© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Ιωάννη Σ. Πέτρου: ΘΡΗΣΚΕΙΑ, ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΧΩΡΟΣ


[Εισήγηση στο περί Χριστιανισμού - Ορθοδοξίας Συνέδριο της Διακοινοβουλευτικής Συνέλευσης Ορθοδοξίας, Θεσσαλονίκη 13 Μαΐου 2014]

             Καταρχάς τι είναι ο δημόσιος χώρος;  Είναι απαραίτητο να τον προσδιορίσουμε για λόγους συνεννόησης. Είναι ο χώρος επικοινωνίας, συνάντησης και δράσης των ανθρώπων. Δεν είναι ο χώρος άσκησης εξουσίας. Ίσως θα μπορούσαμε να αποδώσουμε τη διάσταση αυτή με τον όρο σφαίρα άσκησης της δημόσιας εξουσίας. Επομένως ο δημόσιος χώρος είναι ο χώρος στον οποίο διασφαλίζεται η ελευθερία δράσης, έκφρασης απόψεων και διαλόγου. Με την κλασική του μορφή ο χώρος αυτός προϋπέθετε υλική και άμεση σχέση συνάντησης ή έστω τη χρήση κλασικών επικοινωνιακών μέσων. Τα τελευταία είκοσι χρόνια ο χώρος αυτός διευρύνθηκε μέσω της ανάπτυξης του κυβερνοχώρου και της διαμόρφωσης διαφόρων μέσων ηλεκτρονικής επικοινωνίας. 
            Στο δημόσιο όμως αυτό χώρο, όπως περιγράφηκε αμέσως προηγουμένως, οι χριστιανικές Εκκλησίες και γενικά οι γνωστές θρησκείες είναι ελεύθερες να κινηθούν, να εκφράσουν όποιες αντιλήψεις θεωρούν ότι ενδιαφέρονται να προωθήσουν, χρησιμοποιώντας μάλιστα κάθε μέσο παραδοσιακό ή σύγχρονο της ηλεκτρονικής επικοινωνίας, διαφημίσεις για την προβολή του έργου τους, εντυπωσιακές εικόνες και γενικά οτιδήποτε θα μπορούσε κατά τη γνώμη τους να συμβάλει στην προώθηση όσων θα ήθελαν να εκφράσουν όταν απευθύνονται  στους πιστούς τους και την κοινωνία. Το ίδιο ισχύει και για οποιονδήποτε πολίτη θέλει να διατυπώσει αντιλήψεις χρησιμοποιώντας θρησκευτική γλώσσα ή να μεταφέρει ή να προωθήσει ειδήσεις θρησκευτικού περιεχομένου.
            Αυτά όλα δείχνουν ότι δεν υπάρχει καταρχάς κανένα εμπόδιο, (για ορισμένους αναγκαίους, βέβαια, περιορισμούς θα γίνει λόγος παρακάτω), να δραστηριοποιηθεί κανείς είτε θρησκευτικός θεσμός ή συλλογικότητα ή άτομο στο δημόσιο χώρο, με τη διευρυμένη έννοια που αναφέρθηκε παραπάνω, και να εκφραστεί ελεύθερα. Ιδιαίτερα οι εξελίξεις των τελευταίων είκοσι χρόνων έδωσαν τη δυνατότητα να κινούνται οι θρησκείες ελεύθερα σε όλη την Ευρώπη, αλλά και γενικά στον αναπτυγμένο κόσμο. Με βάση το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, αλλά και το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης είναι ελεύθεροι όλοι να εκφράζονται και θρησκευτικά στο δημόσιο χώρο. Πού βρίσκεται λοιπόν το ζήτημα που θέτουν άλλοτε φανερά και άλλοτε καλυμμένα οι θρησκευτικοί θεσμοί και ορισμένοι που εκπροσωπούν τις αντιλήψεις και τις αξιώσεις τους;
            Πριν απαντηθεί το ερώτημα αυτό είναι απαραίτητο να υπομνηστεί με μια σχετικά σύντομη αναφορά τι σημαίνει το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Το νόημα και το περιεχόμενο του θεμελιώδους αυτού δικαιώματος διατυπώνεται με σαφήνεια στο άρθρο 18 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1948), που έχει ως εξής: "Κάθε άτομο έχει το δικαίωμα της ελευθερίας της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας. Στο δικαίωμα αυτό περιλαμβάνεται η ελευθερία για την αλλαγή της θρησκείας ή πεποιθήσεων, όπως και η ελευθερία να εκδηλώνει κανείς τη θρησκεία του ή τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, μόνος ή μαζί με άλλους, δημόσια ή ιδιωτικά, με τη διδασκαλία, την άσκηση, τη λατρεία και με την τέλεση θρησκευτικών τελετών".
