© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Ευσταθίου Λιανού Λιάντη: ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΟΥ VOX POPULI ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ

φων κραυγς κ πόλεως, φων κ ναο, φων Κυρίου
Ησ. 66, 6

1. Εισαγωγικά

Το Vox Populi είναι η έκφραση της συνείδησης του λαϊκού στοιχείου στο σώμα της Εκκλησίας, μη θεσμοποιημένη αλλά ικανή να καθορίζει την εγκυρότητα συνόδων, τη δογματική αρτιότητα κρατικών αποφάσεων και την αναγνώριση της αγιότητας των προσώπων. Εάν επιθυμούσαμε να βρούμε το αντίστοιχο του Vox Populi στην κοσμική κοινωνία, αυτό θα ήταν η κοινή γνώμη, με δύο, όμως, βασικές διαφορές: η κοινή γνώμη α) διαμορφώνεται βραχυπρόθεσμα και β) μεταβάλλεται εύκολα, ενώ το Vox Populi έχει το ιδίωμα να αναπτύσσεται σε βάθος χρόνου, ακόμα και σε διάστημα πολλών γενεών, πραγματώνοντας αυτό που οι Ιταλοί λένε Pensiamo in secoli (σκεφτόμαστε με την προοπτική των αιώνων) και, αφού παγιωθεί, να εμμένει αμετάβλητο σε διαφορετικές ιστορικές συνθήκες.
Η καθοδήγηση του πληρώματος της Εκκλησίας, του αγίου έθνους, στάθηκε διαχρονικά το ζητούμενο από τρεις παράγοντες· τη θεσμική εκκλησιαστική έκφραση, την κρατική εξουσία και τη «χαρισματική εκκλησία», η οποία εκφραζόταν από ισχυρές και θεολογικά σημαίνουσες προσωπικότητες. Και οι τρεις προσπαθούσαν τη διαμόρφωση τάσεων άλλοτε ορθοδόξων και άλλοτε αιρετικών. Η λαϊκή συνείδηση είχε την ισχύ να περιθωριοποιεί την επίσημη εκκλησιαστική ή κρατική θεολογία και να επιβάλει ως κυρίαρχη τη «χαρισματική». Η έκπτωση του Αρειανισμού παρά την αυτοκρατορική εύνοια όπως και η επικράτηση του Μονοφυσιτισμού στις ανατολικές βυζαντινές επαρχίες παρά την κρατική καταστολή είναι δύο παραδείγματα επιβολής της λαϊκής βούλησης στον χριστιανικό κόσμο. Ο λαός ζητούσε κατανόηση και διασάφηση των θεολογικών εννοιών και στήριζε αυτόν που του τις προσέφερε.
Στην παρούσα εισήγηση θα εξετάσουμε τους τρόπους και τους παράγοντες διαμόρφωσης του Vox Populi στην Ανατολή από την εδραίωση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας έως και την εφεύρεση των σύγχρονων τρόπων μαζικής πληροφόρησης. Στην ανάλυσή θα μας βοηθήσουν ιστορικά παραδείγματα κινημάτων και προσώπων και κειμενικές αναφορές της χριστιανικής γραμματείας.

