φτοῦ­με. Κοί­τα πῶς ἡ τρο­μά­ρα μὲ κλο­νί­ζει κα­θὼς σὲ τη­ρῶ. Κά­με ἀ­πὸ μὲ ὅ τι θέ­λεις, μὰ λυ­πή­σου τὸ ἄ­τυ­χο πλά­σμα ποὺ δὲν ἔ­χει προ­στα­σί­α.
      Κα­θὼς ἐ­μι­λοῦ­σεν ἡ γυ­ναί­κα, ἐ­σκο­τεί­νια­ζεν ἡ ὄ­ψη του, ἀλ­λὰ δὲν τὴν ἀν­τί­κο­βγε. Ἐ­σι­ώ­πα­σε λί­γο κ’ ἔ­πει­τα τῆς εἶ­πε:
      — Γυ­ναί­κα κα­κή! Δὲ ρω­τῶ τώ­ρα, οὐ­δὲ συμ­βου­λή σου, οὐ­δὲ σὲ λυ­ποῦ­μαι. Τ’ ὄ­νο­μα ἐ­κεί­νου θέ­λω. Ἐ­σὲ δὲ θὰ πει­ρά­ξω. Δὲ μο­λο­γᾶς το; Θὰ τὸ μά­θω· τὸ χω­ριὸ ὅ­λο γνω­ρί­ζει μὲ ποι­ὸν ἐ­ζοῦ­σες. Καὶ τό­τες θὰ θυ­σιά­σω καὶ τοὺς τρεῖς σας, θὰ πλύ­νω τὴ ντρο­πὴ πό­χω λά­βει ἀ­πὸ σᾶς, πλά­σμα­τα ἄ­τι­μα!
      Ἐ­μο­λό­η­σε.
      Κι ὁ Κου­κου­λι­ώ­της ἐ­βγῆ­κε ἀ­μέ­σως. Κι ἀ­φοῦ, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ὥ­ρα, ξα­ναμ­πῆ­κε στὸ σπί­τι, ἔ­βρη­κε τὴ γυ­ναί­κα του στὸν ἴ­διον τό­πο, ἀ­σά­λε­φτη, μὲ τ’ ἀ­πο­κοι­μι­σμέ­νο τέ­κνο στὴν ἀγ­κά­λη· τὸν ἀ­ναν­τρά­νι­ζε. Μὰ αὐ­τὸς ἐ­ξα­πλώ­θη κα­τα­γῆς καί, σὰ χορ­τά­τος, ἐ­κοι­μή­θη ὕ­πνον βα­θὺν ὣς τὸ ξη­μέ­ρω­μα.

      Τὴν ἄλ­λην ἡ­μέ­ραν, ἀ­φοῦ ἐ­ξύ­πνη­σαν, τῆς εἶ­πε:
      — Θὰ πᾶ­με στὰ χτή­μα­τά μας νὰ ἰ­δῶ μὴ καὶ κεῖ­να μού­χουν ἁρ­πά­ξει, κα­θὼς μοῦ­χε πά­ρει καὶ σὲ ὁ σκο­τω­μέ­νος.
      —Τὸν σκό­τω­σες;

      Τὴν ἡ­μέ­ραν ἐ­κεί­νην ὁ ἥ­λιος δὲν ἐ­φά­νη στὴν ἀ­να­το­λή, για­τὶ ὁ οὐ­ρα­νὸς ἤ­τουν γνέ­φια γε­μά­τος καὶ τὸ φῶς με­τὰ βί­ας ἐ­πλή­θαι­νε.
      Κι ὁ Κου­κου­λι­ώ­της, βά­νον­τας φτιά­ρι καὶ τσα­πὶ στὸν ὧ­μο, ἐ­δι­ά­τα­ξε τὴ γυ­ναί­κα νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σει μα­ζὶ μὲ τὸ παι­δί της. Κ’ ἔ­τσι ἐ­βγῆ­καν κ’ οἱ τρεῖς ἀ­πὸ τὸ σπί­τι.
      Καὶ φτά­νον­τας εἰς τὸ χω­ρά­φι, ποὺ ἤ­τουν πο­λὺ νο­τε­ρὸ ἀ­κό­μη ἀ­πὸ τὴν προ­τη­τε­ρι­νὴ βρο­χὴ, ὁ λη­στὴς ἐ­βάλ­θη νὰ σκά­ψει λάκ­κο.
      Δὲν ἐ­πρό­φερ­νε λέ­ξη καὶ τὸ πρό­σω­πό του ἤ­τουν χλο­μό, καὶ ὁ ἱ­δρώς, ποὺ ἔ­βρε­χε τὸ μέ­τω­πό του, ἔ­βγαι­νε κρύ­ος. Τὸ στα­χτὶ φῶς, ποὺ ἔ­πε­φτε ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νό, ἐ­χρω­μά­τι­ζε πα­ρά­ξε­να τὸν τό­πο· τὸ χι­νό­πω­ρο τὴν αὐ­γὴν ἐ­κεί­νην ἔ­λε­γεν ὅ­λη του τὴ θλί­ψη.
      Ἡ γυ­ναί­κα ἐ­κοί­τα­ζε πε­ρί­ερ­γη κι ἀ­νή­συ­χη, καὶ τὸ παι­δά­κι ἐ­παι­χνι­δοῦ­σε μὲ τὰ γου­λιὰ καὶ μὲ τὰ χώ­μα­τα ποὺ ἀ­νά­σκα­φτεν ὁ κα­κοῦρ­γος. Κ’ ἐ­φά­νη γιὰ μιὰ στιγ­μὴν ὁ ἥ­λιος κ’ ἐ­χρύ­σω­σε τὰ ξαν­θὰ μαλ­λιὰ τοῦ νή­πιου, ποὺ ἀγ­γε­λι­κὰ χα­μο­γέ­λα­σε.
      Κι ὡ­στό­σο ὁ λάκ­κος ἤ­τουν ἕ­τοι­μος. Κι ὁ Κου­κου­λι­ώ­της, ἀ­κουμ­πών­τας στὸ φτιά­ρι, εἶ­πε τῆς γυ­ναι­κός του:
      — Βά­λ’ το πί­στο­μα μέ­σα!

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

ΜΠΑΛΕΤΟ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΛΥΡΙΚΗΣ ΣΚΗΝΗΣ / ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΚΑΡΑЇΝΔΡΟΥ


ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ


Ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος αν και δίδει την αίσθηση ότι ξετυλίγει το κινηματογραφικό νήμα από εκεί που το άφησε ο Αντονιόνι, εκείνος, ακολουθώντας το ρεύμα του μοντερνισμού δημιουργεί τον προσωπικό του μύθο στην παγκόσμια κινηματογραφική σκηνή και ξαφνιάζει. Μέσα από την «Αγία Τριάδα» του, Χρόνος, Άνθρωπος, Τόπος,  προσπαθεί να προσεγγίσει το αίνιγμα του κόσμου χτίζοντας το δικό του, πνευματικό, της αιωνιότητας σύμπαν.

Ο καιρός, η θάλασσα, ο ουρανός, ο άνθρωπος, όλα μετέωρα, ασαφή, περικλείονται εξαίσια  στην λεπταίσθητη, συγκινησιακή μουσική της Ελένης Καραΐνδρου. Η καθαρότητα της γραφής, η νέα της ματιά, η αναζήτηση του οράματος, το εσωτερικό πυρ, είναι στοιχεία που ο Ρενάτο Τζανέλλα, πατώντας γερά στα κλασικά πρότυπα, θα αξιοποιήσει και θα πλάσει τη δική του μοντέρνα, σύγχρονη αιωνιότητα, σε ένα ατμοσφαιρικό σκηνικό που οι καθρέφτες του αντανακλούν, θαρρείς, την αόρατη παρουσία του αιώνιου και πραγματικού «είναι» του αδικοχαμένου Σκηνοθέτη. Και το δέντρο, σύμβολο ζωής, στέκει μόνο του, με τους κλώνους ανοιχτούς έτοιμους να δεχτούν στην αγκαλιά τους τον πάσχοντα άνθρωπο, τη θλίψη και  τη μοναξιά του.


