© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο 27 Μαρτίου 2010

Η εβδομάδα η Μουγκή (ή βιολέτες και κρίνα)


γράφει ο παύλος φουρνογεράκης

Την Τρίτη, της εβδομάδας της Μουγκής, συμφωνήσαμε να καθαρίσει το σπιτικό μας κι εκείνη κοίταζε διερευνητικά και με συστολή. Αισθάνεται ανασφαλής η Ουρανία με τα ελληνικά της, παρόλο που είκοσι χρόνια τώρα ανασαίνει τζαντιώτικο αέρα. Αλήθεια πόσο βελτιώθηκε η ποιότητα της ζωής μας με τη βοήθεια που μας προσφέρει! Η τελευταία εβδομάδα της σαρακοστής, πριν τη Μεγάλη, των Παθών του Χριστού, ονομάζεται Μουγκή. Αυτή την Παρασκευή δεν ηχούν ερωτικά οι βραδινές καμπάνες για τον Ακάθιστο Ύμνο προς τη Μεγάλη Μητέρα. Υμνήθηκε όλες τις προηγούμενες με τις μελωδικές καντάδες από το Α έως το Ω κι άκουσε δεκάδες φορές το « Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε» πλάι στα:

« Άγγελος πρωτοστάτης, ουρανόθεν επέμφθη, ειπείν τη Θεοτόκω το, Χαίρε…

Ώ πανύμνητε Μήτερ, η τεκούσα των πάντων Αγίων αγιώτατον Λόγον….»

Το πρωί της Δευτέρας, όταν τα κοκόρια καλούσαν πάλι τον ήλιο να μαζέψει τις δροσοσταλιές που είχαν φωλιάσει αποβραδίς πάνω στα φύλλα για να νίψει το πρόσωπό του, το νυσταγμένο μου χέρι τραβούσε νωχελικά την κουρτίνα πάνω από την παγκάδα κι έβλεπα τα σπουργίτια του κήπου χαρούμενα να παιανίζουν την έπαρσή του. Εναλλασσόμενος πίνακας ζωγραφικής το βορειο-δυτικό παράθυρο της κουζίνας, με κάνει να παίρνω το πρωινό μου όρθιος. Ρουφώ μαζί και την οσμή των ανθέων που κάθε λίγο προσθαφαιρούν λευκές και χρωματιστές πινελιές στο μεγάλο καμβά.
 
Στην αυλόπορτα καλημέρισα τις γυναίκες και τους άντρες της μικρής μου γειτονιάς . Πιστοί στο εθιμικό ραντεβού, φορτώθηκαν σκούπες και φαράσια, ψαλίδες, πριόνια για την περιποίηση και τον καλλωπισμό των ιδιόκτητων κήπων. Μόνο μουγκή δεν είναι αυτή η βδομάδα σκέφτηκα, την Πέμπτη είναι του Ευαγγελισμού και μετά… Μεγάλη Εβδομάδα, γι' αυτό και οι προετοιμασίες της υποδοχής!

Στη μεγάλη οθόνη της σχολικής βιβλιοθήκης λαμπερά μαθητικά μάτια μαθαίνουν να παρατηρούν, διδάσκονται κι ίσως απολαμβάνουν ζακυνθινή αγιογραφία. Εικοσιπέντε εικόνες (από τα μουσεία και τις εκκλησίες της Ζακύνθου 1) με την Παναγία έκπληκτη να πληροφορείται κυοφορία Χριστού. Ο φτερωτός αρχάγγελος Γαβριήλ με λεπτεπίλεπτο ανοιξιάτικο κρίνο αγιάζει το δώρο. Ο Πατέρας εν μέσω νεφελώματος στην κορυφή, το Άγιο Πνεύμα εν είδει περιστεράς και ο Υιός κυοφορούμενος. Το δόγμα της Τριαδικότητας σε πλήρη σύνθεση στη στρατευμένη ορθόδοξη χριστιανική τέχνη. Ο Νικ. Καλλέργης, ο Π. Βόσσος, οι τόσο διαφορετικοί Καντούνης και Κουτούζης μαζί με τους άλλους τους άγνωστους, σημαντικούς ζωγράφους ζωντάνεψαν με τις ψηφιακές ενέσεις, και προσκλήθηκαν να μας θυμίσουν τις δυτικές επιδράσεις μες στην ελληνικότητά μας.

Την παραμονή της διπλής γιορτής, οι μεγάλοι στρατηγοί και πολιτικοί του ξεσηκωμού ενάντια στον μακροχρόνιο δυνάστη ποζάριζαν με τις επίσημες στολές τους στις ανοιξιάτικες σχολικές ακτίνες και οι καθάριες εφηβικές χορδές γλύκαιναν το μαρτιάτικο πρωινό κάτω απ΄ τον ανθισμένο λόφο. Πόσα πολλά παιδιά τραγούδησαν και φέτος!

«Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια, ως λυτρωθείσα των δεινών ευχαριστήρια…»

«Σαράντα παλικάρια…»

Αποσπάσματα από το Θούριο του Ρήγα, τ' απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη, την Ελληνική Νομαρχία… Και μετά η κατάθεση στεφάνων στο μνημείο του άγνωστου στρατιώτη και η δοκιμαστική παρέλαση.

Τα ίδια τετριμμένα κάθε χρόνο θα μου πείτε… Πώς να καταλάβει ο νέος την τιτάνια ελευθερία, όταν συνήθισε να ζει υποδουλωμένος αυτάρεσκα στη χλιδή της απληστίας. Ίσως μόνο η τέχνη του λόγου, της μουσικής, του χορού, της ζωγραφικής, του θεάτρου… μπορεί να γιορτάσει, να διδάξει έτσι την ιστορία που να μπορεί ο σημερινός έλληνας να ερμηνεύσει όσα συμβαίνουν γύρω του. Η ιστορία είναι τόσο δύσκολο μάθημα όσο δύσκολα γράφεται από τους πρωταγωνιστές της. 

Μα και ανήμερα την 25η οι εκκλησίες ήταν άδειες από πιστούς. Στους πανηγυρικούς ακούστηκαν χιλιοειπωμένα λόγια και οι σημαίες φαινόντουσαν απρόθυμες να κυματίσουν καμαρωτά, όπως άλλοτε, στα υψωμένα ιστία, μπροστά από τους επίσημους καθοδηγητές της νέας υποδούλωσής μας. Το εθνικό σύμβολο είναι παρωχημένο, ο σταυρός δεν αρμόζει σε μια σύγχρονη πολυπολιτισμική κοινωνία που συνυπάρχουν πολλές και διαφορετικές θρησκείες, φωνασκούν στις κουτσομπολίστικες, αποβλακωτικές, μεσημεριανές τηλεοπτικές εκπομπές! 

Όταν κατά τις ένδεκα πλησίαζα τη γειτονιά μου, αμέσως μετά τη σχολική γιορτή, τα κρινάκια με χαιρετούσαν ευγενικά, παρατεταγμένα στην άκρη της μάντρας και η μυρωδιά του ασβέστη νόμιζες ότι καθάριζε τη σκέψη μαζί με την όψη. Απαθανάτισα φωτογραφίζοντας πράξεις κάθαρσης από το μουντό και βρωμιάρη χειμώνα που βασιλεύει μήνες και φυλακίζει το νου και την ψυχή στον ευτελή τηλεοπτικό κόσμο του φαντασιακού.

Ο κυρ-Μάκης μου έκανε εντύπωση. Πώς δούλευε το πινέλο με τον ασβέστη σταυρωτά κι έκανε την τσιμεντένια μάντρα του ν΄ αστράφτει στην αγνότητα του λευκού. Μα και σ΄ όλους τους γύρω κήπους, τα σκαλοπάτια και τις εισόδους των αγροτικών σπιτιών είχαν διαγραμμίσει τα λευκά όρια σαν εκείνα που βάζει κανείς στην προσωπική του ηθική. Και οι ασβεστωμένοι, κατάλευκοι κορμοί των εσπεριδοειδών πώς στήριζαν τις παρθένες νυφάδες, ανθοστόλιστες να περιμένουν το βουητό των μελισσών για να κρεμάσουν χυμώδεις καρπούς!

Στην πέτρινη μάντρα, μεθυσμένος από το λιβάνισμα της φύσης στάθηκα περισσότερη ώρα. Πραγματικό κομψοτέχνημα, Αλβανών μαστόρων, όπως αρμόζει στα λίγα παραδεισένια τετραγωνικά που προστατεύει. Τρίχρωμες, μαβιές βιολέτες στέκονταν περήφανα πλάι στις κοντές πέτρινες κολώνες και μοίραζαν απλόχερα, αιχμαλώτιζαν με ομορφιά και ευωδία κάθε περαστικό σαν το τραγούδι των Σειρήνων στο νόστο του Οδυσσέα. Πήλινες γλάστρες, καθισμένες σ΄ ασπρισμένους θρόνους έτρεφαν αρωματικούς κρίνους κι εκείνοι άρμεγαν τις κραυγές της άνοιξης την ώρα που σπάνε τα μπουμπούκια κι αντικρύζουν φως. Παραδίπλα, ματωβαμμένα σαγκουίνια έβλεπαν στις ανθισμένες νεράιδες πάνω στα τρυφερά νιόκλαδα τη σκυτάλη της αειφορίας και στο βάθος λεύκινες σταλαγματιές αραχνοΰφαιναν τα λιγνόκορμα κλαδιά της μοναχικής βανίλιας.

Ανάμεσά τους, σε πέτρινο θρόνο, φάνηκε η Νύμφη Μαρία να καλωσορίζει συνεσταλμένη μες στις κυματιστές πτυχώσεις του μεταξιού της τον Αρχάγγελο Γαβριήλ. Η χορευτική στάση, που σε παρτιτούρα αέρινης φιγούρας ανθοστόλιστα αναγγέλλει κυοφορία κατηφορίζοντας τη μεγάλη σκάλα, προοιώνιζε χαρμόσυνο γεγονός. Ταπεινός επαναστάτης της αγάπης υμνολογείται Σωτήρας και δωρίζει ελπίδα στο νέο δρόμο. Ο Σταυρός του Γολγοθά φέρνει Ανάσταση. Ολοκληρώνει την ύπαρξη, ο τίμιος δρόμος της αδελφοσύνης, την ώρα που σπάνε τα κόκκινα αυγά στην κορύφωση της ζωής.

Εθνική γιορτή, Ευαγγελισμός, παρέλαση-διαδήλωση, Βρυξέλλες, ΔΝΤ, Σταύρωση, Ανάσταση, Άνοιξη, δοξολογία, αγωνία, ευρώ, spread, αγώνας, θλίψη, αγανάκτηση, αδελφοσύνη, αγάπη, βιολέτες, κρίνα… Πώς μπερδεύτηκαν όλα στο λαβύρινθο του νου. Τι σημαίνει κρίση, σταθερότητα, ανάπτυξη, Πάσχα; Μήπως, τα χαράματα της Κυριακής, αλλάζοντας την ώρα, να δοκιμάσουμε το στρωμένο δρόμο με τα βαΐα των φοινίκων που περπάτησε κι ο Χριστός; Μήπως, έτσι ανάψει λαμπριάτικη λαμπάδα στις τυραννισμένες καρδιές μας;

ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ!

1 Θερμές ευχαριστίες προς το Μουσείο Ζακύνθου, το Μουσείο Σολωμού και τον αρχιμαντρίτη π. Διονύσιο Λυκογιάνννη για το ηλεκτρονικό υλικό


Ζάκυνθος 27-3-2010

Αντώνη Κλάδη: ΤΟ ΤΡΟΠΑΡΙΟ ΤΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΗΣ ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΥΜΝΟΓΡΑΦΙΑ

Η εκκλησιαστική, ορθόδοξη υμνογραφία, που αντλεί στοιχεία από τη μουσική της αρχαίας Ελλάδας και συνέχειά της αποτελεί η εκκλησιαστική βυζαντινή, έχει τις απαρχές της στα πρώτα χριστιανικά χρόνια, χρόνια ζυμώσεων κατά τα οποία η νέα θρησκεία είχε να αντιμετωπίσει πολλούς εχθρούς. Ποιοι και πόσοι είναι οι πρώτοι υμνογράφοι δεν είναι δυνατό να γνωρίζουμε, αφού οι ύμνοι περνούσαν τους αιώνες από στόμα σε στόμα κι αυτό δυσκόλευε τη συνέχιση της φήμης του επώνυμου υμνογράφου. Βέβαιο είναι ωστόσο ότι οι πιο σημαντικοί υμνογράφοι έγραφαν στην ελληνική γλώσσα και σε αυτή μας κληροδότησαν τα εξαίσια δείγματα της ποιητικής τους τέχνης (1).