2. Αρειανισμός: Από τη βασιλική στην Πατερική μετριοπάθεια

Η αρειανική έριδα ήταν η «παιδική ασθένεια» της νομιμοποιημένης βυζαντινής εκκλησίας. Εξαιτίας της διαμορφώθηκαν ο τύπος της Οικουμενικής Συνόδου και η σχέση της εκκλησίας με την αυτοκρατορική εξουσία, ενώ, στη διάρκειά της δοκιμάσθηκε το μέτρο επηρεασμού της εκκλησιαστικής συνείδησης του λαού από τους προαναφερθέντες τρεις παράγοντες, που τον επιζητούσαν.
Η πρώτη πολιτική προσπάθεια αντιμετώπισης της διχοστασίας στο εκκλησιαστικό σώμα ήταν η σύγκλιση από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο της Συνόδου της Νικαίας, μίας εκκλησιαστικής συγκλήτου, που καλούνταν να επιλύσει τη δογματική διαφορά μεταξύ τριαδικών μονοθεϊστών και αυστηρών μονοθεϊστών (Αρειανών). Η βούληση της αυτοκρατορικής Αυλής, που είχε ισχυρές αρειανικές επιρροές, ήταν η εξεύρεση συμβιβαστικής πολιτικής λύσης, η οποία θα ικανοποιούσε και τις δύο μερίδες. Ήδη στην επιστολή του προς τον Αλέξανδρο Αλεξανδρείας και τον Άρειο ο Μ. Κωνσταντίνος τους καλούσε να ομονοήσουν γιατί: « δ γιώτατος λας ες μφοτέρους σχισθες, κ τς το κοινο σώματος ρμονίας χωρίσθη». Έτσι, η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, παρότι κατοχύρωσε την ομοουσιότητα της Αγίας Τριάδος δεν καταδίκασε προσωπικά τον Άρειο. Οι ακόλουθες διώξεις των Αρειανών επισκόπων οφείλονταν στην απείθεια προς τις αποφάσεις της Συνόδου λόγω, όμως, της αυτοκρατορικής τους κατοχύρωσης.
Σε αυτό το πρώτο στάδιο η φιλο-αρειανική Αυλή φαίνεται να λαμβάνει υπόψιν τη λαϊκή βούληση, που, κατά τις ιστορικές μαρτυρίες, έκλινε προς τον Τριαδισμό. Ο Θεοδώρητος γράφει ότι: «ο κλήρος είχε πολλούς που μετείχαν στον αιρετικό ρύπο (λυμή) αλλά το μεγαλύτερο μέρος του λαού υπεράσπιζε τα ορθά δόγματα». Όμως, οι υποστηρικτές του Αρειανισμού, έχοντας ισχυρή πολιτική και εκκλησιαστική στήριξη και παρουσία, κατάφεραν να αδρανοποιήσουν τις αποφάσεις της Συνόδου, επιβάλλοντας τη θεολογία τους ως την επίσημη ανακτορική θεολογία σχεδόν σε όλην τη διάρκεια της δυναστικής παρουσίας των Νεο-Φλαβίων και των Βαλεντινιανών.
Για μισόν και πλέον αιώνα ο ανώτατος κλήρος των δύο παρατάξεων συγκρουόταν, μέχρι τη στιγμή που η αυτοκρατορική εκλογή του Θεοδοσίου αφαίρεσε την κρατική κάλυψη από τους Αρειανούς. Ήταν η εποχή, που ο κατευναστικός Μέγας Βασίλειος προσπάθησε, χρησιμοποιώντας έναν τύπο πολιτικής θεολογίας, να συμβιβάσει τους μετριοπαθείς των δύο πλευρών. Η εκκλησιαστική συνείδηση του λαού αποδέχθηκε τη θεολογική πρόταση του Βασιλείου απομονώνοντας διττά τους ακραίους, όπως φαίνεται και από την επισκοπική καταλλαγή στην Αντιόχεια: «Οτω δοθέντων τν ρκων, λας εχεν μόνοιαν κα οκέτι πρς λλήλους διεκρίνοντο». Ενώ η εντυπωσιακή αλλαγή του Vox Populi στην Κωνσταντινούπολη από τον Γρηγόριο τον Θεολόγο απέδειξε τη σημασία της ποιμαντικής παρέμβασης ενός «χαρισματικού» επισκόπου, ο οποίος επεξήγησε λογικά αυτό που φαινόταν ακατανόητο.
Ο Αρειανισμός εξαλείφθηκε σταδιακά από την Ανατολή, αποδεικνύοντας ότι δεν κατάφερε να ριζώσει στη λαϊκή βάση του πρώιμου Βυζαντίου, μεταφερόμενος, όμως, και καθορίζοντας το Vox Populi της γοτθικής Δύσεως. Το ενδιαφέρον του λαού για τη λογική κατανόηση της Θεολογίας της εποχής φαίνεται και από τη σκωπτική παρατήρηση του Γρηγορίου Νύσσης στον Λόγο περί θεότητος Υιού και Αγίου Πνεύματος: «Εάν ρωτήσεις για κέρματα ο άλλος θα φιλοσοφήσει για το γεννητό και το αγέννητο. Εάν ρωτήσεις για την τιμή του ψωμιού, ‘Μείζων ο Πατήρ’ σου αποκρίνεται ‘και ο Υιός υποχείριος’. Εάν ρωτήσεις αν το λουτρό είναι έτοιμο θα σου απαντήσει ότι ο Υιός δημιουργήθηκε εξ ουκ όντων».  