            Παρόμοια διάταξη περιλαμβάνεται και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (άρθρο 9 παρ. 1). Στην περίπτωση όμως της Σύμβασης συμπληρώνεται με μιαν άλλη διάταξη μέσω της οποίας διευκρινίζεται ότι το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας δεν μπορεί να ασκείται με τρόπο καταχρηστικό. Συγκεκριμένα λέγεται ότι δεν μπορούν να υπάρχουν άλλοι περιορισμοί στην άσκηση του δικαιώματος πέραν των μέτρων που προβλέπονται από το νόμο στο πλαίσιο της δημοκρατικής κοινωνίας για τη δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της δημόσιας τάξης, υγείας και ηθικής και την προάσπιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων (άρθρο 9 παρ.2). Αυτό σημαίνει ότι το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας πρέπει να ασκείται με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να μην παραβιάζονται η δημόσια ασφάλεια, η δημόσια τάξη, υγεία και ηθική και τα δικαιώματα και οι ελευθερίες των άλλων.
Αναγνωρίζοντας οι χώρες - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης τη σπουδαιότητα του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας μαζί με την ελευθερία της σκέψης και της συνείδησης έχουν περιλάβει σχετική διάταξη στο Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ευρωπαίου Πολίτη που έχει ενσωματωθεί στην ισχύουσα από το 2009 Συνθήκη της Λισσαβόνας[1].
            Η συνταγματική κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας σημαίνει ότι ισχύουν ή πρέπει να ισχύουν τα εξής: Πρώτο, το κράτος δεν έχει επίσημη θρησκεία, πρέπει να αντιμετωπίζει όλες τις θρησκείες και τις θρησκευτικές κοινότητες, μεγάλες ή μικρές, πλειοψηφικές ή μειοψηφικές, ισότιμα και να διασφαλίζει την απόλαυση των ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των πολιτών ανεξάρτητα από το θρησκευτικό τους πιστεύω. Δεύτερο, κάθε θρησκευτική κοινότητα είναι υποχρεωμένη να αναγνωρίζει και να σέβεται την ύπαρξη των άλλων θρησκευτικών κοινοτήτων. Επίσης, όλες οι θρησκευτικές κοινότητες μπορούν ελεύθερα να εκφράζουν και διαδίδουν τις θρησκευτικές αντιλήψεις τους. Απαγορεύεται μόνο ο λεγόμενος καταχρηστικός προσηλυτισμός, εκείνος, δηλαδή, που πραγματοποιείται με τη χρήση μη θεμιτών μέσων. Τρίτο, η θρησκεία είναι «ιδιωτική» ή προσωπική υπόθεση με την έννοια ότι δεν μπορεί να επιβάλλεται από το κράτος. Έτσι, ο πολίτης είναι ελεύθερος να προσδιορίσει τη θρησκευτική του ταυτότητα και να την αλλάξει κατά βούληση ή και να μην έχει θρησκευτική ταυτότητα.