Ταξίδι και αιωνιότητα, λέξεις εμβληματικές στο έργο του Θεόδωρου Αγγελόπουλου και της Ελένης Καραΐνδρου. Ταξίδι εσωτερικό που ποτέ δεν τελειώνει καθώς ο χαρισματικός χορογράφος, συλλαμβάνει την αθέατη του ήχου εικόνα, και με τη γνώση και την εμπειρία του, σε μια τέχνη χωρίς λόγια, ποιεί «Λόγο» την κίνηση! Πόσο δίκιο είχε ο μεγάλος Ρώσος ποιητής Αλεξάντερ Πούσκιν όταν έλεγε ότι το Μπαλέτο είναι «σαν ένα πέταγμα της ψυχής του χορευτή». Μ’ αυτό το πέταγμα ο Ρενάτο Τζανέλλα, ξετυλίγει αργά-αργά την εσωτερική  τελετουργία των συναισθημάτων, πλάθει  συνθέσεις μαγικές με τα κορμιά των ευαίσθητων Χορευτών του, εναποθέτοντας πάνω τους την εμπνευσμένη, ποιητική δημιουργία του. Οι εξαίρετοι χορευτές του, ιδανικοί δέκτες, βυθίστηκαν στη μουσική μαγεία της Ελένης Καραΐνδρου, στον πλούτο των συναισθημάτων και μέσα από την προσωπικότητά τους, εξέφρασαν την πνευματικότητα, τον έρωτα, τη θλίψη, την αγάπη, την ομορφιά και το λυρισμό που αποπνέει!

Συνδημιουργοί, σε μια παράσταση αλησμόνητη, εκτός από τον Χορογράφο και τους Χορευτές, προεξάρχοντος του Μαέστρου Μίλτου Λογιάδη, η Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, η σκηνογράφος Κατερίνα Αγγελοπούλου, ο υπεύθυνος των ευρηματικών φωτισμών Βινίτσειο Κέλι.


Πόσο εύθραυστο είναι το καλλιτεχνικό δημιούργημα! Το συγκλονιστικό είναι ότι οι θεατές είχαν συνείδηση της «ευθραυστότητας», που διαδραματίζονταν μπροστά τους. Νιώθαμε ότι  ήθελαν να χειροκροτήσουν την κάθε σκηνή, την κάθε εικόνα, την κάθε λεπτή, γεμάτη χάρη και αισθητική συγκίνηση δημιουργία των χορευτών, δεν το έκαμαν όμως από φόβο μην και καταστραφεί η ιερή, κατανυκτική μυσταγωγία της τέχνης που βίωναν και τούτο είναι κάτι σπάνιο! Εξέφρασαν τη χαρά και τη λύτρωσή τους στο τέλος με ξέφρενο χειροκρότημα και ατέλειωτα Μπράβο! 

Μπράβο στους χορευτές που θα τους αναφέρουμε έναν, έναν γιατί ήσαν όλοι υπέροχοι! Στράτος Παπανούσης, Μαρία Κουσουνή,  Βαγγέλης Μπκος, Ευρυδίκη Ισαακίδου, Αλεξάντερ Νέσκωβ, Χριστίνα Μακρίδου, Ντανίλο Ζέκα, Μάνια Καραβασίλη, Έλτον Ντιμρότσι, Άννα Φράγκου, Αγάπιος Αγαπιάδης, Ελεάνα Ανδρεούση, Μιχάλης Παππάς, Βανέσα Κούρκουλου, Θανάσης Σολωμός, Βίκυ Μπούρχα, Γιάννης Μπενέτος.
 
«Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί
ετούτη η χάρη».

θα πει ο Νομπελίστας Ποιητής μας και η χάρη δόθηκε ώστε να συναντηθούν στην κορυφαία των τεχνών οι ποιητές του ήχου, της εικόνας, της κίνησης. Με αποτέλεσμα ένα αριστούργημα που εγγράφεται στις επιτυχίες της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και θα πρέπει να αξιοποιηθεί παντί τρόπω. 


Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

Όταν το Μουσείο γεμίζει παιδιά οι πίνακες γελούν και ο Ποιητής χαίρεται…

Της Κατερίνας Δεμέτη

Η Αγγελική Βαρελά με την Κατερίνα Δεμέτη, στη σκιά του Σολωμού.
Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 29 Απριλίου  2013, στο Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, εκδήλωση αφιερωμένη στον Διονύσιο Σολωμό, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου, με προσκεκλημένη τη συγγραφέα παιδικών βιβλίων κ. Αγγελική Βαρελά.
            Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με την Ξενοπούλειο Βιβλιοθήκη του Δήμου Ζακύνθου και την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και την παρακολούθησαν μαθητές της ΣΤ΄ τάξης των Δημοτικών Σχολείων του νησιού.
            Η κ. Βαρελά, παρουσίασε στους μικρούς μαθητές ένα βιβλίο που έγραψε για τον εθνικό ποιητή, μίλησε για το πρόσωπο που την επηρέασε και αγάπησε τόσο το Σολωμό και απέδωσε γλαφυρά τη βιογραφία του, κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στους σταθμούς της ζωής του, που σημάδεψαν το λογοτεχνικό του  έργο. Ο γλυκός και χαμηλόφωνος τόνος της φωνής της, ταξίδεψε μαγικά τους μικρούς μαθητές, που βγήκαν για λίγο από τη σχολική αίθουσα και παρακολούθησαν ένα διαφορετικό μάθημα, που πιστεύουμε ότι θα τους μείνει αξέχαστο.
            Αλλά και τα παιδιά εξέπληξαν ευχάριστα την κ. Βαρελά. Με τη βοήθεια των δασκάλων τους είχαν προετοιμαστεί κατάλληλα και άλλα της αφιέρωσαν τραγούδια σε ποίηση Διονυσίου Σολωμού, άλλα απήγγειλαν ποιήματά του και άλλα της χάρισαν ζωγραφιές που είχαν φιλοτεχνήσει, με τη σχετική αφιέρωση.
            Ο λόγος του Ποιητή, μέσα από τα χειρόγραφα τετράδια που εκτίθεντο μέσα στις βιτρίνες του Μουσείου, πέρασε στο στόμα των μικρών μαθητών και έκανε την προσωπογραφία του να χαμογελάσει, καθώς η Ποίησή του είχε από όλους, μικρούς και μεγάλους, την τιμητική της. Γιατί δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά για τον πνευματικό άνθρωπο από το να μνημονεύεται το έργο του μέσα από το στόμα της νεώτερης γενιάς!
            Για τους ανθρώπους του Μουσείου δε η χαρά ήταν διπλή, αφού όχι μόνο το Μουσείο γέμισε παιδιά, αλλά και γιατί συνεργάστηκε επιτυχημένα για πρώτη φορά με την Ξενοπούλειο Βιβλιοθήκη του Δήμου Ζακύνθου, γεγονός που αποτελεί καλό προηγούμενο για μελλοντικές συνεργασίες.
            Η παρουσία δε του Συμβούλου Α/θμιας Εκπαίδευσης κ. Ιωάννη Παπαγεωργίου και του Προϊσταμένου κ. Φίλιππου Φραγκογιάννη, σε όλη τη διάρκεια του προγράμματος, προσέδωσε ακόμη μεγαλύτερο κύρος στην προσπάθεια που κάνει το Μουσείο για το άνοιγμά του στη σχολική κοινότητα του νησιού. Ωστόσο τίποτα από όλα αυτά δεν θα γινόταν πραγματικότητα εάν οι εκπαιδευτικοί δεν είχαν ανταποκριθεί στην πρόσκληση αυτή και δεν είχαν προετοιμάσει τα παιδιά κατάλληλα για την παρακολούθηση του προγράμματος.
            Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει στην Υπεύθυνη Σχολικών Δραστηριοτήτων Α/θμιας Εκπαίδευσης και Ξενοπουλείου Βιβλιοθήκης κ. Αλεξάνδρα Κατσαΐτου, που πραγματοποίησε την πρόσκληση στην κ. Βαρελά και στη συνέχεια ανέλαβε να εξομαλύνει όλες τις μικρές λεπτομέρειες για την παραμονή της στο νησί μας.
Ας ξαναγυρίσουμε όμως στον Ποιητή, που είχε την προηγούμενη Παρασκευή την τιμητική του και ας θυμηθούμε το Διονύση Ρώμα, που στην εισαγωγή του Λευκώματος του Νικολάου Βαρβιάνη «Η Ζάκυνθος άλλοτε και τώρα», γράφει: «Όπως ο Κοντορεβιθούλης σκορπούσε πίσω του ψίχουλα λευκά που θα του δείχνανε το δρόμο του γυρισμού, έτσι και η φυλετική μνήμη κάθε συγκροτημένης ανθρώπινης ομάδας, διαβαίνοντας το σκοτεινό δάσος του Χρόνου, στήνει φωτεινά σύμβολα που θα επηρεάσουνε σαν μια αλυσίδα από μαγνητικά πεδία τον προσανατολισμό της εκπολιτιστικής εξέλιξής της».
Πιστεύουμε ότι το πρόγραμμα που πραγματοποιήθηκε στο Μουσείο, με αφορμή την παγκόσμια ημέρα παιδικού βιβλίου από την κ. Αγγελική Βαρελά, έριξε τα ψιχουλάκια που θα επηρεάσουνε θετικά τον προσανατολισμό των παιδιών που το παρακολούθησαν, καθώς ο Σολωμός είναι ένα από τα μεγάλα σύμβολα της φυλετικής μας μνήμης. Και επειδή στις δύσκολες ώρες που περνάει η πατρίδα μας τέτοιες ενέργειες δίνουν το μήνυμα της ελπίδας, την ευχαριστούμε μέσα από την καρδιά μας.


