© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ REQUIEM ΤΟΥ JOHANNES BRAHMS (1833-1897) ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΑΤΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΑΘΗΝΩΝ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Του π. Κωνσταντίνου Καλλιανού, ευχαριστώντας για τα Πνευματικά του Δώρα 


Ο Κύκλος Adagio-Μουσικές για τις μέρες του Πάσχα άνοιξε με τους επιβλητικούς ήχους του Εκκλησιαστικού Οργάνου, στο εξαιρετικό Ρεσιτάλ της Ουρανίας Γκάσιου. Συνεχίστηκε με Τα Κατά Ιωάννην Πάθη του J. S Bach από την Καμεράτα, με τον Μάρκελλο Χρυσικόπουλο στη διεύθυνση ορχήστρας και τον εντυπωσιακό Βρετανό τενόρο Jason Darnell στο ρόλο του Ευαγγελιστή. Ακολούθησε Η υμνωδία του Πάσχα συνομιλεί με τον Επιτάφιο του Μίκη Θεοδωράκη, σε μια θαυμάσια μεταγραφή όσο  και ερμηνεία  των Γιάννη Σαμπροβαλάκη και Τάσο Αποστόλου αντίστοιχα που έδεσε αρμονικά με  τα παραδοσιακά τραγούδια και τους βυζαντινούς εκκλησιαστικούς ύμνους, ερμηνευμένους από την Νεκταρία Καραντζή. Ο  εμπνευσμένος  αυτός Κύκλος έκλεισε  θριαμβικά τη Μεγάλη Τετάρτη από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών με τον  αρχιμουσικό Βασίλη Χριστόπουλο στο πόντιουμ σε μια ασύγκριτη  ερμηνεία του αριστουργηματικού Γερμανικού Requiem του Johannes Brahms με σολίστ την Γερμανίδα υψίφωνο Susanne Bernhard, τον Γερμανό  βαρύτονο Jochen Kupfer, τη Χορωδία MotettenChor του Μονάχου υπό την διεύθυνση του Benedikt Haag.


Έξη χρόνια μετά το θάνατο του Beethoven γεννιέται ο Brahms στο Αμβούργο το 1833. Ο  Felix Mendelssohn  γράφει την Ιταλική Συμφωνία, ο Wagner αρχίζει να συνθέτει την όπερα Οι Νεράιδες, ιδρύεται ο σύλλογος Οι Σύντροφοι του Δαβίδ, ενώ ένα χρόνο πριν το 1832 πεθαίνει ο μεγάλος Goethe. Τα πρώτα μαθήματα μουσικής ο Brahms τα παίρνει από τον πατέρα του και λίγο αργότερα γίνεται μαθητής του διάσημου πιανίστα, συνθέτη  και δασκάλου Eduard Marxsen (1806-1887), στον οποίο αργότερα αφιερώνει το Piano Concerto No,2 Op. 83. Στα δέκα τέσσερα χρόνια του δίδει το πρώτο του ρεσιτάλ και η εκπληκτική δεξιότητά του στο πιάνο τον κάνει αμέσως γνωστό. Η συνάντησή  του με τον περίφημο βιολονίστα Joseph Joachim (1831-1907) εξελίσσεται σε διά βίου φιλία. Το ίδιο και η γνωριμία του με τον Robert  Schumann (1810-1856). Ο Γερμανός, ρομαντικός  συνθέτης που υπογράφει τις κριτικές του με τα ψευδώνυμα Ευσέβιος και Φλωρεστάν, μόλις τον ακούει να παίζει στο πιάνο,  την επομένη, σε άρθρο του στην εφημερίδα, γράφει ότι ο Brahms  είναι το μέλλον της γερμανικής μουσικής. Και πράγματι παντρεύει την κλασική και τη ρομαντική έκφραση και δείχνει το νέο που μπορεί να βγει μέσα από την κλασική  φόρμα. Η Φιλία του  με το ζεύγος Schumann κρατά σε όλη του τη ζωή και η Clara Schumann(1819-1896), η σπουδαία πιανίστα και συνθέτης, η φίλη του, θα αποδειχθεί  η σημαντικότερη γυναίκα της ζωής του. Ο Brahms βοηθά πάντα αυτούς που θαυμάζει και στέκεται στο πλευρό της  Clara Schumann  και των μικρών παιδιών της όταν ο πατέρας τους Robert  μπαίνει σε άσυλο.

Το 1865 μετά το βαρύ πλήγμα  από την απώλεια της Μητέρας του, ο  Brahms  αρχίζει να συνθέτει το Γερμανικό  Requiem, αν και πολλοί ισχυρίζονται ότι ο θάνατος του Schumann που είχε προηγηθεί ήταν το πρώτο ερέθισμα της έμπνευσής του. Όπως και να ’χει το Γερμανικό Requiem Op.45   για Χορωδία, Ορχήστρα, Σοπράνο και Βαρύτονο είναι έργο μεγαλειώδες! Το ολοκληρώνει μετά από τρία χρόνια και αμέσως στέλνει από ένα αντίγραφο στην  Clara και στον  Joachim για να κάνουν τις παρατηρήσεις τους. Χρόνια αργότερα, ο Brahms, ανακαλύπτει συγκινημένος ότι ο Robert Schumann σχεδίαζε να γράψει έργο με τον ίδιο τίτλο. Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι ο συνθέτης δε χρησιμοποιεί, όπως θέλει η παράδοση, το λατινικό κείμενο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας αλλά επιλέγει αποσπάσματα από τη ΒίβλοΠαλαιά και Καινή Διαθήκη, καθώς και τα Απόκρυφα Ευαγγέλια, όπως τα μετέφρασε ο Λούθηρος (Luther Bible). Και ενώ τα Requiem αρχίζουν με προσευχή υπέρ αναπαύσεως των κεκοιμημένων (Να τους χαρίσει αιώνια ανάπαυση ο Κύριος), ο Brahms ξεκινά τη σύνθεσή του  με τους Μακαρισμούς  (Μακάριοι οι πενθούντες), θέμα που κυριαρχεί στο έργο.

