© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Σαράντη Αντίοχου: ΕΛΕΓΕΙΑ ΚΑΙ ΕΓΚΩΜΙΑ [1980-1995]


[Από τον Τόμο "ΠΡΟΗΓΜΕΝΟΣ ΚΥΚΛΟΣ Ποιητική Ανθολογία (1965–2000)", Εκδόσεις Μπάστα, Αθήνα/Ζάκυνθος 2008]



Happening σε δύο πράξεις
(Σημειώσεις για το σκηνικό και την πλοκή)

Ι. Ο ΛΑΒΥΡΙNΘΟΣ

Ένας κόσμος αλλοπρόσαλλος
από καθώς πρέπει κι ανυπόληπτα πρόσωπα
που τρέχουν – τρέχουν ακολουθώντας
στις δαιδαλώδεις στοές
τον κοντό μαυροντυμένο κύριο.
Κι εκείνος
Να τυλίγει και να ξετυλίγει το μίτο
της Αριάδνης
-υποτίθεται.

Κι Μινώταυρος να βρυχιέται
μια κοντά μια απόμακρα
σαν απειλή σαν παράκληση
και ποτέ να μη φαίνεται.

Προσωπεία παραφροσύνης και ιλαρότητας
η αλλοπρόσαλλη σύναξη
κάποτε φτάνει στη ΕΞΟΔΟ
όπου έχει στηθεί το τεράστιο πανό με το τέρας
της Πασιφάης
το αχόρταγο.


II. ΤΟ ΠΑΛΑΤΣΟ

Κλειστή
λιθόστρωτη αυλή
ασβεστωμένοι μαντρότοιχοι
και μπροστά να κλείνει τη θάλασσα
σφραγισμένο μυστήριο
το Παλάτσο
του Κουντουριώτη ή του Μίνωα.
Στα ενδότερά του μια μόνη προσπέλαση
Η χοντρή ανεμόσκαλα.
Την ανεβαίνουν όλοι – ο καθείς με την τέχνη του
νηστικοί και περίεργοι.

Το πρώτο δώμα είναι για τον Άντρα
Το δεύτερο για τη Γυναίκα
Το κατώι για τον Γέροντα και την ηλακάτη
Η τραπεζαρία για τους καλοφαγάδες και τους ζωντανούς
Το μαγειρείο για τη λογομαχία
Το μπάνιο για το έγκλημα και την Κλυταιμνήστρα
Το σαλόνι για τις Τρεις Χάρητες και τα βίτσια τους
(τη Σιμονέττα Βεσπούτσι με το φίδι της
τη Λου Σαλομέ με το καμτσίκι της
τη Μουμπουλίνα με το κοχύλι της)
Ο ξενώνας για τον Θεμιστοκλή και τους Έλληνες
(φυσικά πλην Λακεδαιμονίων)
Το λιακωτό για τον Ελύτη
Για το Σεφέρη η στέρνα
Και ο μέσα κήπος με το κυπαρίσσι
Για τα σταμνιά των Μυροφόρων και την Ελλάδα
(επί ξύλου)
Ανάμεσα στα εκμαγεία της Σκύλας και της Χάρυβδης
Με το πουλί της 21ης Απριλίου να της τρώει
Τα σπλάχνα.
Και μια φωνή
Να λέει και να
Επαναλαμβάνει
Σε όλες τις κλίμακες:

ΔΕΝ ΕΧΕΙ
ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΛΟΙΟ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΜΟΝΙΠΠΟ
ΜΕΓΑΛΑ
ΜΕΓΑΛΑ ΚΑΙ ΥΨΗΛΑ ΓΥΡΩ ΑΝΟΙΞΑΝ ΣΚΕΛΗ
ΚΑΝΕΙΣ
ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΟΒΟΛΟ
ΚΑΙ ΤΩΡΑ
ΤΩΡΑ ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΚΟΝΤΟ
ΑΞΙΟΝ
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΜΟΝΗΣ
ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ
ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΤΗΝ ΜΑΣΤΙΓΩΣΕΙ
Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ
Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΣΤΑ ΗΝΙΑ
MAKE
MAKE LOVE DON´T MAKE WAR
ΔΕΥΤΕ
ΔΕΥΤΕ ΛΑΒΕΤΕ ΤΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΕΙΡΑΣΜΟ
(Σειρήνες)
ΣΤΑ ΚΑΤΑΦΥ
ΣΤΑ ΚΑΤΑΦΥΓΙΑ...

για τα λοιπά
μπορούμε να αυτοσχεδιάζουμε.