Η Αγγελική Βαρελά γράφει στο Βιβλίο Επισκεπτών του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων.
Ο Σύμβουλος Α/θμιας Εκπ/σης κ. Ιωάννης Παπαγεωργίου και ο Προϊστάμενος Α/θμιας Εκπ/σης κ. Φίλιππος Φραγκογιάννης παρακολουθούν την εκδήλωση.


Αναμνηστικές με τους μικρούς μαθητές.

Η κ. Βαρελά με την Υπεύθυνη Σχολικών Δραστηριοτήτων Α/θμιας Εκπ/σης και Ξενοπουλείου Βιβλιοθήκης κ. Αλεξάνδρα Κατσαΐτου, τον Yπεύθυνο Συμβουλευτικού Σταθμού Νέων Β/θμιας Εκπ/σης κ. Παύλο Φουρνογεράκη και την κ. Δεμέτη

Ο Αντιδήμαρχος κ. Άκης Λαδικός ενημερώνει τους μικρούς μαθητές.

Μικρές εκπλήξεις από τους μικρούς μαθητές στην κ. Βαρελά.

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Για το βιβλίο του Γρηγόρη Ρουμπάνη «Η Εταιρεία»


[Πνευματικό Κέντρο Ζακύνθου, Σάββατο 23 Μάρτη 2013]

Παρουσιάζει η ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΔΕΜΕΤΗ

Κυρίες και Κύριοι, Αγαπητοί φίλοι,

Είναι πραγματική πρόκληση, μία εβδομάδα σχεδόν μετά το ντελίριο που μας κατέλαβε από τον εορτασμό των «πιο επιτυχημένων Καρναβαλικών εκδηλώσεων των τελευταίων χρόνων στο νησί», και δύο μέρες πριν από τον εορτασμό της εθνικής μας επετείου, η παρουσίαση ενός ιστορικού μυθιστορήματος, με θέμα το Βυζάντιο στα τέλη του 13ου και στις αρχές του 14ου αι.

Το να αναλάβω δε να συμπαρουσιάσω το βιβλίο του κ. Γρηγόρη Ρουμπάνη στο ζακυνθινό κοινό, αποτέλεσε για μένα μια επιπλέον πρόκληση, αφού ούτε τον ίδιο γνώριζα προσωπικά, αλλά ούτε και την εποχή που αναπλάθει.

Ωστόσο, όταν το βιβλίο έφτασε στα χέρια μου, και η περιπέτεια της ανάγνωσης ξεκίνησε, με συνεπήρε τόσο, που σκέφτηκα ότι δεν υπάρχει καλύτερη εποχή από τη συγκεκριμένη, για να το πάρουμε στα χέρια μας. Και αυτό όχι μόνο γιατί εμπεριέχει λογοτεχνικές  αρετές, αλλά κυρίως γιατί εντάσσεται σε μία καθαρά αμυντική θέση ιστορικής αυτοσυνειδησίας, την οποία μόνο μέσα από την προσεχτική εξέταση στο μικροσκόπιο μακρινών εποχών, που ταλανίστηκαν από αντίστοιχα με τα δικά μας ιστορικά προβλήματα, μπορούμε να αποκτήσουμε.

Γιατί, κυρίες και κύριοι,
η ανάγνωση του βιβλίου του Γρηγόρη Ρουμπάνη, εκεί μας οδηγεί: δηλαδή, σ’ αυτό που ο καθένας μας οφείλει να χαράξει, φωτίζοντας γεγονότα, πρόσωπα, εμπειρίες και καταστάσεις, που δημιουργούν προσωπικές και εθνικές σταθερές, για ν’ αντισταθμίσει τις αντιφάσεις που εκμεταλλεύτηκαν και συνεχίζουν να εκμεταλλεύονται μέσα από νέα προσωπεία, οι κάθε λογής κίνδυνοι της εποχής μας.

Με τρεις ήρωες, που προέρχονται από διαφορετική εθνική, θρησκευτική, οικονομική και επαγγελματική ενασχόληση: τον χρονικογράφο Κλεόλαο, τον Καταλανό Αλφόνσο και τον Γενουάτη έμπορο Τζουζέπε Πορτομπέλο, ο κ. Γρηγόρης Ρουμπάνης, εξυφαίνει την μία και μοναδική προσωπικότητα, που εμπεριέχει τα στοιχεία της προσωπικότητας του ανθρώπου, που ζει μέσα στην εποχή του, ταλανίζεται από τους κραδασμούς της, αλλά κρατά τον ηθικό χαρακτήρα που τον κρατά ακέραιο μπροστά στις οχλήσεις της κάθε λογής πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας.

Και είναι τόσο  έντονη η εμμονή του να  επιδείξει τις ρίζες που πρέπει να ζωογονήσουν το δέντρο της ζωής και τις κάθε λογής αποφάσεις των ηρώων του, που πολλές φορές μπερδεύεσαι για το σε ποιον κάθε φορά αναφέρεται.

