© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017

Ιταλική βραδιά στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Καλλιτεχνικές ανταποκρίσεις

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ


Οτορίνο Ρεσπίγκι, 1879-1936 (Πηγές της Ρώμης), Φραντς Λιστ, 1811- 1886 (Ισπανική Ραψωδία), Τζουζέπε Μαρτούτσι 1856-1909 (Νυχτερινό) και Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι 1840-1893 (Φραντσέσκα ντα Ρίμινι).

Αυτοί ήταν οι δημιουργοί και τα έργα που παίχτηκαν το βράδυ της Παρασκευής, 20 Οκτωβρίου 2017. Η συναυλία δόθηκε με τη συνεργασία του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου Αθηνών.

Το έργο του Ρεσπίγκι αναφέρεται σε τέσσερα σιντριβάνια. Το πρώτο ανήκει στην Ιουλία Έπαυλη, την αυγή, το δεύτερο στον Τρίτωνα, το πρωί, το τρίτο στη γνωστή σε όλους μας Φοντάνα ντι Τρέβι, το μεσημέρι και το τέταρτο στο σιντριβάνι της Βίλας των Μεδίκων, το δειλινό. Κάθε ένα και μια σημαντική στιγμή της μέρας. Η μουσική του Ρεσπίγκι, επηρεασμένη από τον γαλλικό ιμπρεσιονισμό αλλά και από την ιταλική Αναγέννηση και το Μπαρόκ, συμμετείχε στην αλλαγή των ωρών με το ανάλογο ηχόχρωμα. Η κρήνη στην Ιουλία Έπαυλη να αποπνέει κάτι το βουκολικό, οπότε ανάλογη είναι η απόδοση των ήχων· κοπάδια που περνούν και χάνονται μες στην ομίχλη. Το κόρνο φέρνει το ξύπνημα της μέρας με τους Τρίτωνες και τις Νηρηίδες στη δεύτερη κρήνη. Στη Φοντάνα ντι Τρέβι είναι ο Ποσειδώνας με τους ιππόκαμπους, τις Σειρήνες και τους Τρίτωνες που ταράζουν τα νερά, πολύ πριν ο Φεντερίκο Φελίνι βάλει την Ανίτα Έκμπεργκ να περπατήσει μέσα στα ίδια αυτά νερά, σύγχρονη νύμφη και θεά, με την πλατιά τουαλέτα και το χείμαρρο των ξανθών μαλλιών, κάνοντας πασίγνωστη την πηγή και μεγαλειώδες τουριστικό αξιοθέατο. Όμως, ενώ η ωραία πρωταγωνίστρια ανήκει στο τώρα της ταινίας- La Dolce Vita-, η πηγή, που προηγείται και έπεται αυτής, ανήκει στο διηνεκές τώρα. Τα σημαντικά έργα τέχνης δεν έχουν ηλικία και δεν πεθαίνουν ποτέ. Η πηγή ή Κρήνη των Μεδίκων επειδή, η ώρα είναι, πλέον, δειλινή, αποδίδεται μουσικά με αιθέριους ήχους, καμπανάκια, τιτιβίσματα των πουλιών και θρόισμα των φύλλων που χάνονται σιγά σιγά μέσα στο σούρουπο. Η κρήνη αυτή, σήμερα, είναι συλημένη και απογυμνωμένη από τα ωραία γλυπτά που την κοσμούσαν κάποτε και όλα έχουν μεταφερθεί στο Μουσείο. Όμως, μια άλλη, η δίδυμή της, ας πούμε, βρίσκεται στον κήπο του Λουξεμβούργου στο Παρίσι, στο παλάτι του Λουξεμβούργου που η φλωρεντινή Μαρία των Μεδίκων, μητέρα του βασιλιά Λουδοβίκου ΙΓ΄ της Γαλλίας, έχτισε για να ξεκουράζεται, το 1630. Ο επισκέπτης, που θα κοιτάξει με προσοχή την κρήνη και τον περιβάλλοντα χώρο της, θα αναγνωρίσει αυτό που λέει ο Ρεσπίγκι, βρίσκοντας το ανάλογό του σε εικόνες και χρώμα, και ας μην είναι η πηγή της Ρώμης αλλά του Παρισιού. Τα δέντρα με τη σκιά τους κάνουν τα νερά μελαγχολικά, ήρεμα και γαλήνια, αποπνέοντας όμως συγχρόνως με την ομορφιά και θλίψη.