Οι αιρέσεις συντάραζαν το ιερό σώμα κι αιρετικοί ανέβαιναν ακόμη και στον πατριαρχικό θρόνο. Η Εκκλησία προκειμένου να αντιμετωπίσει τα ζητήματα αυτά συγκαλούσε τις Ιερές Συνόδους, στις οποίες λάμβαναν μέρος σπουδαίοι ιεράρχες. Εκτός όμως από τις συνόδους για να εξουδετερωθούν οι αιρετικοί, οι ορθόδοξοι, κυρίως οι κληρικοί, σπουδασμένοι αλλά και εμπνευσμένοι, συνέθεταν ύμνους σύμφωνους προς το λατρευτικό πνεύμα, που αυτό καθόριζαν οι Σύνοδοι και αυτό επικράτησε και έφτασε ως τα δικά μας χρόνια και προχωρεί πέρα από αυτά.

Μεγάλοι υμνογράφοι παρουσιάστηκαν από τον 4΄αιώνα (2). Ο Γρηγόριος Νύσσης, ο Μέγας Αθανάσιος (Περί Ψαλμών), ο Εφραίμ ο Σύρος, ο Βασίλειος ο Μέγας, ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός, ο Ρωμανός ο Μελωδός (υπήρξε ο περιφημότερος ποιητής κοντακίων, έγραψε περίπου χίλια κοντάκια), ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Ανδρέας Κρήτης (Μεγάλος Κανόνας), ο Θεόδωρος Στουδίτης, ο Κοσμάς ο Μελωδός είναι κάποιοι από τους πιο σημαντικούς. Εξέχουσα θέση κατέχουν χρονολογικά ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο Ιωάννης Κουκουζέλης και ο Πέτρος ο Πελοποννήσιος, οι οποίοι συνέβαλαν με το έργο τους στη διαμόρφωση της Βυζαντινής σημειογραφίας.

Το 1814 επινοήθηκε το σημερινό σύστημα γραφής (Νέα Μέθοδος) από τους τρεις δασκάλους, Χρύσανθο, Χουρμούζιο Χαρτοφύλακα και Γρηγόριο Πρωτοψάλτη, οι οποίοι καθιέρωσαν τους φθόγγους της Βυζαντινής Μουσικής από τα γράμματα της ελληνικής αλφαβήτου (πΑ, Βου, Γα, Δι, κΕ, Ζω, νΗ).

Ο λόγος του ύμνου και το μουσικό ένδυμά του, ο υπέροχος αυτός διφυής φορέας και εκφραστής της ορθόδοξης πίστης αποτελεί το βασικότερο μέσο της εκκλησιαστικής μας λατρείας. Και τούτο γιατί με τη συντομία, την περιεκτικότητα και τη μουσική τους επένδυση οι ύμνοι είναι οι κοινές προσευχές, το εντρύφημα των πιστών, το προσφορότερο μέσο για τη μυσταγωγία του σώματος-συνάξεως. Αρκεί να θυμηθούμε τα τροπάρια της Μ. Εβδομάδας και της νεκρώσιμης ακολουθίας για να καταλάβουμε τι νιώθουν οι πιστοί στο άκουσμά τους. Δεν πλουτίζουν μόνο συναισθήματα οι ύμνοι, παράλληλα μορφώνουν και διδάσκουν. Η γλώσσα τους βέβαια ξενίζει κάπως, αλλά παρόλη τη δυσκολία της δεν είναι εμπόδιο στην κατανόηση των τροπαρίων, επειδή αυτά μιλούν στην καρδιά∙ οι αγράμματοι, αλλά πιστοί άνθρωποι, καταλαβαίνουν το νόημά τους. Ωραία παρατηρήθηκε: «Οι ιεροί ύμνοι είναι σύμβολα και τα σύμβολα λέγουν πολύ περισσότερα από όσα μπορεί λογικά να συλλάβει ο νους και λεκτικά να λαλήσει το στόμα» (3).

Η Βυζαντινή μουσική ίσως είναι μονότονη για όποιον είναι μονότονο το Ευαγγέλιο, άτεχνη για όποιον είναι άτεχνο το Ευαγγέλιο, απλοϊκή για όποιον είναι απλοϊκό το Ευαγγέλιο, παλιωμένη για όποιον είναι παλιωμένο το Ευαγγέλιο. Αλλά είναι χαρμόσυνη για όποιον είναι χαρμόσυνο το Ευαγγέλιο, ειρηνική για όποιον νιώθει την ειρήνη του Χριστού. Επίσης δεν είναι μουσική ακροάματος∙ η μουσική με άλλα λόγια δεν συνοδεύει το λόγο για να τέρψει την ακοή των ακροατών αλλά για να τον τονίσει. Όπως παρατηρεί και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος «ουκ έστι θέατρον η Εκκλησία, ίνα προς τέρψιν ακούωμεν».

Θα ολοκληρώσουμε αυτή τη σύντομη αναφορά στους Υμνογράφους της Εκκλησίας μας με την Κασσιανή, καθώς αυτή θεωρείται κορυφαία υμνογράφος, που μετασκεύασε σε «τραγούδι» του εκκλησιαστικού σώματος και «Θεο-λογία» την πνευματική-καρδιακή εμπειρία της. Έζησε τον 9ο αιώνα στην Κωνσταντινούπολη. Καταγόταν από αρχοντική οικογένεια και ονομαζότανε Κασσία, Ικασία ή Εικασία. Η μόρφωση και η ομορφιά της ήταν πολύ μεγάλη και θεωρήθηκε ως η καταλληλότερη για να γίνει σύζυγος του διαδόχου του θρόνου, του Θεοφίλου. Ο εγωιστής όμως Θεόφιλος δε θέλησε να έχει σύζυγο πιο μορφωμένη από αυτόν, γι΄ αυτό και απέρριψε την ιδέα του γάμου του με αυτήν.

Μετά το γεγονός αυτό, η Κασσιανή ίδρυσε μοναστήρι (4) κι έζησε εκεί καλλιεργώντας την ποίηση. Συνέθεσε ποιήματα κοσμικά, επιγράμματα, ιάμβους αλλά ασχολήθηκε και με την υμνογραφία, όπου ξεχώρισε. Ο διαπρεπής βυζαντινολόγος Κ. Krumbacher (1856-1909), αναφερόμενος στην ποιήτρια Κασσιανή, γράφει: «…η Κασσιανή αποτελεί παράδοξον φαινόμενον εν τω γενικώ ποητικώ συναγωνισμώ. Την ποίησή της διακρίνει ευγένεια ύφους και γλυκύτης μέλους ακορέστου». Κατά τη γνώμη του δε «η Κασσιανή είναι η μόνη αξιομνημόνευτη βυζαντινή ποιήτρια». Το σημαντικότερο από τα υμνογραφικά της έργα είναι το Δοξαστικό του Όρθρου της Μ. Τετάρτης «Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις…» (5).

Η παράδοση λέει ότι όταν αργότερα ο αυτοκράτορας Θεόφιλος επισκέφθηκε το μοναστήρι, όπου μόναζε η Κασσιανή, μη βλέποντάς την ανάμεσα σε όσες τον υποδέχτηκαν, γυρνούσε ψάχνοντας τα κελιά, για να την συναντήσει. Ο κρότος των βημάτων που πλησίαζαν έκανε την Κασσιανή να κρυφτεί, αφήνοντας πάνω στο γραφείο της μισογραμμένο το Δοξαστικό της «Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις» στην περίοδο: «κρότον τοις ωσίν ηχηθείσαν». Ο Θεόφιλος εννοώντας το νόημα των στίχων πρόσθεσε εκεί τις λέξεις «τω φόβω εκρύβη». Η ποιήτρια, αργότερα, δεν διέγραψε τις λέξεις αλλά ευφυώς συμπλήρωσε το τροπάριο ως εξής: «Αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου; Μη με την σην δούλην παρίδης, ο αμέτρητον έχων το έλεος».

Η Κασσιανή, έχοντας συνείδηση της αμαρτίας της, την περιγράφει με μεγάλη ακρίβεια και με ιδιαίτερη λογοτεχνική ευαισθησία: την παρομοιάζει με το πυκνό σκοτάδι, που δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να διακρίνει την πορεία του αφού δεν υπάρχει ούτε το αμυδρό φως της σελήνης («ασέληνη νύκτα»). Τη χαρακτηρίζει σαν «ασυγκράτητη ηδονή» και σαν «έρωτα», θέλοντας να τονίσει τη μεγάλη δυσκολία του ανθρώπου να απαλλαγεί από αυτήν. Στην πάλη εναντίον της αμαρτίας, μοναδικό όπλο του ανθρώπου είναι αυτό που η Κασσιανή περιγράφει σαν «πηγή των δακρύων» και «στεναγμούς της καρδιάς». Είναι αξιοσημείωτο ότι η Κασσιανή φτάνει σε τέτοιο σημείο συνειδητοποίησης της αμαρτωλότητάς της, ώστε παρομοιάζει την κατάστασή της με την αμαρτωλή εκείνη γυναίκα που άλειψε με μύρο τα πόδια του Κυρίου και τα σκούπισε με τα μαλλιά της. Μπροστά στη συνείδηση της αμαρτίας και στο ψυχικό βάρος που αυτή συνεπάγεται, μόνο η άπειρη ευσπλαχνία του Θεού μπορεί να δώσει την ελπίδα.

Ο παραλληλισμός της αμαρτωλότητας της Κασσιανής με την αμαρτωλή γυναίκα που άλειψε με μύρο τα πόδια του Χριστού είναι η αιτία που ο συγκεκριμένος ύμνος ψάλλεται το βράδυ της Μ. Τρίτης (Όρθρος της Μ. Τετάρτης). Το γεγονός αυτό με την αμαρτωλή γυναίκα έγινε λίγο πριν από το Πάθος του Κυρίου, γι΄ αυτό ορίστηκε η ανάμνησή του κατά τη Μ. Τετάρτη. Τα λόγια της Κασσιανής μάς θυμίζουν τη γυναίκα εκείνη που με την πράξη της ομολόγησε την αμαρτωλότητά της και ζήτησε τη συγχώρηση των αμαρτιών της. Ο ύμνος όμως της Κασσιανής έχει αναφορές και στον ενταφιασμό του Κυρίου. Πρόκειται για το σημείο εκείνο, όπου η ποιήτρια εκφράζει την επιθυμία να προσέλθει ως Μυροφόρα, θέλοντας έτσι να τονίσει το συναίσθημα μετανοίας που την διακατέχει. Η αναφορά του ύμνου στον ενταφιασμό αποτελεί μια εισαγωγή στο Πάθος του Κυρίου∙ επομένως, για έναν ακόμα λόγο η θέση του ύμνου κατά τη Μ. Τετάρτη είναι απόλυτα δικαιολογημένη.

Στην ανάλυση του ύμνου έχει υποστηριχθεί ότι η πόρνη ταυτίζεται με τη Μαρία τη Μαγδαληνή, χωρίς ωστόσο η άποψη αυτή να αποδεικνύεται. Η θέση αυτή υποστηρίχθηκε κυρίως από δυτικούς, ίσως διότι η Μαρία η Μαγδαληνή είναι η πιο γνωστή από τις γυναίκες που αναφέρει η Αγία Γραφή. Στο ποίημα δεν αναφέρεται πουθενά όνομα γυναίκας και στα Ευαγγέλια πουθενά δεν γράφεται ότι η Μαρία η Μαγδαληνή ήταν πόρνη. Την πληροφορία για την αμαρτωλή γυναίκα την παίρνουμε από το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο (7.36-50), που μας δίνει την ωραιότερη περιγραφή της σκηνής. Με εξαιρετικό λυρισμό, από τον οποίο εμπνέεται και η Κασσιανή, ο ευαγγελιστής περιγράφει τη σκηνή της μετάνοιας της πόρνης.