Στο τέλος όμως καταλαβαίνει κανείς ότι, είναι η φιλοσοφία του συγγραφέα, που μέσα από μια πολύ ενδιαφέρουσα σειρά θεμάτων για τη διαμάχη ανάμεσα στην πολιτική και τη θρησκεία, για την κοσμολογία, για την πνευματική προέλευση της φιλοσοφίας, προβάλλει ελκυστικές εναλλακτικές σκέψεις, που μπορεί να γίνουν άκρως επίκαιρες και να μας προβληματίσουν έντονα, για τις δικές μας σύγχρονες επιλογές.

Ας σταθούμε λίγο πιο κοντά σε μερικά από τα 19 κεφ. του βιβλίου, κάνοντας τις σχετικές επισημάνσεις:

Στο 1ο κεφάλαιο με τίτλο: «Το Πέρασμα», ο Κλεόλαος, που ήταν  αρχειοθέτης και γενικός γραμματέας του Πατριάρχη, είναι φυλακισμένος σ’ ένα κάστρο, αρκετά έξω από την Πόλη, από εκείνα που είχε σηκώσει ο Μιχαήλ Παλαιολόγος για να κάνει πιο δυνατή την προστασία της πρωτεύουσας. Εκεί μονολογεί ο Κλεόλαος - Ρουμπάνης: Ελευθερία και έρωτας. Αυτά τα δυο πάνε μαζί. Αυτό είναι το τραγούδι του έρωτα. Και συνάμα της ελευθερίας. Καμιά ψυχή που δεν είναι ελεύθερη δεν μπορεί να ερωτευτεί. Και καμιά να ερωτευτεί αν δεν είναι ελεύθερη. Και πιο κάτω στη σελ.. 23: … δεν ήταν λίγες οι φορές, που για τις συμφορές που έφερνε η ανικανότητα του αυτοκράτορα ή των έμπιστων αξιωματούχων του, επικαλούνταν την οργή του Θεού για τις αμαρτίες των κατοίκων της Πόλης. Ή και της αυτοκρατορίας ολόκληρης. Και ακολουθούσαν λιτανείες κι από κοντά έτσι για να εκτονωθεί η λαϊκή οργή, η διαπόμπευση όχι εκείνων που πραγματικά έφταιγαν, αλλά των εντελώς αναίτιων. Εκείνων που δεν κράταγαν το στόμα τους κλειστό για όσες ανομίες, καταχρήσεις, λάθη και ανικανότητα των ανθρώπων της εξουσίας βάραιναν την αυτοκρατορία. Που συχνά δεν ήταν άλλοι από τους μορφωμένους και έξυπνους ανθρώπους, αυτούς που βλέπουν την πονηριά και την ιδιοτέλεια από μακριά, και τη φωνάζουν. Αυτούς είναι που διαπομπεύουν, διασύρουν, ταπεινώνουν και εξαφανίζουν. Γιατί από αυτούς θέλουν να ξεμπερδεύουν.

Στο 3ο  κεφ. με τίτλο: «Η Βάφτιση» ο Κλεόλαος: τα έβαλε πάλι με τον εαυτό του. Τα έβαλε γιατί κάθε που βλέπει την αυτοκρατορία να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια της, χάνεται και αυτός σε εποχές ξεχασμένες πια με τον κουρνιαχτό του χρόνου. Και της ανοησίας βεβαίως. Η οποία πάντοτε πάει αγκαλιά με το φανατισμό. Μιας φονικής ανοησίας, που πίστεψε ότι μπορεί με αυτοκρατορικά διατάγματα και οικουμενικές συνόδους αρχιερέων να εξορίσει την ψυχή και να θάψει στα ερείπια λαμπρών ακαδημιών και καλλιμάρμαρων ναών το πνεύμα ενός ολόκληρου λαού.

Παρ’ όλο που το μυθιστόρημα αναφέρεται στην εποχή του Μιχαήλ Παλαιολόγου δεν διστάζει να πάει ακόμα πιο πίσω χρονικά, στις εθνικές μας σταθερές. Έτσι στο κεφ. 5: «Η Απειλή», ο Κλεόλαος αναφέρεται στον Όμηρο: Στη δουλειά του είχε την ευκαιρία να διαβάσει μερικά βιβλία παραπάνω. Πρώτα τον Όμηρο. Τον μέγιστο των μυστών της αρχαιότητας…του ήρθαν στο μυαλό όσα έλεγε για τα όνειρα, για τον προορισμό της ψυχής, τους νεκρούς, τον τόπο που ξεκουράζονται, με το νερό της λήθης απαλλαγμένοι από τις έγνοιες.

Ενώ στο ίδιο κεφ. πιο κάτω στη σελ. 97: οι σταυροί και οι ημισέληνοι έχουν χάσει τη σημασία τους. Τα δόγματα, οι αγιασμοί και οι τεμενάδες είναι για τους αφελείς…τους αγράμματους και τους φανατικούς. Ο μορφωμένος είναι και υποψιασμένος.

Και πιο κάτω στο 7ο κεφ. με τίτλο: «Η Αρμονία» με αφορμή την αντιγραφή ενός χειρογράφου από την Πολιτεία του Πλάτωνα,  στη σελ. 128: Η γνώση, έλεγε ο Κλεόλαος, πρέπει να είναι δεμένη με τη συνέχεια. Αν την κρατά κάποιος για τον εαυτό του είναι σαν να την κρατά φυλακή για πάντα. Δεν έχει ζωή, δεν έχει μέλλον, δεν έχει αξία. Για ν’ αναπνέει η γνώση τη βγάζεις στο φως. Τη δίνεις, τη μοιράζεσαι με τις γνώσεις των άλλων. Έτσι έρχεται και η ένωσή τους να γεννηθούν νέες γνώσεις, φρέσκιες και ζωογόνες.

Στο κεφ. 11: «η Αρρώστια» διαβάζουμε: «Όλα θεία και ιερά είναι σ’ αυτόν τον κόσμο. Ένα κόσμο που καταρρέει. Κι όσο καταρρέει τόσο πιο σφιχτά τυλίγεται στο πορφυρό νεκροσέντονό του, χτυπημένος από μια αρρώστια που κανείς δεν ήξερε ή δεν ήθελε να γειάνει.  Μπορεί και τα δυο μαζί, γιατί έτσι συμβαίνει συνήθως.»

Αλλά μην νομίζετε ότι κυριαρχεί η απαισιοδοξία γιατί όπως λέει στο κεφ. 16: «η Φωτιά»: Μόνο που ξέρω ότι σε τέτοιες εποχές πιάνει ο σπόρος. Πότε φυτεύουν οι άνθρωποι; Πότε σπέρνουν; Χειμώνα καιρό δεν σπέρνουν; Ρουφάει ο σπόρος τα νερά της βροχής, φουσκώνει μέσα στη γυμνή γη, και σαν έρθει η άνοιξη, ξεπετάγονται τα βλαστάρια.

Κυρίες και κύριοι,

Δεν θεώρησα σκόπιμο να αναφερθώ στα ιστορικά γεγονότα που διαδραματίζονται στο βιβλίο. Αυτά έχουν καταγραφεί με απόλυτη συνέπεια από τον  συγγραφέα και με πολύ γλαφυρό ύφος και θα ήταν λάθος να σας αποκαλύψω με λεπτομέρειες την πλοκή, καθώς θα ήθελα να σας προτρέψω να το προμηθευτείτε.