            Οι πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις των τελευταίων είκοσι ετών μέσω των αλλαγών που επήλθαν μετά το 1989 στην Ανατολική Ευρώπη έδωσαν τη δυνατότητα στις χριστιανικές Εκκλησίες και τις άλλες θρησκείες να δρουν ελεύθερα στο δημόσιο χώρο σε όλες τις χώρες της Ευρώπης.
            Πρόσφατα κάναμε μια έρευνα στα Συντάγματα όλων των χωρών της Ευρώπης (Δυτικής και Ανατολικής). Το Διαδίκτυο μας πρόσφερε αυτή την άνεση για την πραγματοποίηση της έρευνας. Με βάση αυτήν διαπιστώθηκε ότι όλες οι χώρες της Ευρώπης στα ισχύοντα Συντάγματά τους περιλαμβάνουν διατάξεις που διασφαλίζουν την ελευθερία της σκέψης, έκφρασης, θρησκείας και συνείδησης. Στην πραγματικότητα έχουν περιλάβει αυτές τις διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω για τη θρησκευτική ελευθερία και την ελευθερία πεποιθήσεων, όπως αυτές προβλέπονται από την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Επίσης, είτε έμμεσα μέσω της ερμηνείας είτε με ρητή αναφορά[2], δεν επιτρέπεται η χρήση τους κράτους για την επιβολή και προώθηση θρησκευτικών, ιδεολογικών και πολιτικών αντιλήψεων.
            Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει την άποψη ότι η θρησκεία σε όλες τις χώρες της Ευρώπης είναι «ιδιωτική» ή προσωπική υπόθεση των πολιτών, άρα δεν μπορεί να είναι κρατική υπόθεση ή να επιβάλλεται με τη χρήση της κρατικής εξουσίας. Ως προσωπική επιλογή των πολιτών ασκείται ελεύθερα ατομικά και συλλογικά στο δημόσιο χώρο.
            Παρά ταύτα διαβλέποντας οι θρησκείες τη δυσκολία να γίνουν αποδεκτές θέτουν το ζήτημα της λειτουργίας τους στο δημόσιο χώρο. Αυτό όμως σημαίνει ότι προσπαθούν να παραβιάσουν ανοικτές πόρτες. Είναι ελεύθερες να δρουν στο δημόσιο χώρο, αλλά δεν είναι υποχρεωτική η αυθεντία τους. Είναι δεδομένο ότι ιδίως στη δεκαετία του ’80 και του ’90 έγινε πολλή συζήτηση για τη δυνατότητα να εκφράζονται όλες οι απόψεις στο δημόσιο χώρο. Η δυνατότητα όμως αυτή δεν συνοδεύεται από «αυθεντία», αλλά από ελεύθερη εκτίμηση και αποδοχή ή απόρριψη όσων λέγονται και διαδίδονται μέσα στο διευρυμένο δημόσιο χώρο.
            Αυτό επίσης είναι ένα ζήτημα που δεν μπορεί να αναπτυχθεί εδώ αναλυτικά λόγω χρόνου, αλλά έχει συζητηθεί διεξοδικά με τη συμβολή μάλιστα σπουδαίων στοχαστών από το χώρο της πολιτικής φιλοσοφίας. Η κατάληξη αυτής της συζήτησης είναι ότι στο πλαίσιο της σύγχρονης δημοκρατίας και της πλουραλιστικής κοινωνίας υπάρχει δυνατότητα συνεννόησης στη βάση της διασφάλισης των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της θεώρησής τους ως βάσης διαλόγου και συνάντησης πέρα από τις επιμέρους για διαφόρους λόγους θρησκευτικούς, ιδεολογικούς, πολιτικούς, επιδιώξεων, συμφερόντων κ.ά. διαφοροποιήσεις που υπάρχουν στην κοινωνία. Εξαιτίας του γεγονότος αυτού, αλλά και του υπάρχοντος εκ των πραγμάτων θρησκευτικού και πολιτιστικού πλουραλισμού στις σύγχρονες αναπτυγμένες κοινωνίες, οι θρησκείες είναι ελεύθερες να δρουν στο δημόσιο χώρο, δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν τη βάση ευρύτερης συνεννόησης επί των ζητημάτων της κοινωνίας, ούτε μπορούν να επιβάλλουν τις απόψεις τους με τρόπο υποχρεωτικό στους πολίτες. Μπορούν όμως να συμβάλουν στη θετική λειτουργία της κοινωνίας εάν επιλέξουν να λειτουργούν προς την κατεύθυνση αυτή.    
