© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

«Ζ’bυθέρα, κ’bάρι, λ᾿ νέ....». Λέξεις ιερές, αλλά κι έτοιμες να ξεχαστούν

Γράφει ο π. Κων. Ν. Καλλιανός
Στὶς ἀξ. κυρίες Ἀνθούλα Δανιὴλ καὶ Μαρία Κοτοπούλη, εὐχετήριο γιὰ εὐλογημένο καλοκαίρι

Εἶναι γνωστὸ πιά, ὅτι ἡ σύγχρονη ζωή μας ἔχει σφραγιστεῖ πολὺ καλὰ ἀπὸ τὴν ἀπαίτηση τῆς «προόδου» γιὰ ἀποταγὴ τοῦ παραδοσιακοῦ τρόπου βιοτῆς καὶ συμπεριφορᾶς. Γιατὶ μονάχα ἔτσι θὰ μπορέσουμε νὰ καταλάβουμε πὼς εἴμαστε πιὸ προοδευτικοί, σύγχρονοι, <τὸ κοινῶς λεγόμενο in>, μοντέρνοι καί, φυσικά, «πολιτισμένοι».
Συνάμα, μὲ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ τρόπου ζωῆς καὶ τὴν ἀποδοχὴ κάθε συγχρόνου σχήματος ποὺ μᾶς σερβίρεται, ἀπωλέσαμε τὸ μεγαλεῖο τῆς ἁπλότητας καὶ τῆς γνησιότητας, ἀφοῦ παραγεμίσαμε τὰ σπίτια καὶ τὶς ψυχές μας ἀπὸ πολλά. Ὅπως κάθε εἴδους ἠλεκτρικὲς καὶ ἠλεκτρονικὲς συσκευές, ρουχισμό, ἀκριβὰ ἔπιπλα καὶ τεράστια (κι ἄχρηστα ἐν πολλοῖς) δωμάτια σὲ ἐξίσου πολυώροφα καὶ μεγάλα οἰκήματα. Ἀντίθετα μὲ αὐτὸ ποὺ ἔζησαν οἱ πατέρες μας καὶ συμπυκνώνονταν στὴ γνωστὴ παροιμία: «Σπίτι ὅσο νὰ χωρᾶς καὶ χτῆμα ὅσο θωρᾶς». Ποὺ σήμαινε ὅτι τὸ σπίτι εἶναι γιὰ ἀνάπαυση καὶ ἀνασυγκρότηση καὶ τὸ (ὅποιο χτῆμα) γιὰ ἐργασία, ἀπασχόληση, φροντίδα καί βιοπορισμό.
Κι ὕστερα, λοιπόν, ἀφοῦ ἀποχαιρετήσαμε τὸν παλιό, παραδοσιακὸ τρόπο ζωῆς μὲ ὅλα του τὰ γνωστὰ καὶ ἄγνωστα, ἀποφασίσαμε νὰ γίνουμε ἄνθρωποι τοῦ καιροῦ μας. Χωρὶς νὰ κρατήσουμε κάποιες ἀξίες ἀπὸ κεῖνες ποὺ κληρονομήσαμε π. χ. τὸν σεβασμὸ στοὺς ἡλικιωμένους καί, ἀσφαλῶς, πιὸ σοφοὺς ἀπὸ ἐμᾶς.