3. Ο Ιωάννης Χρυσόστομος και η προσπάθεια διαμόρφωσης της δημόσιας ηθικής

Στον απόηχο των μεγάλων δογματικών συγκρούσεων έλαμψε η προσωπικότητα του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ενός εξαίρετου εκκλησιαστικού ρήτορα, που επικέντρωσε τη διδασκαλία του στη διαμόρφωση της δημόσιας ηθικής, και αντιτάχθηκε στην αίρεση με κοινωνικά κριτήρια. 
Ήδη το ξεκίνημα του Χρυσοστόμου στην Αντιόχεια προϊδέαζε για την κατοπινή κοινωνική του δραστηριότητα. Στην εξέγερση των ανδριάντων θέλησε να πατρονάρει κατευναστικά την αντίδραση εναντίον του Αυτοκράτορα επιρρίπτοντας την ευθύνη σε αλλοεθνείς ταραχοποιούς και καλώντας τον δήμο των Αντιοχέων να μετανοήσει. Η εξέγερση για τον Χρυσόστομο ήταν βλασφημία αμφισβήτησης του βασιλέως, που διοικούσε με θεία επίνευση. Βέβαια, στην Κωνσταντινούπολη τα πράγματα μεταβλήθηκαν όταν ο ίδιος βρέθηκε αντιμέτωπος με την αυτοκρατορική εξουσία χωρίς, όμως,  και τότε να πολιτικοποιήσει τη διαμάχη.
Ο Χρυσόστομος αντιμετωπίσθηκε από τους πολίτες της Κωνσταντινούπολης ως ένα απόκοσμο φαινόμενο. Τον περιέβαλλαν με δέος και θαυμασμό δίχως, μολοντούτο, να πείθονται στις προτροπές του. Ο ίδιος πολύ συχνά στους λόγους του μέμφεται τους ακροατές του για αυτήν ακριβώς τη στάση τους. Ήταν ένας άγιος ερημίτης στο μέσον της πόλεως. Οι άνθρωποι συνωστίζονταν για να τον ακούσουν να κηρύττει εναντίον των θεαμάτων αλλά έπειτα επέστρεφαν στον ιππόδρομο.
Στους λόγους του χρησιμοποιούσε αισθητική ορολογία για να δείξει την αγάπη των πιστών για το κήρυγμά του, λέγοντας: «μου δείξατε τον ακόρεστο έρωτά σας», «η καρδιά σας θερμαινόταν και ο πόθος αύξανε», «η πλησμονή (του λαού) γινόταν ηδονή». Αλλ’ ανικανοποίητος για τη βιωτή τους, τους μεμφόταν για τη χλιαρή πίστη τους και τη σπάνια παρουσία τους στους ναούς, όπως στην περίπτωση ενός λόγου του την ημέρα των Θεοφανείων, όπου έλεγε: «Εσείς από όλα αυτά δεν μπορείτε να δείτε ούτε ένα μέρος, έρχεσθε εδώ μία φορά και αυτήν ως πάρεργο κι από τη συνήθεια της γιορτής και όχι από ψυχική ευλάβεια…».
Οι ιστορικοί και βιογράφοι του Χρυσοστόμου σημείωσαν σε, τουλάχιστον, δύο περιπτώσεις την αποτυχία των αντιπάλων του να στρέψουν τον δήμο εναντίον του χρησιμοποιώντας τη συκοφαντία. Ο λαός αντιλαμβανόταν την ηθική του ακεραιότητα και δεν πειθόταν από αυτού του είδους την πολεμική· χωρίς, όμως, να πείθεται να αλλάξει τον αστικό τρόπο διαβίωσης με τον ασκητισμό του άστεως, τον οποίον επαγγελόταν ο Επίσκοπος της Κωνσταντινούπολης. Η ρωμαϊκή πόλη απέδιδε σεβασμό στην έρημο αλλά δεν δεχόταν να γίνει η ίδια έρημος.
Ο ιερός Χρυσόστομος δύο φορές εξορίσθηκε από την Κωνσταντινούπολη και δύο φορές η λαϊκή βούληση ανάγκασε την ανάκλησή του, έστω και αν τη δεύτερη το πλήρωμα της Εκκλησίας τον υποδέχθηκε νεκρό με τιμές Αγίου. Στην περίπτωση του Χρυσοστόμου η εκκλησιαστική συνείδηση του λαού στήριξε τον χαρισματικό ποιμένα και αναγνώρισε την αγιότητα του χωρίς να αφομοιώσει την ασκητική του διδαχή.

