© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ ΟΙ ΓΡΑΦΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΥΤΙΜΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

«π᾿ κε  γείτων Σκόπελος μ λην τν  μπελοφύτευτον περιοχν το Δήμου Γλώσσης...» Αλ. Μωραϊτίδης



Στν  λόγιο τς Γλώσσας, κα χι μόνο, τν κπαιδευτικ κ. Βασίλειο Λαρυγγάκη, πο ζησε τὴν δόξα κα τ μαρασμ τς γροτικς καλλιέργειας το χωριο του κι χι μόνο... 
 Τς «κουρκοτες» θυμήθηκα κι ς εναι κόμα «σένιο» τ καλοκαιριν τ τοπίο, πο μ θεριν  νεμελι πλώνεται πάνω τ νησί. «Τσ’κουρκούτις», πως τς λέγανε ο παλιοί, κενοι ο νοικοκυραοι δηλαδή, πο λόχρονα φροντίζανε τ᾿ μπέλια τους γι ν φτάσουν ατς ο ερς το τρυγητ ο μέρες, στε ν σηκωθε καρπς π τ κλήματα, ν συγγεντρωθε κα ν πάει στερα γι ν πατηθε, ν γίνει μοστος, ν γίνει «κουρκούτ», ν γίνει κρασί, ν γίνει «λάγγιρους». Φυσικ χι τσι πλ, γιατ τ καθ᾿ να π τ παραπάνω παιτοσε μαστορι κα προπάντων πομονή. 
Μ πόση καλ θέληση, λοιπόν, κα γι τ καλ τοίμαζαν ο παλις νοικοκυρς «τσ’κουρκούτις». Πο γι ν γίνουν χρειάζονταν μεγάλος γώνας κα κούραση. Γιατ δν πρχαν τότε τ μέσα πο διαθέτουν ο σημερινς νοικοκυρές. τσι πρεπε πρτα-πρτα ν φτιάξουν τν «καταστατό», τ νισεστ δηλαδή, π μουσκεμένο σιτάρι κα μάλιστα «σιδηρόσταρου». Μετ τ τοιμάσουν «τ᾿ γγειά», δηλαδή τ καζάνια-μικρ κα μεγάλα- τ᾿ λέμια (γι ν σουρώσουν τ βρασμένο μοστο), «τσ᾿ κτάλις»( κουτάλες γι τ νακάτεμα), τν κοσκινισμένη στάχτη,  λλ κα τ πιάτα, τς πιατέλες, κόμα κα τ «φιλτζουτσάνακα», τ κικρ τ πιατάκια το καφέ. Φυσικ εχαν σπάσει τ μύγδαλα, τ εχαν σπρίσει κα περίμεναν ν κενωθον ο κουρκούτις κα ν τ τρίψουν γι ν στολίσουν τ πιάτα.
μως ς πάρουμε τ πράγματα π τν ρχή. Γι ν γίνει καλ κα περισσότερο σπροδερ κουρκούτη πρεπε ν σταφύλια «ν ενι σπρόϊα» κα διαλεχτά. Ατ τ πατοσαν λοιπόν μέσα σ μαστέλες, σ πατητήρια δηλαδή, ξύλινα σ σχμα οειδές. Τ πατοσαν μέσα σ τσουβάλι καθαρό, πο τ εχαν γι τ σκοπό ατό. Μάλιστα μαστέλα πρεπε ν χει κάποια κλίση, στε μοστος ν μαζεύεται στ κάτω μέρος το πατητηριο. π κε δ τν μάζευαν κα τν ριχναν στ καζάνι πο πρόκειτο ν τ βάλουν στ φωτι ν βράσει. Μόλις, λοιπόν, συγκεντρώνονταν μι ποσότητα μέσως νοικοκυρ «κοβε» τ μοστο μ τ στάχτη κα στ συνέχεια τν βαζε στν τσιροστιά, πο ταν δη τοιμη μαζ μ τ φωτι πο καιγε.
Τ βράσιμο τώρα πρεπε ν πάρει τν ρα του, γι ν γίνει καλ δουλειά. Μάλιστα, σ τακτ διαστήματα μ᾿ να κρασοπότηρο παίρνανε μικρ ποσότητα βρασμένου μούστου, τ φήνανε λίγο κα μετ τ κοιτοσαν στ φς ν δον ν εναι ντάξει τ προϊόν.  τσι, μόλις καταλάβαιναν τι ταν ρα ν κατεβάσουν τ καζάνι, τ φηναν λίγο γι ν κατακαθίσει στάχτη  κα μετ μ μεγάλη προσοχ τ σουρώνανε μ λεπτ ἀλέμι σ λλο καθαρ καζάνι.  Γιατ πρεπε ν μ μείνουν χνη τς στάχτης κα περισσότερο ν πάρει μοστος χρμα  νοιχτ σταχτόχρυσο κι χι σκορο.