Αυτό που προσπάθησα να κάνω ήταν να σας ελκύσω το ενδιαφέρον να το διαβάσετε. Γιατί πιστεύω ότι το βιβλίο του κ. Γρηγόρη Ρουμπάνη μπορείτε να το αγαπήσετε, αφού όταν το πιάσετε στα χέρια σας θα καταφέρει αυτό που κεφ. 8 με τίτλο: «Ο Τζίτζικας» επιτυγχάνει: Το θέμα είναι ν’ αφήσεις το σπόρο σου εκεί που θ’ αγαπήσεις. Εκεί που στη θέση της δικιάς σου φωνής θα γεννηθεί μια συναυλία ολόκληρη, μια συναυλία που θα δώσει έμπνευση για νέα ζωή. Κι αυτή να γίνει τροφή για ακόμα πιο όμορφη ζωή και πάει λέγοντας. Αυτός είναι ο προορισμός του ανθρώπου. Να κάνει ακόμα πιο όμορφη την ψυχή και τη ζωή του».

Το βιβλίο του Γρηγόρη Ρουμπάνη μπορεί να κάνει τη ζωή μας πιο όμορφη. Τον ευχαριστούμε γι’ αυτό κι εγώ σας ευχαριστώ που με ακούσατε.







Σάββατο 30 Μαρτίου 2013

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ Π. Β. ΠΑΣΧΟ



Τόσα χρόνια φυτεύεις λέξεις
ποὺ  μὲ δάκρυα κι ἱδρῶτες
πειθαρχημένης μοναξιᾶς  καὶ βιοτῆς
πανέντιμα καλλιεργεῖς.
Γιὰ νὰ δροσίσεις ὕστερα
τὴν κάθε μας ἀνάγκη κι ἀναζήτηση.
Καὶ ξέρεις,
κανένας μας δὲ σκέφτηκε ποτὲ
νὰ τὰ μαζέψει ὅλ᾿ αὐτὰ
καὶ σὲ ὀθόνη ὁλόλευκη κι ἀστραφτερὴ
νὰ τὰ κρατήσει
μήπως καὶ τὸ ἀκριβὲς λάβουμε
τῆς ψυχῆς σου ἀποτύπωμα…

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

Anastasios Maràs: L’ultima ora / Αναστάσιος Μαράς: Την τελευταία ώρα [ποίημα]


L’ultima ora mi vienne alla mente
che un anno fa ti ho trovato fortunatamente,
è stato un appuntamento sconvolgente
che da tempo non potevo ottenere facilmente.

Quell’ora ti ho detto veramente
“stai con me corpo, anima e mente”.
Lo hai fatto velocemente
quasi senza averlo avuto in mente.

L’ultima ora mi dice ti voglio bene ancora
un desiderio che implora.
Perchè non lo sai mia Signora
e mi domandi se ti amo ora?

Primavera 2013

*          *          *

Την τελευταία ώρα μου έρχεται στο μυαλό
ότι πριν ένα χρόνο σε βρήκα.
Ήταν μια συνάντηση που αναστατώνει,
που από καιρό δεν μπορούσα να έχω εύκολα.

Εκείνη την ώρα σου είπα αληθινά
«μείνε μαζί μου με σώμα, ψυχή και νου».
Το έκανες γρήγορα, ασυναίσθητα
σχεδόν χωρίς να το έχεις στο μυαλό σου.

Την τελευταία ώρα σου λέω ότι σε ερώμαι,
μια επιθυμία που εκλιπαρεί.
Γιατί δεν το γνωρίζεις κυρία μου
και με ρωτάς αν σ’ αγαπώ τώρα;

Άνοιξη 2013

[Εικαστικό σχόλιο στο ποίημα : Primavera / Sandro Botticelli (1445–1510)]

Απόστολου Θηβαίου: ΜΙΑ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ

Τα τραπέζια του Παναγιώτη Τέτση.