4. Εικονομαχία. Τα δύο Voces Populi

Από όλες τις θεολογικές διαμάχες που αναπτύχθηκαν στη Χριστιανική Αυτοκρατορία της Ανατολής ως πολυπλοκότερη και πλέον διχαστική εμφανίζεται αυτή της Εικονομαχίας. Για τους ιστορικούς υπήρξε ένας δισεπίλυτος γρίφος κυρίως όσον αφορούσε τα αίτια της απαρχής της αλλά και το ανώδυνο τέλος της, ενώ η διοικητική ικανότητα και η εξ αυτής λαοφιλία των εικονομάχων ηγεμόνων δυσχέρανε τα συμπεράσματα των κατοπινών θεολόγων.
Στην περίπτωση της εικονομαχίας παρατηρούμε ότι αναπτύχθηκαν δύο Voces Populi, δύο εκκλησιαστικές εκφράσεις του πληρώματος. Από τη μία ήταν η εικονόφιλη και φιλομόναχη συνείδηση του ελλαδικού χώρου και της Μικράς Ασίας και απέναντί της η εικονοκλαστική, «μεταρρυθμιστική» βούληση των ανατολικών επαρχιών και μεγάλου μέρους του αυτοκρατορικού στρατού.
Ο εισηγητής της εικονομαχίας, Αυτοκράτορας Λέων Γ΄, επιθυμώντας να μετρήσει την αντίδραση του δήμου στην εκκλησιαστική μεταρρύθμιση που ετοίμαζε επέλεξε μία πρώιμη μορφή «δημοσκόπησης» με την αποστολή του σπαθάριου Ιουλιανού να κατεβάσει την εικόνα του Χριστού από την Ιερά Χαλκή Πύλη. Το πλήθος βλέποντας αυτήν την ενέργεια αντέδρασε βίαια φονεύοντας τον Ιουλιανό και λιθοβολώντας τον εικονομάχο Πατριάρχη Αναστάσιο. Έτσι, ο Λέων αντιλήφθηκε ότι η άμεση επιβολή του σχεδίου του ήταν αδύνατη και επέλεξε τη σταδιακή εφαρμογή του. Εν τέλει, η πολιτική του ικανότητα ήταν αυτή που κατάφερε να εισφέρει στην εικονομαχική παράταξη ικανή μερίδα του στρατού και των δημόσιων λειτουργών καθώς και σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της Αυτοκρατορίας.
Ο υιός και διάδοχος του Λέοντος, Κωνσταντίνος Ε΄, ο επονομασθείς Κοπρώνυμος, ακολούθησε επιθετικότερη  πολιτική από αυτήν του πατέρα του αλλά το γεγονός της θριαμβευτικής υποδοχής στην πρωτεύουσα του σφετεριστή του θρόνου στρατηγού Αρτάβασδου το 743 κατέδειξε ότι, τουλάχιστον στην Κωνσταντινούπολη, η λαϊκή πλειοψηφία εξακολουθούσε να παραμένει εικονόφιλη. Το κλίμα αυτό φαίνεται να είχε μεταβληθεί έντεκα χρόνια αργότερα, όταν το πλήθος των Κωνσταντινουπολιτών διέσυρε και φόνευσε τον Ηγούμενο της εικονόφιλης Μονής Αγίου Αυξεντίου, Στέφανο.
Το τέλος της πρώτης φάσης της εικονομαχίας είχε και πάλι τη λαϊκή επιβεβαίωση, μιας και η Αυγούστα Ειρήνη, επέλεξε να επανεισάγει την τιμή των εικόνων με την εκλογή ενός εικονολάτρη Πατριάρχη, παρουσία του λαού. Έτσι, στο ανάκτορο της Μαγναύρας κλήθηκαν οι αξιωματούχοι και ο λαός, που επεφήμησε την εκλογή του Ταρασίου στην επισκοπική καθέδρα. Εδώ, αξίζει να σημειωθεί ότι από την εποχή του Κωνσταντίνου Ε΄, σημαντικοί εικονόφιλοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς, με εξέχοντα τον Ιωάννη Δαμασκηνό, συνέθεσαν έργα προς υπεράσπιση της τιμής των εικόνων, μέσω των οποίων ο λαός κατανόησε τη θεολογία της απεικόνισης των ιερών προσώπων.
Η δεύτερη περίοδος της εικονομαχίας ήταν μία προσπάθεια επανάληψης της πολιτικής των Ισαύρων, κατεύθυνση προς την οποία πίεζαν οι στρατιωτικοί, έπειτα από την αποτυχία των εικονόφιλων αυτοκρατόρων να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τους εξωτερικούς εχθρούς της Αυτοκρατορίας. Σε αυτή την ιστορική φάση υφίστατο, πλέον, παγιωμένη η εικονόφιλη εκκλησιαστική συνείδηση στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, γεγονός που αποδείχθηκε από την αναίμακτη και απόλυτη παύση της εικονομαχικής έριδας με την οριστική αναστήλωση των εικόνων το 843 υπό την ηγεμονική καθοδήγηση της Αυγούστας Θεοδώρας.
Κλείνοντας αυτή την ενότητα συμπεραίνουμε ότι η εικονομαχία ήταν η θεολογική πρόταση ενός Αυτοκράτορα και των εκκλησιαστικών του συμβούλων, η οποία βρήκε ανταπόκριση σε μερίδα του λαού, που, έστω, ενδόμυχα είχε συγγενείς προβληματισμούς. Όταν αυτή η θεολογική πρόταση αντιμετωπίσθηκε και απαντήθηκε με πειστικό τρόπο από τους εικονόφιλους Πατέρες και Ομολογητές, έχασε το λαϊκό της έρεισμα, το οποίο μετατοπίσθηκε στη λογική ερμηνεία της πατερικής θεολογίας.

