© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

π. Κωνσταντίνος Ν. Καλλιανός: ΠΟΣΟ, ΣΤ’ ΑΛΗΘΕΙΑ, ΕΥΩΔΙΑΖΟΥΝ Η ΑΡΜΥΡΑ ΜΕ ΤΟ ΠΕΥΚΟ

Ἡ Προσωπική κατάθεση ἑνός ἁπλοῦ ἀναγνώστη γιά τό βιβλίο-μαρτυρία τῆς Μαρίας Δελήτσικου-Παπαχρίστου, Στή Σκόπελο ὅπως τά πεῦκα..., Ἀθήνα 2005, σ.σ. 533

Ἀφήνοντας κατά μέρος τή διαδικασία τῆς αὐστηρῆς κριτικῆς, πού ὠφελεῖ μόνο τούς σχολαστικούς, στέκομαι μέ περισσή συγκίνηση στά Πρόσωπα καί στά Γεγονότα[*] πού πυκνώνουν τίς σελίδες τοῦ βιβλίου αὐτοῦ. Γιατί πιστεύω πώς ὁ προσεχτικός ἀναγνώστης πασχίζει νά δεῖ καί νά καταλάβει τόν καθε συνειδητό συγγραφέα, πού δημιουργεῖ μέσα στήν ἰδιότυπη ἀγραυλία του, ν᾿ ἀγωνιᾶ ὥστε νά ἐξασφαλίσει, γιά τόν ἑαυτό του πρῶτα, κι ὕστερα γιά ὅσους κοινωνήσουν μέ τό λόγο του, μιά κορυφαία συνάντηση. Συνάντηση μέ τό χτές πού συνιστᾶ τήν ἐπανεύρεση τοῦ Κόσμου του, τῆς περιούσιας δηλαδή εὔκρατης  ἀτμόσφαιρας μέσα στήν ὁποία ὑψώθηκε ὁ ἴδιος, ὡς ἄλλο δέντρο, κάτω ἀπό διάφορους καιρούς καί, ἐν πολλοῖς, ἐπικίνδυνους. Νά δεῖ τόν συγγραφέα, νά στέκει σιμά «στό Μεσότοιχο πού ὕψωσε ἀπό καταβολῆς ἀνθρώπου ὁ Δημιουργός» (Κ.Ε. Τσιρόπουλος), ἀνάμεσα δηλαδή σέ τούτη τή ζωή καί σ᾿ ἐκείνη, πού βρίσκεται στήν ἀντίπερα τήν ὄχθη, καί νά παρατηρεῖ μέ διαστοχαστική ἱερότητα καί ὑπερβάλλοντα ζῆλο Μορφές κρυσταλλωμένες στό Χρόνο, Γεγονότα πού αἰωροῦνται ἀνάμεσα λήθης καί ἀ-λήθειας, γιά νά καταλάβει τό χρέος του καί τήν αὐστηρή εὐθύνη πού ἀναλαμβάνει, ὡς  ἔναν Κανονισμό τοῦ βίου του, ὥστε θά ἐπισπεύσει τή διαδικασία τοῦ γράφειν, γιά νά ἐκτυπωθεῖ στή λευκή ἐπιφάνεια τοῦ χαρτιοῦ ἡ χαρμολύπη τῆς Γλώσσας, πού μέ κύματα λέξεων ἑρμηνεύει τόν ἐμβιωμένο Χρόνο. Τό Χρόνο πού σωρεύει μόνο ἐμπειρίες (Χρ. Μαλεβίτσης)...
Δέν εἶναι διόλου εὔκολη ὑπόθεση νά ψάχνεις τίς λέξεις μέ τίς ὁποῖες θά περιγράψεις τά Πρόσωπα κάι τό Χῶρο. Γιατί πάντα, μετά ἀπό τό τέλος μιᾶς φράσης, μιᾶς παραγράφου μιᾶς σελίδας , ἀπομένει ἡ γεύση ἡ πικρή μέσα σου, πού τή διαδέχεται κάποτε καί ἡ ἄλλη γεύση, ἡ ἁρμυρή  τῶν δακρύων πού κατεβαίνουν ἀπο τά μάτια-περισσότερο τῆς ψυχῆς-γιατί ξέρεις πώς, τόσο τά Πρόσωπα ὅσο καί ὁ Χῶρος, δέν θά ξαναφανοῦν σιμά σου χλωρά, τρυφερά, βελούδινα, ὅπως τότε. Ὡστόσο συνεχίζεις, ἀνακαλώντας μέ τό πρόσταγμα τῆς Μνήμης ὅλους ἐκείνους πού συνιστοῦν τό Παρελθόν τοῦ βίου σου.
Ἀγναντεύοντας τή Γλώσσα «ἐν καιρῷ Χειμῶνος» (Ν. Καμβύσης).

