© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2018

ΤΣΑΡΛΙ ΤΣΑΠΛΙΝ, “Ο ΧΡΥΣΟΘΗΡΑΣ -THE GOLD RUSH” ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ


Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ
Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2018. Στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, και συγκεκριμένα στην αίθουσα Αλέξανδρα Τριάντη, παίχτηκε το σχεδόν εκατό ετών αριστούργημα του Τσάρλι Τσάπλιν Ο χρυσοθήρας. Το ίδιο έργο είχε παρουσιαστεί από την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, την Τετάρτη 28 Ιουνίου 2017, στο Φεστιβάλ Μονής Λαζαριστών, με τη διεύθυνση του Μίλτου Λογιάδη. Ήταν η σειρά της Αθήνας να απολαύσει αυτό το αριστούργημα.

Η Αμερική θεωρήθηκε η χώρα της ευκαιρίας, την οποία, πράγματι, έδωσε σε πολλούς. Φιλόδοξοι από κάθε γωνιά της γης, διωγμένοι, απελπισμένοι, βασανισμένοι, φτωχοί, απλοί, μερικοί κακοί, ίσως τυχοδιώκτες και κάποιοι πονηροί, κατέφθασαν εκεί, με στόχο άλλοι να κρυφτούν, άλλοι να πλουτίσουν και άλλοι να βρουν μια δεύτερη ευκαιρία να ζήσουν. Παράλληλα έφτασαν εκεί και άνθρωποι σπουδαίοι, επιστήμονες και καλλιτέχνες ταλαντούχοι, όπως και ο περίφημος Τσάρλι Τσάπλιν ή Σαρλώ που στον περασμένο αιώνα με τις βωβές ταινίες του είχε κερδίσει τις ψυχές των κινηματογραφόφιλων.
Ο Τσάρλι Τσάπλιν (1889-1977), ηθοποιός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος και μουσικός, ήταν παιδί φτωχής και προβληματικής οικογένειας καλλιτεχνών από το Λονδίνο. Με το θέατρο ασχολήθηκε από τα πέντε του χρόνια, παίζοντας το χαμίνι που συχνά βλέπουμε και στις ταινίες του. Στα 1910 έφυγε για την Αμερική και ασχολήθηκε με το σινεμά, αφήνοντας τη σφραγίδα του στο είδος του βωβού κινηματογράφου και όχι μόνο του βωβού. Ταινίες του, όπως τα Φώτα της Πόλης, οι Μοντέρνοι καιροί, ο Μεγάλος Δικτάτωρ απέδειξαν ότι ο κινηματογράφος μπορούσε να αποδειχτεί το βήμα για να περάσουν στο πλατύ κοινό ποικίλα μηνύματα πολιτικά, κοινωνικά, ανθρωπιστικά. Κυρίως όμως, εκείνο που το μικροσκοπικό ταλαιπωρημένο ανθρωπάκι ενέπνεε στον θεατή του ήταν η ελπίδα και η ευγένεια της ψυχής. Όσο το δέμας και η όλη εικόνα απογοήτευε, τόσο η καθρεφτισμένη στα μάτια του ντροπαλή ψυχή και δύναμη αναπλήρωνε ό,τι έλειπε. Ένας μικρός Δαβίδ που είχε να πολεμήσει με τον Γολιάθ- φτώχια, πείνα, κοινωνική απαξίωση.
Τον Χρυσοθήρα, ταινία του 1925, ο Τσάπλιν επανεπεξεργάστηκε το 1942 και επένδυσε μουσικά, με τη βοήθεια του Μαξ Τερ, ενώ το 2007 ο Τίμοθυ Μπροκ προέβη σε νέα ενορχήστρωση που έδωσε στην ταινία και υποψηφιότητα για Όσκαρ.
Το έργο είναι κωμωδία, στην επιφάνειά του, πίσω από την επιφάνεια όμως καιροφυλακτούν όλα τα δεινά της ζωής που την κάνουν δραματική περιπέτεια που οδηγεί όμως σε αίσιο τέλος.
Αρχίζει με μια ατελείωτη πομπή απρόσωπων ανθρώπων που ανηφορίζουν στα χιονισμένα βουνά, αναζητώντας χρυσό. Ο «χρυσοθήρας» μας, έξω από το σύνολο, μόνος, αναλαμβάνει να γίνει η λεπτομέρεια αυτής της πομπής, το ένα αντί του όλου. Έτσι, σε κάθε πλάνο έχουμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τον αγώνα που κάνει ο άνθρωπος, τις θυσίες που υπομένει με τίμημα συχνά το θάνατο, την απειλή του καιρού, το φάσμα της πείνας, την ερημιά, τη μοναξιά, τον κίνδυνο, τη χλεύη. Παρόλα αυτά, ο «χρυσοθήρας», ο ασήμαντος ανθρωπάκος, δεν χάνει το θάρρος του και συνεχίζει να προσπαθεί.