Συνάντηση στην έκθεση του ισπανικού εμφυλίου πολέμου στο Palacio de Cristal del Retiro

για τη Rosa Chacel

Ποιός έχει μάτια για ομορφιά
Εδώ που διαφεντεύει ο θάνατος
Στα βίντεο
Στις μετέωρες κραυγές των στημένων ηρώων
Στην πλημμυρίδα των ματωμένων δειλινών
Στα βασιλεμένα μάτια της παιδικής
Αθωότητας.

Viva la muerte
No pasarán – no pasarán

Ποιός έχει μάτια για ομορφιά
Γυναίκες της Ισπανίας
(Αυγουστίνα ντε Αραγκόν
Μαριάνα Πινέδα
Αϊντα Λαφουέντε
Λίνα Οντένα
Ντολόρες Ντολόρες)
Τί πάθος και ο πόνος ατελεύτητος.

Ποιός έχει μάτια για ομορφιά...
Μα ήσουν εκεί
Δραπέτισσα ενός κόσμου που έχει σβήσει
Στην άλλη άκρη του βυθισμένου θωρηκτού
ALSEDO
Μεσογειακή απέραντη θλίψη μου.
Ήσουν εκεί
Εξαίσια υπόσχεση ζωής
Μέσα στον παραλογισμό του θανάτου
Κάτω από τα μεγάλα τόξα –ερωτηματικά
Τα μεγάλα κρύσταλλα
Χωρίς λέξη
Ανεπαίσθητα
Συνοδοιπόρος στην κάθε φρικτή λεπτομέρεια.

Plus – ultra
Soldado respeta a la enfermera

Η Καρμενθίτα της πατρίδας
Και οι πρώτες τρακόσιες «Μάννες του Στρατού».
Γυναίκες της Ισπανίας
Από δω πάει η ομορφιά.
Ποιός έχει μάτια για δάκρυα.

Χωρίς λέξη
Και οι ποιητές ν’ αγρυπνούνε στα χαρακώματα
Της αξιοπρέπειας
(Χουάν Ραμόν
Λεόν Φελίπε
Μπεργκαμίν
Ματσάδο
Αλτολαγκύρε
Αλμπέρτι
Χουάν Χίλ Αλμπέρτ
Φεδερίκο –αγάπη μου Ανδαλουσία).
Είδες εκείνο τον στρατιώτη με το χέρι
Στην καρδιά
Και τ’ άδειο βλέμμα
Δίπλα στον ποιητή πάνω στην τάπια
Όταν ο θάνατος μαύριζε πια τον ορίζοντα
Εκεί στη Γουαδαράμα;

Bajo cielos de imperio
La tradición vuelve

Γυναίκες της Ισπανίας
Λίνα Οντένα – Λίνα Οντένα
Κι Εσύ μοναδική ανώνυμη θλίψη μου
Στα «ντεπόζιτα» των αιχμαλώτων της Μπανταχόθ
Κάτω από έναν ήλιο ανελέητο
Nuevo y augusto
Πόσο γρήγορα ξεχνιέται το αίμα
Πόσο γρήγορα στερεύει στη ρίζα του το δάκρυ.

Plus – Ultra
Ημερολόγιο Σωτηρίου Έτους
Ποιός έχει μάτια για ομορφιά:
«Στρατιώτες
βοηθό μας και προστάτη
έχουμε ’μείς τη Μινέρβα της Αθήνας.
Με τη μεριά του Άρη είναι οι άλλοι.
Χαράζει η μέρα της ειρήνης της κουλτούρας».

Χωρίς λέξη
Στο Γεφύρι του Τολέδου
Στη Μάχη του Έβρου
Amor amor en el Frente
Με τις πένθιμες μάσκες
Στη Μαδρίτη
Κάτω από το ζώδιο του Ταύρου
Περάσαμε τη μεγάλη Πύλη
Χωρίς ελπίδα για μια νέα συνάντηση
Χωρίς λέξη
Το Σωτήριον Έτος 1939.


Lady Godiva

της Charo de Tapia

Ώ γυμνή θαλπωρή της παγερής Αγγλίας
Ένας αγέρας ομορφιάς σε ντύνει
Καθώς καλπάζει ο πόθος στα λιθόστρωτα
Κι Εσύ περνάς – περνάς
Αδιάφορη κι απόμακρη
Εξαίσια κόμη όνειρο
Νικήτρια
Ομορφιά
Γυναίκα.


Εγκώμιο

της Τερέζας

Στα χέρια σου και το λιθάρι ανθίζει
Στο χαμογέλιο σου ανασαίνει η γή
Το μίλημά σου σαν αυγή ροδίζει
Ένα τραγούδι – θεία μουσική.
Το βλέμμα σου αγκαλιά που νανουρίζει.