            Οι χριστιανικές Εκκλησίες και οι θρησκείες γενικά στις χώρες που υπάρχει κατοχυρωμένη η θρησκευτική ελευθερία δεν έχουν «κανονιστική αρμοδιότητα». Δεν μπορούν δηλαδή να επιβάλουν τίποτε στους ανθρώπους. Είναι ελεύθεροι να αποδεχθούν ή όχι αυτά που υποστηρίζονται από αυτές. Επομένως, η βασική διάσταση που αφορά τις θεσμικές τοποθετήσεις και τη διατύπωση θρησκευτικών αντιλήψεων επί διαφόρων θεμάτων είναι ελεύθερη στο δημόσιο χώρο, και μάλιστα το διευρυμένο πλέον μέσω της χρήσης ηλεκτρονικών μέσων. Εφόσον όμως δεν έχουν πια «κανονιστική αρμοδιότητα» δεν μπορούν οι αντιλήψεις αυτές να επιβληθούν, και έχουν μόνο το ρόλο της ηθικής παραίνεσης. Αν γίνονται δεκτές ή όχι και σε ποιο βαθμό θα απαιτούσε μεγάλη ανάλυση που ο χρόνος δεν μας επιτρέπει να εξετάσουμε μέσα από μια λ.χ. τυπολογία της αποδοχής. Καταρχήν θα μπορούσε να πει κανείς ότι η λογική επιχειρηματολογία, η ανανέωση, η σαφήνεια, η συνέπεια λόγων και πράξεων, η προσαρμογή στα δεδομένα της σύγχρονης πραγματικότητας και όχι η προβολή απλώς μιας θρησκευτικής αυθεντίας θα μπορούσαν να διευκολύνουν τη διεύρυνση της αποδοχής. Πάντως το σημαντικό είναι ότι οι θρησκείες δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν το κράτος για να επιβάλουν τις όποιες απόψεις τους. Κάτι τέτοιο θα ερχόταν σε αντίθεση με τη θρησκευτική ελευθερία και θα συνιστούσε επιστροφή σε μια μορφή «θεοκρατίας».
            Προηγουμένως έγινε λόγος για τη διεύρυνση του δημόσιου χώρου με τον  κυβερνοχώρο. Τίθενται λοιπόν κάποια ερωτήματα σε σχέση με αυτόν.  Μπορούν ελεύθερα να εκφραστούν θρησκευτικοί φορείς, θρησκευτικές αντιλήψεις και πρόσωπα χρησιμοποιώντας ποικίλα ηλεκτρονικά μέσα; Πώς αντιμετωπίζει κανείς το ζήτημα της αντικειμενικότητας σε σχέση με την προβολή θρησκευτικών αντιλήψεων, γεγονότων και δράσεων; Τι γίνεται με την αρνητική χρήση των θρησκευτικών αντιλήψεων, όχι μόνο από όσους είναι αντίθετοι προς τη θρησκεία γενικά ή προς συγκεκριμένη/ες  θρησκεία/ες, αλλά και σε σχέση με τη διάδοση φανατικών και πολλές φορές ψευδών θεωριών/μυθοπλασιών που αναφέρονται στη θρησκεία ή τη χρησιμοποιούν ως μέσο για την πραγματοποίηση δικών τους σκοπών; Αυτοί που ενδιαφέρονται για τη διάδοση τέτοιων αντιλήψεων χρησιμοποιούν ιδίως το διαδίκτυο για να τις «πολλαπλασιάσουν».
