© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΟΙ ΣΤΕΡΝΕΣ ΟΙ ΤΗΓΑΝΙΤΕΣ...

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος φτάσει σὲ μιὰν ἡλικία προχωρημένη, δηλαδή περάσει τὸ φράγμα τῶν πενήντα-ἑξήντα χρόνων, τότε ὁ Θεὸς τοῦ χαρίζει τὸ μεγάλο τὸ προνόμιο τῆς ἀναπόλησης καὶ τῆς νοσταλγίας. Γιατὶ μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο ἐπιστρέφει. Ἐπιστρέφει ἐκεῖ ποὺ ἔζησε, ἐπισκέπτεται χώρους ποὺ λησμονήθηκαν σήμερα, ὅπως εἶναι οἱ παλιὲς γειτονιὲς καὶ τὰ ἐρειπωμένα ἤ ἐξαφανισμένα σπίτια καὶ ἀναπολεῖ μὲ συγκίνηση ἁπλὲς συνήθειες καὶ ἀνθρώπους σεμνοὺς καὶ σιωπηλούς. Τοὺς δικούς του ἀνθρώπους, μὲ τοὺς ὁποίους ἔζησε χρόνια φωτεινά.
          Μπορεῖ νὰ ἦταν δύσκολα, μίζερα καὶ καχεκτικὰ χρόνια. Ὅμως, μὲ τὴ χρονικὴ ἀπόσταση ποὺ τὰ σημαδεύει, σήμερα φαίνονται τόσο τρυφερά, στοργικά καὶ χαρισματικά. Ἴσως γιατὶ ἦταν χωνεμένα στὴν ἁπλότητα καὶ τὴν καλωσύνη ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων. Τῶν ἀνθρώπων ποὺ σὲ ἀνάθρεψαν, σὲ στύλωσαν, σοῦ χάρισαν κομμάτια τῆς ψυχῆς τους καὶ θυσίασαν τὸν ἑαυτό τους, καθὼς σοῦ προσφέρανε ἕνα παραπάνω σκαλοπάτι ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ στέκονταν, γιὰ νὰ φανεῖς στὸν κόσμο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ σήμερα, καθὼς τοὺς ἀναπολεῖς μέσα στὸ σύθαμπο τῆς συγκίνησης ποὺ ἀνεβαίνει μέσα σου, τοὺς εὐγνωμονεῖς. Τοὺς εὐγνωμονεῖς γιὰ πάρα πολλά. Ὅπως γιὰ κάποια ἁπλᾶ, συνηθισμένα καὶ λιτὰ πράγματα ποὺ τἂ θυμᾶσαι ἀκόμα... Ὅπως τὶς τηγανίτες ἐκεῖνα τὰ παγωμένα χειμωνιάτικα πρωϊνά.
Ἀπὸ τὶς εὐλογημένες συνήθειες τῆς κάθε παλιᾶς νοικοκυρᾶς ἦταν κι ἡ ἑτοιμασία τοῦ χυλοῦ («τοῦ λάμα» δηλ.) μὲ νερὸ, ἀλεύρι κι λάτι, γιὰ νὰ κάμουν τὶς τηγανίτες. Γιατὶ τὸ καλοῦσαν οἱ κρύες μέρες τοῦ χειμώνα, ἰδιαίτερα ὅταν τὸ χιόνι ἔκλεινε τοὺς ἀνθρώπους στὰ σπίτια τους. Ἔτσι, εὐκαιρία ἦταν νὰ τηγανίσουν τὶς εὔγευστες ἐκεῖνες λιχουδιές, ποὺ τὶς τρώγανε μὲ μπόλικο πετιμέζι καὶ πασπαλισμένες μὲ κανέλλα.
Ἑτοιμάζανε, λοιπόν, τὸ «λάμα» καὶ μετά, ἀφοῦ καίγονταν τὸ λάδι στὸ τηγάνι, ποὺ ἦταν βαλμένο πάνω στὴν τσιροτιά, στὸ τζάκι, ἔπαιρναν τὸ «λάμα»μὲ ἕνα κουτάλι καὶ τὸ ρίχνανε στὸ τηγάνι. Μὲ προσοχὴ γυρίζανε τὸ κάθε κομμάτι ποὺ τηγανιζόταν, μέχρι νὰ «ροϊδίσει», νὰ ξεροτηγανιστεῖ. Στὸ τέλος ρίχνανε καὶ τὸ ὑπόλοιπο τοῦ χυλοῦ στὸ τηγάνι κάνοντας μιὰ μεγαλη τηγανίτα, τὴν ὁποία συνήθως τρώγανε μὲ ἐλιές ἀργότερα, κοντὰ μὲ τὸ μεσημεριανὸ τὸ φαΐ.
Τὶς ἄλλες, τὶς μικρὲς τηγανίτες, ἀφοῦ τὶς συγκέντρωναν, τὶς μοίραζαν ὅλοι γύρω-γύρω στὴν οἰκογένεια ἤ καὶ σὲ γειτόνους, ποὺ τοὺς καλοῦσαν νὰ γευτοῦν αὐτὸ τὸ ὑπέροχο κι ἁγνὸ γλύκισμα. Μάλιστα οἱ ἄντρες πίνανε καὶ λίγο ρακὶ νὰ πάει ἡ «λαδιὰ» κάτω, ὅπως λέγανε. Φυσικὰ πρέπει νὰ θυμίσουμε πὼς ἦταν σχεδὸν ἀνέξοδο τὸ γλύκισμα αὐτό, ἀφοῦ ὅλα τότε τὰ ἀγαθὰ ἦταν τοῦ σπιτιοῦ, δηλαδή καὶ τὸ ἀλεύρι καὶ τὸ λάδι καὶ τὸ πετιμέζι, ἀλλὰ καὶ τὸ ρακί. Καταλαβαίνουμε δὲ ὅτι γιὰ καύσιμη ὕλη εἶχαν τὰ ξύλα, ποὺ καίγανε στὴν παραστιά, ὄχι μονάχα γιὰ μαγείρεμα, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ ζεσταθοῦνε κιόλας.
Εὐωδίαζε τὸ χωριὸ τότε ἀπὸ τὸ φρεσκοτηγανισμένο λάδι, ποὺ ἀνέβαινε ἀπὸ τὶς καμινάδες τῶν σπιτιῶν. Εὐωδίαζαν καὶ τὰ φτωχικὰ τὰ σπίτια ἀπὸ τὶς ξεροψημένες τηγανίτες, τὸ ἀρωματισμένο περιμέζι, ἀλλὰ καὶ τὸ φασκόμηλο ποὺ ἔβραζε μέσα στὴν παραστιά.
Κάποτε ὅμως τέλειωσε καὶ τὸ στερνὸ τ᾿ ἀλεύρι καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτὸ καὶ τὸ εὐωδιαστὸ τὸ πετιμέζι. Ἡ παραστιὰ ἔσβυσε, πετάχτηκε τὸ παλιό, τὸ μαυρισμένο τὸ τηγάνι καὶ μαζί μὲ ὅλα αὐτὰ ἔπαψαν νὰ γίνονται ἐκεῖνες οἱ εὐωδιαστὲς οἰ τηγανίτες, ἡ χαρὰ τῶν παιδιῶν , ἀλλὰ καὶ τῶν μεγάλων...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email