5. Θεσμοποιημένη και «λαϊκή» αγιότητα

Στο τελευταίο μέρος της εισήγησης θα αναφερθούμε συνοπτικά σε ένα φαινόμενο, που συνδέει το βυζαντινό παρελθόν της Ανατολικής Ορθοδοξίας με το σύγχρονο παρόν της· και αυτό είναι η αναγνώριση της αγιότητας των κεκοιμημένων προσώπων και ο θεσμοποιημένος ή λαϊκός χαρακτήρας της.
Ήδη ο πολύς Μανουήλ Γεδεών στο έργο του για τις Αγιοποιήσεις διαχώρισε τη λαϊκή ευσέβεια προς τις ιερές προσωπικότητες από την αναγνώριση ή απόδοση αγιότητας από θεσμικούς παράγοντες. Η άποψη αυτή συγγενεύει επιστημονικά με τη βεμπεριανή κοινωνιολογική διαδρομή από το χάρισμα στην κανονικοποίηση. Στην πράξη αποδεικνύεται ότι το χάρισμα, η απόδοση από τον λαό αγιολογικής τιμής, πάντοτε οδηγούσε στην αγιοκατάταξη· αντίθετα η αγιοκατάταξη προσώπων από τη θεσμική εκκλησία δεν οδηγούσε πάντα στην αποδοχή τους από τον λαό.
Στην πρώτη κατηγορία απαντώνται άγιοι όπως ο Κοσμάς ο Αιτωλός και ο Νεκτάριος Πενταπόλεως αλλά η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή του Μάρτυρος Φανουρίου. Για τον Άγιο Φανούριο δεν υπήρχε καμία αναφορά στα βυζαντινά συναξάρια και τις αγιολογικές συλλογές· εμφανίσθηκε ξαφνικά «όπως η Αφροδίτη από τη θάλασσα» έγραψε ο Louis Petit, όταν στα τυχαίως ανευρεθέντα ερείπια εκκλησίας της Ρόδου το 1350, ο Επίσκοπος Νείλος διάβασε σε μία τοιχογραφία αγίου το όνομα Φανούριος. Η επανακαθιέρωση του ναού από τον Νείλο στο όνομα του Αγίου Φανουρίου και η αποδιδόμενη σε αυτόν θαυματουργική απελευθέρωση τριών Κρητών ιερέων από τα δεσμά των πειρατών, εισήγαγε τη λατρεία ενός αβιογράφητου Αγίου. «Ούτος γαρ εν αδήλοις αθλήσας καιροίς άδηλος ην ναός τε και τουνομα αυτού πάσιν…» σημείωνε ένας παλαιός μελετητής. Ο λαός συνδύασε το όνομά του με τη φανέρωση προσώπων και πραγμάτων και τον ανήγαγε σε λαοφιλή Άγιο.
Παρά τη δημοφιλία του η ελλαδική εκκλησία στα τέλη του 19ου αιώνα απαγόρευσε τον εγκαινιασμό ναών στο όνομά του, θεωρώντας τον ανύπαρκτο, κάτι που επανέλαβε τη δεκαετία του 1920 ο Μητροπολίτης Αθηνών Μελέτιος Μεταξάκης. Όμως, ο λαός συνέχιζε να τον τιμά, με συνέπεια το 1947 να ανοίξει ένας θεολογικο-ιστορικός διάλογος μεταξύ του Μητροπολίτη Θεσσαλιώτιδος Ιεζεκιήλ, του Θεοδότου Χουδαβέρδογλου και του Γρηγορίου Παπαμιχαήλ, που ως αποτέλεσμα έφερε την αναγνώριση από την Εκκλησία της Ελλάδος της ύπαρξης του Αγίου Φανουρίου και την απόδοση αγιολογικής τιμής προς αυτόν.
Μείζονα παραδείγματα στην κατηγορία των αγιοκατατάξεων χωρίς τη συνηγορία του Vox Populi υφίστανται εκείνα της συναρίθμησης στις αγιολογικές δέλτους βυζαντινών αυτοκρατόρων, των οποίων η βιωτή δεν μπορεί να δικαιολογήσει αυτήν την ενέργεια. Μεταξύ αυτών ο Θεοδόσιος Β΄ ο Μικρός, ο Κωνσταντίνος Γ΄ και ο Ιουστινιανός Β΄ ο Ρινότμητος. Πιθανή ρωμαϊκή/παγανιστική επιβίωση της «θεοποίησης» των νεκρών αυτοκρατόρων η τακτική αυτή φαίνεται να ασκείτο μέχρι και τον 10ο αιώνα. Παρά τη βούληση της εκκλησίας ο λαός δεν τίμησε τους πολλούς αγιοποιηθέντες αυτοκράτορες, των οποίων η μνήμη σταδιακά εξαφανίσθηκε από την υμνολογία και τη λατρευτική ζωή.   
Η Σύνοδος των Επισκόπων της κάθε τοπικής Εκκλησίας είναι αυτή που, αφουγκραζόμενη τη λαϊκή ευσέβεια, το Vox Populi, επικυρώνει επίσημα την αγιολογική τιμή ενός προσώπου, ή, ακόμα, -κατά την άποψη του μακαριστού, λόγιου Μητροπολίτη Πατρών Νικοδήμου Βαλληνδρά- αυτή που μπορεί να προτείνει την αγιότητα προσώπων προς το πλήρωμα των πιστών. Ακόμη, όμως, και στη δεύτερη περίπτωση πάλι ο λαός είναι αυτός που με την πάροδο του χρόνου θα αποδεχθεί ή θα απορρίψει την αγιότητά τους.