Ἔτσι μπάσαμε στὸ σπίτι μας συνήθεις ξένες, ὅπως νὰ «τιμοῦμε» τὴ γιορτὴ τῆς γυναίκας, ὄχι ὅπως μᾶς τὴν προβάλλει ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν Ἀναστάσιμη χαρὰ κι εὐλογία τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων, τῶν γυναικῶν, δηλαδή, ἐκείνων ποὺ τόλμησαν νὰ ἐπισκεφτοῦν τὸ Κενὸ Μνημεῖο καὶ νὰ γίνουν Κήρυκες τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ τότε ποὺ θὰ ἐπιτάξει τὸ συστημα. Τὸ ὁποῖο καὶ τυφλοῖς ὄμμασι ἀκολουθοῦμε... Ὅπως ἐπίσης μὲ τὴ γιορτὴ τῆς μητέρας, ποὺ δὲ σεβόμαστε, τὴ μοναδική μας Μητέρα, τὴν Παναγία κι ἔτσι, μήτε τὴ δεύτερη ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων ποὺ τιμᾶται, μήτε τῆς Ὑπαπαντῆς, ὅπου μὲ τρυφερότητα ἡ ἴδια ἡ Παναγία Μητέρα ἐκκλησιάζει, μὲ ὄλη τὴν ἀθωότητα ποὺ Τὴν διακατέχει, Αὐτόν, τὸν «πάλαι συλλαλήσα[ντα] τῷ Μωσῇ»... Οἰκειοποιηθήκαμε, λοιπόν, καὶ τὴν «ἐμπορικὴ» γιορτὴ τῆς μητέρας, τοῦ πατέρα καὶ ξέρω ἐγὼ τὶ ἄλλων, ποὺ δὲν ἔχουν μήτε νόημα, μήτε καὶ θεμέλια. Τοὐλαχιστον στὰ δικά μας τὰ χώματα.
Κι ὕστερα, ἀφοῦ καταλάβαμε πὼς ἀπελευθερωθήκαμε ἀπὸ τὰ στερεότυπα τοῦ παρελθόντος, στραφήκαμε στὴ Γλώσσα μας, τὸ μεγιστο θαῦμα τοῦ Ἕλληνος λογου κι ἀρχίσαμε σιγά-σιγὰ νὰ τὴν ἀκρωτηριάζουμε, περιφρονώντας ἔτσι τὶς ρίζες καὶ τὶς καταβολές μας. Ἀκρωτηριάσαμε, λοιπόν, τὰ Ἀρχαῖα Ἑλληνικά, ἀργότερα τὴ λόγια γλώσσα, γιὰ νὰ φτάσουμε στὴν ἁπλοποίησή της, μὲ τὴν κατάργηση τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας καὶ φυσικὰ τῶν τόνων καὶ τῶν πνευματων: τῶν ἀσκήσεων δηλαδή, ποὺ ἀπὸ τὴ μιὰ στόλιζαν τὶς λέξεις κι ἀπὸ τὴν ἄλλη ὄξυναν τὸ νοῦ, ὥστε νὰ γραφει σωστὰ καὶ πειθαρχημένα. Ἔτσι οἰκειοποιηθκαμε ἄλλους τρόπους γραφῆς, π. χ. τὰ λεγόμενα greeklish, λησμονήσαμε τὶς Ἑλληνικὲς τὶς λέξεις καὶ τὶς ἀντικαταστήσαμε μὲ ξένες ( π. χ. ἀντὶ παντοπωλεῖον λέμε πιὰ σούπερ μάρκετ ἤ μίνι μάρκετ, ἀντὶ γιὰ ἀναψυκτήριο στὴν ἀκρογιαλιὰ λέμε «μπήτς μπάρ», κ. ἄ. ἀκόμη).
Μαζύ, λοιπόν, μὲ τὰ παραπάνω ἀρχίσαμε σταδιακὰ νὰ λησμονοῦμε ἤ νὰ περιφρονοῦμε καὶ παραδοσιακοὺς τρόπους προσφωνήσεως συγγενικῶν μας προσώπων. Ἔτσι, τὸ κουμπάρος, νονός ( λ᾿ νός), συμπέθερος, ἑξαδελφος ( ἀξαδιρφους), μπάρμπας, θειά, κ. ἄ. πολλά, ὅλο καὶ λησμονοῦνται.