             Το διαδίκτυο μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (social media) αλλά και άλλων μέσων ηλεκτρονικής επικοινωνίας έδωσε τη δυνατότητα σε ανθρώπους που διαφορετικά δεν είχαν πρόσβαση με λόγο στο δημόσιο χώρο να τοποθετούνται βγάζοντας πολλές φορές ένα πρόσωπο αποκρουστικό, με απειλές και καλλιεργώντας φοβίες, εχθρότητες, αποκλεισμούς και αντιπαράθεση με άλλους. Πριν από μερικά χρόνια ήταν  περιορισμένες οι δυνατότητες για κάτι τέτοιο, γιατί μπορούσε να γίνει μέσα σε ιδιαίτερους θρησκευτικούς κύκλους, ή να χρησιμοποιηθούν έντυπα μέσα. Αν μάλιστα στην περίπτωση αυτή δεν υπήρχε "πολλαπλασιασμός" αυτών με τη δημοσίευση αντιλήψεων και γεγονότων από μέρους των κλασικών ΜΜΕ, τότε η διάδοση των αρνητικών αντιλήψεων ήταν σχετικά περιορισμένη. Στα κλασικά ΜΜΕ, η δομή και η λειτουργία τους δεν επέτρεπε να δημοσιοποιηθούν και να προβληθούν απόψεις που ήταν ιδίως φανατικές, μισαλλόδοξες κ.λπ. Αντίθετα τώρα με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τη δυνατότητα καθενός να αναρτήσει οτιδήποτε στο διαδίκτυο εμφανίζονται προβλήματα που δεν υπήρχαν στο παρελθόν. Αυτό σημαίνει ότι αν δει κανείς τις υποθέσεις αυτές από άποψη νομική ή τις προσεγγίσει με τέτοιο τρόπο ώστε να εμφανίσει τα σοβαρά προβλήματα που δημιουργούνται, τότε είναι υποχρεωμένος να επισημάνει ότι είναι πολύ σημαντικό, βέβαια, το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, αλλά υπάρχει και η απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησής του που αναφέρθηκε προηγουμένως στο πλαίσιο της αναφοράς στο άρθρο 9 παρ.2 της ΕΣΔΑ (Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών)[3], ιδίως μάλιστα όταν μπορεί να θίγονται ή δυσφημίζονται πρόσωπα, να στρέφονται εναντίον θεσμών, συλλογικοτήτων ή ιδίως να καλλιεργείται η θρησκευτική μισαλλοδοξία και ο φανατισμός, που σαφώς αποτελούν κίνδυνο για την κοινωνία και τη συνοχή της. 
Οι θρησκευτικοί φορείς έχουν τη δική τους πρόσβαση και τα δικά τους μέσα. Δεν έχουν όμως πλέον τη δυνατότητα να πείσουν όλη την κοινωνία, όπως πιθανώς μπορεί να συνέβαινε πολύ παλιότερα. Γιατί οι απόψεις που εκφράζουν δεν γίνονται δεκτές ασυζητητί. Ούτε όλοι οι άνθρωποι παρακολουθούν τις απόψεις που εκφράζονται από τα εκκλησιαστικά μέσα, ούτε και όσοι τις παρακολουθούν τις αποδέχονται αυτονόητα. Υπάρχει η λεγόμενη a la carte θρησκευτικότητα. Είναι ελεύθεροι οι θρησκευτικοί φορείς να μιλούν στο δημόσιο χώρο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι γίνεται αποδεκτή και η «αυθεντία» τους. Την αιτία αυτής της κατάστασης πρέπει να την αναζητήσουν στον εαυτό τους και στον τρόπο διαμόρφωσης της επικοινωνίας τους, καθώς και στο ότι πρέπει να αναζητήσουν τρόπους πιο ουσιαστικής αναφοράς στη σύγχρονη πραγματικότητα.