6. Επίλογος. Η μαζική ενημέρωση ως νέος παράγοντας επηρεασμού του Vox Populi

Σε όσα είπαμε παραπάνω αναφερθήκαμε στους τρεις παραδοσιακούς παράγοντες διαμόρφωσης του Vox Populi: τη θεσμική διοίκηση της Εκκλησίας, την πολιτική εξουσία και τη «χαρισματική» εκκλησιαστική έκφραση. Σε αυτούς τους τρεις παράγοντες προστέθηκαν ήδη από τον 19ο αιώνα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, που με την απεμπλοκή τους από τον κρατικό έλεγχο άσκησαν και ασκούν έναν νέο, αυτόνομο τύπο εξουσίας.
Η αλληλεπίδραση μεταξύ Χριστιανισμού και ΜΜΕ απεικονίζεται στην αντίληψη του κοινού για την τεχνολογία, την κοινωνία και την κοινωνική πρόοδο και το μέτρο της αφομοίωσης αυτών των εννοιών από την Εκκλησία. Η χριστιανική ρητορική διαμόρφωσε τον τρόπο, που τα σύγχρονα ορθόδοξα έθνη κωδικοποίησαν τους τρόπους μαζικής επικοινωνίας και ενημέρωσης και τον τρόπο που καθιέρωσαν την επικοινωνιακή τεχνολογία στη δημόσια και ιδιωτική σφαίρα.   

Όπως οι τρείς παραδοσιακοί παράγοντες στην ιστορική πορεία του Ανατολικού Χριστιανισμού συμπλέκονταν και δανείζονταν στοιχεία, πρόσωπα και πρακτικές, έτσι, σήμερα, και τα ΜΜΕ συν-επιδρούν και συγκαθορίζουν τη συνείδηση του εκκλησιαστικού πληρώματος. Παρά το γεγονός ότι η Εκκλησία και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και ενημέρωσης εμφανίζονται συχνά σε αντίθεση, δανείζονται πολιτικές και ρητορικές φόρμες και στρατηγικές πληροφόρησης, αλληλοπεριχωρώντας το ιερατικό με το κοσμικό στοιχείο και τροφοδοτώντας τη σύγχρονη εκκλησιαστική και πολιτισμική παραγωγή. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email