© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

Για το έργο της Μέλπως Αξιώτη “Η Κάδμω” (Φιλολογική Επιμέλεια - Επίμετρο - Σχόλια: Μαρία Κακαβούλια, εκδ. Κέδρος 2015)

Γράφει η Δρ ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ 

Η Κάδμω είναι το τελευταίο έργο της Μέλπως Αξιώτη, αυτοβιογραφικό, συγκλονιστικό ανάγνωσμα, ένα δύσκολο οδοιπορικό, βαθιά στοχαστικό, εξομολογητικό, παραπονεμένο, κύκνειο άσμα, γραμμένο το 1972. Η Αξιώτη ήταν από μάνα και πατέρα αρχόντισσα. Ο πατέρας Μυκονιάτης, η μητέρα Αθηναία. Ο προπάππος της Φιλικός, ο παππούς της είχε μεταφράσει ρώσους λογοτέχνες. Από αυτόν αγάπησε τη Ρωσία. Έζησε στη Μύκονο, σπούδασε, μετοίκισε στην Αθήνα, παντρεύτηκε, χώρισε, εντάχτηκε στο ΕΑΜ, ταξίδεψε στο εξωτερικό, όπου γνώρισε σημαντικούς ανθρώπους, έζησε ζωή ταραγμένη, όπως ταραγμένη ήταν και η εποχή της και οι αγώνες στους οποίους πήρε μέρος, εννοώντας τη συμμετοχή της απαραίτητη για την αποκατάσταση της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Η ηρωίδα έχει το όνομα του Κάδμου, του περιπλανώμενου βασιλιά της Θήβας, όπως ήταν και η ίδια η Μέλπω. Η υποχρεωτική εξορία της. Η απέλασή της από τη Γαλλία, η ζωή στο Ανατολικό Βερολίνο και στις άλλες χώρες του Ανατολικού Μπλοκ, στους τόπους που οι ιδανικοί εραστές νόμισαν ότι επικρατούσε ο επί γης παράδεισος ήταν μια διάψευση μαζί με όλες τις άλλες που μπορεί να περιλαμβάνει η ζωή ενός ανθρώπου. Έζησε λοιπόν, εκεί, και αισθανόταν άχρηστη όπως και ο άλλος ο σύντροφος από την Ισπανία, ο πρώτος γραμματέας του κόμματος και τώρα πια παντελώς ανώνυμος. Το 1964 της επετράπη να επιστρέψει στην Ελλάδα, όπου τη δύσκολη εξορία ακολούθησε η δύσκολη προσαρμογή στα ελληνικά πράγματα. Τα πάντα έχουν αλλάξει, οι φίλοι έχουν αλλάξει και τα πράγματα είναι πια φθαρμένα και εγκαταλελειμμένα. Το χειρότερο από όλα είναι η αλλαγή του σαρκίου που υποφέρει από προϊούσα αμνησία και σωματική καχεξία.
Και τα δύο αυτά δεινά, η σωματική καχεξία και η αμνησία, είναι πανταχού παρόντα στην Κάδμω. Και εκείνο το «ου γαρ έρχεται μόνον» κάνει την εμφάνισή του στις λέξεις, όταν γράφει και διαπιστώνει «Πόσες λέξεις έπεσαν σε αχρησία». Όταν «σε κάθε βιβλίο, σε κάθε έργο αφήνεις λίγο από το αίμα σου». Στο σώμα: «Οι φλέβες στραγγίζουν. Γερνάς», «ένα ένα τα όργανά σου σ’ αφήνουν, σ’ αποχαιρετούν», «πέφτουν τα μαλλιά, τα δόντια, τρέμουν τα πόδια. Παλεύει το σώμα, αντιστέκεται», «είσαι μια κλεψύδρα που αδειάζει», «κάτι σκούρες κουκίδες στα χέρια… ένας πλισές στο λαιμό». Και οι μνήμες εφορμούν και αυτές αποσπασματικές. Η ζωή της γεμάτη δρόμους: στην Αριστοτέλους που δοκίμασε την πρώτη γραφή. Στην Τιμολέοντος, όπου πέθανε η φίλη της. Στην Κεφαλληνίας, όταν ξέσπασε ο πόλεμος. Στην Γκουφιέ, εκείνη κάτω και η Μάρω, που εκτελέστηκε στην Καισαριανή, από πάνω. Ο άνθρωπος είναι μικρός, μεγάλα είναι μόνο τα έργα του, λέει. Πρόσωπα κατοικούν τη μνήμη της, αποσπασματικές εικόνες, πράγματα που αντιστάθηκαν στη λήθη. Την καταθλίβει η ιδέα που ο άνθρωπος, κάποια ώρα, γίνεται αντικείμενο, λέει, και η μνήμη της χάνεται στα εργαστήρια των ναζί, όπου έφτιαχναν τέτοια «αντικείμενα» ή στα ζώα που θυσιάστηκαν για να γίνει το δέρμα τους αντικείμενα. Όλα περνούν από το μυαλό της, όπως και εκείνος ο στίχος του Σεφέρη «Στο περιγιάλι το κρυφό κι άσπρο σαν περιστέρι» και η Λουκία (εξαδέλφη της, για την οποία λέγεται πως γράφτηκε το ποίημα) είναι τώρα πια χώμα και σκόνη. Αυτή η θλιβερή κατάληξη ενός λαμπρού ανθρώπου, όποιου ανθρώπου, στο μηδέν και στο τίποτα, την απελπίζει.