Eleonor d´ Aragón

...κι είναι ανελεήμονες οι Καταλάνοι.
ΣΕΦΕΡΗΣ

Με τον Ρουχά στη Λευκωσία
Στη Βαρκελώνη Αγία!
Η ρήγισσα Λινόρα.


Σχέδιο για μία λαϊκή Λιτανεία

Ο σκοπός δεν είναι πάρεξ δια ξεφάντωσιν των φίλων.
ΔΗΜ. ΓΟΥΖΕΛΗΣ

Restano gli ornamenti; e questi si lasciano all´ invenzione del pintore.
ANNIBAL CARO

Α΄
Σαν όνειρο. Μια εκκλησία ένα πλάτωμα. Πισκοπιανή Φανερωμένη Άγιος Μάρκος. Ακούστηκε μια μπαταριά. Φωνές καμπάνες νιάκαρες ταμπούρλα γκάιντες. Φωτίες στον Άϊ-Νικόλα πάνω από τη θάλασσα. Ντελάληλδες. Ποίος έρχεται ποίος φεύγει με την Πύλαρο; Ποιανού Αγίου Λομβάρδου σύναξη; Έρχεται ο Γλάδστωνας η Ένωση; Γυρίσανε οι εξόριστοι απ’ τα Κύθηρα; Σίγουρα επέσανε τα Γιάννινα. Θα κάψουνε τον Γκάυ τον Μαίτλαντ και τον παπά-Γαρτζώνη.

Β΄
Ανοίξαν οι καταπαχτές της μνήμης οι αυλόπορτες. Χύθηκε ο κόσμος στα καντούνια φίσκα ο Φόρος. Δώσμου το χέρι σου δώσμου το χέρι σου να μη χαθούμε. Σταθήκαμε λίγο παράμερα, πλάι σε μια κολόνα του Ρωμιάνικου. Αν δεις τα σκούρα πιάσου κι από το δέντρο εδώ των γιακωβίνων, όπως τη μέρα του σεισμού τον Αύγουστο. Όσο μπορείς άσε ανοιχτά τα μάτια σου, μη φοβηθείς τις τρακατρούκες. Κοίτα:

Γ΄
Περνάει πρώτος ο Γουζέλης με το φράκο του κι ένα τρομπόνι. Ξοπίσω ο Χάσης κι όλο νάζια η Αγγέλω με το σάρωμα. Να ο Μαγκαστάρας κι ο Αφέντης με το γάιδαρο. «Πανάθεμά σε βάλθηκες να με συντρίψεις». Να ο Κρίνος ο Αλέξης ο Πανάρετος. Η Αρετή μ’ ένα ριπίδι βάσανα η Ανθία η Χρυσαυγή η Ερωφίλη η Ρεβέκκα. Ο Μπαρμπαδήμος με την πείνα του, ο Νοδάρος η Γαϊδουροκαβάλα η Προίκα, ο Βασιλικός μέσα στη γλάστρα του. Άκου:

Δ΄
Βούλα μαλαματένια πέτρα του γιαλού, οι αρέκιες. Οι Κεριώτες ο Κουκής και ο Πατρώνης απ’ το Κούκεσι, ο Κισκινάς και ο Φαγιώτης που έπεσε στη θάλασσα. Έρχονται και τα βοσκαρού(δ)ια από τον Εμποριό και η Μαρία κι από κοντά οι ποιητάρηδες από τ’ Αγιάναπα. Ο Παμπούκης ο Ιορδάνης ποταμός και οι Μωμόγεροι, ο Αβούρης με τον Τσικολή ο Ρούσμελης, η Ευγένα μαύρο κρέπι ο Μοντσελέζε, ο Πορφύρης κι όλο το Σκουλικάδο με τη Γκιόστρα του. Πρόσεξε μη σε πατήσουν τ’ άλογα. Κι άλλα χωρία, το Μαχαιράδο η Λιθακιά το Καταστάρι ο Αγγερικός η Αναφωνήτρια οι Μαριές ο Καλιπάδος οι Βολίμες το Τραγάκι ο Άϊ-Λιός, ένα φεγγάρι ολόγυμνο η Ελένη κι ο Ρουσσέας με την Άμοιρη. Πιο πίσω ο Ανθρωπάκης ο Πομόνης ο Ταρτάγιας με τις μαντσιες τους. Κυράτσες δούλοι ρηγάδες βουλευτάδες μερτίες χλοεροί κυπάρισσοι δάφνες και χλόες βελάσματα και καβαλίνες. Και οι ποπολάροι από τον Άμμο μια ψυχή με τη βερντέα και τους γκράδες. Βάλε καλά τα χρώματα.