Τώρα πιὰ ὁ ἕνας συμπέθερος καλεῖ τὸν ἄλλο μὲ τὸ μικρό του ὄνομα, τὸ ἴδιο καὶ οἱ συμπεθερες. Ἐπίσης ἡ νυφη δὲν ὀνομάζει τοὺς γονεῖς τοῦ συζύγου της πατέρα καὶ μάνα, ἀλλὰ μὲ τὰ... μικρά τους ὀνόματα, λὲς καὶ πήγαιναν μαζὺ στὸ Σχολεῖο. Φυσικὰ ἡ «κουμπαριὰ» κι αὐτὴ ξεχνιέται, ἐνῶ παλιοτερα κουμπάρο ( g’ bάρου) προσφωνοῦσαν αὐτὸν ποὺ στεφανωνε τὸ ἀνδρόγυνο ἤ βάφτιζε κάποιο παιδί, ὅλο σχεδὸν τὸ σόϊ τοῦ γαμπροῦ καὶ τῆς νύφης.
Φυσικά, θὰ διερωτηθεῖ κάποιος, ὅλ᾿ αὐτὰ μήπως ἦταν ἁπλῶς ὀνομασίες χωρὶς νόημα ἤ καὶ κάποιο εἰδικὸ βάρος; Δηλαδή, μήπως πίσω ἀπὸ τὶς ὅποιες προσφωνήσεις κρύβονταν μιὰ ὑποκρισία καὶ τίποτε περισσότερο; Κι ὅμως, ὄχι. Γιατὶ μπορεῖ νὰ ὑπῆρχαν ἐξαιρέσεις, ὅμως ὁ κανόνας ἦταν ἕνας: νὰ τιμῶνται πάντα αὐτὰ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται πλέον συγγενικά. Καί, μάλιστα, πρέπει νὰ τονιστεῖ πὼς ἦταν καὶ τὰ πρόσωπα ποὺ ἀπάρτιζαν τὸν εὐρύτερο κύκλο τῆς οἰκογένειας. Κάτι ποὺ σήμαινε πολλά, ὅπως π. χ τὴ συνδομὴ στὶς χαρὲς καὶ στὰ ἀνεπαντεχα τοῦ βίου, «γιαρτίμ» σὲ ὧρες καὶ μέρες αἰχμῆς κατὰ τὴ συλλογὴ τοῦ μαξουλιοῦ (βλ. δαμάσκηνο, ἀμύγδαλο, ἐλιές). Ἔτσι ἡ περιζήτητη (κάποτε) φράση «ἀρὴ, ἤρθαμι νὰ σᾶς γιαρτινέψουμι...» ἀποτελοῦσε τὸ κλειδί, ὥστε οἱ σχέσεις τῶν ἀνθρώπων νὰ γίνονται ὅλο καὶ πιὸ οἰκεῖες κι ἀνθρώπινες. Παραλληλα δὲ νὰ ἀναπτύσσεται κι ἡ (χαμένη σήμερα) ἐπικοινωνία.
Γιὰ νὰ γίνει δὲ πιὸ κατανοητὸς ὁ λόγος μου, καταφεύγω στὸν ἀξεπέραστο Παπαδιαμάντη, ὁ ὁποῖος μὲ τὰ ὅσα λέει ἀσφαλῶς καὶ πιστοποιεῖ τὰ προαναφερόμενα, δίνοντας συναμα μάθημα στοὺς Νεοέλληνες νὰ ἐπανευαγγελιστοῦν στὴν ἀξιοπρέπεια καὶ τὸν σεβασμὸ ποὺ περιέχουν οἱ ἐπωνυμίες. Οἱ ὁποῖες, σημειωθήτω, δὲν εὐφευρέθηκαν χωρὶς καμμιὰ σημασία. Τὴ Γλώσσα μας τιμοῦν...