Οι υμνωδοί της εκκλησίας προβάλλουν την μετάνοια της πόρνης ως δείγμα ελπίδος και κατά αντιδιαστολή την προδοσία του Ιούδα ως δείγμα πορνείας της ψυχής. Η πόρνη μετανοεί και απομακρύνεται από το εμπόριο του σώματός της, την ίδια στιγμή ο μαθητής εκπορνεύει την πνευματική του οντότητα με την έμμισθη προδοσία του.

Τα στιχηρά που ψάλλονται το βράδυ της Μ. Τρίτης και αναφέρονται στην αμαρτωλή του Ευαγγελίου είναι επίσης έργο της Κασσιανής. «Ότε η αμαρτωλός προσέφερε το μύρον… Ω της Ιούδα αθλιότητος… Ήπλωσεν η πόρνη τας τρίχας σοι τω Δεσπότη…» Σε όλα τα ιδιόμελα και στιχηρά, που υπερβαίνουν τα 40, διακρίνει κανείς την έξαρση, το βάθος αισθήματος, τη μεγάλη ανεξαρτησία και ευσέβεια, όλα χαρακτηριστικά της μεγάλης ποιητικής της πνοής.

Εκτός από καθαρά θρησκευτική ποίηση η Κασσιανή ασχολήθηκε και με ποιήματα ποικίλου περιεχομένου. Συνέγραψε ακόμη πολλά γνωμικά και επιγράμματα. Σε 32 στίχους πραγματεύεται θαυμάσια το μεγάλο και σοβαρό θέμα της φιλίας. «Ει θέλεις πάντως και φιλείν και φιλείσθαι, των ψιθυριστών και φθονερών απέχου». Στους δύο αυτούς στίχους ο λεπτός νους της Κασσιανής περιέκλεισε ολόκληρη φιλοσοφία. Και παρακάτω σημειώνει: «Φρόνιμον φίλον, ως χρυσόν, κόλπω βάλλε τον δι΄ αύγε μωρόν φεύγε καθάπερ όφιν». Δηλαδή, τον φρόνιμο φίλον να βάλεις στο πλευρό σου, όπως θα ήθελες να έχεις και τον χρυσό. Τον ανόητο όμως να τον αποφεύγεις όπως και το φίδι. Η Κασσιανή εκτός από το σοφό επίγραμμα «περί φιλίας» έγραψε και άλλα βαθυστόχαστα επιγράμματα που αναφέρονται στον χαρακτήρα του ανθρώπου, στη γυναίκα, στην ευτυχία, στην χάρη, στο κάλλος, στο ήθος, στους τρόπους της αληθινής ζωής, που οδηγούν με τον κόσμο της αρμονίας στην αληθινή μακαριότητα.

Σπουδαίοι μουσουργοί έχουν κάνει υπέροχες συνθέσεις στο τροπάριο της Κασσιανής. Στη Βυζαντινή μουσική ο Πέτρος Λαμπαδάριος, ο Κων. Πρίγγος, ο Ιωάννης Σακελλαρίδης και άλλοι. Στην ευρωπαϊκή μουσική ο Ν. Μάτζαρος, ο Θ. Πολυκράτης, ο Γ. Τριάντης, ο Γ. Καζάσογλου, ο Μ. Θεοδωράκης, ο Β. Καρποδίνης, ο Κ. Κλάβας και πολλοί άλλοι. Ο Γ. Σκλάβος συνέθεσε όπερα (1936) εμπνευσμένη από το τροπάριο της Κασσιανής σε λιμπρέτο του Σ. Σπεράντσα. Ο Δημήτρης Μητρόπουλος συνέθεσε τη μουσική στο ποίημα «Η Κασσιανή» του Κωστή Παλαμά (6).

Η εκκλησιαστική υμνολογία γενικότερα δεν άφησε ανεπηρέαστους και λογοτέχνες, όπως τους Αλεξ. Παπαδιαμάντη, Αλεξ. Μωραΐτιδη, Φώτη Κόντογλου, και Γ. Βιζυηνό, καθώς και τους νεοέλληνες ποιητές Σολωμό, Κάλβο, Παλαμά, Βάρναλη, Σικελιανό, Σεφέρη και Ελύτη, που χρησιμοποίησαν ή μετέπλασαν στίχους από τις ακολουθίες της εκκλησίας. Οι στίχοι, οι εμπνευσμένοι από την Υμνογραφία της Εκκλησίας, με την προέκταση που παίρνουν κάθε φορά στον σύγχρονό μας στίχο, υψώνουν τον τωρινό ποιητή, σαν τον υμνωδό, σε εκφραστή της κοινής προσευχής των ανθρώπων.

Ας ευχηθούμε ο καθένας από μας είτε ακούγοντας τους στίχους των υμνωδών είτε διαβάζοντας τους στίχους των ποιητών μας να συναισθανθεί τα Θεία Πάθη και να φτάσει με κατάνυξη στην Αγία Ανάσταση.

Ζάκυνθος, Μάρτιος 2010

Σημειώσεις:

1. Ο Χριστός κάλεσε όλα τα έθνη. Μα πρώτα απ όλα κάλεσε τους Έλληνες, που είχανε περάσει από κάθε ανθρώπινη σοφία και τέχνη. Τους καθάρισε από τον ρύπον της αμαρτίας, «ερράντισεν αυτούς υσσώπω και εκαθάρισε», και τους κατέστησεν «υπηρέτας του λόγου του». Κι απ΄ αυτή τη μεταμόρφωση αλλάξανε και οι τέχνες, κι΄ αντί το σαρκικό κάλλος εκφράσανε το κάλλος το πνευματικό, κι΄ αντί την τέρψιν, φέρανε την «κατάνυξιν».
2. Μέχρι το 1000 (περίπου), μελωδός ήταν ο ίδιος ο υμνογράφος.
3. Με το να μην είναι σε θέση να νιώσει καθένας την δική μας εκκλησιαστική τέχνη, δεν θα πει πως αυτή είναι μόνο για λίγους που αισθάνονται με τον ίδιο τρόπο. Ίσα-ίσα είναι για κάθε ανθρώπινη καρδιά, αλλά αυτή η καρδιά είναι ανάγκη να έχει αληθινό πνευματικό βάθος. Να μην νιώθει ενθουσιασμό, αλλά κατάνυξη, όχι τέρψη αλλά λύτρωση. Γι΄ αυτό έγραψε ο Ντοστογέφσκυ : «Μόνο μια Ορθόδοξη καρδιά μπορεί να νιώσει τα βαθιά μυστήρια».
4. Δεν την οδήγησε στο Μοναστήρι η αμαρτωλή της ζωή, γιατί ποτέ της δεν υπήρξε αμαρτωλή.
5. Μετάφραση: Κύριε, η γυναίκα που περιέπεσε σε πολλές αμαρτίες, επειδή κατάλαβε ότι είσαι Θεός, αναλαμβάνει έργο μυροφόρου και με θρήνο σου φέρνει μύρα (για να σε αλείψει) πριν ακόμα ενταφιαστείς. Και λέγει: Αλίμονο σε μένα, διότι ζω μέσα σε μια νύχτα, σε μια αχαλίνωτη, φοβερή και σκοτεινή τάση για ακολασία, σ΄ έναν έρωτα της αμαρτίας. Δέξου τα πολλά μου δάκρυα, εσύ που μεταβάλλεις σε σύννεφα το νερό της θάλασσας. Λύγισε μπροστά στους στεναγμούς της καρδιάς μου, εσύ που χαμήλωσες τους ουρανούς με την απερίγραπτη ενανθρώπησή σου. Θα φιλήσω τα αμόλυντα πόδια σου, θα τα σκουπίσω με τις πλεξίδες της κεφαλής μου αυτά τα πόδια, που τον ήχο τους άκουσε η Εύα εκείνο το δειλινό στον παράδεισο και κρύφτηκε. Τα πλήθη των αμαρτιών μου και τα απύθμενα βάθη των κρίσεών σου ποιος θα μπορέσει να εξερευνήσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου; Μην παραβλέψεις εμένα τη δούλη σου, εσύ που έχεις την άπειρη ευσπλαχνία.
6. Η Κασσιανή, Κ. Παλαμά

Κύριε, γυναίκα αμαρτωλή, πολλά,
πολλά, θολά, βαριά τα κρίματά μου.
Μα, ω Κύριε, πώς η θεότης Σου μιλά
μέσ΄ στην καρδιά μου!

Κύριε, προτού Σε κρύψ΄ η εντάφια γη
από τη δροσαυγή λουλούδια πήρα
κι απ΄ της λατρείας την τρίσβαθη πηγή
Σου φέρνω μύρα.

Οίστρος με σέρνει ακολασίας... Νυχτιά,
σκοτάδι αφέγγαρο, άναστρο με ζώνει,
το σκοτάδι της αμαρτίας φωτιά
με καίει, με λιώνει.

Εσύ που από τα πέλαα τα νερά
τα υψώνεις νέφη, πάρε τα, Έρωτά μου,
κυλάνε, είναι ποτάμια φλογερά
τα δάκρυά μου.

Γύρε σ' εμέ. Η ψυχή πώς πονεί!
Δέξου με Εσύ που δέχτηκες και γείραν
άφραστα ως εδώ κάτου οι ουρανοί
και σάρκα επήραν.

Στ΄ άχραντά Σου τα πόδια, βασιλιά
μου Εσύ θα πέσω και θα στα φιλήσω,
και με της κεφαλής μου τα μαλλιά
θα στα σφουγγίσω.

Τ΄ άκουσεν η Εύα μέσ΄ στο αποσπερνό
της παράδεισος φως ν΄ αντιχτυπάνε,
κι αλαφιασμένη κρύφτηκε... Πονώ,
σώσε, έλεος κάνε.

Ψυχοσώστ΄, οι αμαρτίες μου λαός,
Τα αξεδιάλυτα ποιος θα ξεδιαλύση;
Αμέτρητό Σου το έλεος, ο Θεός!
Άβυσσο η κρίση



Βιβλιογραφία

* Δετοράκη Θεοχάρη, Βυζαντινή Υμνογραφία [πανεπιστημιακές παραδόσεις], Ηράκλειο 1997.
* Η Μουσική Μέσα από την Ιστορία της, Σχολικό Βιβλίο της Β΄ και Γ΄ Γυμνασίου, ΟΕΒΔ 1990
* Καβαρνού Κωνσταντίνου, Η Ιερά βυζαντινή τέχνη, εκδοτικός οίκος «Αστήρ» Αλ. κ΄ Ε. Παπαδημητρίου, Αθήνα 1996
* π. Μεταλληνού Γεωργίου, «Η υμνογραφία της Μεγάλης Εβδομάδας», άρθρο στην εφημερίδα Παρόν της Κυριακής 12-4-2009.
* Ξύδη Θεόδωρου, Βυζαντινή Υμνογραφία, εκδόσεις «Νικόδημος» 1978
* Ορθόδοξη πίστη και λατρεία, Σχολικό βιβλίο Α΄ Λυκείου, ΟΕΒΔ 2000
* Παρθενίου Αρχιμανδρίτη, «Οσία Κασσιανή (Βυζαντινή αρχόντισσα και υμνογράφος)» στο www.imodigitrias.gr.
* Πολιτάρχη Γ.Μ, Υμνογράφοι και μελωδοί, εκδ. «Το ελληνικό βιβλίο». Στάθη Θ. Γρ., Εισαγωγή στη Βυζαντινή Μουσικολογία, Αθήνα 1999
* Τρίτου Μιχάλη, «Η Κασσιανή και το τροπάριό της», Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Πρωινός Λόγος.
* Τσιρώνη Νίκης, Εισαγωγή από την έκδοση ΚΑΣΣΙΑΝΗ η Υμνωδός, εκδόσεις του Φοίνικα, Αθήνα 2002.

