© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

«Είμαι χωρικός από καταγωγή και από πεποίθηση»

Μια συζήτηση με τον Σπύρο Καρυδάκη με αφορμή το νέο του μυθιστόρημα Το Γυναικόκαστρο (εκδ. Πάπυρος)

Στον Κώστα Αγοραστό*


Ο Σπύρος Καρυδάκης αποτελεί μια ιδιαίτερη μορφή στην νεοελληνική πεζογραφία των τελευταίων χρόνων. Απών από τις παρουσιάσεις βιβλίων και τις συναφείς κοινωνικές εκδηλώσεις, ολιγόλογος και με μετρημένες συνεντεύξεις στο ενεργητικό του. Ιδιοσυγκρασιακός, στα κείμενά του καταπιάνεται με θέματα ιδιαίτερα αναδεικνύοντας τις σκοτεινές και συχνά βίαιες πλευρές των ηρώων του. Στο τελευταίο του μυθιστόρημα ασχολείται με ένα «μυθικό» χωριό κάπου στην Πίνδο, όπου κατοικούν μόνο γυναίκες. Ένας νεαρός άνδρας θα μεταφερθεί εκεί με σκοπό να τις γονιμοποιήσει και θα ζήσει έτσι σε μια κατάσταση ονείρου, φαντασίας αλλά και πρωτογονικών ενστίκτων. 

Στο τελευταίο σας βιβλίο Το γυναικόκαστρο αναπτύσσετε μια «μυθολογία», στην οποία κεντρικό ρόλο έχει η κυριαρχία των γυναικών επί των αντρών. Μια απολύτως μητριαρχική κοινωνία θα άλλαζε, κατά τη γνώμη σας, τη ροή της Ιστορίας και του Πολιτισμού;

Δεν πιστεύω στην ισότητα των φύλων: οι γυναίκες είναι τελειότερες, και σωματικά και ψυχικά. Έτσι κι αλλιώς, ο μόνος λόγος ύπαρξης του αρσενικού φύλου είναι η μείξη και διασπορά του γενετικού υλικού – η εξουσία του επί των γυναικών στο ανθρώπινο είδος είναι μια δυσπλασία. Φυσικά, όταν λέω γυναίκες δεν εννοώ τα ανδροειδή κατασκευάσματα των αρσενικών, τις περισσότερες από τις κυρίες που ασκούν εξουσία στην πολιτική, στους κοινωνικούς χώρους και στις επιχειρήσεις: αυτές αποτελούν τον θρίαμβο των πιο θηριωδών χαρακτηριστικών της πατριαρχίας. Αντίθετα, η μελέτη των αγελαίων θηλαστικών δείχνει ότι το κύριο γνώρισμα των θηλυκών είναι η μη-κυριαρχικότητα και η ειρηνική, μη-ανταγωνιστική συμβίωση εντός της αγέλης. Η επιδίωξη της κυριαρχίας, η ανταγωνιστικότητα, είναι αρσενικά χαρακτηριστικά, διαχειρίσιμα στα ζώα, που τερατοποιούνται στο ανθρώπινο είδος.

Απολύτως μητριαρχικές κοινωνίες δεν υπήρξαν ποτέ, τουλάχιστον πέρα από το επίπεδο μικρών φυλών. Μια οργάνωση, όμως, της κοινωνίας και της οικονομίας με κανόνα βασικά χαρακτηριστικά της γυναικείας φύσης, είναι δυνατή. Βάσιμες υποθέσεις για τη δομή προϊστορικών κοινωνιών, είτε πρωτόγονων είτε εξαιρετικά εξελιγμένων όπως ο μινωικός πολιτισμός, το αποδεικνύουν. Η μυθολογία του βιβλίου υπονοεί ότι μια κοινωνία με πρωτεύουσα τη θέση των γυναικών και της γυναικείας αντίληψης για τα πράγματα, αν επίσης συμμετείχαν στην οργάνωσή της οι αρχές του ορθού λόγου, της εμπράγματης φαντασίας και ενός (μάλλον μη μαρξιστικού) σοσιαλισμού, θα ήταν πιο εξανθρωπισμένη, ειρηνική, ισορροπημένη και εντέλει ευτυχισμένη. Για παράδειγμα, ο πατέρας στέλνει περήφανα και ανελέητα τον γιο του στον πόλεμο – για τη φυλή, ιδέες, κυριαρχία, κέρδος. Μια γυναίκα, δίχως έξωθεν καταγκασμό, δεν θα έστελνε ποτέ το παιδί της να σκοτωθεί, για καμιά φυλή, ιδέα ή συμφεροντολογία.