Ο ευγενικός αναγνώστης ετούτου του κειμένου, προτού εκτιμήσει το αντικείμενο του σχολιασμού του, οφείλει να λάβει υπόψη του ορισμένες παραμέτρους. Ετούτες θα σταθούν υποβοηθητικές προκειμένου να εκτιμηθεί πληρέστερα ο στόχος της παρούσης υποθέσεως. Μια πρώτη προϋπόθεση συνιστά η επισήμανση του Χρήστου Χαρτοματσίδη, όπως δημοσιεύτηκε στο τεύχος, υπ’ αριθμόν 184 του έγκριτου, λογοτεχνικού περιοδικού «η λέξη». Ο αρθρογράφος διατυπώνει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα άποψη, ενδεικτική μίας εκ των πλέον παραγνωρισμένων προοπτικών της σύγχρονης, ελληνικής λογοτεχνίας. Μιλούμε για εκείνη την τάση, η οποία πρόκειται να συγκροτηθεί και να πραγματωθεί σε βαθμό ακέραιο από τους φορείς μιας επίκτητης, όσο και ευεργετικής γλωσσικής κληρονομιάς. Οι σημερινοί νέοι των ποικίλων, εθνολογικών διαφοροποιήσεων που αναλαμβάνουν με προθυμία περίσσια και υπέρτερη της εντόπιας να παραχωρήσουν ένα προχώρημα και μια ανανέωση γλωσσική συνιστούν εκείνες τις ομάδες των οποίων η δημιουργική έκφραση πρόκειται να συντελέσει στο ριζικό εμπλουτισμό του λογοτεχνικού υλικού. Κάνοντας λόγο εξ αρχής για ουσιώδεις παραμέτρους, σημειώνουμε ακόμη την επικαιροποιημένη περιθωριοποίηση των μεταναστευτικών ομάδων, οι οποίες συρρέουν στο εσωτερικό της χώρας, όχι με το πρόσχημα μα με τη συνεπαγόμενη, -και τούτο πλέον είμαστε σε θέση να το αντιληφθούμε ως μία πρακτική αναγκαιότητα-, ιδιότητα των οικονομικών μεταναστών. Το ρεύμα του ολοκληρωτισμού, με το οποίο ορισμένοι καλούνται να συσπειρώσουν τον ολότελα διασπασμένο, κοινωνικό ιστό, ίσως σταθεί παράγοντας διαμόρφωσης μιας άλλης εθνικής λογοτεχνίας, περισσότερο κριτικής και αντιπροσωπευτικής της ελληνικής ψυχογραφίας. Η χρησιμότητα, πέρα από τη λαογραφική σύμπραξη ετερογενών, μεταξύ τους, πολιτιστικών ταυτοτήτων, εντοπίζεται στη συνειδητοποίηση του ειδώλου μας, το οποίο με τόση αδεξιοσύνη και στρεβλότητα, προσπαθούμε να εκτιμήσουμε σήμερα. Τέλος, επιστρατεύουμε τη διατύπωση του Παναγιώτη Τέτση, σχετικά με τη δυναμική της πρωτογένειας στην ελληνική τέχνη και αναγνωρίζουμε σε αυτή, την τάση της ακολουθίας. Πάει να πει, πως η ελληνική τέχνη δεν συνιστά πόλο του καινούριου στην τέχνη, του πρωτοτύπου. Η εγχώρια τέχνη δεν γεννά το νέο. Εντάσσεται σε αυτό. Ένα τέτοιο, κανονιστικό συμπέρασμα, υποβάλλεται πάντοτε στη δυνατότητα των εξαιρέσεων, προκειμένου να ισχύσει, να λάβει χαρακτήρα αξιωματικό.
Οι παραπάνω διαπιστώσεις δεν γίνηκαν προκειμένου να εξαχθεί ένα ορισμένο συμπέρασμα. Τέτοιες προθέσεις δεν συνιστούν παρά ευσεβείς πόθους, των οποίων η διάψευση επέρχεται πάντοτε ισχυρή, άλλοτε ακυρωτική. Οφείλουν εντούτοις να υποστηρίξουν με όλη τους τη δυναμική την υποψία εκείνη που θέλει την ελληνική λογοτεχνία υποκείμενη σε μία υπό διαμόρφωση, ανανεωτική λειτουργία. Η προέλευσή της δεν επιδέχεται αμφιβολίας. Αφορά το λόγο εκείνο που θα προκύψει αυτούσιος, φυσικός και βιωματικός από τους φορείς των διαφόρων εθνοτήτων, οι οποίοι ζουν, κοινωνικοποιούνται και πασχίζουν στα πλαίσια της δύσκολης, οικονομικής συγκυρίας. Οι σημερινοί νέοι, απαλλαγμένοι από την αναγκαιότητα προσδιορισμού μιας πατρίδας, διεθνοποιημένοι πολίτες μιας βαθιά, παγκοσμιοποιημένης πραγματικότητας, πολύγλωσσοι και εκτεθειμένοι σε ένα ευρύ φάσμα λαογραφιών και δημοτικών παραδόσεων πρόκειται να αποδώσουν με πιστότητα το στίγμα της εποχής. Η ασυνάρτητη και σπασμωδική προς το παρόν νέα, ελληνική λογοτεχνία δεν αποτελεί μια υποψία. Η γένεσή της θα λάβει χώρα εντός των χρόνων αυτών, διότι μες σε τούτες τις περιόδους εκδηλώνονται όλες εκείνες οι κοινωνικές συνθήκες που μπορούν να συνδράμουν σε μια ρεαλιστική και σύμφωνη με τις απαιτήσεις της λογοτεχνίας, αναπαράσταση της ζωής. Η λογοτεχνία για την οποία μιλούμε δεν πρόκειται να εκδηλωθεί έξω και πέρα από τα όρια ενός κοινωνικού ρεαλισμού, μιας αντισηπτικής τάσης προς τη γραφή και τις προβληματικές, κοινωνικές διαστάσεις με το στοιχείο της προσωρινότητας που επιβεβαιώνει στο ακέραιο το αντιφατικό ευφυολόγημα του θυμόσοφου λαού μας. Η αλήθεια είναι δεδομένη πια. Η αναπαραγωγή της συνιστά ένα φυσικό επακόλουθό. Και τούτο διότι πια οι άνθρωποι των διαμερισμάτων του κέντρου, των υπογείων της Μιχαήλ Βόδα, των αργών απογευμάτων της πάλαι ποτέ θριαμβικής πλατείας Βικτωρίας επιθυμούν να μεταγγίσουν τη διαφορετικότητα και τον αποκλεισμό ως αλήθειες γενόμενες μες σε συγκεκριμένες συνθήκες. Για μια τέτοια αλήθεια κάνουμε λόγο, ένα όριο αντικειμενικό και κατά μεγάλο ποσοστό, κοινό. Οι σημερινοί ανένταχτοι, όσοι υποβάλλονται στην ευκαιριακή εκμετάλλευση που συνεπάγεται ο φόβος, θα χρησιμοποιήσουν τη γλώσσα με όλη την ελευθερία που στερήθηκαν. Η γραφή τους θα αποτελέσει μια υπόμνηση της γλώσσας, ένα είδος μνήμης της. Η σημερινή φωνητικότητά της, όπως περιγράφεται στη μελέτη του Ντεριντά δεν πρόκειται να απολέσει ουδέποτε ετούτο το φυσικό χάρισμα. Άλλωστε μέσω αυτού μπορεί να περιγραφεί και να εκδηλωθεί με τρόπο λαμπρό η ενοχή, με την οποία βαρυνόμαστε, εμείς οι ειρωνικοί ανυποψίαστοι. Η ελληνική γλώσσα μπορεί να λάβει το ανανεωτικό χάδι μιας νέας λογοτεχνίας, στα τεχνικά χαρακτηριστικά της οποίας, θα επαληθεύεται η ασύγκριτη «φιλοξενία» και πλαστικότητά της. Μόνο ο φόβος μπορεί να θέσει κάποιον ανίκανο να διακρίνει ακριβώς ετούτο το χαρισματικό εμπλουτισμό της γλώσσας μας.
Η εποχή μας αναγνωρίζεται ως μία περίοδος πολιτικών εκτονώσεων. Η οικονομική κρίση, η οποία δεν συνιστά παρά μια εξειδίκευσή της, συνοδεύεται από μια ιδεολογική και αισθητική διαταραχή. Τα αποτελέσματα ετούτων των διαπιστώσεων επιβεβαιώνουν τις αιτίες τους. Η εγχώρια πραγματικότητα δε, υποδηλώνει τη διαρκή όξυνση ετούτων των φαινομένων, με τα οποία δεν εκφράζεται παρά μία επιβράδυνση, προκειμένου να οικειοποιηθεί η ανθρωπότητα όλες τις ασύλληπτες αποκαλύψεις του περασμένου αιώνα. Ας φανταστούμε την υπό διαμόρφωση λογοτεχνία, ως ένα παιδί με πνεύμα και ματιά απορροφητική. Το παιδί παρατηρεί και με την ενηλικίωσή του θα αποδώσει επιτέλους πιστά την κρίση του για την εποχή και τα διανύσματά της. Δεν πρόκειται το μόρφωμα να συντελέσει ένα φολκλορικό σχηματισμό, αν και η διάσταση αυτή δεν μπορεί να εκλείψει όπου υφίσταται ο γλυκός και γνώριμος στον Έλληνα, νόστος, η στοργική εκείνη λύπη του περιπλανώμενου, του διωκόμενου. Η νέα λογοτεχνία, γραμμένη αύριο από τα παιδιά των σημερινών, τρομαγμένων μεταναστών θα είναι κοινωνική, απλή, θα αποτελέσει κατ’ ουσίαν ένα ολοκληρωμένο πια χρονογράφημα, ένα είδος χαρτογράφησης μιας ολότελα αντιφατικής και ανεξερεύνητης εποχής.
Ας υποδεχτούμε το νέο λόγο με την άνεση και τη ζεστασιά που του αρμόζει. Η εξέλιξη αυτή θα αποτελέσει μία αυστηρή κριτική για τη σημερινή, πνευματική μας ένδεια. Η ευκαιρία αυτή δεν πρέπει να απολεστεί, η γλώσσα και η συνείδησή μας απαιτούν πια κατά γενική ομολογία την εμβάθυνση και τελικώς την κάθαρση. Η φράση του Πολίτη για τις δομές που ψεύδονται χάριν της αυθεντίας συνιστά μία φωτογραφική αποτύπωση της εποχής μας. Η τέχνη έχει πολλά να μας προσφέρει. Το σπουδαιότερο συνιστά εκείνη η διαρκώς επιδιωκόμενη ενότητά της. Υπό αυτήν την έννοια υποδεχόμαστε με όλη μας την ανακούφιση τη νέα, ανανεωτική κλίση της ευλογημένα διευρυμένης, εθνικής μας λογοτεχνίας. Ως κριτικοί και αυριανοί αξιολογητές οφείλουμε να θυμηθούμε τότε την επισήμανση του Ανδρέα Καραντώνη. «Η μέθοδος της κριτικής διαφέρει από εκείνη της ποιήσεως. Η ψυχολογία τους όμως», και η πρόθεσή τους σημειώνουμε εμείς, «παραμένει η ίδια».