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

"Πάσα η κτίσις ηλλοιούτο φόβω…"

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Μεγάλη Πέμπτη και συγχρόνως και Πρωταπριλιά φέτος! Ένας συνδυασμός παράδοξος, που αληθινά ποτέ άλλοτε δεν τον θυμάμαι. Πρώιμα τα πάντα φέτος, μια και το Πάσχα μας, στις 4 μόλις του Απρίλη, είναι επίφοβα νωρίς και σχεδόν όλες οι πριν από αυτό ακίνητες γιορτές, αλλά πολύ φοβάμαι και οι επόμενες, δεν είχαν και δεν θα έχουν το κλίμα εκείνο, που είχαμε συνηθίσει. Αλλά τι να κάνουμε; Σε τόσα και τόσα άλλα έχουμε προσαρμοστεί! Να μην συμβιβαστούμε και σ’ αυτό;

Ξεχνάμε, λοιπόν, τα ψέματα της ημέρας, το παλιό εκείνο έθιμο, που από παιδιά, παρασυρόμενοι από μια ανθρώπινη ροπή, είχαμε συνηθίσει και ακόμα και οι μεγάλες εφημερίδες ακολουθούν και μάλιστα πρωτοσέλιδα τις περισσότερες φορές, λες και τις άλλες μέρες καταγράφουν την αλήθεια και το βάρος το ρίχνουμε στην άλλη μεγάλη γιορτή, αυτήν που και επίσημα μας εισάγει στο κατεξοχήν Μεγαλοβδόμαδο, μια και μέχρι τώρα την προεισαγωγή του βιώναμε και με θρησκευτική ευλάβεια, όπως αρμόζει στις στιγμές, ξαναζούμε τ’ αντέτια μας, τα οποία αυτήν την εορταστική περίοδο δεν είναι και λίγα.

Ξεκινάμε με το «χήρεμα της καμπάνας», που είναι το πρώτο και χαρακτηριστικό έθιμο της ημέρας, κάτι μοναδικό, πιστεύω, στον ορθόδοξο κόσμο. Στο νησί μας, λοιπόν, σύμφωνα με μια πανάρχαια συνήθεια, μετά την λειτουργία της Μεγάλης Πέμπτης, της καθαυτής γιορτής της παράδοσης του φριχτού μυστηρίου και αφού φυλαχτεί ο Άγιος Άρτος για να χρησιμεύσει όλο το χρόνο, οι καμπάνες δεν ξαναχτυπούν, ούτε καν πένθιμα, αλλά σιωπούν, συμμετέχοντας στο καθολικό πένθος της φύσης και των ανθρώπων του νησιού, περιμένοντας το χαρμόσυνο εωθινό του Μεγάλου Σαββάτου, όπου θα ηχήσουν πανηγυρικά και πάλι, την ώρα που στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Νικολάου των Ξένων θα γίνεται η Gloria και θα πέφτει το «Κομμάτι», ενώ το μαύρο χρώμα θα το διαδέχεται το κόκκινο και την επιτάφια λύπη, η αναστάσιμη χαρά. Τότε την θέση του βαγιού στο καμπαναριό θα την πάρει η δάφνη και η μπάντα θα διαλαλήσει το χαρμόσυνο γεγονός, ενώ τα πήλινα θα σπάνε και θα διαλαλούν «την χαρά των χριστιανώνε…».

Λίγο μετά το τέλος της λειτουργίας της Μεγάλης Πέμπτης στα μπαλκόνια θα υψωθούν οι μεσίστιες σημαίες, συχνά συνοδευόμενες από μια μαύρη και μια μοβ κορδέλα, ενώ παράλληλα τα φώτα της πλατείας και των κεντρικών δρόμων, εκεί κυρίως που την επομένη το μεσημέρι θα περάσει η καθαρά ζακυνθινή λιτανεία του επτανησιώτικου Εσταυρωμένου και της παντελώς δικής μας Mater Dolorosa, θα καλυφθούν με ανάλογα χρώματα, για να δώσουν κλίμα και να προετοιμάσουν πιστούς και αντεταδόρους.

Τα τελευταία χρόνια, προσαρμοσμένοι οι περισσότεροι, αλλά ευτυχώς όχι όλοι, στις επιβολές και τις συνήθειες που μας επιβλήθηκαν, κυρίως μέσω τηλεόρασης, από την απέναντι στεριά, με την οποία κάποιοι ελαφρά σκεπτόμενοι θέλουν να μας ενώσουν διοικητικά, διασπώντας το Ιόνιο πνεύμα, συνηθίζεται να δίνουν οι δημόσιες υπηρεσίες στις γυναίκες το δικαίωμα της ημιαργίας, για να πάνε σπίτι τους να βάψουν τα κόκκινα αυγά. Δεν είμαστε αντίθετη με την μικρή αυτή σχόλη, η οποία ίσως θα έπρεπε, λόγω της ημέρας να ήταν καθολική, αλλά τονίζουμε πως το έθιμο αυτό καμιά σχέση δεν έχει με το νησί μας. Τα αυγά του Πάσχα στη Ζάκυνθο βάφονταν και την Μεγάλη Πέμπτη, αλλά πριν «χηρέψει η καμπάνα» και πριν εισαχθούμε στο κατανυχτικό κλίμα της αποκορύφωσης του Θείου Πάθους. Διαφορετικά -και αυτή είναι στην ουσία η τοπική συνήθεια- βάφονταν το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, αμέσως μετά το «Κομμάτι» και όταν και οι καμπάνες είχαν πια ξεχηρέψει, γιορτάζοντας την Πρώτη Ανάσταση.

Χαρακτηριστικό φαγητό της ημέρας οι γεμιστές με ρύζι και μάραθο μαύρες αγκινάρες, με κουκιά συνήθως, οι οποίες είναι και το μοναδικό λαδερό φαγητό της εβδομάδας. Εκτός Ζακύνθου λίγοι τις γνωρίζουν, μα αν τις ζητήσεις θα τις βρεις στην κοντινά μακρινή μας Βενετία και εκεί θα τις χαρείς, μαγειρεμένες όπως και στο νησί μας.

Το βράδυ ψέλνεται η ακολουθία των Αγίων Παθών, ο όρθρος στην ουσία της Μεγάλης Παρασκευής, γνωστή σαν τα «Δώδεκα Ευαγγέλια», όπου και αυτή στο Τζάντε έχει το ξεχωριστό δικό της τυπικό και το ενδεικτικό της χρώμα. Τα ψαλσίματα πρώτα «Διεμερίσαντο…», «Εξηγόρασας…», «Τον ληστήν αυθημερόν…» και πολλά άλλα, τα οποία ακόμα αποδίδονται κατά την δική μας, την διαφορετική από την βυζαντινή, τοπική εκκλησιαστική μουσική και μετά η έξοδος του Εσταυρωμένου μετά το ενδέκατο, εδώ, ευαγγέλιο, στο τέλος της ακολουθίας και όχι στην μέση της, όπως συνηθίζεται αλλού.
Η συγκινητική αυτή στιγμή, μάλιστα, έχει στο νησί ένα δικό της, εντελώς θεατρικό, ύφος, το οποίο, πιστεύω, είναι μοναδικό και ανεπανάληπτο. Πρώτα απ’ όλα όταν αρχίσουν τα απόστιχα και με το άκουσμα του τροπαρίου «Πάσα η κτίσις ηλλοιούτο φόβω…» σβήνουν τα φώτα της εκκλησίας και ο χώρος φωτίζεται με τα κίτρινα κεριά της κηροδοσίας, όπου λίγο πριν έχουν μοιράσει οι επίτροποι στους ενορίτες τους. Μετά ένα άκουσμα μοναδικό, τονισμένο στην τοπική και πάλι μουσική αισθητική, είναι το δοξαστικό «Κύριε, αναβαίνοντός σου εν τω Σταυρώ…» και το επόμενο «Ήδη βάπτεται κάλαμος αποφάσεως…», όπου μελωδικά και αργά προετοιμάζουν το εκκλησίασμα για την μεγάλη στιγμή της εξόδου του Εσταυρωμένου.

Αυτή η τελευταία δεν γίνεται από την αριστερή πόρτα του ιερού, όπως στην υπόλοιπη Ελλάδα, αλλά από την Ωραία Πύλη, η οποία κλεισμένη από την ώρα της αρχής των αποστίχων, ανοίγει αυτή τη στιγμή και κάνει την εμφάνισή του ο πάντα στην ιόνια εκδοχή ιστορημένος Ελκόμενος. Ο μαυροφορών ιερέας, που τον κρατάει, στέκεται στο κεφαλόσκαλο και ο ψάλτης, συνήθως ο πιο καλλίφωνος, απαγγέλλει μελωδικά εμπρός του σε ίδιο με τους προηγούμενους ύφος το περίφημο «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου…». Στην συνέχεια περιφέρεται με κατάνυξη ο Εσταυρωμένος μέσα στο ναό, ενώ οι χοροί ψάλουν το κοσμαγάπητο «Ίνα τι…», το οποίο τονισμένο από άγνωστο μέχρι στιγμής συνθέτη, θα ξανακουστεί το μεσημέρι της επόμενης ημέρας, την ώρα της εξόδου της λιτανευτικής πομπής, από την ιστορική εκκλησία του Αγίου Νικολάου του Μόλου, της πλατείας Σολωμού. Στο τέλος της εσωτερικής και μικρής λιτανείας της ακολουθίας των Αγίων Παθών, ο προεξάρχων ιερέας παίρνει τον Εσταυρωμένο και ενώ από τα αναλόγια ακούγεται το «Και κλίνας την κεφαλήν…», τον γέρνει κατανυκτικά και ευλογεί μ’ αυτόν τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, αλλά και τους πιστούς. Μετά τοποθετεί τον Εσταυρωμένο στον ξυλόγλυπτο «Γολγοθά», όπου δίπλα του καίει ικετευτικά το «πεντοστάλι».

Ένα επιπλέον άκουσμα της βραδιάς είναι το δωδέκατο ευαγγέλιο, το γνωστό «Τη επαύριον, ήτις εστί μετά την Παρασκευή…», το οποίο μελωδείται από τον διάκο συνήθως, ή ελλείψει αυτού από τον ιερέα, από τον άμβωνα.

Το βράδυ αυτό οι γυναίκες συνήθιζαν παλιότερα να πλέκουν, την ώρα που ακούγονταν τα Δώδεκα Ευαγγέλια, πολύχρωμα γαϊτανάκια, τα οποία χρησίμευαν σαν φυλαχτό. Η συνήθεια αυτή παραμένει στα ορεινά χωριά του νησιού μας. Την ίδια μέρα έφτιαχναν, παλιότερα, και «τση Μεγάλης Πέφτης το πουκάμισο».

Τα έθιμα, τα αντέτια και το ιδιάζον μεγαλοβδομαδιάτικο τυπικό του νησιού μας δεν εξαντλούνται, βέβαια, σ’ ένα επετειακό κείμενο. Απλά, για την επικαιρότητα και μόνο, σήμερα προσπαθήσαμε να θυμηθούμε μερικά από αυτά, ίσως τα κυριότερα, για να τα ξαναβιώσουμε, εγώ με την γραφή μου και εσείς με την ανάγνωσή σας. Μα πρέπει και να τα τηρούμε. Είναι το διαβατήριο της διάσωσής μας και η ταυτότητα της ύπαρξής μας.

«Καλή Ανάσταση»!