Ε΄
Πρόσεξε τώρα στο μπαλκόνι εκεί τους σιωπηλούς: Ο Μαρτελάος ο Μαρτινέγκος η Μουτσάν η Παπαγεωργοπούλου (προσοχή: η Φαρμακωμένη) ο Κόντες η Ευρυκόμη ο Άλλος χωρίς πρόσωπο η Μαριέττα με την Εύα παραμάσχαλα ο Μάτεσης ο Χιώτης ο Δεβιάζης ο Καρρέρ ο Ζώης ο Πελεκάσης ο Σπουργίτης (τζόγια μου) ο Σιγούρος ο Μπαρμπίας ο Παλαιός ο Μάργαρης ο Μισοπούλης ο Γρυπάρης ο Φαίδων ο Καντούνης ο Λάτας στα μενεξελί ο παπά-Δανδής και η γάτα του ο Κατραμής και ο παπά-Καψάσκης κι ο Μπουκής (ο καπετάνιος) κι άλλοι που δε διακρίνεται το πρόσωπό τους. Σεβάσου τις σκιές. Καμιά ανάγκη για εγκώμια.

ΣΤ΄
Μας είδανε μας ...προσκυνούν ο Πέρας με το Ναύαρχο από το Μισολόγγι. Να ο Ρώμας κι ο Περίπλους. Μπάμ. Μπαμ-μπάμ. Φυλάξου. Ο Πουλτσινέλα οι Ιταλοί, την τσέπη σου, ο Ρολάντ και οι μαφιόζοι πούπι του Παλέρμο, ο Βίττι ο Ρότολο η Ρενάτα, ο Πάντς και η Τζούντη, ο Μάης, η Χαριάτη, ο Πολισινέλ ο Χρυσικόπουλος, ο Κασπαρέκ, ο Σπέιτ, ο Δόκτωρ Πούσκε, ο Βασιλάτσε, ο Μινώτος, ο Τσαντσές, ο Κάσπερλ, οι κινέζικες σκιές, η Τζίνα η Κούλα η Ιωάννα η Καίτη, ο Μιχόπουλος ο Καραγκιόζης ο Σπαθάρης, ο Τζων Ράιτ - άκου πώς κάνουν τα παιδιά - με τους Μικρούς Αγγέλους απ’ το Ίσλιγκτον, οι Σεβιλιάνοι η Κουάδρα, ο Άντερσεν οι Πολωνοί κι ο Ντάριο Φό (λογομαχώντας), η Σάρρα η Άγδα ο Αβραάμ, άσπροι και μαύροι άγγελοι, οι μάσκες τους. Μυστήρια και Θαύματα και Ηθολογίες. Το νού σου τα χρώματα τους τόνους και τα κόμματα.

Ζ΄
Στην Μποτέγα του Κομούτου βγήκανε τώρα όλο πόζα οι αφεντάδες. Αρχίζει κιόλας η παράσταση. Έπειτα θά ’χει βαρκαρόλες και χορούς και σερενάδες και καντάδες. Σωπάτε κύυυυργοι το λοιπόοοο(ν) οι ντελάληδες, ο Κόμης κι ο Πανάς. Απόψε θα το κάψουμε το Τζάντε. Αν προτιμάς βλέπουμε την υπόθεση στο βίντεο.


Ανακύκληση

η εν κύκλω
επάνοδος
στροφή
επιστροφή

μνήμη Κωστή Παλαμά
στα πενηντάχρονα
του θανάτου του


1. ξύπνησα
νά ’βρω
τη ροδο
γελούσα
που κορφο-
λογώ

πλάση
κεράσι
ουρανό

ήλιο
τοπάζι
χέρι

έν’ αστέρι

δίνω
και παίρνω
λύτρα


2. τ’ απόκρυφα
των κύκλων
μιλώντας γιγαν-
τεύεις

διαβάζω στο σκολειό

υπάκουος δένω
γύρους
ζώνη που μιλείς
γλώσσα ερωτική

δικά σου

όλα τ’ άνθη
όλα τα φιλιά


3. η θάλασσα
το πλάθει
το κύμα
το κορμί

μέτρο
υγεία
πλην τάξη

μα ποιός
θα κόψει
τ’ άνθη;