Θα περπατήσει στο κακοτράχαλο τοπίο, θα συναντήσει τάφους άλλων επίδοξων που θάφτηκαν στο χιόνι, θα αντιμετωπίσει θύελλες, θα αποφύγει την πεινασμένη αρκούδα, θα καταφέρει να διεκδικήσει μια θέση στην κατερειπωμένη καλύβα, που έχει ήδη οικειοποιηθεί ένας φιλύποπτος καταζητούμενος. Στην άθλια καλύβα θα αποδείξει τα αισθήματά του απέναντι στον γιγαντιαίο συνάνθρωπο και στον σκύλο του. Θα αποδειχτεί ευρηματικός, αφού η ανάγκη θα τον κάνει να μαγειρέψει τη μπότα του συνένοικου στην καλύβα (τεράστια μπότα και όχι «μποτάκι» όπως γράφεται). Όταν θα κατεβεί στην «πόλη» στο μπαρ, θα δείξει δύναμη απέναντι στον αλαζονικό εύσωμο και θα τολμήσει να χορέψει με την όμορφη κοπέλα κάτω από το ειρωνικό βλέμμα του. Θα μετατρέψει σε παράδεισο την άχαρη καλύβα για το πρωτοχρονιάτικο ρεβεγιόν, θα αποδείξει την καλλιτεχνική του φύση, όταν με δυο πιρούνια καρφώνει δυο ψωμάκια και επινοεί μια χορογραφία πάνω στο τραπέζι.
Στις ωραίες κωμικοτραγικές σκηνές συγκαταλέγονται: ο παραλοϊσμένος συνένοικος που βλέπει τον σκύλο σαν μεζέ και τον ανθρωπάκο σαν υπερμέγεθες κοτόπουλο. Κι ο ανθρωπάκος ανησυχεί εξίσου και για τον εαυτό του και για το σκύλο. Όταν, όμως, ο παραλοϊσμένος συνέρχεται αισθάνεται δέος μπροστά στην ανθρωποφαγία, στην οποία θα μπορούσε να προβεί. Να λάβουμε υπόψη μας ότι αυτός είναι καταζητούμενος· για φόνο προφανώς. Η προσωρινή λύση βρίσκεται. Μαγειρεύεται η μπότα του συνένοικου. Ο ένας τρώει το πάνω μέρος, ο ανθρωπάκος τη σόλα με τα καρφιά που τα γλείφει σαν να είναι κοκαλάκια κοτόπουλου και στριφογυρίζει τα κορδόνια στο πιρούνι σαν να είναι μακαρόνια. Ο συνένοικος καίει στη σόμπα το χαρτί -wanted- σαν να λέει εδώ είμαι πλέον μακριά από το νόμο των ανθρώπων, στα χέρια της φύσης και του Θεού. Η τρελή χαρά του «χρυσοθήρα», όταν οι κοπέλες από το μπαρ του υπόσχονται πως θα έρθουν για ρεβεγιόν και μέσα στον ενθουσιασμό του, μόνο που δεν γκρεμίζει την καλύβα· τρέχει, πηδάει, κάνει μονόζυγο, ξηλώνει το μαξιλάρι και κολυμπάει στα πούπουλα, κυριευμένος από μιαν απέραντη ευτυχία (Εδώ ο θεατής μπορεί ίσως να βρει τον πρόγονο μιας ανάλογης σκηνής στην ταινία Μαύρα Μάτια του Νικήτα Μιχάλκοφ, όταν το ερωτευμένο ζευγάρι καταφέρνει και απομονώνεται στο κοτέτσι και την ώρα της αγκαλιάς πέφτουν σ’ ένα σύννεφο από πούπουλα). Ο χορός με την όμορφη κοπέλα μέσα στο μπαρ και μαζί ο σκύλος, δεμένος με το ίδιο σκοινί που δένει το παντελόνι που του πέφτει συνεχώς. Το ύφος του ικανοποιημένου χορευτή, το ύφος του αλαζονικού διεκδικητή της κοπέλας. Οι πόρτες που ανοίγουν και η θύελλα τον σπρώχνει μια μπρος μια πίσω, η τραμπαλιζόμενη καλύβα στην άκρη του γκρεμού, ένα τσακ πριν την καταστροφή, όλα ζυγισμένα να είναι διπλά, να γέρνουν μια από δω και μια από κει, δείχνοντας πως η ζωή είναι γεμάτη με τη θέση και την άρση. Με το ένα χέρι σε κρατάει και με το άλλο σε διώχνει.
