© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΑΝΑΠΟΛΗΣΗΣ…

Γύρω π μιν πρόσφατη πίσκεψη στν παλιά μας τν κκλησιά






Στν ρέκτη Κληματιαν φημέριο παπα-Νικόλαο θ. Σκιαθίτη, πο μ περισσ μεράκι κοπιάζει γι τν νακαίνιση τς παλις μας τς κκλησίας στ Κάτω Χωριό
 
Γι ν π τν λήθεια, χρόνια εχα ν βρεθ μέσα στὸν παλι να τν γίων ναργύρων, πο σώζεται στ Κάτω Χωριό, στ Κάτω Παλι Κλμα δηλαδή. Κα πάντα ζητοσα τν εκαιρία ν τν πισκεφτ, γιατί, κακ τ ψέματα, μέσα σ᾿ κενο τ χρο νοιωσα τ πρτα μεταφυσικ σκιρτήματα, κε βίωσα τ γεγονς τς Πίστης, μαθήτευσα τν ελογία τς ταπείνωσης κα τς πλότητας σιμ σ κάποιον γαθ κα κακο παπ, τν παπα-Βαγγέλη Διομήδη,  δκα μισ αἰῶνα κα παραπάνω. Κι ατ τν ελογία μο τν πρόσφερε καλ κγαθ καρδία το νέου φημερίου τς νορίας τν γίων ναργύρων το Νέου Κλήματος, που κα πάγεται κα νας κενος, το παπα-Νικολάου. Τν εχαριστ κα πό τς θέσεως ταύτης.
Βρέθηκα, λοιπόν, τ φροντίδι κα προσκλήσει το ντίμου δελφο παπα-Νικόλα στ Κάτω Χωριό κα μ δέος, συγκίνηση κα ρίγος εσόδευσα στ να τν γαπημένο, τν παιδικν μου χρόνων τ πανίερο καταφύγιο, το ποίου κάθε γωνιά, τ κάθε σημεο, εναι γι μένα μι πολύτιμη κοσμηματοθήκη, που φυλάσσονται ο πολιτιμότερες μνμες μου. Μνμες προσώπων, γεγονότων, «περιστατικν, πραγμάτων πο γαπήσαμε»( Γ. Σεφέρης), ο ποες κα νεβαίνουν μέσα μου τέτοιες ρες. ρες πυκνς π συγκίνηση κα τν ναπόληση, πο προκαλεται κα προσκαλεται ατς τς στιγμές. Προσκαλεται ν βοηθήσει τν καρδι ν ψώσει μέσα μου τ πρόσωπα κενα πο φυγαν πι κα μόνο τ σιωπηλά τους κρανία πάρχουν στ λίγο παρακάτω πό τ να Κοιμητήριο, ν ναμένουν τ σάλπιγγα τς Δευτέρας Παρουσίας.
Νὰ, στ ψαλτήρι μπάρμπα-λέκος Ξανθούλης μ τν ελαβική του φων ν ψάλει κα ν στέλνει στν Οραν κα στος πλος χωρικος κύματα χαρμολύπης. Στ ερ Βμα παπα-Βαγγέλης μ τν παλι ρούσικη στολή, τν ξεθωριασμένη, πο εωδίαζε καμένο θυμίαμα κα ξεραμένο βασιλικό. Ο πίτροποι πίσω πό τ παλι παγκάρι σκυμένοι πάνω στ χειροποίητα κεριά, χοντας ναμμένη τ λαμπάδα, πο τ στρερέωναν μέσα στν ποδοχ πο εχε τ μπρούτζινο κιβωτίδιο γι τ χρήματα. Τ χρήματα δηλαδή, δεκάρες, πενηνταράκια, δραχμς κα κάπου-κάπου κανένα τάληρο. μα φαινόταν στς γιορτάδες, Χριστούγεννα, Πάσχα κα τν γίων ναργύρων κανένας «μερικάνος»-μετανάστης δηλ. στν μερική- τότε φαινόταν κα κανένα δολάριο...
νάμεσα στος πιτρόπους διακρίνω τν παππο μου τ Νικολάκη κα τν μπάρμπα-Παντελ μ τ φιρφιρένιο μυροδοχεο, πο εχε τ χρμα το πράσινου το βυθο τς θάλασσας,  ν ρίχνει τν κολώνια, τ χαρ τν παιδιν, ταν μύρωνε τ κουρεμένα κεφλάια τους.
Παραπέρα θει τ Μαχὼ, νεωκόρος, ν σάζει τ φουστάνα της, θει τ Λενι Ράπαινα ν σιγοψέλνει... Κα τόσοι λλοι. Ν στέκονται αστηρο κα σιωπηλο στ στασίδια τους ο ντρες κα ν συλλογιονται. Ν συλλογιονται τν νέχεια, τ βασανισμένη τους ζωή, τ κορίτσια πο μεγάλωναν κα ταν τς παντρεις,, τ γόρια πο ξενιτεύτηκαν, τ χτήματα πο θέλουν καλλιέργεια, ο νάγκες πο τρέχουν κα τόσα λλα. Κι δ, σιμ στ Θε κα στος γίους ρεμοσαν. Περίμεναν ν πολύσει κκλησιά, ν πᾶνε στ σπίτι ν φνε τ φαΐ τους, ν βγον λίγο στν καφενέ, ν τ πονε μέχρι ν ξημερώσει μέρα κα ν κινήσουν πάλι γι τ μεροκάματο.
πέναντι π παρεκκλήσι το γίου Κωνσταντίνου πάνω στ γυναικωνίτη μαζεύονται ο γυνακες, μς τς μαντλες τους τς φτωχικές συμμαζεμένες, ν᾿ κούσουν τν κκλησιά, ν κάμουν μετάνοιες, ν παρακαλέσουν μ ελικριν δάκρυα τν Παναγι κα τος γίους γι τ κάθε τί... Κι κουγες τότε ν βγαίνει στεναγμς μ τ φράση «Παναΐτσα μ΄».
    Τ ερ Βμα ταν μόνιμη καθέδρα τν παιδιν, στριμωγμένα πάντα πάνω στ ξύλινο μπαολο, πο ταν πέναντι πό τν Πρόθεση, ν κοιτάζουμε μ νοιχτ τ μάτια, κι χι χωρς ταξίες, τν παπ χωμένο μέσα στ μισοσκότεινη χιβάδα τς Προσκομιδς ν γεμίζει τ Δισκάριο μερίδες: Ζώντων κα Κεκοιμημένων. Πο ν φανταζόμασταν τότε, τι λίγο παρακάτω, στ Κοιμητήριο πο ναπαύονταν, μόλις κουγαν τ νομά τους ναθάρρευαν, γιατ κάποιος τος κάλεσε. Κα πο, στ᾿ λήθεια... Στ Τραπέζι το Θεο!
Ατ λοιπόν, κι λλα περισσότερα ξανάζησα μ τν ερ κα πάντιμα ελογημένη πίσκεψη στν πολυφίλητη κα πολύκλαυστη παλιά μας κκλησιά. Πο γι μένα εναι τ θεοτίμητο φαλτήριο, γι ν βρεθ δ πο εμαι κα στοχάζομαι...
Μακάρι, Θεέ μου, ν μο νοίγεις συχν ατς τς πολύτιμες πύλες τς ναπόλησης κα πίσκεψης στ χτς τ πανευλογημένο. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email