4. λίγωμα το κορμί
και το φτερό
σαλεύει

το δυναμάρι που το δέρνουν
τα νερά

χτυπά η καρδιά
κι απλώνονται τα χέρια

ένας και δυό
βιβλίο και τυλιγάδι

βαρειά σταμνιά
και οι σάρκες τους
μετάξι


5. χλωρά νερά
γυρεύουν
ταξίδια
τρεχαντήρια

άτι
που αγριεύει
η ακροθαλασσιά

η οργή
βαρύ το πόδι
το χέρι – όλο φώς;


6. η σάρκα
η γλώσσα
η κούραση

μου ξύπνησε
το τέρας

ένας αγέρας πλάθεται
η έγνοια
-μια πεταλούδα-
και το ποτήρι
το κρασί
και ο κομμένος
κρίνος

ανθός
στον ίσκιο καίγεται
στη φλόγα
παίρνει σχήμα



7. ποιό σαράκι
τρώει το νού
τ’ ουρανού;

το βιολί
μιλεί και βλέπει
και καλά κρατεί

γλυτώνει
όποιος από-
κριση να δώσει
δεν μπορεί



8. το σίδερο
παράτα
αφύσικο
λουλούδι

αλλού ειναι
το κλειδί

λάμια
γοργόνα
η φλόγα

το πρόσωπο
το σώμα
τ’ όνο-

μα δεν αρκεί



9. θα διώξω
τα όξω

το ουράνιο
τόξο

δεν ξέρω τίποτε

το αίμα σου
το χτήμα σου
στα θράκια του κακού
η Φοινικιά σου
για άλλο δεν φελάν;

δεν ξέρω τίποτε

θα διώξω
τα όξω

το ουράνιο
τόξο

Σαράντη Αντίοχου: GRECIAN STONES [1965, 1981]


[Από τον Τόμο "ΠΡΟΗΓΜΕΝΟΣ ΚΥΚΛΟΣ Ποιητική Ανθολογία (1965–2000)", Εκδόσεις Μπάστα, Αθήνα/Ζάκυνθος 2008]


Grecian stones

για την Clara Janés

O Attic shape! Faire attitute!
JOHN KEATS

Στην πέτρα που καθόμαστε τώρα σα ναυαγοί
Αναζητώντας τις ανταύγειες των βωμών
(τί κρύο που κάνει αδελφή το δειλινό)
Μη μου ζητάς την ίδια ιστορία
Για τον λαμπρό χιτώνα.
Ένα μονάχα θα σου πω:
Κι αν δεν βουλιάξαμε, αδελφή,
Κι αν δεν πετάξαμε
Είναι γιατί μας κράτησαν στην επιφάνεια
ετούτες οι μεγάλες πέτρες
-βαρύ σωσίβιο που μας φορέσαν οι θεοί.

Και τώρα
Που λάμπει μέσα στ’ όνειρο του Κάλχα το μαχαίρι
Ποιός θα μας φέρει τη βασιλοπούλα εδώ
Απ’ τις χρυσές Μυκήνες;
Μα τί σου λέω καλή μου.
Φαίνεται πως λησμόνησα την Πύλη των Λεόντων
Κι η Αυλίδα δεν υπάρχει πια
Για μας
Για το ξεκίνημα
Για την Ωραίαν Ελένη.

τριγύρω η στάχτη των βωμών
και η θάλασσα
και οι σωσίβιες πέτρες
που επιπλένε.


Ampurias ή εναέρια αρχαιολογία

There shrines palaces and towers
Resemble nothing that is ours.
EDGAR ALLAN POE

Μέσα στη γενική ασυνεννοησία
Περάσαμε το καλοκαίρι μας υπεριπτάμενοι
Την Κόστα Μπράβα.
Οι φίλοι μας προτίμησαν το Κλάμπ
Μεντιτερανέ
Τη νότια γαστρονομική
Με αγγλική... μουστάρδα.

Πετώντας σ’ ένα κάποιο ύψος
Γνωρίζαμε πως ήταν μπορετό
Να επισημανθούν τα πραγματικά όρια της πόλης
Των Ελλήνων.
Έτσι θα συμπληρώναμε και τον Οδηγό
Του Εμπορείου
Θα εντοπίζαμε και το νησί
Εκεί που πρώτα-πρώτα στήσανε οι Φωκαείς
Φίλο γιατρό θεό
Τον Ασκληπιό.