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

ΚΥΚΛΟΣ «Espaйa!» [IV] / ΚΡΑΤΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΑΘΗΝΩΝ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ


ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Λουκάς Καρυτινός
Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, συνεχίζοντας τον Κύκλο «Εσπάνα», που  τελεί υπό την αιγίδα της Ισπανικής Πρεσβείας και του Ινστιτούτου Θερβάντες της Αθήνας, παρουσίασε στις 15 Μαρτίου 2013, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στην αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης», ένα πλούσιο πρόγραμμα υπό την διεύθυνση του καταξιωμένου Αρχιμουσικού Λουκά Καρυτινού, με σολίστ τον εκπληκτικό βιολονίστα Ρουμπέν Μεντόθα [1989].

Στο πρώτο μέρος ακούσαμε τη σωζόμενη εισαγωγή για ορχήστρα από την όπερα «Οι ευτυχείς σκλάβοι» του πρόωρα χαμένου συνθέτη Χουάν Κρισόστομο Αρριάγα [1806-1828], την οποία συνέθεσε στα 13 του χρόνια και κέρδισε την προσωνυμία, ο«Ισπανός Μότσαρτ». Ο αρχιμουσικός Λουκάς Καρυτινός και η Ορχήστρα, πρωτοστατούντων των εγχόρδων, ανέδειξαν την νεανική φρεσκάδα του έργου, αλλά και την Μοτσάρτεια και Ροσίνια μνήμη της γραφή του.

Στη συνέχεια του πρώτου μέρους ακούσαμε την «Ισπανική Συμφωνία» του Edouard Lalo. Ίσως θα πρέπει  να αναφέρουμε ότι, αν και συμφωνία, οι σύγχρονοι μουσικολόγοι τη θεωρούν «Κοντσέρτο για Βιολί και Ορχήστρα». Ο Γάλλος μουσουργός συνέθεσε τη συμφωνία του αυτή, για τον Ισπανό  βιολονίστα και συνθέτη  Pablo de Serasate [1844-1908], στον οποίο και την αφιέρωσε. Στη Συμφωνία ενυπάρχουν ισπανικά μοτίβα καθώς ήταν τότε στη μόδα η ισπανική μουσική. Ο διάσημος βιρτουόζος την ερμήνευσε για πρώτη φορά στο Παρίσι το Φεβρουάριο του 1875. Να σημειώσουμε εδώ ότι ένα μήνα αργότερα, στις 3 Μαρτίου, δίδεται στην Όπερα Κομίκ του Παρισιού η πρεμιέρα της «Carmen» του George Bizet [1838-1875]. Οκτώ χρόνια πριν, το 1867, ο Serasate είχε ερμηνεύσει τη σύνθεση «Εισαγωγή και Ρόντο Καπριτσιόζο» του Saint Saёns [1835-1921], επίσης αφιερωμένη σ’ εκείνον. Εκτός από την «Ισπανική Συμφωνία» άλλη δημοφιλής και πολυπαιγμένη σύνθεση του Lalo είναι το «Κοντσέρτο για Τσέλο» γραμμένο ένα χρόνο αργότερα, το 1876. Φαίνεται ότι η «Ισπανική Συμφωνία», με τη νέα της φόρμα, τη «Μουσική» της Ομορφιά, την πλούσια χρωματική της ενορχήστρωση, επηρέασε τον Tchaikovsky στο να συνθέσει το αριστούργημά του, το «Κοντσέρτο για βιολί», έργο 35.

Ο νεαρός Ισπανός βιρτουόζος Ρουμπέν Μεντόθα ερμήνευσε με υπέρλαμπρο ήχο και θαυμαστή δεξιοτεχνία  την «Ισπανική Συμφωνία» υπό την υποδειγματική καθοδήγηση του Λουκά Καρυτινού, ο οποίος, με συνδημιουργό την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, κράτησε τις ευαίσθητες ισορροπίες που η συμφωνία απαιτεί, πρόβαλε όλα τα δυναμικά της στοιχεία και ανέδειξε τις πανέμορφες αρμονικές μελωδίες της!

Το δεύτερο μέρος παρουσίασε μεγάλο ενδιαφέρον γιατί ακούσαμε δύο «Δον Ζουάν», που τους χωρίζουν 127 χρόνια, δύο Γερμανών συνθετών, των, Κρίστοφ Βίλιμπαλντ Γκλουκ [1714-1787] και Ρίχαρντ Στράους [1864-1949]. Έργα με διαφορετική σύλληψη και δομή αλλά με κοινό θέμα! Και εδώ η μαεστρία του Λουκά Καρυτινού! Όχι μόνο τόνισε τη διαφορετικότητα των δύο έργων, αλλά κατάφερε να συναρπάσει, αναδεικνύοντας με σύγχρονη ορχήστρα ένα έργο  εποχής, χωρίς να χάσει τίποτα από το ύφος και το στυλ του και με την ίδια ευκολία να περάσει στον Στράους και να αναδείξει το ρομαντικό και λυρικό του στοιχείο.

Ο Γκλουκ, συνθέτης Όπερας, ήταν κοσμοπολίτης όπως και ο Χέντελ. Ταξιδεύοντας δε στην Αγγλία συνδέθηκε με φιλία με τον συνθέτη του «Μεσσία» και φαίνεται ότι τον εκτίμησε ιδιαίτερα γιατί αργότερα στο σπίτι του τοποθέτησε το πορτραίτο του και έλεγε δείχνοντάς το: «Αυτό είναι το πορτραίτο του πιο εμπνευσμένου δασκάλου της τέχνης μας». Το 1761 συνθέτει το μπαλέτο «Δον Ζουάν», σε συνεργασία με τον χορογράφο Gaspare Angiolini, διευθυντή του Αυτοκρατορικού Μπαλέτου του Θεάτρου της Βιέννης. Αλλά τα σπουδαία έργα θα ακολουθήσουν ευθύς αμέσως και ο ίδιος θα επιμείνει στην άποψη ότι η ουσία της σύνθεσης  πρέπει να είναι το δράμα και όχι οι πρωταγωνιστές που το ερμηνεύουν. Το αριστούργημά του «Ορφέας και Ευρυδίκη» [1672], «Άλκηστις» [1767], «Ιφιγένεια εν Ταύροις» [1778], είναι μερικά από τα έργα του που έχουν μείνει στην ιστορία της Όπερας.      

Το 1888, ο Στράους, στα 24 χρόνια του, κάνει τη μεγάλη επιτυχία με το συμφωνικό του ποίημα «Δον Ζουάν», έργο  20, για μεγάλη ορχήστρα. Το συμφωνικό ποίημα είναι για τον ύστερο Ρομαντισμό ό,τι το Concerto grosso για την εποχή του Μπαρόκ. Ο Λιστ μόλις έχει παρουσιάσει τα Συμφωνικά του Ποιήματα, όταν ο Στράους  διευθύνει στις 11 Νοεμβρίου του 1889 τον «Δον Ζουάν» με την Ορχήστρα της Όπερας της Βαϊμάρης της οποίας ήταν Αρχιμουσικός. Μετά τη μεγάλη αυτή επιτυχία, όλοι τον θεωρούν φυσικό διάδοχο του Λιστ και ακόμα, το μεγαλύτερο εν ζωή συνθέτη μετά το θάνατο του Μπραμς. Ο ίδιος ο Στράους  στο τέλος  της συναυλίας θα πει: «Ο Δον Ζουάν είχε μεγάλη επιτυχία, ακουγόταν θαυμάσια και πήγε καλά. Απελευθέρωσε θύελλα χειροκροτημάτων μάλλον ασυνήθιστο για τη Βαϊμάρη». Το έργο βασίζεται στο ποίημα του Αυστριακού ποιητή Nikolaus Lenau [1802-1850]. Ο ήρωας διαφοροποιείται τόσο από αυτόν  του Τίρσο ντε Μολίνα όσο και από τον «Ντον Τζοβάνι» του Μότσαρτ. Ο Στράους σκιαγραφεί τον Δον Ζουάν ως μία πνευματική και ιδεαλιστική προσωπικότητα που αναζητά στην ιδανική γυναίκα τον απόλυτο έρωτα για τούτο και στο τέλος θυσιάζεται.