Νίκου Αρβανιτάκη: ΖΑΚΥΝΘΟΣ ΚΑΙ 1821


Η συμμετοχή των Ζακυνθινών ξεκινά από τα προεπαναστατικά χρόνια και συγκεκριμένα από τις ναυτικές πολεμικές επιχειρήσεις των Βενετών στο Ιόνιο (1684). Στη ναυτική δύναμη του Μοροζίνι προστέθηκαν έξι γαλέρες από τα νησιά του Ιονίου, εκ των οποίων οι τρεις ήταν ζακυνθινές με σοπρακόμιτους τον Αγησίλαο Σιγούρο, το Νικόλαο Λογοθέτη και τον Κωνσταντίνο Μινώτο. Ο Ευστάθιος Λογοθέτης εξόπλισε με δικά του χρήματα σώμα αποτελούμενο από 150 Ζακυνθινούς και ο Άγγελος δε Νέγρης πρόσφερε τις υπηρεσίες του στις δυνάμεις των Βενετών.

Στην πολιορκία της Λευκάδας (21 Ιουλίου 1684) πήραν μέρος μεταξύ των 2000 Επτανησίων και οι Ζακυνθινοί Νικόλαος Κομούτος και Ιωάννης Κουτούβελης, ο οποίος μάλιστα είχε εξοπλίσει δική του γαλέρα με 80 άντρες. Με την έναρξη της πολιορκίας έσπευσαν να προσφέρουν βοήθεια ο Σταματέλλος Καπνίσης και ο Αρχιεπίσκοπος Κεφαλληνίας και Ζακύνθου Τιμόθεος Τυπάλδος-Χαριτάτος.

Ζακυνθινοί επίσης συμμετείχαν στο πλευρό των Βενετών όταν πολέμησαν ξανά τους Τούρκους στην Πελοπόννησο (1685-1687). Αναφέρουμε τον Παύλο Μακρή στην κατάληψη της Ζαρνάτας, τον Θεόδωρο Βούλτσο στην πολιορκία του κάστρου του Πασαβά και τον Νικόλαο Δοξαρά στην πολιορκία της Κελεφάς. Εκατοντάδες Ζακυνθινοί συμμετείχαν και στην κατάληψη της Κορώνης (7 Ιουλίου 1686).

Στο ναυτικό αποκλεισμό των βόρειων πελοποννησιακών παραλίων από τις δυνάμεις των Βενετών συμμετείχαν οι Ζακυνθινοί Φραγκίσκος και Στάθης Βλαστός και ο Αγησίλαος Σιγούρος.

Στις εκστρατείες εναντίον της Πάτρας και της Αθήνας συμμετέχουν οι Σταμάτης Χαλικιόπουλος, Νικόλαος Φωσκάρδης, Σπύρος Ναράντζης, Αναστάσιος και Αντώνιος Καψοκέφαλος, καθώς και μέλη των οικογενειών Καπνίση και Σιγούρου.

Ο Ζακυνθινός Άγγελος δε Νέγρης ήταν ο ηγέτης της νίκης στην πολιορκία του κάστρου του Χλεμουτσίου (27 Ιουλίου 1687).

Ένθερμη ήταν και η συμμετοχή των Ζακυνθινών στο βενετοτουρκικό πόλεμο της περιόδου 1714-1718. Συνέδραμαν οικονομικά για τη συγκρότηση στρατιωτικών σωμάτων, τον εξοπλισμό πολεμικών σκαφών και την κατασκευή οχυρώσεων. Ενδεικτικά αναφέρουμε το Νικόλαο και Ευστάθιο Λογοθέτη, τον Κωνσταντίνο Γαήτα, το Νικόλαο και τον Αντώνιο Καψοκέφαλο, τον Βικέντιο Μινώτο και το Φραγκίσκο Ρώμα. Ο Φραγκίσκος Ρώμας, επικεφαλής 400 Ζακυνθινών και οι Λογοθεταίοι συμμετείχαν στην απόκρουση της πολιορκίας της Κέρκυρας (1716) από τον τουρκικό στόλο.

Σημαντική βοήθεια έδωσε στους Ορλώφ ο Ζακυνθινός κόμης Δημήτρης Μοτσενίγος, που πλήρωνε πράκτορες για να μαθαίνει τις κινήσεις των τουρκικών στρατευμάτων.

Ζακυνθινοί με πρωτόγονο οπλισμό είχαν αποβιβαστεί στην απέναντι στεριά, κατέλαβαν τη Γαστούνη και έγιναν κύριοι της Ηλείας το 1770 και οργάνωσαν τη διοίκηση της περιοχής κατά τα βενετικά πρότυπα. Αργότερα όμως η επίθεση των Τουρκαλβανών εναντίον της Ηλείας είχε σαν αποτέλεσμα οι Ζακυνθινοί να επιχειρήσουν απελπισμένη έξοδο.

Στα Ορλωφικά συμμετείχαν ο Ιωάννης Έλληνας, η οικογένεια Ξανθόπουλου και ο Σκιαδόπουλος.

Αργότερα (1788) αρκετοί Ζακυνθινοί θα συστρατευτούν με το Λάμπρο Κατσώνη, ο οποίος επισκέφτηκε αρκετές φορές το νησί με το πλοίο «Αθηνά της Άρκτου», όπως ήταν ο Δελής Κωνσταντής από το Γαλάρο και ο κόντε Μακρής.

Ο Κολοκοτρώνης θα φτάσει στη Ζάκυνθο τον Αύγουστο του 1805 μαζί με τον αδερφό του Γιάννη, το Νικηταρά και άλλους είκοσι συντρόφους του. Αργότερα, ύστερα από αρκετές περιπέτειες, θα καταταχθεί με το βαθμό του λοχαγού στο πρώτο σύνταγμα ελαφρού ελληνικού πεζικού του Δούκα της Υόρκης με τη βοήθεια του Άγγλου συνταγματάρχη Τσωρτς. Συμμετέχοντας στις επιχειρήσεις των Άγγλων κατά της Λευκάδας διακρίθηκε και πήρε προαγωγή σε ταγματάρχη.

Ο Κολοκοτρώνης έζησε στη Ζάκυνθο δεκαπέντε χρόνια, που από αυτά τα έξι ήταν αξιωματικός. Εδώ έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας, στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου των Φιλικών, και εδώ έλαβε την επιστολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη, που τον έσωσε από την προδοσία του Διόγου.


Θα αναφέρουμε τώρα επιγραμματικά τις μεγαλύτερες ζακυνθινές προσωπικότητες στον αγώνα της εθνεγερσίας.

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΡΩΜΑΣ. Το σπίτι του Ρώμα αποτέλεσε σημείο συνάντησης αγωνιστών, όπως ο Νικηταράς, ο ιερέας Άνθιμος Αργυρόπουλος και οι Πετιμεζέοι. Ο Ρώμας με τον Κολοκοτρώνη μαζί, συναντήθηκαν με το Γάλλο στρατηγό Δονζελό, στον οποίο ανέπτυξαν το σχέδιο της ελληνικής επανάστασης. Το 1824 ο Διονύσιος Ρώμας ανάλαβε τη διεύθυνση της επιτροπής αγώνα της Ζακύνθου. Πέθανε φτωχός, αφού ξόδεψε όλη την περιουσία του στην υπόθεση του αγώνα.

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ο Αλέξιος Στεφάνου έδωσε αρκετά χρήματα για τον αγώνα και ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Ο Ιωάννης Στεφάνου πρόσφερε τριακόσια τάλιρα για οικονομική ενίσχυση της Φιλικής Εταιρείας. Ο Παναγιώτης Στεφάνου ήταν φίλος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και μέλος της Φιλικής Εταιρείας και βοήθησε οικονομικά την υπόθεση της επανάστασης.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ ΠΕΤΤΑΣ. Ο Ιωάννης – Βαπτιστής Πέττας στη διάρκεια των σπουδών του στο Παρίσι μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και με την έναρξη της επανάστασης κατατάχτηκε στον Ιερό Λόχο του Υψηλάντη. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα πήρε μέρος στην πολιορκία και στην άλωση της Τριπολιτσάς.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΕΝΔΡΟΛΙΒΑΝΟΣ. Ο Γεώργιος Δενδρολίβανος έπαιξε σημαντικό ρόλο στα γεγονότα της Πάτρας με τον αποκλεισμό του πατραϊκού κόλπου το Μάιο του 1821.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΟΥΖΕΛΗΣ. Ο Δημήτριος Γουζέλης έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας το 1819 και στην επανάσταση του 1821, σε συνεννόηση με τους φιλικούς της Ζακύνθου, στρατολόγησε 60 συμπατριώτες του και πέρασε στην Πελοπόννησο. Στην πολιορκία της Τριπολιτσάς πολέμησε με τα στρατεύματα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Συμμετείχε στις πολιορκίες της Μεθώνης και της Πύλου. Το 1823 ορίστηκε δικαστής στην Τρίπολη, ενώ το 1824 έγινε επιθεωρητής του στρατού στο Ναύπλιο και μέλος του ανώτατου επαναστατικού δικαστηρίου. Στα χρόνια της διακυβέρνησης του Ιωάννη Καποδίστρια ανάλαβε δικαστικά πόστα. Πέρα όμως από την εθνική του δράση, σημαντικό είναι και το συγγραφικό του έργο. Από πολλούς «Ο Χάσης», έργο ηθογραφικό, αποτελεί την αφετηρία του νεοελληνικού θεάτρου.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΕΝΔΟΤΗΣ. Ο Γεώργιος Βενδότης υπήρξε μια ξεχωριστή προσωπικότητα της ελληνικής παροικίας της Βιέννης. Ίδρυσε τυπογραφείο στη Βιέννη εκδίδοντας βιβλία στην ελληνική γλώσσα. Είχε στενές σχέσεις με το Ρήγα Φεραίο και είναι ο πρώτος που εξέδωσε ελληνικό ημερολόγιο.

ΣΠΥΡΟΣ ΔΑΓΛΙΟΣΤΡΟΣ. Μετά την ήττα του Δραγατσανίου οι Έλληνες με επικεφαλής τον Αθανάσιο Καρπενησιώτη αποφάσισαν να καταλάβουν και να οχυρώσουν το Σουλένι. Ανάμεσά τους ήταν και ο Ζακυνθινός Σπύρος Δαγλιόστρος, ο οποίος αργότερα αναδείχτηκε ήρωας στη μάχη του Σκουλενίου. (Ιούνιος 1821)


Αρκετοί Ζακυνθινοί μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία, συνδράμοντας έτσι στην εθνική υπόθεση του αγώνα. Τόπος συγκέντρωσής τους ήταν η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου των Λατίνων. Εκεί έδιναν τον όρκο, παρουσία του ιερέα και φιλικού Άνθιμου Αργυρόπουλου. Το Φθινόπωρο του 1820 μεταφέρεται η έδρα της Φιλικής Εταιρείας στη Ζάκυνθο και την τριμελή εφορεία της την αποτέλεσαν οι Φραγκίσκος Καρβελάς, Νικόλαος Καλύβας και Ιωάννης Στεφάνου. Ο Λεωνίδας Ζώης αναφέρει τον κατάλογο με τα μέλη της Φιλικής Εταιρείας, που ορκίστηκαν στη Ζάκυνθο και ανέρχονται σε 82 άτομα. Αξίζει να σημειωθεί ότι τόπος συνάντησης των Φιλικών της Ζακύνθου ήταν και ο Πύργος του Δομενεγίνη στο Αργάσι, απ΄ όπου γινόταν στα κρυφά και η θαλάσσια σύνδεση με τον απέναντι Μοριά. Πλήθος εγγράφων έχουν διασωθεί από την εποχή εκείνη, απ΄ όπου αντλούμε σημαντικές πληροφορίες.

Μεγάλος αριθμός Ζακυνθινών συμμετείχαν και στη μάχη του Λάλλα που έγινε στις 13 Ιουνίου 1821. Αρχηγοί τους ήταν ο Διονύσιος Σεμπρικός και ο Παναγιώτης Στρούζας από το Γερακαρίο.