Περάσαμε τις αίθριες μέρες μας
Σε αβέβαιες ηδονές
Υπεριπτάμενοι από ένα κάποιο ύψος
Δόξες παλιές ελληνικές
Της Ιβηρίας.
Και τώρα...
Τώρα τις νύχτες ξαγρυπνούμε στη μελέτη
Αμφίβολης ποιότητας εναερίων φωτογραφιών
Τονίζοντας τις αβεβαιότητες της Ίριδας
Συμπληρώνοντας τα πολλά ιδεατά κενά
Επεκτείνοντας τις εξαίσιες γενικές υπαινικτικές γραμμές
Ονειρευόμενοι:
Εδώ τα τείχη το λιμάνι η Αγορά
Τα δημόσια συντριβάνια υδραγωγεία
Εκεί τα ιδιωτικά «ηδύκοιτα» δώματα και οι κήποι
Εφηβικών τελετουργιών της Ιωνίας.
Και το νησί
Κάτω από την ασήμαντη αρχιτεκτονική
Του Σαν Μαρτί
Και τη λάσπη είκοσι αιώνων.

Από την άλλη όψη των σχημάτων και των χρωμάτων
Της Ίριδας
Απρόσιτο απλό απροσπέλαστο σχήμα
Η ζωή εν τάφω
Στην ελληνική πολυκύμαντη αποικία.


Ακρωτηριασμένο άγαλμα κόρης που βρέθηκε κοντά στα Ζάκανθα, αρχαία αποικία των Ζακυνθίων στην Ισπανία

για τη Maria José Landete

Θεά Υγεία ή Δίκη;
Τέλεια η γραμμή – ελληνική
Μα έχεις στην όψη το αίνιγμα
Κόρης αρχαϊκής της Ιβηρίας.
Ίσως
Νύμφη Εσπερίδα.

Στο πρόσωπό σου σμίγει τη μέρα η νύχτα
Παλεύει το έρεβος το φως
Το φως παλεύει το έρεβος.
Στην κάθε αμφιλύκη
Τα θεϊκά δίνουν τα χέρια στα ανθρώπινα
Τα χέρια.
Πού είναι τα χέρια
Πού είν’ τα χέρια σου;

Δίβουλη σμίλη ο καιρός
Δίβουλη η μοίρα των θνητών
Κραυγή πικρή της πέτρας.

Άθικτη μόνο μένει
Η διχασμένη υπόσχεση της ποθητής αυγής
Στο θεϊκό -το ιόνιο λες- ριπίδι
Των χειλιών σου.

Σαράντη Αντίοχου: FOSILES [1965,1977]


[Από τον Τόμο "ΠΡΟΗΓΜΕΝΟΣ ΚΥΚΛΟΣ Ποιητική Ανθολογία (1965–2000)", Εκδόσεις Μπάστα, Αθήνα/Ζάκυνθος 2008]


Με το βασίλεμα

Θρυμματισμένη ανάμνηση
Μες στον καθρέπτη του καιρού
Θρυμματισμένο χαμογέλιο
Στα μάτια σου – στα μάτια μου
Σβήνει η πανάρχαιη χαρά.
Ώ τί ανωφέλευτη σπονδή
Απ’ το ποτήρι της ζωής
Στην πέτρα της αγάπης.

Θρυμματισμένο χαμογέλιο

Πόσοι αβασίλευτοι καημοί
Πόσα ιμάτια πορφυρά
Τί περιδέραια θλίψης.
Ποιός θα περάσει δυο φορές
τα ίδια νερά;
(Βρήκαμε κάτι να πιαστούμε).

Δεν μπορεί.
Οι σάλπιγγες θα ηχήσουνε το πάρσιμο
Της Ιεριχώς
Με το βασίλεμα.


Βασίλισσα της Παλμύρας

Ήχοι και σχήματα και μιλήματα
Χωρίς υπόσταση
Τ’ άλλου καιρού

Μελωδία βαθυκίνητη
Σκορπισμένη στον άνεμο
Βυθισμένη στη θύμηση
Μακρυσμένη στ’ αστέρια

Μελωδία
Βασίλισσα της Παλμύρας
Της μοίρας μας
Βασίλισσα
Ξένη
Βασίλισσα
Έκπτωτη
Καταλυμένη
Ακέραιη
Λυπημένη
Υπάρχουσα

Βασίλισσα
Ομορφιά


Fosiles en Castilla

Ανοιδήσεις της υφάλου γης
μετεωρίζουσι και την θάλασσα
αι δε συνιζήσεις ταπεινούσιν αυτήν.
ΣΤΡΑΒΩΝ

Φωνές υδάτων πολλών
Ενάλια ρίγη
Και η θάλασσα παρουσία αθέατη
Γύρω – τριγύρω
Διακριτικά τραβηγμένη
Στα χαμηλά ωκεάνια πλάτη.