Την περίφημη αυτή κρήνη φιλοτέχνησε ο Ωγκύστ Οτέν (Auguste OttinΠαρίσι 1811 – 1890), Γάλλος γλύπτης, εκπρόσωπος του ρομαντικού κινήματος στη Γαλλία του 19ου αιώνα. Γι’ αυτή την κρήνη, ο πολυταξιδεμένος, κοσμοπολίτης ποιητής Κώστας Ουράνης έχει γράψει ένα ωραίο δεκατετράστιχο, το οποίο ανήκει στη συλλογή Νοσταλγίες και φέρει φυσικά τον τίτλο «Fontaine de Medicis». Ο ευαίσθητος συμβολικός και νεορομαντικός ποιητής παρατηρεί ότι εκεί «είναι μαύρα τα νερά γιομάτα σάπια φύλλα / και ίσκιοι βαθυπράσινοι τα υγρά τους πέταλα γέρνουν /…/ κι είναι αγάλματα γυμνά που τα ’χει ντύσει η χλόη,’ μια ησυχία θανατερή - κι αδιάκοπα και μόνο. / μυστηριώδικων νερών τ’ αργό το μοιρολόι … / Εκεί είδα πάντα ανώνυμες και κίτρινες γυναίκες, / δίχως ζωή στα μάτια τους και δίχως ηλικία, / που άπλωναν στα γόνατα το αιώνιο κέντημά τους, / και νέους χλωμούς που κράταγαν στα χέρια τους βιβλία∙ / όμως κι αυτές δεν κένταγαν και κείνοι δε διαβάζαν, / μόνο, σκυφτοί, τ’ ακίνητα μαύρα νερά εκοιτάζαν». Ο ποιητής, επισκέπτης και παρατηρητής, κρατάει κι αυτός το δικό του βιβλίο ή το τετράδιο που γράφει το ποίημα. Ξανακοιτάζοντας τις πηγές στα χρονικά διαστήματα της ημέρας και συνυπολογίζοντας τους ήχους που επέλεξε ο Ρεσπίγκι για να τα δηλώσει, αντιλαμβανόμαστε ότι τα μέρη της σύνθεσής του αναλογούν στις ηλικίες ενός ανθρώπου, όπως γεννιέται, εξελίσσεται, θορυβεί και, τέλος, γαληνεύει. Η τελευταία κρήνη με τους ήχους που «χάνονται σιγά σιγά μέσα στο σούρουπο» με τα μελαγχολικά, ήσυχα, γαλήνια νερά αναλογεί στα «ακίνητα» και «μαύρα» νερά στο ποίημα του Ουράνη και την «νοσταλγία» του.

***

Την Ισπανική Ραψωδία του Λιστ την ακούσαμε σε μεταγραφή, για πιάνο και ορχήστρα, από τον Φερούτσιο Μπουζόνι (και έτσι εντάσσεται στην ιταλική βραδιά). Ο Λιστ εμπνεύστηκε αυτό το έργο από την Ισπανία, την οποία επισκέφτηκε το 1844-1845, όπου γνώρισε τους εγχώριους ήχους και αργότερα τους αξιοποίησε στη Ραψωδία του, σύνθεση για σόλο πιάνο στα 1858.