Γνωστά είναι επίσης και τα γεγονότα του Υψόλιθου τον Οκτώβριο του 1821 στη Ζάκυνθο. Σαν αντίποινα η Αγγλική Προστασία, δείχνοντας το πραγματικό της απάνθρωπο πρόσωπο καταδίκασε, μετά από συνοπτική διαδικασία, σε θάνατο πέντε άτομα που θεωρήθηκαν οι πρωταίτιοι των επεισοδίων. Αυτοί ήταν οι Θεόδωρος Πέττας ή Γλάρος, ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης, ο Διονύσιος Κοντονής, ο Α. Τζούκας ή Γράμψας και ο Φιολιταίος Ιωάννης Κλαυδιανός. Η εκτέλεση έγινε στην πλατεία του Μώλου, παρουσία του κατατρομαγμένου πλήθους. Οι Βρετανοί συνεχίζοντας τη θηριωδία τους, περιτύλιξαν τα πτώματα των απαγχονισθέντων, τα βούτηξαν σε πίσσα που είχαν βράσει προηγούμενα και τοποθετώντας τα σε σιδερένια κλουβιά τα κρέμασαν σε υπερκείμενο της πόλης ύψωμα, έτσι ώστε οι Ζακυνθινοί επί πολλά χρόνια, να βλέπουν αυτή τη φρικιαστική εικόνα. Το πτώμα του Ιωάννη Κλαυδιανού οι Άγγλοι το κρέμασαν μπροστά στο σπίτι του για μια δεκαπενταετία.

Ζακυνθινοί συμμετείχαν και στη μάχη στο Κομπότι της Άρτας (10 Ιουνίου 1821) με επικεφαλής το Διονύσιο Πομώνη.

Επίσης ο Ζακυνθινός ιερέας Καρυδάκης και ο Γ. Σολωμός συνελήφθησαν από τις δυνάμεις του Ιμπραήμ κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του κάστρου του Χλεμουτσίου (1827) και μεταφέρθηκαν αιχμάλωτοι στην Αίγυπτο, όπου και άφησαν την τελευταία τους πνοή.

Σημαντική είναι και η βοήθεια που οι Ζακυνθινοί έδωσαν στα έγκλειστα αδέρφια τους κατά την πολιορκία του Μεσολογγίου. Πλήθος Μεσολογγιτών επισκέπτονταν τη Ζάκυνθο για να συγκεντρώσουν την απαραίτητη βοήθεια. Και όλοι έδιναν. Έδιναν μέχρι και τα μολυβένια πιάτα τους για να μετατραπούν σε σφαίρες.

Από τους αγώνες των Ελλήνων και ιδιαίτερα από την πολιορκία του Μεσολογγίου εμπνεύστηκε ο εθνικός μας ποιητής ο Ζακυνθινός Διονύσιος Σολωμός και έγραψε –μεταξύ των άλλων- τον «Ύμνον εις την Ελευθερία», που αργότερα οι δύο πρώτες στροφές του σε μελοποίηση του Νικολάου Μάντζαρου έγινε ο Εθνικός μας Ύμνος, τη «Γυναίκα της Ζάκυθος», «Ύμνο εις τον Λόρδο Βύρωνα-Μπάιρον» και φυσικά το περίφημο έργο του «Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι».


Δεν είναι εύκολο, σε αυτό το σημείωμά μας, να αναφερθούμε διεξοδικά στην προσφορά της Ζακύνθου στον απελευθερωτικό αγώνα του 1821. Μόνο σύντομες αναφορές κάναμε.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

* "ΖΑΚΥΝΘΙΝΟΙ ΦΙΛΙΚΟΙ", Ντίνου Κονόμου, Αθήνα 1966.
* "ΤΟ ΖΑΚΥΝΘΙΝΟ ΡΑΣΟ ΣΤΗΝ ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΑ", Ντίνου Κονόμου, έκδοσις Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου, Αθήνα 1971.
* "Η ΖΑΚΥΝΘΟΣ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821", 1ο Δημ Σχολείο Ζακύνθου, Ζάκυνθος 2002.
* Άρθρα εφημερίδων και περιοδικών.

Σάββατο 20 Μαρτίου 2010

Η τοκογλυφία, ο "μαύρος χρυσός" και η ιστορία

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Πιστεύω πως, παρ’ ότι πολλά έχουν γραφτεί, αυτό που ονομάζουμε επτανησιακή, γενικότερα και ζακυνθινή, ειδικότερα, γραμματολογία, δεν έχει ακόμα ξεκαθαριστεί και ούτε και στις μέρες μας, μετά τους άπειρους τόμους, όπου έχουν κυκλοφορήσει και τα χιλιάδες άρθρα, που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά πως γνωρίζουμε σε βάθος του το θαυμαστό φαινόμενο του ιόνιου πολιτισμού. Για του λόγου το αληθές, σε τοπικό, τουλάχιστον, επίπεδο, δεν έχουμε να κάνουμε τίποτα άλλο, από το ν’ ανοίξουμε το πολύτιμο και μοναδικό «Λεξικόν» του ακαταπόνητου Λεωνίδα Ζώη και να το ξεφυλλίσουμε. Στις διαφωτιστικές γραμμές των σελίδων του θα δούμε έναν πραγματικό όγκο πνευματικής δημιουργίας, από πρωτότυπα έργα και μεταφράσεις, τα οποία ή διασώζονται σε απόμακρες δημόσιες ή ιδιωτικές συλλογές, άγνωστα στους πολλούς και δυσπρόσιτα στους ειδικούς ή έχουν χαθεί οριστικά στις ατελείωτες θεομηνίες και τις άλλες, συνεχείς καταστροφές, κλοπές και κατακτήσεις, όπου πάντα βασάνιζαν το ταλαίπωρο αυτό νησί στην πορεία της ιστορίας του.

Τα μεγάλα, βέβαια, ονόματα της γραμματολογίας μας έχουν ανέκαθεν απασχολήσει τους αρμόδιους και μερικοί από αυτούς ίσως έχουν ήδη εξαντληθεί, αν και ποτέ τίποτα δεν μπορεί να τελειώσει, μια και η κάθε εποχή προσφέρει την δική της ανάγνωση στο έργο των μεγάλων. Το ίδιο, σε μικρότερο βαθμό, συμβαίνει και με κάποιους άλλους, δεύτερους [;] στον τόπο των μεγάλων αναστημάτων, οι οποίοι πρωτοπόρησαν και θεμελίωσαν την νεοελληνική λογοτεχνία, παρ’ ότι συχνά η τελευταία τους θεώρησε ξένο σώμα, μια και σπούδασαν και επηρεάστηκαν από την αντίπαλη Δύση. Μερικά τους έργα, δυστυχώς χάθηκαν ή ακόμα λανθάνουν, αλλά αυτά που σώθηκαν δείχνουν την ποιότητά τους και υπογραμμίζουν άφοβα την μεγαλοσύνη και την σημασία του πολιτισμού του δυτικότροπου αυτού τμήματος της νεότερης Ελλάδας, το οποίο υπήρχε, μάθαινε και μεγαλούργησε, μη γνωρίζοντας ποτέ, όπως πολύ σοφά ο από τους κορυφαίους Ανδρέας Κάλβος τόνισε, «την μάστιγα, εχθρών τυράννων».

Μα εκτός απ’ όλους αυτούς, υπάρχουν και άλλοι, οι οποίοι χάνουν την αίγλη τους, συγκρινόμενοι με τους πρωτόκλητους και πρωτοκορυφαίους ή και αυτούς που στάθηκαν το «πρώτο σκαλί», αλλά το έργο τους αποτελεί λίθο απαραίτητο για το οικοδόμημα του πολιτισμού μας και η παρουσία τους και η δημιουργία τους δείχνουν την αληθινή μεγαλοσύνη της καλλιέργειας του τόπου μας και την υψηλή ποιότητα, την οποία πάντα είχαν κάνει βίωμά τους οι πρόγονοί μας. Όλοι αυτοί είναι εκείνοι που πολύ επιγραμματικά και λιτά σοφά ο έσχατος της ακμής τους Διον. Ρώμας αποκάλεσε «χαμολόγους», σ’ ένα από τα πολλά, χαριτωμένα χρονογραφήματά του και αν είχαν γεννηθεί και δράσει αλλού, σε τόπους με μικρότερη παράδοση δημιουργίας, θα ήταν ονόματα … μαρκίζας!

Για να δούμε, λοιπόν, και να γνωρίσουμε όλο το βάθος του εφτανησιώτικου πολιτισμού πρέπει να τους γνωρίσουμε και αυτούς, να μάθουμε και να εκτιμήσουμε το έργο τους και προπάντων να τους αποδώσουμε τα πρέποντα. Γιατί, για να δικαιώσουμε τον συγγραφέα του «Περίπλου», η ευλογία του λαδιού και το έλεός του δεν είναι μόνο έργο των «πανολόγων», αλλά και των απαραίτητων και φιλεργατικών εκείνων εργατών, που με μόχθο, γνώση και σύνεση τινάζουν τις τσίμες και συλλέγουν τον καρπό.

Όλα αυτά γνωρίζοντας ο φίλεργος και ουδέποτε κουραζόμενος Διονύσης Μουσμούτης, δημιουργικά πολυπράγμων, για τι καλό του πολιτισμού μας, εξέδωσε πρόσφατα το πόνημά του «Ο Τιμολέων Αμπελάς, η Λίνα Δράκα και η Ζάκυνθος», από τον επίσης ουδέποτε εξαντλούμενο εκδοτικό οίκο της Ζακύνθου «Τρίμορφο» του αεικίνητου Άκη Λαδικού.

Όπως ο ίδιος σημειώνει στον πρόλογο του βιβλίου του, η γνωστή -και αείμνηστη πια- δημοσιογράφος και συγγραφέας Γιολάντα Τερέντσιο, λίγο μετά την γνωριμία τους, το καλοκαίρι του 1999, του εμπιστεύθηκε ένα σημαντικό τμήμα του οικογενειακού της αρχείου, που το μεγαλύτερο μέρος του αφορούσε την Ζάκυνθο και τον, από την πλευρά της μητέρας της, παππού της, τον Τιμολέοντα Αμπελά. Μεταξύ του πλούσιου και πολύτιμου αυτού υλικού υπήρχε και ένας ογκώδης φάκελος, όπου περιείχε το γνωστό, αλλά λανθάνον θεατρικό έργο του «Λίνα Δράκα», το οποίο ο Διονύσης Μουσμούτης πρωτοδημοσιεύει στο πρόσφατο βιβλίο του, προσθέτοντας μια ακόμα ψηφίδα στην αποκατάσταση του μωσαϊκού, που εικονίζει τον ζακυνθινό πολιτισμό και την ιόνια δημιουργία.

Ο Τιμολέων Αμπελάς (Πάτρα, 1849 - Αθήνα, 1926) είχε σπουδάσει νομικά στο πανεπιστήμιο της Πρωτεύουσας και αρχικά είχε σταδιοδρομήσει, σαν δικηγόρος, στην Ερμούπολη. Το 1874, όπως ο ίδιος ο Διονύσης Μουσμούτης μάς πληροφορεί στην εμπεριστατωμένη εισαγωγή του, διορίστηκε Πρωτοδίκης και αποχώρησε από τον δικαστικό κλάδο με τον βαθμό του Εφέτη. Παράλληλα υπηρέτησε την δημοσιογραφία, σαν αρχισυντάκτης της εφημερίδας Εθνοφύλαξ και ως ανταποκριτής στους Βαλκανικούς Πολέμους, αλλά και την λογοτεχνία και την έρευνα. Κυριότερο και σημαντικότερο βιβλίο του είναι η «Ιστορία της νήσου Σύρου» (Ερμούπολη, 1874). Επίσης ασχολήθηκε με το θέατρο, γράφοντας πάνω από τριάντα δράματα και κωμωδίες, έργα με τα οποία απέσπασε βραβεία σε πολλούς σχετικούς διαγωνισμούς.