«Γειά μας! καλὴ γειά! διάφορο! καλὴ καρδιά! Παπά μ᾽, νὰ χαίρεσαι τὸ πετραχήλι σ᾽! Παπαδιά, νὰ χαίρεσαι τὸν παπά σ᾽ καὶ τὰ παιδάκια σ᾽! Ξάδερφε Θοδωρή! νὰ ζήσῃς, νὰ τς χαίρεσαι! Κουμπάρε Παναγιώτη! ὅπως ἔτρεξες μὲ τὸ λάδ᾽ νὰ τρέξῃς καὶ μὲ τὸ κλῆμα! Συμπεθέρα Κρατήρα! Νὰ χαίρεσαι, μ᾽ ἕναν καλὸν γαμπρό! Ἀνιψιὲ Γιώργη! Τίμια στέφανα! στὸ γάμο σας νὰ χαροῦμε. Κουμπάρα Κυπαρισσού! μὲ μιὰ καλὴ νύφη, νὰ ζήσῃς, νὰ χαρῇς! ἐβίβα ὅλοι! Τέ-περ-τε*! Πάντα χαρούμενοι! Στὴν ὑγειά σας! Σμπεθέρα Ξαθή! καλὴ λευθεριά! Στὴν ὑγειά σας! Πάντα χαρούμενοι! Πάντα μὲ τὸ καλό!» ( Ἀπὸ τὸ διήγημα, «Ἐξοχικὴ λαμπρή)
*************
«―Γεννήσατε;
― Σπαργανίσαμε*, συντέκνισσα*.
Ἦτον γυνὴ ἀπ᾽ τὰ βουνά, σύζυγος ποιμένος, τοῦ Θοδωρῆ τοῦ Τσολοβίκου, ἀπὸ ἐκείνας τὰς ἀρχαϊκάς ― τὶς πρωτινὲς ἢ παλαιινές, καθὼς τὰς ἔλεγαν. Εἶχε ζήσει εἰς τὰ ἥμερα βουνὰ τὰ ἐγγὺς τῆς πολίχνης, ὅπου ὁ παρείσακτος νεωτερισμὸς ἀκόμη δὲν εἶχε ποδάρια διὰ ν᾽ ἀναρριχηθῇ, ὠνόμαζε τὸ πιᾶτο πινάκι, τὴν σουπιέρα λοπάδα, τὸ μπαρμπούνι τριγλί, τὸ τσεκούρι ἀξινάρι, τὴν πουλάδα νοσσίδα, καὶ τὴν κουμπάρα, εἰς τὴν ὁποίαν ὡμίλει, τὴν προσηγόρευε «συντέκνισσα». Πλὴν τούτων, εἶχεν ἄλλας τινὰς ἀφελεῖς λεπτότητας καὶ εὐφημισμοὺς εἰς τὴν γλῶσσαν, καὶ τὸν τοκετὸν τὸν ἀπεκάλει «σπαργάνισμα» . (Ἀπὸ τὸ διήγημα «Ἡ Συντέκνισσα».
Κλείνοντας, θὰ ἤθελα νὰ θυμίσω κάτι ποὺ ἔχω ξαναγράψει ἀλλοῦ, γιατὶ τὸ θεωρῶ ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον κορυφαῖα μαθήματα ποὺ δέχτηκα στὰ μαθητικά μου τὰ χρόνια.
Ἦταν κοντὰ στὸ καλοκαίρι καὶ μέσα στὸ δωμάτιο μιᾶς κλινικῆς στὸ Βόλο, ποὺ νοσηλευόταν ἡ συγχωρεμένη ἡ γιαγιά μου, ἐπίσης νοσηλευόταν μιὰ γιαγιὰ ἀπὸ τὴν Ἁλόννησο, τὰ γνωστὰ Λιαδρόμια.
Ἡ γιαγιά μου ἦταν μικρότερη στὰ χρόνια ἀπὸ τὴ γιαγιὰ τὴ Λιαδρομίτισσα κι ὅμως, ὅταν συζητοῦσαν ἐκείνη ἀποκαλοῦσε τὴ μικρότερή της συνασθενὴ «θειά».
Ἀπόρησε, λοιπόν, ἡ γιαγιά μου καὶ τὴ ρώτησε γιατὶ τὴν προσφωνεῖ ἔτσι, ἀφοῦ εἶναι μεγαλύτερή της; Κι ἐκείνη σοφὰ ἀπάντησε, «Ἀγάπη᾿ μ᾿ d’ γλώσσα μ᾿ τιμάου».
Ἀλήθεια, θέλει καὶ συνέχεια ο λόγος;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email