Αυτής της ραψωδίας η αφορμή με πήγε τριάντα χρόνια μετά τη σύνθεσή της και εκατόν τριάντα από σήμερα, όταν ο ποιητής, και συνοδοιπόρος του Κωστή Παλαμά, Γεώργιος Δροσίνης, βρέθηκε για σπουδές στα Πανεπιστήμια της Λειψίας, της Δρέσδης και του Βερολίνου, από το 1885 ως το 1888. Κατά την παραμονή του εκεί, έστελνε ανταποκρίσεις στην εφ. Ακρόπολις του Βλάση Γαβριηλίδη. Σε μία από αυτές κάνει λόγο για τον Οίκο του Λίστ στη Βαϊμάρη. Απλοποιώντας την καθαρεύουσα της εποχής μεταφέρω εδώ, εν συνόψει, πληροφορίες σχετικές με ό,τι αφορά το χώρο που έζησε και δημιούργησε ο μουσικός. Ο Δροσίνης περιεργάζεται λεπτομερώς το σπίτι, τη σκάλα, τα σαλόνια, τις βαριές κουρτίνες, τα χαλιά, τα πιάνα, το χρονόμετρο, το χρυσό καθρέφτη στον τοίχο και το αληθές ερημητήριον, τον κοιτώνα, όπου «συνελήφθησαν τα έργα που δόξασαν την ανθρωπότητα». Ακόμη είδε και θαύμασε τα δώρα των επιφανών και των ηγεμόνων, το εκμαγείο της δεξιάς χειρός του Λιστ στα 26 χρόνια του, το αγαπημένο του κλειδοκύμβαλον. Ο Ούγγρος συνθέτης είναι ο ηγεμών στη μουσική και το όργανο ο θρόνος του, γράφει ο ανταποκριτής Δροσίνης. Στη συνέχεια, στοχαζόμενος, με αφορμή τα πολύτιμα ενθύμια, τι απέμεινε από τον μεγάλο Ούγγρο μουσουργό, καταλήγει: «ούτω λήγουσι λοιπόν η ζωή, η δόξα, η τέχνη… Ματαιότης». Όμως, βγαίνοντας στο δρόμο, ήχοι πιάνου ακούγονται και από ένα παράθυρο, ένα όμορφο ξανθό κορίτσι παίζει και πάνω από το πιάνο του κρέμεται το πορτρέτο του Λιστ. Ο Δροσίνης αναγνωρίζει την Ουγγρική Ραψωδία και τότε σηκώνει με θάρρος την κεφαλή και διορθώνει την προηγούμενη σκέψη του: «όχι! η ζωή φθείρεται, η δόξα συντρίβεται, αλλ’ η Τέχνη ζη αιωνία και αθάνατος!…». Αυτή η παρατήρηση, που και πολλοί άλλοι την έχουν κάνει, φέρνει ισορροπία και παρηγορία στη ζωή.

Στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών όμως, δεν είναι η Ουγγρική αλλά η Ισπανική Ραψωδία, που, όπως είπαμε εμπνεύστηκε στη φλογερή Ισπανία δεκατέσσερα χρόνια πριν τη σύνθεσή της. Αυτής της Ραψωδίας πρώτη ακούστηκε η μελωδία La Folia, σε τρίσημο μέτρο, κάτι που είχε εμφανιστεί στην Ιβηρία στα τέλη του 16ου αιώνα και έχει επηρεάσει επίσης και τους Μπαχ Λουλλύ, Κορέλι Ραχμάνινωφ και στη συνέχεια παίχτηκε ο, επίσης, τρίσημος, αλλά γρήγορος χορός, Jota, που έρχεται από την Αραγονία και επηρέασε, πέραν του Λιστ και τον Σαιν-Σανς, Μπιζέ και Γκλίνκα.