Ώ, θάλασσα
Θάλασσα του Ηώκαινου πολυπέταλη
Παρθένα ζωή αθωότητα
Σ’ αναζητώ σαν πινελιά λαζούρι
Να κιαρίρει
Την ώχρα την επίσημη της γης.
Εξαίσια ύπαρξη ώς εδώ
Σ’ αναζητώ στα ύφαλα
Μες στην καρδιά της πέτρας.

Μετεωρίζεται η ψυχή:
Κοχύλια κώνοι μέδουσες
Πορφύρες αστερίες
Εξαίσια ενάλια ρίγη
Φως
Νεύρο
Χρώμα
Ομορφιά
Παρθένα ζωή απολιθωμένη
Αθωότητα.

Πίκρα μου απέραντη
Θάλασσα του Ηώκαινου.

Σαράντη Αντίοχου: ΦΥΛΛΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ [1965]


[Από τον Τόμο "ΠΡΟΗΓΜΕΝΟΣ ΚΥΚΛΟΣ Ποιητική Ανθολογία (1965–2000)", Εκδόσεις Μπάστα, Αθήνα/Ζάκυνθος 2008]


Χαίρε χαριτωμένη!

Τ’ άπιαστο θάμα επιάσθη.
Χαίρε χαριτωμένη!

Στο θαμπολόγημα του νου
ξένη η καρδιά αντιστέκεται.
Ξένη και πάλι ξένη.

Βουλιάζει αγάλι τ’ όραμα
στενεύει η Πλατυτέρα
ξεφτίζεται ψηφί – ψηφί η πρώτη ζωγραφιά.
Στη λεπτομέρεια την πυρή
περνάει ένα χέρι,
ασβέστης,
δυο μάτια νέα γράφονται
που κλείνουνε τη γη.

Χαίρε χαριτωμένη!
Το χαίρε τ’ αρχαγγελικό δε θα ξανακουστεί.
Είναι η καρδιά μια ρήγισσα θαμμένη
που σπάζει τα επιτύμβια και βγαίνει πέρα
ορθή.

Έρχεται τώρα ένα όραμα – σαν πρώτα,
μα είναι ξένα τα μάτια, τα μαλλιά.
Ένα καινούργιο ρίγησμα τη ρήγισσα ανασταίνει
και γέρνει.
Ο νους πετά.


Ιθάκη

Η Ιθάκη
δεν ειναι ’κείνη που γνωρίσαμε
στο μάθημα της πατριδογραφίας!
Είναι μια άλλη νήσος.

΄Ω, πόσο με συγκλονίζει ετούτη η παραλλαγή
που κρύβει ένα τόσο δα σπυρί ελπίδας
πως κάποια μέρα θα βρεθεί η σαϊτα
της Πηνελόπης.

Ιθάκη ακριβή
ποιά νά ’σαι η αληθινή πατρίδα του Οδυσσέα;
να ’ρθεί ν’ αράξει ο νόστος μας.
(Να ένα ερώτημα που καίει).
Η Σάμη το Δουλίχιον η Λευκάδα
ή ένα νησί που βούλιαξε στον πόντο...
ερίζουν οι σοφοί.

Η ομηρική Ιθάκη
λοιπόν δεν είναι σίγουρα το Θιάκι!
(Μπορεί και τούτο νά ’χει σημασία).

Ιθάκη Ιθάκη Ιθάκη
Ένα νησί – μα ποιό νησί;
να ’ρθεί να γίνει χώμα ο νόστος μας...
Ένα ρηχό ακρογιάλι!


Ανάβαση

Μια γλώσσα θάλασσας
Που βρυχιέται
Μ’ όλη τη γεύση του μεγάλου Ωκεανού
Στα μάτια
Και ο Ξέρξης
Που περπατάει μονοσάνδαλος
Πάνω στ’ αποσταμένα μαστίγια
Παραμιλώντας...

Πού είναι πού πήγαν οι Φοίνικες
Οι Αιγύπτιοι που θα γεφυρώναν τον Ελλήσποντο;
Το ξέρει:
Ποιός υπακούει ένα παράφρονα
Π’ ανοίγει πληγές στο σώμα της θάλασσας;
Και ήθελε τούτη την Άνοιξη
Να διαπεραιωθεί στ’ αντικρυνό ακρογιάλι.

Και νά!
Πετάει το σανδάλι στον άνεμο
Ο Ξέρξης πάει να γίνει Αναβάτης
Σκύβει και φοράει τα φτερνιστήρια.

Τ’ αφηνιασμένο κύμα
Που κοίμησε τους Μήδους του
Το ίδιο αυτό
Θα τον γυρίσει Νικητή
Στα Σούσα!