Ευφυέστατο και ευρηματικό το τέλος που γράφεται πάνω στο πλοίο. Πλούσιος πια, αλλά με τα ρούχα της δουλειάς για μια φωτογράφηση. Η ασφάλεια του πλοίου αναζητά κάποιον λαθρεπιβάτη, η κοπέλα του μπαρ, στο πλοίο κι εκείνη, τον κρύβει, νομίζοντας πως αυτόν κυνηγούν, μέχρι να αποκαλυφθεί ποιος πραγματικά είναι τώρα. Τώρα, είναι πλούσιος, κέρδισε το στοίχημα με τη ζωή, κέρδισε και το κορίτσι. Τελικά, η ταινία αποπνέει δύναμη ψυχής, υπερηφάνεια, αξιοπρέπεια, ευγένεια, θάρρος, υπομονή, επινοητικότητα, σεβασμό προς τη ζωή και του ανθρώπου και του ζώου, αγάπη, φιλανθρωπία, ευαισθησία, καλλιτεχνία και ελπίδα.
Ο θεατής μπορεί δει τον Χρυσοθήρα σαν μια ταινία αυτοβιογραφική, αλλά και παραδειγματική. Ο Τσάπλιν προβάλλει τη χώρα που του έδωσε την ευκαιρία να κάνει καριέρα, να πλουτίσει, να ερωτευθεί, να βρει μια σπουδαία θέση στον Ήλιο, να πιάσει χρυσάφι, τελικά. Η ελπίδα, που ανατέλλει μέσα στα χιόνια, τον συνοδεύει στη βιομηχανία θεάματος στο Χόλυγουντ, στην προσωπική και επαγγελματική του ζωή. Ο μοναχικός ορειβάτης, ο μικρόσωμος παλιάτσος που είχε πείσμα και πίστη, που κοιτάζει πολύ παραπάνω από ό,τι θα περίμενε κανείς, λόγω περίστασης, πετυχαίνει. Και το μήνυμα είναι αυτό: Θαρσείν χρη. Προσπάθησε, τα καλά κόποις κτώνται. Η ταινία έχει huppy end γιατί θέλει να δώσει τους μη έχοντες, σε κάθε κατατρεγμένο, διωγμένο, άστεγο, πρόσφυγα, περιθώριο να ελπίζει. Κι επειδή, όπως είπαμε, τα πράγματα είναι διπλά, η χώρα που του προσέφερε την ευκαιρία, τον απέπεμψε από τα χώματά της το 1952, στην διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και της Μαύρης Λίστας, λόγω των πολιτικών φρονημάτων του, της ανεπτυγμένης δημοφιλίας του και των μηνυμάτων των έργων του. Ωστόσο, δεν κακοπάθησε. Έζησε το υπόλοιπο της ζωή του στην πλουσιότερη ίσως πόλη της Ελβετίας, το Βεβέ, και τελείωσε εκεί μετά από τέσσερις γάμους, άπειρες ερωμένες και μια ντουζίνα παιδιά. Ξαναταξίδεψε στην Αμερική το 1972, όταν βραβεύτηκε για την συνεισφορά του στην έβδομη Τέχνη και το 1975 ανακηρύχτηκε ιππότης από τη βασίλισσα Ελισάβετ.
*
Η μουσική της ταινίας είναι η άλλη μεγάλη πλευρά της. Πρόκειται για ένα ευφυές κολάζ από μουσικές. Άλλες συνέθεσε ο ίδιος ο Τσάπλιν, αποδεικνύοντας ότι τα σποραδικά μαθήματα βιολιού και τσέλου που πήρε στα νιάτα του δεν πήγαν χαμένα, άλλες ήταν δημοφιλή τραγούδια της εποχής («For Hes A Jolly Good Fellow», «Bonnie Banks of Loch Lomond») και άλλες αποσπάσματα από κλασικές συνθέσεις όπως το «Πέταγμα της μέλισσας» του Νικολάι Ρίμσκι – Κόρσακοφ, το βαλς από την «Ωραία κοιμωμένη» του Τσαϊκόφσκυ και η «Ρομάντσα» για πιάνο, έργο 118 αρ.5 του Μπραμς.
Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, υπό τη διεύθυνση του Στάθη Σούλη, υπογράμμιζε την εικόνα και το σημαινόμενό της, άλλοτε υποβλητική, άλλοτε ανάλαφρη ή αισιόδοξη, δίνοντας έμφαση στην εσωτερική και εξωτερική δράση των σκηνών του έργου. Ευτυχής ερμηνεία από την ΚΟΑ μιας σύνθεσης που ανέδειξε τον βαθύ προβληματισμό και τα διαχρονικά μηνύματα ενός αριστουργήματος της εβδόμης τέχνης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email