Ακούγοντας την Ισπανική Ραψωδία δεν είναι δυνατόν να μην αισθανθούμε την Ισπανία, όσο κι αν η απόσταση του χρόνου και του τόπου μας χωρίζει από την πηγή. Γιατί το αίσθημα δεν σταματά στη μουσική, αλλά μεταπηδά σε πρόσωπα και έργα που έβαλαν τις βάσεις στην παγκόσμια Λογοτεχνία. Τέτοιος είναι ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες με τον Δον Κιχώτη του, ο Λόπε ντε Βέγκα στο θέατρο και οι ποιητές Τίρσο ντε Μολίνα , Γκόγκορα και άλλοι. Ξεπροβάλλει, εν ολίγοις, όλος ο χρυσός αιώνας της Ισπανίας, El Siglo de Oro. Και στις καστανιέτες πλέον του Λιστ, προκλητικά πετάει τα δώρα της η Κάρμεν του Ζωρζ Μπιζέ και του Προσπέρ Μεριμέ, κατεβαίνοντας από τα άγρια βουνά με τους ληστές και τους μαχαιροβγάλτες. Να την η απάντηση στο ερώτημα που έθεσε ο Δροσίνης, πριν από εκατόν τριάντα χρόνια, «τι απέμεινε από τον μεγάλο Ούγγρο μουσουργό». Τα πάντα. Η τέχνη, που είναι μακρά, και ας είναι ο βίος βραχύς.

***

Το Νυχτερινό του Μαρτούτσι. Ο Μαρτούτσι, δημιουργός με τριπλή ιδιότητα, συνθέτης, πιανίστας και αρχιμουσικός, αν και εκτιμούσε τον Βάγκνερ, στο Νυχτερινό του δεν παρουσιάζει επίδραση από τον μεγάλο Γερμανό. Ακολουθεί την παράδοση του Μπετόβεν, του Σούμαν και του Μπραμς και διατηρεί τη μελωδία, όπως την παρέλαβε από την ιταλική Σχολή. Το έργο που ακούσαμε το έγραψε αρχικά για σόλο πιάνο το 1891 και δέκα χρόνια μετά το ενορχήστρωσε. Ανήκει στα πιο προβεβλημένα έργα του, χάρη στον θρυλικό Αρτούρο Τοσκανίνι που το διηύθυνε, όπως και πολλά άλλα έργα του. Νυχτερινά έχουν γράψει πολλοί. Το Noturno, ως φόρμα, είναι μικρό σε έκταση και παίζεται στο πιάνο, έχει ρομαντικό χαρακτήρα και λόγω νυχτερινής ατμόσφαιρας προδίδει μια αίσθηση θλίψης.

Στην Ποίηση τα νυχτερινά είναι, επίσης, πολλά και όλα παρεμφερή ως προς την ατμόσφαιρα, με τη Σελήνη να κυριαρχεί κάπως περισσότερο από την αστροφεγγιά. Σ’ ένα τέτοιο νυχτερινό τοπίο, λουσμένο στο φως του φεγγαριού εμφανίζεται «η ασπροντυμένη κορασιά» ή «Φεγγαροντυμένη» του Διονυσίου Σολωμού. Παρόμοιο το τοπίο και το κλίμα και στου Ανδρέα Κάλβου τους στίχους: «Όλην την Οικουμένην / σκεπάζουν σκοτεινά, // ήσυχα, παγωμένα, /τα μεγάλα πτερά / της βαθείας νύκτας» και, τέλος (για κάτι που δεν έχει τέλος), στου Οδυσσέα Ελύτη, το έβδομο νυχτερινό επτάστιχο: «Το διάδημα του φεγγαριού στο μέτωπο της νύχτας… το μελαγχολικό / Σιωπητήριο».