Νεκρή φύση

Η Συμφωνία του καλοκαιριού
Που κοίμιζε την πίκρα μας
Απ’ τις πνιγμένες θύμισες
Πώς έφτασε στο τέλος...

Τραγούδι των τζατζαμηνιών – μια μουσική ακουσμένη
Όταν βραδιάζαν οι καϋμοί
Φούχτες μαργαριτάρια
Πέφταν τ’ αστέρια στην ακρογιαλιά.
Ήχοι θρυμματισμένοι
Τώρα
Ποια δάχτυλα θα ζωντανέψουν το ρυθμό
Πάνω στα πλήχτρα της καρδιάς μας
Ποια χείλια θα ηχήσουν τον σκοπό
Στις σάλπιγγες των λευκών κρίνων
Ποιος θα κοιμήσει το θεριό
Όταν γλυστρά η χίμαιρα
Ποια δάχτυλα ποιά χείλια;

μια μελωδία μετέωρη
στο πεντάγραμμο των αισθημάτων μας
μαρμαρωμένη.


Άσκηση προσαρμογής σε πρώτο πλάνο

Κλείσαμε το ρολόι στο ψυγείο
(είναι και τούτο κάτι)
Την ώρα που περνάει το μεσημέρι
Κι ανακλαδίζονται οι εχθροί στα χαρακώματα.

Κλείσαμε το ρολόϊ στο ψυγείο
(ήταν το μόνο που μπορούσαμε)
Και τώρα προσπαθούμε «ανεπηρέαστοι»,
Δίχως την παρουσία του Εφιάλτη,
Να προσαρμόσουμε την όρασή μας.

Κλείσαμε το ρολόϊ στο ψυγείο...

Κρίνα, λοιπόν, στων πολεμίων μας τις φαρέτρες
Κι ανθεί βασιλικός στα χαρακώματα!
(Μπορούμε τώρα να το υποθέσουμε).
Είναι και τούτο κάτι.


Στον Αίολο

Ι
Αίολε,
Δε με φοβίζουνε τ’ ασκιά σου
Και γι’ αυτό
Θυσία και σπονδή μην περιμένεις.
Ούτε αίμα ούτε δάκρυ χύνω εγώ!

Είναι αλήθεια το θράσος μου μεγάλο
Μα δε ζητώ ευμένεια από σέ
Τον ούριο άνεμό σου δε ζητάω
Κι ας έχω πέλαγο μπροστά μου ανοιχτό.

Αίολε,
Συνήθεια πατρική μου τό ’χω,
Της γενιάς μου παλιά καλή-κακή συνήθεια,
Κυβερνητή μου άλλον να μη θέλω.
Κι έτσι μοναχός
Εκείνο που ποθώ τ’ αποφασίζω
Και μου πρέπει.
Πίστη δε δίνω στους χρησμούς εγώ.

Να βλαστημάει τους θεούς έτσι κανείς
Πατρίδα δεν του πρέπει.
Και τούτη την πατρίδα αναζητώ στα πέλαγα...
(Δεν είμαι ’γώ Οδυσσέας
ούτε και την πατρίδα μου πού κοίτεται
και πώς τη λένε ξέρω).

ΙΙ
Αίολε κυβερνήτη των καιρών
Δε με φοβίζουν οι άνεμοί σου
Γιατί
Γερό πανί
Γερό σκαρί
Και γερό δοιάκι έχω
Κ’ είμαι της θάλασσας παιδί – το ξέρεις.
Έτσι, σ’ όποιο λιμάνι κι αν με πας
Δε με πειράζει.
Εκεί μπορεί την ποθητή να βρω Ιθάκη
Την πατρίδα που ζητώ
Κ’ Ιθάκη ας μην τη λένε.
Κάθε λιμάνι της πατρίδας θα μου δώσει τη χαρά,
Για λίγο ή πολύ δεν έχει σημασία,
Τι το καράβι στον αφρό θα στέκει πάντα.
Κι αν με δεχτούνε με τιμές ή αθόρυβα
Χωρίς ήχους τυμπάνων
Το ίδιο θά ’ναι,
Γιατί στον τόπο του αγνώριστος
Εκείνος που στα πέλαγα θα βγει
Ή σαν ζητιάνος ή σαν βασιλιάς γυρίζει.
Κ’ εγώ βγήκα στα πέλαγα παιδί.
Για τούτο
Πατρίδα μου την κάθε γη λογιάζω,
Μα δεν περνά πολύ
Που σ’ άλλη γη
Την ποθητή αναζητώ πατρίδα.
Related Posts with Thumbnails