Στην διάρκεια της δικαστικής του σταδιοδρομίας μετατέθηκε αρκετές φορές στη Ζάκυνθο (1876, 1892, 1895 και 1902), όπου συνδέθηκε με πολλούς επιφανείς και ανθρώπους των γραμμάτων του τόπου. Ανάμεσα στους φίλους του ο Γεώργιος - Δημήτριος - Κανδιάνος Ρώμας, ο ιστοριογράφος και λεξικογράφος Λεωνίδας Χ. Ζώης και ο σεβάσμιος ιστοριοδίφης Σπυρίδων Δε Βιάζης. Επίσης γνώρισε και συνεργάστηκε με τον Αυστριακό Αρχιδούκα Σαλβατόρ, δίνοντάς του σημαντικές πληροφορίες για την πολυσυζητημένη εγκληματικότητα και τα εκλογικά θέματα του νησιού, τα οποία ο τελευταίος συμπεριέλαβε στο δίτομο και ογκώδες έργο του «Zante».

«Μπορεί», γράφει στον πρόλογό του ο συγγραφέας, «για την Ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου το γνωστό - άγνωστο θεατρικό έργο του Αμπελά [Λίνα Δράκα] να είναι ήσσονος σημασίας και εν πολλοίς ξεπερασμένο, όπως και το σύνολο του έργου του συγγραφέα, για την τοπική όμως Ιστορία αποκτά ιδιαίτερη αξία, από την στιγμή που η “πρώτη ύλη”, το υλικό απ’ όπου προέκυψε, προέρχεται από οριστικά χαμένα αρχεία της ζακυνθινής πολιτείας».

Η ιστορία του έργου αυτού είναι, εν συντομία, η εξής: Ο ακούραστος Σπυρίδων Δε Βιάζης σε μια από τις πολλές του έρευνες στο χαμένο πια Αρχειοφυλακείο της Ζακύνθου ανακάλυψε τις σελίδες μιας πολύτιμης, για πολλούς λόγους, δικογραφίας, η οποία αφορούσε μια σταφιδική υπόθεση τοκογλυφίας. Μια σύντομη περίληψή της δημοσίευσε ο ίδιος στο σημαντικό για την τοπική παραγωγή του λεγόμενου «μαύρου χρυσού» προϊόντος πόνημά του «Ιστορικαί σημειώσεις περί σταφίδος εν Επτανήσω και ιδίως εν Ζακύνθω», το οποίο είδε το φως της δημοσιότητας στο γνωστό περιοδικό Παρνασσός, με το οποίο συνεργαζόταν (τόμος ΙΣΤ΄ [1893], φυλλάδιον 6, σσ. 439 - 40). Αργότερα την διηγήθηκε σε φίλους, στους οποίους ανάμεσα βρισκόταν και ο Αμπελάς, προσθέτοντας, από μνήμης, περισσότερες πληροφορίες. Αυτές τις αξιοποίησε ο Δικαστικός συγγραφέας και έγραψε το έργο του, το οποίο και δημοσιεύει ο Διονύσης Μουσμούτης στο πρόσφατο βιβλίο του των εκδόσεων «Τρίμορφο».

Μετά την προβληματική καταστροφή του Αρχείου της Ζακύνθου η έκδοση αυτή είναι αληθινά πολύτιμη. Εκτός από την μικρή του φιλολογική αξία, το έργο αυτό του Τιμολέοντα Αμπελά δίνει στοιχεία για την κοινωνία της εποχής του, τις ιδιάζουσες συνθήκες που την διέκριναν, την καθημερινότητα των ανθρώπων της και τις εξελίξεις της νέας κοινωνικής τάξης, αυτής των αστών, που τότε διαμορφωνόταν.

Αληθινά χρειαζόμαστε αυτές τις εκδόσεις. Είναι τα σημαντικά και απαραίτητα πετραδάκια, που θα βοηθήσουν ν’ αποκατασταθεί το οικοδόμημα του δικού μας πολιτισμού, αυτού που, ευτυχώς, δεν χάθηκε αμετάκλητα στα ερείπια και τις στάχτες του Αυγούστου του 1953, αλλά κάπου ακόμα υπάρχει και σαν σπίθα αναζωογονείται.

Ευχόμαστε και σ’ άλλα!

Τετάρτη 17 Μαρτίου 2010

Επισκόπου Μάρκου Γκολοφόφ: ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ

Προσκύνημα

Σε διάφορες θρησκείες υπάρχει ένα φαινόμενο που στα ρωσικά εκφράζεται συνήθως με την έννοια «προσκύνημα». Παρά την κοινή ονομασία, oι παραδόσεις του προσκυνήματος, τα κριτήρια για την αξιολόγησή του στις διάφορες θρησκείες διαφέρουν σημαντικά. Ως εκ τούτου, τη λέξη «προσκύνημα» με την πλήρη έννοια της, είναι σωστό να χρησιμοποιούμε μόνο σε σχέση με το χριστιανικό προσκύνημα.

Ο όρος προσκυνητής -στα Ρώσικα «παλόμνικ» προέρχεται από τη λέξη «παλμόβνικ», δηλαδή «πάλμα», φοίνικας- αποτελεί μετάφραση της αντίστοιχης λατινικής λέξης. Έτσι έλεγαν αρχικά τους προσκυνητές που συμμετείχαν στις λιτανείες στους Αγίους Τόπους στη γιορτή της Εισόδου του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα (αλλιώς, αυτή η γιορτή ονομάζεται η εβδομάδα των Βαΐων, ή στη ρωσική ορθόδοξη παράδοση η Κυριακή των Βαΐων). Στη συνέχεια, με τη λέξη προσκυνητής άρχισαν να ονομάζουν όχι μόνο προσκυνητές που ταξίδευαν στην Ιερουσαλήμ, αλλά και σε άλλα χριστιανικά προσκυνήματα.


Ορθόδοξο προσκύνημα

Στην VII Οικουμενική Σύνοδο, που σφραγίστηκε με τη νίκη επί της αίρεσης της Εικονομαχίας, ήταν αποδεκτός ο όρος, σύμφωνα με τον οποίο στον Θεό πρέπει διακονία και σε εικόνες προσκύνηση. Ο ορισμός αυτός, που έχει το χαρακτήρα του εκκλησιαστικού δόγματος, συνδέεται και με το θέμα του Ορθοδόξου προσκυνήματος. Οι προσκυνητές στη βυζαντινή εκκλησιαστική παράδοση έτσι ονομάζονται, δηλαδή, είναι άνθρωποι που κάνουν ένα ταξίδι στους ιερούς τόπους για να προσκυνήσουν.

Δεδομένου ότι ο ορισμός της VII Οικουμενικής Συνόδου δεν έγινε δεκτός από την Καθολική Δύση, παρουσιάστηκε μια διαφορά στην κατανόηση του προσκυνήματος στο χριστιανισμό. Σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες το προσκύνημα ορίζεται με τη λέξη «pilgrim», η οποία μεταφράζεται στα ρώσικα μόνο σαν οδοιπόρος. Οι προσκυνητές στην Καθολική Εκκλησία προσεύχονται σε ιερούς τόπους, ασχολούνται με διαλογισμό. Αλλά το προσκύνημα σε ιερά, που υπάρχει στην Ορθόδοξη Εκκλησία, στον Καθολικισμό δεν υπάρχει.

Ακόμα πιο μακριά από την Ορθοδοξία είναι οι Προτεστάντες, οι οποίοι δεν τιμούν ούτε αγίους, ούτε εικόνες, ούτε άγια λείψανα. Λόγω αυτής της διαφοράς στην κατανόηση της προσκυνηματικής παράδοσης στο χριστιανισμό, μπορούμε να μιλάμε για το ορθόδοξο προσκύνημα.


Προσκύνημα και τουρισμός

Σήμερα, μπορεί κανείς να ακούσει συχνά τέτοιες φράσεις όπως: «θρησκευτικός τουρισμός», «προσκυνηματικό τουρ, γύρος», «προσκυνηματική εκδρομή» κλπ. Όλες αυτές οι εκφράσεις οφείλονται σε παρανόηση της φύσης του προσκυνήματος, από την προσέγγηση του με τον τουρισμό σε μια καθαρά εξωτερική ομοιότητα. Και το προσκύνημα και ο τουρισμός σχετίζονται με το θέμα ταξιδιού. Ωστόσο, παρά τις ομοιότητες, έχουν διαφορετικό χαρακτήρα. Ακόμη και επισκεπτόμενοι τους ίδιους ιερούς τόπους, προσκυνητές και τουρίστες το κάνουν διαφορετικά.

Ο τουρισμός είναι ένα ταξίδι με εκπαιδευτικούς στόχους. Ένα από τα πιο δημοφιλή είδη του τουρισμού είναι ο θρησκευτικός τουρισμός. Το κύριο πράγμα σ’αυτό το είδος τουρισμού είναι η γνωριμία με την ιστορία των Αγίων Τόπων, με τη ζωή των Αγίων, την αρχιτεκτονική, την εκκλησιαστική τέχνη. Για όλα αυτά πραγματοποιείται η εκδρομή, η οποία για έναν τουρίστα είναι το πιο σημαντικό στοιχείο του τουρισμού. Η ξενάγηση, επίσης, μπορεί να είναι ένα μέρος της προσκυνήματος, όμως όχι κύριο και υποχρεωτικό αλλά βοηθητικό. Το κύριο πράγμα σε ένα προσκύνημα είναι η προσευχή, η λατρεία και το θρησκευτικό προσκύνημα σε ιερά. Το Ορθόδοξο προσκύνημα είναι ένα μέρος της θρησκευτικής ζωής του κάθε πιστού. Κατά τη διάρκεια του προσκυνήματος το κύριο πράγμα κατά τη διάρκεια της προσευχής είναι όχι μια εξωτερική ιεροτελεστία,αλλά το πνεύμα, που βασιλεύει στην καρδιά, η πνευματική ανανέωση, η οποία γίνεται στον Ορθόδοξο Χριστιανό.

Καλώντας τους πιστούς σε προσκύνημα, η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία σέβεται και τους τουρίστες που επισκέπτονται χριστιανικούς ιερούς τόπους. Η Εκκλησία θεωρεί ότι ο θρησκευτικός τουρισμός αποτελεί σημαντικό μέσο για την πνευματική διαφώτιση των συμπολιτών μας.

Παρά το γεγονός ότι το προσκύνημα, στην πραγματικότητα, είναι μια θρησκευτική δραστηριότητα, στη Ρωσία εξακολουθεί να ρυθμίζεται από την τουριστική νομοθεσία.


Η παράδοση προσκυνήματος στη Ρωσία

Το Ρωσικό Ορθόδοξο προσκύνημα χρονολογείται από τους πρώτους αιώνες της επέκτασης του Χριστιανισμού στην Αρχαία Ρωσία, δηλαδή απο το IX-X αιώνες. Έτσι, το Ρωσικό Ορθόδοξο προσκύνημα είναι πάνω από 1000 χρονών. Ο Ρωσικός λαός πάντα θεωρούσε το προσκύνημα ένα ιερό έργο, απαραίτητο για κάθε πιστό. Πρώτα, το προσκύνημα στη Ρωσία θεωρείτο ένα προσκύνημα στους ιερούς τόπους της Οικουμενικής Ορθοδοξίας - στην Αγία Γη, στην Αίγυπτο, στο Άγιο Όρος, και ούτω καθεξής. Σιγά-σιγά στη Ρωσία εμφανίστηκαν και τα δικά της κέντρα προσκυνήματος. To ταξίδι σ’ αυτά θεωρείτο πάντοτε μια πνευματική και σωματική άσκηση. Γι' αυτό στο προσκύνημα πήγαιναν συχνά με τα πόδια. Σχεδιάζοντας ένα προσκύνημα, oι Ορθόδοξοι Χριστιανοί παίρνουν ευλογία για την τέλεσή του από τον Επίσκοπο της επαρχίας ή από τον πνευματικό πατέρα τους.