Έργο εξαιρετικής δυσκολίας, αφού το κάθε μέρος του απαιτεί μεγάλη δεξιοτεχνία, αλλά ο Λουκάς Καρυτινός εκμεταλλεύτηκε άριστα τις δυνατότητες  της Ορχήστρας, που βρίσκεται στην καλύτερη ώρα της και έπλασε μαζί της μια ερμηνεία με δραματικότητα, γοητεία, λυρισμό και υψηλή αισθητική συγκίνηση. Σε όλους ένα μεγάλο ΕΥΓΕ !!!

Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

Παύλου Φουρνογεράκη: ΚΥΟΦΟΡΙΑ (ποίημα)



Μα, πού φύτρωσε λευκός κρίνος;
Ευ-αγγελία του Καλού
στη γη των πυρ-ακάνθων

Βλασταίνει
ανηφοριά στην αυγή
της Άνοιξης

[Ζάκυνθος, Μάρτης 2013]

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

Ζωγραφική και σάτιρα


Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


Φέτος, όπως ήδη γνωρίζετε, από την σχετική ανακοίνωση του Δήμου μας, συμπληρώνονται 200 χρόνια από το θάνατο του πολυτάλαντου και πολυδιάστατου Νικολάου Κουτούζη.
   Ο ιδιόρρυθμος αυτός ρασοφόρος, που έγινε παπάς από δανδισμό και μόνο, δεν ήταν μονάχα ο άριστος τεχνίτης του τελάρου, που με τους πίνακές του έδωσε άλλη διάσταση στην τοπική ζωγραφική, θεμελιώνοντας μια σχολή, η οποία ονομάζεται Επτανησιακή.  Εκτός από τις αριστουργηματικές του εικόνες, οι οποίες βρίσκονται στο Μουσείο μας, αλλά και σε πολλές μας εκκλησίες και συλλογές, έφτασε την σάτιρα στο αποκορύφωμά της, γράφοντας στίχους, οι οποίοι ακόμα και σήμερα δεν μπορούν να εκδοθούν, σκοντάφτοντας στην σεμνοτυφία μας.
   Ήταν αθυρόστομος, γι’ αυτό και γνήσια σατιρικός. Μάθαινε τις αδυναμίες των συμπατριωτών του, προπάντων αυτές των ερωτικών τους παρεκκλίσεων και τις δημοσιοποιούσε με λέξεις, οι οποίες κυριολεκτικά τσάκιζαν κόκαλα.
   Για χρόνια οι εκδότες του κυκλοφορούσαν τα ποιήματά του με περισσότερες τελείες, από τους στίχους. Και δεν ήταν μόνο η αθυροστομία του. Ο Κουτούζης σατίριζε με ονοματεπώνυμο! Έτσι πολλοί θίγονταν και περισσότεροι τον έκαναν εχθρό τους.
   Μόνο πρόσφατα στο περιοδικό Περίπλους είδαμε κάποια από τα ποιήματά του αλογόκριτα. Η έκδοση βασιζόταν σ’ ένα κώδικα του ακούραστου φιλόλογου Παναγιώτη Μαρίνου και ήταν η πρώτη φορά που μπορέσαμε να θαυμάσουμε την ελεύθερη έκφραση του πολυσυζητημένου καλλιτέχνη.
   Η γλώσσα του μαχαίρι, που πλήγωνε και οι λέξεις του αλάτι στις πληγές. Ή θα το κάνουμε, δηλαδή, ή όχι. Καμιά σχέση με τους άλλους ομότεχνούς του, με τα υπονοούμενα και την ανάγκη να γνωρίζει κάποιος σύγχρονος πρόσωπα και καταστάσεις για να καταλάβει. Στον Κουτούζη όλα ξεκάθαρα κι όλα ονοματισμένα. Κι όταν του τέλειωναν οι πιστοί έπιανε στο στόμα του και τους Αγίους:

Σε αγιογραφία

Την αγγελομούτζουνη του Χριστού
την αγιοκουρτέσσα, μαυρομάτα Παρασκευήν,
όγοιος δεν την πιστεύει και δεν την προσκυνάει
αντίδικον να έχει εις την ψυχούλα του.
Τέρπετ’ αεί και παίζει με το γατάκι του.

   Βέβαια με τους παραπάνω στίχους του, θέτει και τα όρια της αισθητικής της τέχνης του. Δεν ακολουθεί την Βυζαντινή παράδοση, αλλά θαμπώνεται από την ανθρωποκεντρική Αναγέννηση και αυτήν μεταφέρει με πάθος στα χώματα του νησιού του. Λέγεται μάλιστα πως κάποτε αρνήθηκε να κάνει έναν ορθόδοξης δογματικής Εσταυρωμένο κι έδιωξε τον πελάτη του, απαντώντας του πως αυτός γνωρίζει καλά πως πεθαίνει ένα σώμα στο Σταυρό και δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά.
   Είχα την τύχη από παιδί, ιδίως στις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας, να βλέπω στο τέμπλο της εκκλησίας της Ανάληψης, της ενορίας μου, το προερχόμενο από τον προσεισμικό Άγιο Γεώργιο του Πετρούτσου, τις εικόνες του, με θέμα το Θείο Πάθος. Ήταν αλήθεια η πρώτη μου επαφή με την ιδιαιτερότητα του νησιού μας και η πρώτη μου γνώση για τον Επτανησιακό πολιτισμό. Από τότε μου φαίνονταν πως ταίριαζαν πιο καλά με τους στίχους του Σολωμού, με την μουσική όπου άκουγα στο σπίτι μου και στις γειτονιές και ήταν μια συνέχεια των εθίμων, που δίχως αυτά δεν μπορούσα να καταλάβω τις γιορτές.
   Στίχους του πρωτοείδα στο Καρναβάλι, τότε που ακόμα κρατούσε το τοπικό του χρώμα και κάποιος προσωπιδοφόρος τους κρατούσε γραμμένους σ’ ένα καλαίσθητο χαρτόνι:

Σα δοκιμάσει ο κερατάς
τη γλύκα του κεράτου
μέλι και γάλα γίνεται
με τη νοικοκυρά του.

  Τότε μου άρεσαν από ένστικτο, αλλά δεν καταλάβαινα ούτε το νόημά τους, ούτε την αξία τους. Αργότερα ένοιωσα το πόσο επίκαιροι είναι και το πόσο διαχρονικοί:

Τσου κλέφτες και ιερόσυλους
ρουφιανοκερατάδες
ευτούνους είναι που αγαπούν
του τόπου οι αφεντάδες.

   Δεν ξέρω πώς σκέφτεται ο Δήμος μας να τιμήσει την επέτειο. Σίγουρα, όμως, είναι απαραίτητο να βγει ένας τόμος με όλα τα εικαστικά έργα του. Και γιατί όχι και τα σατιρικά. Είναι αυτό που θα μείνει.
   Η κοινωνία μας του χρωστά πολλά. Ας του τα ανταποδώσει. Και πού ξέρεις; Ίσως ξαναφανεί ένας σύγχρονος Κουτούζης, που θα μας βάλει στη θέση μας. Η σάτιρα, ειδικά για τους Επτανήσιους, είναι η καλύτερη άμυνα. Αυτή ίσως και να μας σώσει!
Related Posts with Thumbnails