Για να προσεγγίσετε τη γυναικεία ψυχοσύνθεση χρησιμοποιήσατε αρκετές γυναικείες φιγούρες. Για τον αρχετυπικό άνδρα πιστεύετε ότι αρκεί μια φιγούρα για να σκιαγραφηθεί ως προς τα βασικά του χαρακτηριστικά;

Η χρήση ενός μόνο άνδρα ήρωα (αν και υπάρχει επίσης η αμφιλεγόμενη από πολλές πλευρές φιγούρα του ιερομόναχου Διονυσίου), αποτελεί μια λογοτεχνική σύμβαση για τους σκοπούς του μύθου. Οι αρχετυπικοί χαρακτήρες και των δύο φύλων ούτως ή άλλως δεν διακρίνονται για πολύ μεγάλη γκάμα. Η ποικιλότητα στις εκδηλώσεις των φύλων είναι μονάχα πολιτισμός. Το αγόρι του βιβλίου κάνει αυτό για το οποίο είναι ρυθμισμένο βιολογικά ως νεαρό αρσενικό: έρωτα.

Από το μυθιστόρημά σας διαπιστώνουμε ότι έχετε μια ιδιαίτερη βιωματική και σωματική σχέση με τη μουσική. Λέτε κάπου: «ο νέος έπαιζε ένα τσάμικο αργό σαν σκοτωμός εκδίκησης». Πώς προέκυψε αυτή η σχέση και πώς έχει διατηρηθεί μέσα στα χρόνια που μένετε στην Αθήνα;

Είμαι Επτανήσιος, και οι Επτανήσιοι είμαστε σαν τους Τσιγγάνους: οι περισσότεροι έχουμε πολύ καλή σχέση με τη μουσική! Δεύτερον, με έχει πολύ απασχολήσει η διαδικασία της «γιορτής», του εκστασιακού χαρακτήρα της και των σκοτεινών ή φωτεινών, πάντως ποικιλοτρόπως γόνιμων αποτελεσμάτων της στη διαμόρφωση της ψυχής. Μέσω του ποτού, του κοινού φαγητού, της μουσικής, του χορού και του τραγουδιού οδηγούνται οι ήρωες από τη γιορτή στη βακχεία και εντέλει στην έκσταση – στην αποκάλυψη του πυρήνα της φύσης και του εαυτού.

Λέτε κάπου στο βιβλίο για «την πρώτη γλύκα που αναμεταδίδει το χέρι σε κάθε ψυχή όταν αγγίζει χώμα, πέτρες, ζώα και φυτά». Διαβάζω στο βιογραφικό σας ότι έχετε εργαστεί ως αγρότης, εργάτης, ναυτικός και μάγειρας, εκτός των άλλων. Ποια είναι η σχέση που έχετε αναπτύξει με τη γη και το χώμα;

Είμαι χωρικός από καταγωγή και από πεποίθηση. Τούτο σημαίνει όχι μόνο μια καταναγκαστική σχέση με τη γη και τον πολύτροπο κόσμο της, αλλά κυρίως ότι προσπαθώ να γνωρίσω τις διαδικασίες μέσω των οποίων η φύση δημιουργεί τον εαυτό της, τον σκοτώνει και τον αναγεννά, άρα και τον άνθρωπο. Ασχολούμαι συστηματικά με την ορειβασία, όχι μόνο χάριν της άσκησης και της αναψυχής, αλλά κυρίως χάριν της γνώσης και της αυτοδιαμόρφωσης. Ο αστισμός είναι μια παρανόηση. Η πόλις που παραιτείται από τη φύση, αυτοκτονεί. Αυτό συνέβη, για παράδειγμα, με την Αθήνα τον 4ο αιώνα π.Χ.