Πηγή: bogoslov.ru

Σάββατο 13 Μαρτίου 2010

Το περιβόλι των Χαιρετισμών

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ
 
Έχω και άλλες φορές ξαναγράψει -και συγχωρέστε μου την εμμονή και την επανάληψη- πως πάνω απ’ όλα νοιώθω Ζακυνθινός ή έστω Επτανήσιος. Αυτό σημαίνει -και όποιος μπορεί να καταλάβει, κατάλαβε- πως κάπου μέσα μου αρνούμαι την προσαρμογή στην νεοελληνική πραγματικότητα, κλείνω τ’ αυτιά μου σε όλα αυτά τα ισοπεδωτικά, που γύρω μου καθημερινά και με ταχύτητα φωτός εξελίσσονται και αναζητώντας τις δικές μου ξεχωριστές ρίζες και την ιδιάζουσα προσωπική μου ταυτότητα, μ’ ερωτική μανία και αμετάκλητη προσδοκία, ψάχνω τον τρόπο συνέχισης της ιόνιας νοοτροπίας μου, η οποία θα μου δώσει λόγο υπόστασης και γνωρίζοντας, όσο γίνεται πιο σωστά το δικό μου παρελθόν, επιδιώκω να οικοδομήσω το ανάλογο σήμερα.

Σ’ αυτά τα πλαίσια κινούμενος, προσπαθώντας με πολλούς τρόπους, παρά τις υπάρχουσες, επίφοβες σειρήνες, να μην χαθώ στο χάος της ισοπέδωσης και την απλοποίηση της μετάφρασης, επιδιώκω, σαν τους προγόνους μου, αυτούς που για πέντε περίπου αιώνες αντιστάθηκαν και δημιούργησαν, ν’ αποκτήσω, εκτός των άλλων, τα δικά μου αντέτια και μ’ αυτά να βιώσω την επανάληψη μέσα στην αυθάδεια του χρόνου και την έστω επιφανειακή και πλάνα αίσθηση της νίκης της φθοράς, ευρισκόμενος στο ίδιο σημείο, κάθε φορά που ο καιρός πιστεύουμε πως επαναλαμβάνεται και βιώνοντας τις ίδιες συγκινήσεις, όταν η ανακύκλωση των ημερών επαληθεύει την και φέτος ύπαρξή μου.

Μα επειδή είναι δύσκολο πια και για πολλούς λόγους να επικοινωνήσεις, ακόμα και με τους συμπατριώτες σου, στην δική μας, την τοπική διάλεκτο, επειδή πολλοί παράγοντες ανάγκασαν τους Τζαντιώτες των αρχών του 21ου αιώνα συχνά να μην κατανοούν όχι μόνο τον «Χάση» του πολύ Δημητρίου Γουζέλη, αλλά και αυτόν ακόμα τον πρόσφατο -σχετικά- Ξενόπουλο, δίχως γλωσσάριο, αλλά και επειδή ο τηλεφωνικός κατάλογος -για να μην προεκταθούμε και σε άλλες λίστες- έχει από καιρό πάψει να διατηρεί τα επώνυμα των σε τοπικούς ήχους τονισμένων συνθέσεων, θα προσπαθήσω -μια και το θεωρώ πια εντελώς απαραίτητο- να εξηγήσω το τι ακριβώς σημαίνει η λέξη «αντέτι» στην τοπική μας γλώσσα.

Πρόκειται, λοιπόν, για μια συνήθεια επαναλαμβανόμενη -και μάλιστα με θρησκευτική ευλάβεια- μέσα στο χρόνο, που κυρίως είναι συνδεδεμένη με κάποιες μεγάλες γιορτές. Είναι ένα ακόμα δείγμα της ζακυνθινής ιδιοσυγκρασίας και ίσως και ένας τρόπος αντίστασης στην εξομοίωση της ανυπαρξίας. Η διαφορά της από το έθιμο ή την συνήθεια είναι ότι πρόκειται για κάτι κυρίως ατομικό και όχι για ομαδικό. Είναι μια δική σου, μια εντελώς προσωπική συνήθεια, η οποία ερμηνεύει άριστα αυτό το «και του χρόνου», που συχνά ευχόμαστε και δίνει χαρά στον πιστό της, πως μπόρεσε και πάλι να την τηρήσει και την ελπίδα πως ένα χρόνο μετά θα είναι εκεί να την ξαναβιώσει. Παράγωγό της η λέξη «αντεταδόρος», ο οποίος είναι αυτός που την εφαρμόζει και εκείνος ο οποίος ετήσια την επαναλαμβάνει.

Ένα από τα δικά μου αντέτια, που σχεδόν πρόσφατα έχω αποκτήσει, είναι και το να παρακολουθώ τους Τρίτους Χαιρετισμούς στην εκκλησία της ιστορικής Φανερωμένης της πόλης μας και εκεί να χαίρομαι τον ερχομό της Άνοιξης και την χαρά της μεστότητας της ποιητικής έκφρασης. Οι λόγοι αυτής μου της προτίμησης είναι πολλοί και ενδεικτικά αναφέρω τους βασικότερους. Ο πρώτος είναι ο μύθος, που έστω και ανακαινισμένος, κουβαλά αυτός ο ιερός χώρος. Το άκουσμα και μόνο το ονόματός του μου ξυπνά τις αναμνήσεις των παιδικών μου αναγνώσεων του ενορίτη της συγγραφέα του «Μυστικού της κοντέσας Βαλέραινας», αλλά και τις διασωστικές αναφορές των σελίδων των έργων του Λεωνίδα Ζώη και του Ντίνου Κονόμου. Σε μια πόλη ανοικοδομημένη, δυστυχώς, άναρχα και δίχως σεβασμό στην παράδοσή της, σε μια μπετόν βλασφημία, η εκκλησία αυτή με την ζεστασιά του πελεκητού αγκωναριού της, είναι μέσα μου μια αντίσταση και η είσοδός μου σ’ αυτήν, έστω και περιστασιακά, ελάχιστες φορές το χρόνο, μου δίνει την ψευδαίσθηση πως η θεομηνία δεν κατέστρεψε τα πάντα και πως όλα δεν έχουν γίνει μια τηλεοπτική προέκταση και συνέχεια.

Ο δεύτερος λόγος είναι η φιλοξενούμενη εκεί, με χρέη συχνά οικοδεσπότη, ομώνυμη χορωδία, η οποία πάντα από την παράδοση του γυναικωνίτη συνοδεύει τις τελετουργίες και δίνει χρώμα και πνοή στις ακολουθίες, επαναφέροντας τον Δοξαρά στην επικαιρότητα και σκεπάζοντας περίτεχνα τις καλλιτεχνικές έριδες για την ταυτότητα του δημιουργού των περίφημων και μοναδικών Προφητών.

Ο τρίτος και πλέον προσωπικός μου λόγος -γι’ αυτό και μιλάμε για αντέτι- είναι το ότι στο καλλικέλαδο αυτό σχήμα πρόεδρος είναι ο φίλος Σπύρος Ζούγρας, ο οποίος, όχι τυχαία, θέλω να πιστεύω, είναι και αντιπρόεδρος της Αστικής μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας “Giostra di Ζante”, η οποία κάθε χρόνο, στα πλαίσια του Ζακυνθινού Καρναβαλιού, διοργανώνει το ιστορικά παραδομένο από τους καιρούς και λαοφιλές αγώνισμα των ιππικών αγώνων, την περίφημη ανά τους αιώνες Γκιόστρα. Σαν πρόεδρος, λοιπόν, του Δ. Σ. του παραπάνω Σωματείου, του αποδίδω την άοκνη εργατικότητά του και την απεριόριστη συμπαράστασή του στην προετοιμασία και την διενέργεια του δρώμενου και λίγες μέρες μετά, μια και οι συνθήκες όχι μόνο το επιτρέπουν, αλλά και το απαιτούν, τον χαίρομαι και σε μια επιπλέον πολιτιστική του δραστηριότητα.

Αυτή η προτίμησή μου, όμως, φαίνεται πως κάθε χρόνο αμείβεται και πάντα με κάποιο τρόπο επαινείται. Είναι που τίποτα δεν πάει χαμένο και όλα στον χρόνο και τον τόπο συνυπάρχουν και συνομιλούν. Πέρυσι, αν θυμάστε, με συγκίνησε κατά την επίσκεψή μου στην Φανερωμένη, η ύπαρξη εκεί της καλαίσθητης και παραδοσιακής «τόρτσας», η οποία, όπως διαπίστωσα με χαρά μου και φέτος, δεν έχει αντικατασταθεί από την εμπορική προχειρότητα και εξακολουθεί να υπάρχει και να παραδειγματίζει. Με το θέμα αυτό είχαμε ασχοληθεί και στο επίκαιρα σχετικό κείμενό μας, λίγες μέρες μετά.

Η φετινή αποκάλυψη ή μάλλον ο χαροποιός εντοπισμός, μια και πολλά πράγματα υπάρχουν και εμείς πρέπει να τα υπογραμμίσουμε για να ξεκινήσουν και πάλι την πορεία τους, είναι το μικρό, ελάχιστο στην πραγματικότητα, περιβολάκι, το οποίο αντιστέκεται στην οικοπεδοποίηση και την αυτοκρατορία - κυριαρχία του μπετόν, εκεί ανάμεσα από το πετρόχτιστο Ιερό Βήμα και το καμπαναριό της εκκλησίας. Έχω περάσει δεκάδες φορές από εκεί, το έχω δει σε άπειρες περιπτώσεις και γνώριζα την ύπαρξή του, αλλά φέτος, στην απαρχή του έαρος και στην μέση της προετοιμασίας της Ανάστασης, θλιμμένος αναμφίβολα από τις σπασμένες πλάκες της Πλατείας Ρούγας και την τσιμεντένια αυθάδεια της πόλης μου και πόλης μας, αληθινά και από ανάγκη το ανακάλυψα. Είναι μια παρηγορία στην απρόσωπή μας πραγματικότητα και μια ευλογία στην κατάρα της συνέχισης της από τις θεομηνίες και όχι μόνο προερχόμενης καταστροφής μας.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά με την θέασή του, ήρθε στο νου μου ο παρακάτω κατοικών Γρηγόρης Ξενόπουλος, ο με το κλειστό του Μουσείο ακόμα εξόριστος από τον γενέθλιο τόπο του και κάποια νεανική ανάγνωση των σελίδων του, στην οποία, αν η μνήμη μου δεν έχει εξομοιωθεί μ’ αυτήν του νησιού μας, κάποιος παπάς κοιτάζει την πράσινη ευλογία του περιβολιού της εκκλησίας του και ξεκουράζει τα μάτια του από τις αναγνώσεις και την ψυχή του από τις εξομολογήσεις των ενοριτών του.

Αυτήν την αίσθηση μου δημιούργησαν εκείνα τα ελάχιστα εναπομείναντα, δίχως να χτιστούν ή να τσιμεντωθούν, μέτρα της γης, στα οποία μπορούν ακόμα να βλαστήσουν χόρτα και να υμνήσουν την Άνοιξη και το «Ρόδο το Αμάραντο» με το άνθισμα των δένδρων τους. Θα ήταν ευχής έργο να ήταν περισσότερα, συχνότερα και πιο πυκνά. Μα και αυτά αρκούν. Φτάνει να μην τα εκμοντερνίσουμε, να μην τα προσαρμόσουμε στην αυθάδεια της σημερινής μας πραγματικότητας.

Μέσα από αυτό το κατ’ ευφημισμόν καλούμενο περιβολάκι μπορεί ακόμα η Κυρά η Φανερωμένη να αναπνέει και οι Προφήτες της, έστω και στα ύψη των τοίχων του Μουσείου κρεμασμένοι, να συνομιλούν με όσους θέλουν να αντιστέκονται και να επιμένουν. Περιφερόμενη επιτάφια κάθε δειλινό Δεκαπενταύγουστου, έστω και δίχως τον πορφυρό της «ουρανό» -πού τέτοιες πολυτέλειες σε τουριστική σεζόν;- θα προσδοκά τις ευλογίες των νεραντζανθών, όταν ο Μονογενής της θα έχει πάρει την θέση της και αυτή θα ονομάζεται Mater Dolorosa. Τότε θα μυρίζουν περισσότερο τα δικά της μπουγαρίνια και τα τζαντζαμίνια της, τα φρεσκανοιγμένα. Αρκεί να υπάρχει το μικρό της περιβολάκι της. Έστω και στα λίγα μέτρα του.

Γιατί «στην αναβροχιά, καλό και το χαλάζι».

Related Posts with Thumbnails