***

Αν και ιταλική η βραδιά, η συμφωνική φαντασία του Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι, είναι ρωσικής προελεύσεως αλλά ιταλικής εμπνεύσεως. Η Φραντζέσκα ντα Ρίμινι, πηγάζει κατευθείαν από τον μεγάλο Δάντη Αλλιγκέρι. Στην Θεία Κωμωδία του και συγκεκριμένα στην «Κόλαση», πρωταγωνιστεί ένα ερωτικό ζευγάρι, παραδομένο στη θύελλα της τιμωρίας. Η Φραντσέσκα και ο Πάολο. Η καταδίκη τους ήταν η ίση ανταπόδοση στο μέγα αμάρτημά τους. Ερωτεύτηκαν, ενώ η Φραντσέσκα ήταν ήδη παντρεμένη με τον Μαλατέστα, μεγαλύτερο αδελφό του Πάολο. Κι όταν ο σύζυγος ανακάλυψε τη μοιχεία τους σκότωσε και τους δύο. Αυτά στα 1285. Ωστόσο, ο Δάντης πρέπει να λυπήθηκε τους δύο εραστές που δεν μπόρεσαν να χαρούν τον έρωτα τους στη ζωή, γι’ αυτό τους έβαλε μαζί για πάντα, στην κόλαση, όμως. Ωστόσο, μαζί. Ο μεγάλος ποιητής της Αναγέννησης είχε ανοιχτό μυαλό και έδειξε μεγαλοψυχία. Έτσι, με ένα σχήμα, ας το πούμε οξύμωρο ή αντινομικό, τους τιμωρεί και τους σώζει ταυτοχρόνως. Δείχνει τους νόμους που κυβερνούν τον κόσμο αλλά και τους άλλους που κυβερνούν την καρδιά των ανθρώπων, τους οποίους δεν είναι δυνατόν να τους παραβλέπουμε ή να κάνουμε πως δεν υπάρχουν.
Το επεισόδιο αυτό απέδωσαν με τον τρόπο τους πολλοί διάσημοι ζωγράφοι. Συγκλονίζει όμως το διάσημο Φιλί του μεγάλου γλύπτη Γκυστάβ Ροντέν, το πρώτο και μοναδικό φιλί που καταδίκασε τους δυο ερωτευμένους στην αιώνια κόλαση. Αυτή ήταν η μοιχεία που είχε διαπραχθεί. Σε μια προέκταση του συμβολισμού, λένε πως πρόκειται για το απελπισμένο «φιλί» του Ροντέν με την τραγικά ερωτευμένη μαζί του, μέχρι τρέλας κυριολεκτικής, Καμίλ Κλωντέλ.

Ο Τσαϊκόφσκι αξιοποίησε, μουσικά, το επεισόδιο αυτό της «Κόλασης» για να εκφράσει τα δικά του ψυχικά «δαιμόνια». Με τη Συμφωνική Φαντασία του έδωσε καλλιτεχνική υπόσταση στα δικά του πάθη και στη δική του κόλαση. Για να το φτάσουμε παραπέρα, υπάρχει μια εξαιρετική ταινία του Άγγλου δημιουργού Ρόλαντ Τζόφι με τον τίτλο Mission. Η Αποστολή (1986), όπου μια παρόμοια Φραντσέσκα ερωτεύεται τον νεαρό αδελφό του δουλέμπορου συζύγου της, κι όταν εκείνος το ανακαλύπτει σκοτώνει τον μικρό σε μονομαχία. Η συνέχεια είναι οι τύψεις και η αφιέρωση της ζωής του φονιά αδελφού σε μια Ιεραποστολή στα βουνά των ιθαγενών, τους οποίους προσπαθεί να εκχριστιανίσει, σαν να είναι η δική του εξιλέωση ο αγώνας για τη διάσωση της πρωτόγονης ζωής, κόντρα στα συμφέροντα των δουλεμπόρων αποικιοκρατών. 

Συνεξετάζοντας τα ανωτέρω βλέπουμε την ανταπόκριση των τεχνών σαν μεταγραφή της μίας στην άλλη, όπου τα αισθητήρια όργανα και ο νους συμμετέχουν στη μέθεξη της μουσικής και της φιλοσοφίας, με την έννοια που έδιναν οι Αρχαίοι μας και στη μία και στην άλλη. 

Στο πιάνο του Μεγάρου κάθισε ο διακεκριμένος Ιταλός πιανίστας Φραντσέσκο Νικολόζι και την Κρατική μας Ορχήστρα διηύθυνε ο πολλά υποσχόμενος μαέστρος Γεώργιος Μπαλατσινός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email