Εκείνο όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι δεν αρκεί η απλή επίκληση της θρησκείας για να λειτουργήσει θετικά στην κοινωνία. Αντίθετα, πρέπει να το επιδιώξει κανείς αυτό με συγκεκριμένους και συνεχώς ανανεούμενους τρόπους. Μάλιστα εκφράζοντας και  την αντίθεση προς διάφορους τυχάρπαστους που εμφανίζονται δήθεν να εμφορούνται από θρησκευτικές ιδέες, αλλά χρησιμοποιούν τις δυνατότητες των σύγχρονων μέσων για να εκφράσουν τα απωθημένα τους, το μίσος για άλλους, και την τυχόν έκφραση της επιθυμίας τους να αντιπαρατεθούν με άλλους. Θεωρούν ότι με τον τρόπο αυτό δημιουργούν μια ασφάλεια και συνοχή στις ομάδες τους και εμποδίζουν τις διαρροές. Την αρνητική αυτή διάσταση που πραγματοποιείται σε περιορισμένους κύκλους δεν παρακολουθεί και δεν τη γνωρίζει ο πολύς κόσμος.
Οι θρησκευτικοί φορείς δεν έχουν στην πραγματικότητα πρόβλημα πρόσβασης στο δημόσιο χώρο, αφού και διαφημίσεις χρησιμοποιούν για την προβολή του έργου τους, μάλιστα με υπερβολικό τονισμό της επιτυχίας τους και της αποτελεσματικότητας να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα[4].
Οι φανατικοί όμως «θρησκευόμενοι» που χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λένε διάφορες ανοησίες και ακρότητες, και σχολιάζουν υποτιμητικά πολλούς και πολλά. Αυτό δείχνει ότι υπάρχει πρόσβαση για κάθε πικραμένο μέσω του διαδικτύου. Παριστάνουν τους σπουδαίους και τους γνώστες των πάντων. Φυσικά, ό,τι λένε το πληροφορούνται εκείνοι μόνο που ψάχνουν τις «βλακείες» στο διαδίκτυο. Παρά ταύτα δεν παύουν να δηλητηριάζουν σιγά-σιγά την κοινωνία, καλλιεργώντας φοβίες, αντιπαλότητες και αποκλεισμούς.
Το διαδίκτυο με τα μέσα διευκόλυνσης της διάδοσης και πολλαπλασιασμού αντιλήψεων και άλλων επιδιώξεων καθιστά πιο εύκολη τη διάδοση στην περίπτωση αυτή αντιλήψεων που σχετίζονται με τη θρησκεία ή την αρνητική χρήση θρησκευτικών αντιλήψεων για την επίτευξη μισαλλόδοξων σκοπών. Οι δράσεις αυτές εμπίπτουν στο κυβερνοέγκλημα (cybercrime) ως προς το περιεχόμενο. Αναφέρω τον όρο «περιεχόμενο», γιατί είναι η διάσταση που περιλαμβάνεται στη Σύμβαση της Βουδαπέστης  για το κυβερνοέγκλημα (2001) στην τυπολογία των εγκλημάτων με τη χρήση του διαδικτύου.