 Το Γερμανικό Requiem αποτελείται από επτά μέρη: «Μακάριοι οι πενθούντες» (Ματθ. ε, 4), «Διότι πάσα σαρξ ως χόρτος» (Πετρ. α, 24), «Γνώρισόν μοι, Κύριε, το πέρας μου» (Ψαλμ. 39,5), «Ως αγαπητά τα Σκηνώματά Σου» (Ψαλ. 84,2), «Και υμείς ουν  λύπην μεν νυν έχετε» (Ιω. Ιστ, 22),  «Ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν  πόλιν» (Εβρ. ιγ, 14), «Μακάριοι οι νεκροί» (Αποκ. Ιδ, 13). Το Requiem του Brahms ονομάστηκε «Γερμανικό», αν και ο συνθέτης το ήθελε «Πανανθρώπινο», γιατί το λιμπρέτο του είναι γραμμένο στη Γερμανική γλώσσα. Αρχίζει δε  και τελειώνει με την ίδια λέξη, «Μακάριοι».

Τα πρώτα τρία μέρη της σύνθεσης παίζονται στην Βιέννη την 1η Δεκεμβρίου του 1867.  Αργότερα, τη Μεγάλη Παρασκευή, 10 Απριλίου του 1868, παίζονται με μεγάλη επιτυχία τα έξη μέρη του έργου στον Καθεδρικό Ναό της Βρέμης υπό την μπαγκέτα του Brahms, με σολίστ τον  βαρύτονο Julius Stockhausen και με εμβόλιμη άρια από τον Μεσσία του Handel, «Ξέρω ότι ο λυτρωτής μου ζει», πρωτοβουλία του οργανίστα και αρχιμουσικού του Ναού, για να ικανοποιηθεί ο κλήρος. Η πρώτη παρουσίαση και των επτά μερών του έργου γίνεται στις 18 Φεβρουαρίου του 1869 από την Ορχήστρα Gewandhaus της Λειψίας υπό τον Carl Reinecke (1824-1910). Με το Γερμανικό Requiem, ο συνθέτης,  όχι μόνο γίνεται γνωστός σε όλη την Ευρώπη, αλλά λύνει οριστικά και το οικονομικό του πρόβλημα.  

Συγκλονιστικός ο τρόπος που ο διακεκριμένος αρχιμουσικός Βασίλης Χριστόπουλος ερμήνευσε το Γερμανικό Requiem! Ανέδειξε αυτό που είναι και ο πυρήνας του: τον ανθρώπινο πόνο και την τραγικότητα της ύπαρξής του. Όπως ο συνθέτης, έτσι και ο αρχιμουσικός, απαλλαγμένος από το  μεταφυσικό δέος, βιώνει  τον θρήνο και τον πόνο και υποβάλλει σε περισυλλογή και παρηγορία το ακροατήριο, καθιστώντας το  μέτοχο της αιώνιας τραγικής στιγμής της πτώσης και κοινωνό  της γαλήνιας,  θεϊκής καταλλαγής. Είχε βέβαια σπουδαίους ερμηνευτές, πνευματικούς συνοδοιπόρους, όπως την εκπληκτική Χορωδία MotettenChor του Μονάχου, τους εξαίσιους σολίστ Susanne Bernhard  και  Jochen Kupfer και την αναγεννημένη Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, που έχει το θαυμασμό μας, τόσο για την ερμηνεία της, όσο και για την στωικότητα, με την οποία αντιμετωπίζει τα μυριάδες προβλήματά της! Ως πότε όμως, ω «άρχοντες του τόπου»;


Είναι  δύσκολο να εκφράσουμε τη συγκίνηση και τη μυσταγωγία, διάχυτες στη σπουδαία αυτή συναυλία, ίσως με τα λόγια του Hans Von Bulow να αποδίδουμε την ιερότητα της σύνθεσης και της ερμηνείας: «Πιστεύω στον Bach Τον Πατέρα, στον Beethoven Τον Υιό και στον Brahms Το Άγιον Πνεύμα της Μουσικής»! 







1 σχόλιο:

Konstantinos είπε...

Εἶναι μεγαλη ἡ συγκίνησίς μου, ἀγαπητή κ. Μαρία...Μόνο που ἐγώ μαθαίνω ἀπό Ἐσᾶς, ὁπότε τά διδακτρα και ἡ εὐγνωμοσύνη μου Σᾶς ἀνήκουν. Γαιτί, μήν τό ξεχνᾶμε,οἱ συνθέσεις αὐτές ἔχουν ἐξάπαντος τὸ Χέρι τοῦ Θεοῦ καί τό φωτισμό Του ὡς παροχές ἔμπνευσης καί δημιουργίας. Σᾶς εὐχαριστῶ γιά τὴν εἰλικρινῆ Σας τιμή καί φιλία Αληθῶς Ἀνεστη. π.κ

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email