Έχετε γράψει και κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα έξι βιβλία πεζογραφίας. Υπάρχει κάποιος κοινός τόπος όπου συναντώνται αυτά;

Το βασικό θέμα των βιβλίων μου είναι η ομορφιά, είτε εκδηλώνεται ως ανθρώπινο κάλλος, είτε ως λαχτάρα της αρμονίας σε κάθε τομέα, είτε ως αρχαιοελληνικό μέτρο. Ένα δεύτερο είναι οι σχέσεις κυριαρχίας, που εμφυτεύουν τη θηριωδία στην ψυχή, στις διαπροσωπικές ενώσεις και στην Ιστορία, καταστρέφοντας κάθε ομορφιά, αρμονία και μέτρο.

Εδώ και χρόνια ζείτε στο κέντρο της Αθήνας. Πιστεύετε ότι έχει αλλάξει αυτά τα χρόνια και αν ναι, προς ποια κατεύθυνση;

Ζω στο Κέντρο από το 1981. Ξέρω κάθε δρομάκι του. Η Αθήνα έγινε υπερτροφική πόλη με την εσωτερική μετανάστευση που επέφεραν καταναγκαστικά οι εξουσιάζοντες από τον Εμφύλιο κι ύστερα, ευνουχίζοντας τη χώρα. Οι ξένοι μετανάστες έφεραν τις μορφές τους, τα κορμιά τους, τα νιάτα τους και τη δουλειά τους. Αυτή είναι μία σαρωτική αλλαγή και είναι κατ’ αρχάς θετική. Η πορεία του καπιταλισμού προς τον άκρο ολοκληρωτισμό, όμως, προϋποθέτει μα και προωθεί συστηματικά με χίλιους τρόπους τη διάλυση του κοινωνικού σώματος, την περαιτέρω συσσώρευση μεταναστών χωρίς μέτρο και λογική, την ανεργία, τη φτώχεια, την εγκληματικότητα, το μίσος, την πείνα, τον φόβο, την απελπισία. Αυτά τα ζούμε στο Κέντρο και εντείνονται καταιγιστικά. Σε τούτο το πλαίσιο σκοτεινιάζει κάθε τι όμορφο, ερωτικό, υγιές, καλό, δημιουργικό, και η πόλη γοργά κτηνοποιείται.

Την ίδια διαδικασία την έζησαν πριν την Αθήνα πόλεις στις δύο Αμερικές, στον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο, και οι μεγαλουπόλεις της Ευρώπης. Παντού οι υπέρπλουτες συνοικίες είναι φεουδαρχικά κάστρα ενώ οι μεσαίες και φτωχές μοιάζουν με μια φουτουριστική Κόλαση. Αυτό είναι το μέλλον μας. Η αιτία, λοιπόν, ο τερατικός τραπεζοκρατισμός, πρέπει να πολεμηθεί στην κοσμοθεωρητική και οικονομική ρίζα του, μαζί με τους εκφραστές του. Οι προσευχούλες της Αριστεράς για καλοσύνη και αγάπη προς τον «Άλλο», όσο κι ο εκφασισμός των «συντηρητικών», απλά διατρέφουν το τέρας προς όφελος των δολοφόνων μας.

* Ο ΚΩΣΤΑΣ ΑΓΟΡΑΣΤΟΣ είναι δημοσιογράφος | Πηγή: bookpress.gr | ΤΕΤΑΡΤΗ, 12 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2014 09:14

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email