Το ζήτημα είναι ότι οι αναφορές στο θέμα της θρησκείας γίνονται κυρίως με διάφορες διακηρύξεις και οδηγίες που αναφέρονται στις διακρίσεις. Αντίθετα δεν υπάρχουν αναφορές στο θέμα της μισαλλόδοξης χρήσης της θρησκείας, της χρήσης της για τη συκοφαντική δυσφήμηση άλλων προσώπων ή ομάδων, για τη διάδοση ψευδών ειδήσεων με τη χρήση θρησκευτικών κατηγοριών και αντιλήψεων με σκοπό την πρόκληση φοβίας. Οι θρησκευτικοί φορείς ενδιαφέρονται κυρίως να διασφαλιστούν από διαφόρων μορφών λεκτικής βίας ή προσβολής σε βάρος τους αλλά δεν είναι εξίσου ευαίσθητοι στο να καταδικάσουν τη χρήση από μέρους οπαδών τους ή ακόμη και στελεχών μισαλλόδοξες εκφράσεις και αντιλήψεις εναντίον άλλων που είτε έχουν σχέση είτε όχι μαζί τους. Ο φανατισμός, η μισαλλοδοξία, η συκοφαντική δυσφήμηση, η διασπορά ψευδών ειδήσεων απευθύνονται συνήθως στην κοινωνία, όταν έχουν θρησκευτικό επίχρισμα και περιεχόμενο, και επιδιώκουν να προωθήσουν την «επικυριαρχία» των θρησκευτικών αντιλήψεων και επιδιώξεων. Για παράδειγμα θα μπορούσαν να αναφερθούν οι προβλεπόμενες από τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα διατάξεις για την προστασία της Θρησκείας (άρθρα 198, 199 και 200), αλλά επειδή είναι παλιότερες διατάξεις δεν αναφέρονται στην υπόθεση της μισαλλόδοξης χρήσης της θρησκείας από μέρους των φονταμενταλιστών και φανατικών θρησκευομένων. Μάλιστα, ο Η/Υ προσφέρει πλέον πολύ εύκολα την επεξεργασία εικόνων που καθιστούν πιο «υποβλητική» την κατασκευή ψευδών ειδήσεων και μυθοπλασιών και τη συκοφαντική δυσφήμηση προσώπων και συλλογικοτήτων.
Το Πρόσθετο Πρωτόκολλο στη Σύμβαση της Βουδαπέστης για το κυβερνοέγκλημα (cybercrime) (2003) αναφέρεται στο ρατσισμό και την ξενοφοβία, αλλά παρότι η θρησκεία χρησιμοποιείται σε διάφορες μορφές εγκληματικής δράσης ή ώθησης σε εγκληματικές πράξεις δεν έχει περιληφθεί. Οι θρησκευτικοί φορείς, επίσης, αδιαφορούν για αυτές τις χρήσεις. Είναι απαραίτητο να περιληφθούν σε σύγχρονες διατάξεις και η παραπλανητική χρήση θρησκευτικών αντιλήψεων, καθώς και η καλλιέργεια μισαλλοδοξίας και φανατισμού με τη χρήση θρησκευτικών αντιλήψεων. Είναι σε πολλές περιπτώσεις το προστάδιο ανάπτυξης «ρατσιστικών» στάσεων. Ή είναι μια μορφή παραβίασης της προσωπικής ελευθερίας και διαβολής άλλων. Αυτό μπορεί να αφορά σε ανήκοντες με την ευρεία έννοια σε θρησκευτική ομάδα ή να μη ανήκουν και να είναι αδιάφοροι θρησκευτικά, αλλά οπωσδήποτε έχει σχέση η διαδικασία αυτή με την προσβολή και δυσφήμηση των προσώπων αυτών στην κοινωνία, στην εργασία, στον περίγυρό τους ή ακόμη και στον ίδιο το θρησκευτικό χώρο. Εξάλλου, δεν πρέπει να λησμονηθεί ότι η διεθνής τρομοκρατία χρησιμοποιεί τη θρησκεία για τους σκοπούς της. Το ίδιο ισχύει και για τις ρατσιστικές κινήσεις.
Οι χριστιανικές Εκκλησίες θα πρέπει να κατανοήσουν ότι οι μεγάλες θεωρίες και οι θεολογίες δεν έχουν άμεσο αντίκρισμα στη σύγχρονη πραγματικότητα , γιατί δεν κατανοείται ποια είναι η σχέση τους με αυτήν και ποιες συνέπειες έχουν στην ανθρώπινη δράση, δεν αποτρέπουν την αρνητική χρήση των αντιλήψεών τους από φανατικούς ή κατά τα άλλα οπαδούς τους. Πρέπει όμως να ξέρουν ότι αυτοί που χρησιμοποιούν με κάποιο δικό τους τρόπο τις αντιλήψεις τους, εύκολα μπορούν να στραφούν εναντίον τους.