Η Αξιώτη λογοτεχνικά ακολουθεί μια τεχνοτροπία που έχει ήδη αναπτυχθεί από τον 19ο αιώνα. Η Μαρία Κακαβούλια, που έχει την επιμέλεια του έργου και το σχολιασμό του, επισημαίνει πως παρόμοιο έργο είναι το «Ολόγυρα στη λίμνη» (1892) του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, καθώς και ο μονόλογος της Φράου Άννας στη Λέσχη του Στρατή Τσίρκα. Η μελετήτρια ασχολείται εκτενώς με τη δευτεροπρόσωπη αφήγηση, αναφερόμενη σε έργα παρόμοιας τεχνοτροπίας. Ο λογοτεχνικός μοντερνισμός της Αξιώτη, σε δεύτερο πρόσωπο, διοχετεύτηκε στον εσωτερικό δραματικό μονόλογο, βασανιστικό και αποσπασματικό απευθυνόμενο στον εαυτό της. Τον εαυτό της έχει απέναντι και συνδιαλέγεται μαζί του, σαν να είναι άλλος, αξιοποιώντας όλους τους αφηγηματικούς ρόλους, Είναι λόγος προφορικός, γραπτά διατυπωμένος, στον οποίο συχνά έχει επέμβει με ποικίλες διαγραφές, απαλείψεις και διορθώσεις. Κάπου κάπου, βέβαια, χρησιμοποιεί και το τρίτο ενικό ή πρώτο πληθυντικό πρόσωπο.
Σ’ αυτού του είδους την αφήγηση, οι κουβέντες της συγγραφέως είναι σκόρπιες, δείχνουν ότι δεν έχουν συνοχή και συνάφεια, κι όμως στο βάθος ο συνειρμός λειτουργεί σωστά. Διολισθαίνει σε όλες τις βαθμίδες του παρελθόντος, πετάει και φεύγει, για να επανέλθει, στο παρόν με ανανεωμένη τη μνήμη- «Σήμερα ήρθε το παρελθόν να σε συναντήσει»- επανέρχεται στα ίδια θέματα, συχνά με την ίδια διατύπωση. Γιατί η Κάδμω προσπαθεί με θραύσματα της μνήμης να ανασυστήσει το καταρρέον οικοδόμημα της ύπαρξής της. Της ύπαρξης ως σώμα και της ύπαρξης ως μυαλό. Περιπλανώμενη, βασανισμένη, μόνη, γερασμένη από την ξενιτιά και τη μοναξιά, χωρίς οικογένεια, χωρίς δικούς της ανθρώπους γύρω της, αισθάνεται την ψυχή της να στεγνώνει, απελπίζεται και έχει αυτοκτονικές τάσεις. Με αφετηρία τις Δύσκολες Νύχτες και το Θέλετε να χορέψομε Μαρία η ζωή της ξεκινούσε με όνειρα, αλλά οι περιπέτειες ανέτρεψαν αυτό που οι πολλοί θα θεωρούσαν φυσιολογική ζωή. Γιατί η ζωή που η ίδια επέλεξε επέβαλε τις δικές της πολιτικές και κοινωνικές ανατροπές και το ρεύμα υπήρξε ανώμαλο. Έτσι μετά την περιπλάνηση στις χώρες του «ονείρου» και των ψευδαισθήσεων το κορίτσι που άνοιγε φτερά επέστρεψε ως Κάδμω με κομμένα φτερά. Όμως η Κάδμω, δεν το βάζει κάτω. Αγωνίζεται ταυτίζεται με τα βιβλία της. Η Κάδμω, γράφει η Κακαβούλια, ταυτίζεται με τα βιβλία της. Ζωή, συγγραφή και έρωτας είναι ισοδύναμα μεγέθη.
Το βιβλίο, πέρα από το πεζογράφημα και την λεπτομερώς επιστημονικά τεκμηριωμένη μελέτη για την Κάδμω, περιέχει και το εξαιρετικό ως αφήγημα βιογραφικό της λογοτέχνιδας, η οποία «μας άφησε ένα έργο που συγκαταλέγεται στα κορυφαία της νεοελληνικής λογοτεχνίας». Πολύ ωραίο και το εξώφυλλο, η Κάδμω με τη βαλίτσα της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email