*          *          *

Πόσο εὔκολο εἶναι νά χαρτογραφήσεις τήν ψυχή σου, νά τήν ἁπλώσεις στήν ἐπιφάνεια τοῦ κόσμου γιά συστηματική παρατήρηση;
Ἡ ἀπάντηση στό αἰχμηρό αὐτό ἐρώτημα βρίσκεται ἀσφαλῶς μέσα στίς σελίδες τοῦ βιβλίου, στίς λέξεις τοῦ ὁποίου συναντᾶται ἡ ἀγωνία καί ἡ, ἐν μαρτυρικῇ σχοινοβασἰᾳ, κατάθεση τῆς αὐτο-βιογραφικῆς δυναμικῆς. Γιατί, ἄν ἡ γραφή μιᾶς μυθιστορίας ἐπιβάλλει τήν προσεχτική ἐκδίπλωση τοῦ ἀποδελτιωμένου ὑλικοῦ, ἡ αὐτο-βιογραφία συνιστᾶ μιά διακινδύνευση: τί ν᾿ ἀπορρίψεις καί τί νά  διασώσεις  ἀπό τίς Μνῆμες σου· καί γιατί...
Στήν αὐτοβιογράφηση δέν ἀνασταίνεις Μύθους· ἀνασταίνεις Πρόσωπα καί περιστατικά, βάζοντάς τα ὡστόσο στήν περιοχή τοῦ Μύθου -ποτέ τοῦ παραμυθιοῦ- ἐξάπαντος ὅμως μέσα στήν πανίερη κατάνυξη τῆς παραμυθίας. Γι᾿ αὐτό ἄλλωστε γράφουμε. Πρῶτα γιά ν᾿ ἁπλώσουμε πάνω μας, ὡς ἄλλο ἀδιάβροχο, μέσα στή συνεχῆ καταιγίδα, στήν ὁποία ὁδοιποροῦμε, τήν Σεπτή Παρουσία Ἐκείνων πού μᾶς ἔδωσαν ὡς πολύτιμα ἐργαλεῖα τίς Μνῆμες καί τίς Σκιές τους, ὥστε μέ λέξεις νά τούς ξαναφέρουμε σιμά μας, νά χαροῦμε, γιά ἐλάχιστο ἴσως, ἀπό τήν Παρουσία τους, κι ὕστερα γιά νά βρεθοῦμε στό σύθαμπο ἐκεῖνο τό λυτρωτικό, πού θ᾿ ἀποφορτίσει τήν ψυχή μας ἀπό τήν πεζότητα τῆς καθημερινότητας καί τήν ἀτίμωση πού μᾶς περιβάλλουν. Γιατί τό προνόμιο, τό μέγα προνόμιο πού δέχεται ὁ συγγραφέας τίς κορυφαῖες ὧρες τῆς δημιουργίας του εἶναι στό νά αἰσθανθεῖ τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, πού μέσα στό βεβαιωμένο τοπίο τῆς μοναξιᾶς καί τῆς σιγῆς ἀποκαλύπτεται. Ἀποκαλύπτεται καί φωτίζει.
Μακάριοι ὅσοι μέ λέξεις κατάφεραν νά ἑρμηνεύσουν τή σιγή τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί τίς σιωπηλές σκιές  «τῶν κύκλῳ τοῦ θρόνου καί τοῦ θυσιαστηρίου» Του (Ἀποκ. 5,11· 6, 9) εὑρισκομένων καί στή συνέχεια ν᾿ ἀποκωδικοποιήσουν τή Γλώσσα τῆς Ἀξιοπρέπειας, τοῦ Ἤθους καί τῆς Παραμυθίας πού δαψιλῶς ἐπρόσφεραν... Γιατί στίς μέρες μας ὅλο καί περισσότερο φτωχαίνουμε ἀπό Μορφές καθοσιωμένες καί τίμιες, αὐτές δηλαδή τίς σεπτές γέφυρες μέ τόν Οὐρανό καί τό Θεό. Αὐτὰ κατάφερε ἡ κ. Μαρία Δελήτσικου νὰ τὰ ἀποκωδικοποιήσει, νὰ τὰ συνταιριάσει, νὰ τὰ δεῖ μὲ ἱερὴ προσοχὴ κι ὕστερα νὰ τὰ καταθέσει στὸ χαρτὶ ὡς λόγο… Γιὰ παραμυθία μας, γιὰ τιμημένο Μνημόσυνο, ὥστε νὰ συγκινήσει, νὰ θυμίσει, νὰ διδάξει, νὰ κοινωνήσει μαζὶ μας τὸ Χρόνο ποὺ ἐμβίωσε κάποτε.
Ἐξάπαντος ἀναμένεται νά ὑπάρξει μιά ἀκόμα εὐκαιρία κατάθεσης τοῦ περισεύματος τῆς καρδίας τῆς συγγραφέως, μήπως καί αὐξήσουμε στούς καιρούς αὐτούς, «ὅπου ἐψύγη ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν» (πρβλ. Μτθ. 24, 13), τήν Ἐλπίδα καί τό Φῶς τῆς Ζωῆς. Γιατί δέν πρέπει νά λησμονεῖται, πώς «οἱ λέξεις εἶναι ἀντίδωρα ριγμένα στοργικά ἀπό τούς οὐρανούς» (Κ. Ε. Τσιρόπουλος), ἐνῶ γύρω  ἁπλώνεται ὡς ἄλλη ἐπιδημία, ἡ τόσο  μεγάλη πνευματική πεῖνα.

[Σκόπελος, Δευτέρα 9.5 - Πέμπτη 12-5-05]
                                                             


[*] Οἱ λέξεις αὐτές γράφονται μέ κεφαλαῖο τό πρῶτο τους γράμμα, γιά νά δηλωθεῖ μέ αὐτόν τόν τρόπο ἡ βασική, ἡ πρωτογενής  σημασία τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email