Τ ν βράσεις κουρκούτη δν εναι διόλου εκολη πόθεση. Γιατ χρειάζεται μεγάλη πομονή, πειδ παιτεται συνεχς «νακάτωμα», στε ν μ κολλήσει κα τσικνώσει. Γι᾿ ατ κα φρόντιζαν ο νοικοκυρς ν χουν σιγαν φωτιά - χι, δν διέθεταν λεκτρικς κουζίνες τότε. Πάνω στ φωτι μ διαλεγμένα ξύλα γίνονταν λα. τσι, πρόσεχαν πότε ρχίζει ν βράζει, πότε πήζει κα πότε εναι τοιμη. Γι᾿ ατ κι τ δοκίμαζαν πρτα μ να κουτάλι, στε ν δον πότε πρεπε να τν κατεβάσουν. Κι ταν φτανε κείνη ρα,  προσεχτικ τὴν κένωναν στς πιατέλες κα στ πιάτα μ προσοχή. Φυσικ τ πόλοιπο δν πήγαινε χαμένο, γιατ κάποιος πρεπε ν γευτε κα τ πιλοιπόμενα, πού, εναι λήθεια, τρώγονταν τόσο εχάριστα πασπαλισμένα  μ κανέλλα..
Σχεδν κάθε σπίτι τοίμαζε τς πιατέλες τ μεγάλα πιάτα πο προορίζονταν γι «τ σζμπιθιρειά». Τ πεθερικ τς κόρης τους π.χ., λλ κα τος συγγενες, μ τος ποίους ντήλασσαν πιάτα. Φυσικ κι δ πρχε τ στοιχεο το γιος νταγωνισμο, χωρς παρεξηγήσεις κα παραπανίσια λόγια. κτς τν σχολίων...
-ρή, μαύρ᾿ σκουτν τ᾿ καμι ντ᾿ κουρκούτ; Φοβίθκις, ρ ν ν στραγγίσεις κι λλου;
Πράγματι, ἡ τέχνη τς κουρκούτης ταν πολύ παιτητική. Δ χρειαζόταν βιασύνη κα πάνω π᾿ λα πρεπε ν εναι π  «σπουστάφλα» μοστος, δηλαδή, π σταφύλια ραζακιά, κουντορες, σπριδίτσις,  μοσχτα κ. .
πειτα ταν τέχνη το βρασίματος, λλ κα το στραγγίσματος το μούστου. Τέλος, γι ν μ γίνει κουρκούτ’ «μ ζγρουμπόλια», δηλαδ μ μικρ κομμάτια το καταστατο βραστα κα σκληρά, χρειαζόταν συνεχς κα προσεχτικ νακάτεμα, μέχρι ν γίνει κρεμώδης κα ρευστός.
Τέλος, δν πρέπει ν λησμονομε κα «τς᾿ ρμαθις» πο γίνονταν τότε, μ τν τοιμασία τς κουρκούτης.
Τί ταν τώρα  «ο ρμαθις». 
Γι ν χουν τ χειμώνα τ παιδι κυρίως κάτι ν φνε -γιατ χι κα ο μεγαλοι τς τελειωτες νύχτες;- σκέφτηκαν ν κάνουν κα ξερς κουρκοτες, μ τν κόλουθο τρόπο.
Πρτα-πρτα, ταν περίσσευαν κάποια πιάτα κα ξερενόταν κάπως κουρκούτη, τότε τν  κόβανε σ σχμα ρόμβου κα τν τοποθετοσαν πάνω σ τελάρα ν ποξηρανθε.
Μετ «μεπλόνιαζαν κοκόσες» π μύγαλα καρύδια κα ατ τ σχμα λαμπάδας τ βουτοσαν μέσα στ φρεσκοβρασμένη κουρκούτη κα μετ τ κρεμοσαν σ σκιερ μέρος στ χαγιάτι ν ξεραθε. Πρέπει ν σημειώσουμε δέ, πς μβάπτιση τς ρμάθας στν φρέσκια κουρκούτη γινόταν μι κα δυ φορές, χι πάντα τν δια μέρα. Κι ατό, γιατ  πρεπε ρμάθα ν μν εναι στεγνή, λλ «χουρταστ’κή».
Σήμερα μπελοφύτευτος περιοχ τς Γλώσσας κα το Κλήματος πόμεινε γαθ νάμνηση, πως νάμνηση πόμεινε κι «καλλιστάφυλος» -κατ τν μεγαλο Δαπόντε- νῆσος Σκόπελος... Κα μαζ μ᾿ λ᾿ ατ κενες ο λησμόνητες κουρκοτες. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email