Εδώ πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους μας ότι τέτοιου είδους χρήσεις του διαδικτύου δεν μπορούν να καλυφθούν μέσω της ελευθερίας της έκφρασης και της θρησκείας, γιατί περιέχουν προσβολές εναντίον της προσωπικότητας και ελευθερίας άλλων και προωθούν το θρησκευτικό φανατισμό και τη μισαλλοδοξία,  στην οποία οι θρησκείες μέσω της αρνητικής χρήσης τους καθίστανται «πρωταθλητές». Επομένως είναι υποχρεωμένες να παρακολουθούν, να αποτρέπουν και να καταδικάζουν τέτοιες χρήσεις της θρησκείας.
Από την άλλη μεριά είναι απαραίτητο να περιληφθούν μέσα στις απαγορεύσεις λόγω επικίνδυνου, υβριστικού, συκοφαντικού και παραπλανητικού περιεχομένου. Υπάρχουν αρκετές διατάξεις που αναφέρονται στην προστασία των θρησκειών, είναι απαραίτητο και οι κοινωνίες αλλά και οι πολίτες να προφυλαχθούν από εκείνους που χρησιμοποιούν τη θρησκεία για να στιγματίσουν, να συκοφαντήσουν, να προκαλέσουν φοβίες με φανταστικούς κινδύνους, να παραπλανήσουν, να προκαλέσουν μισαλλοδοξίες και να οδηγήσουν σε αποκλεισμούς και αντιπαραθέσεις χωρίς νόημα για την κοινωνία, αφού σέβεται το δικαίωμα τους να εκφράζονται θρησκευτικά. Απλώς δεν μπορούν να χρησιμοποιούν το δικαίωμά τους αυτό "καταχρηστικά" ούτε να  επιβάλουν τις φοβίες και τις μισαλλόδοξες αντιλήψεις τους σε άλλους. Τα κράτη που έχουν υπογράψει τη Σύμβαση της Βουδαπέστης και δεν την έχουν ακόμη κυρώσει με νόμο πρέπει να προβούν στην ψήφιση του σχετικού νόμου περιλαμβάνοντας και όσα προβλέπονται στο πρόσθετο πρωτόκολλο μαζί με την αναφορά στο θέμα της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας. Τέλος, είναι σημαντικό να αντιμετωπίζεται από όλους με μεγαλύτερη σοβαρότητα ο κίνδυνος για την κοινωνία που προέρχεται από τις προκλήσεις αυτές και να μη «πολλαπλασιάζονται» οι μισαλλόδοξες απόψεις και αντιλήψεις που χρησιμοποιούν ως όχημα τη θρησκεία, είτε μέσω των κλασικών ΜΜΕ είτε μέσω των νέων ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας (new media).     




[1] Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι: "Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία της σκέψης, συνείδησης και θρησκείας. Το δικαίωμα αυτό συνεπάγεται την ελευθερία μεταβολής θρησκεύματος ή πεποιθήσεων, καθώς και την ελευθερία εκδήλωσης του θρησκεύματος ή των πεποιθήσεών του, ατομικά ή συλλογικά, δημόσια ή κατ' ιδίαν, με τη λατρεία, την εκπαίδευση, την άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων και τις τελετές".
[2] Ρητή αναφορά που απαγορεύει τη χρήση του κράτους για την προώθηση θρησκευτικών, ιδεολογικών και πολιτικών αντιλήψεων υπάρχει σε αρκετά ισχύοντα σήμερα Συντάγματα χωρών της Ανατολικής Ευρώπης.
[3] Το Ελληνικό Σύνταγμα έχει μια γενική διάταξη που απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση όλων των προβλεπόμενων σε αυτό δικαιωμάτων των πολιτών άρθρο 25 παρ. 3.
[4] Βλ. διαφήμιση της «Αποστολής» για την προσφορά της σε αστέγους που αναρτήθηκε στις 19-4-2014 στο in.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email