© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα, 5 Αυγούστου 2013

ΜΑΝΤΑΜΑ ΜΠΑΤΤΕΡΦΛΑΪ ΤΟΥ ΤΖΑΚΟΜΟ ΠΟΥΤΣΙΝΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ ΣΤΟ ΗΡΩΔΕΙΟ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Με κατάμεστο το θέατρο Ηρώδου του Αττικού, στις 27-7-2013, παρακολουθήσαμε μια ακόμα λαμπερή παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, την «Μαντάμα Μπαττερφλάι» του Τζάκομο Πουτσίνι [1875-1924]. Μετά την πρόσφατη θριαμβική επιτυχία που γνώρισε ο «Ιπτάμενος Ολλανδός», σε σκηνοθεσία του διάσημου Έλληνα σκηνοθέτη και σκηνογράφου Γιάννη Κόκκου, ένας άλλος σπουδαίος σκηνοθέτης, ο Αργεντινός Ούγκο ντε Άνα κλίθηκε από τον καλλιτεχνικό διευθυντή της Λυρικής Σκηνής Μύρωνα Μιχαηλίδη να σκηνοθετήσει τη θρυλική όπερα «Μαντάμα Μπαττερλφλάι»! Ο σκηνοθέτης, γνώριμός μας από την  παράσταση της «Τόσκα», το περασμένο καλοκαίρι, με την ανανεωτική ματιά του ξανάφερε στο φως πράγματα χιλιοειπωμένα και μηδέποτε λυμένα, όπως ο ρατσισμός, η αποικιοκρατία, η αγοραπωλησία ζωντανών ψυχών, η ταπείνωση ανθρώπου από άνθρωπο και προβλημάτισε ξανά τον κόσμο τού σήμερα που όχι μόνο, ένα μεγάλο μέρος του υφίσταται ακόμα τις συνέπειες, αλλά και ένα άλλο μεγάλο μέρος του, ακόμα, τις πρεσβεύει.

Ο Πουτσίνι γοητευμένος από την παράσταση της «Μαντάμα Μπαττερφλάι» του David Belasco, που είδε στο Λονδίνο το 1900, αποφάσισε να συνθέσει μια όπερα με το ίδιο θέμα. Ανέθεσε στους Τζουζέπε Τζακότα και Λουίτζι Ίλλικα να γράψουν το λιμπρέτο της όπερας, το οποίο είναι βασισμένο στο ομώνυμο έργο του John Luther Long και με στοιχεία από το έργο του Pierre Loti, “Madame Chrysanthème”. Η πρώτη παράσταση της Όπερας στη Σκάλα του Μιλάνου έγινε το Φεβρουάριο του 1904 και, παρά τους δημοφιλείς  αστέρες της εποχής, που ερμήνευσαν τους ρόλους και την εύλογη αυτοπεποίθηση του Συνθέτη για την ποιότητα της μουσικής του, βοηθούσης και της «κλάκας», ήταν μια πανωλεθρία, τόσο, που ο Συνθέτης απέσυρε αμέσως την όπερά του και αποζημίωσε τη Σκάλα του Μιλάνου με 20.000 λίρες. Το έργο έκτοτε τροποποιήθηκε πολλές φορές, ώσπου να φτάσει στην τελική του μορφή.

Μεταξύ των ετών 1915-1920 η μεγάλη Γιαπωνέζα σοπράνο Tamaki Miara έγινε παγκόσμια γνωστή τραγουδώντας την Τσο-Τσο-Σαν. Το άγαλμά της, μαζί με εκείνο του Πουτσίνι, βρίσκεται στο πάρκο Glove Garden του Ναγκασάκι, πόλη, στην οποία διαδραματίζεται η Όπερα!


Η σύγκρουση των δύο διαφορετικών πολιτισμών εμφανής από την αρχή, κυρίαρχο άλλωστε στοιχείο της έμπνευσης του Συνθέτη. Από τη μία πλευρά ο κυνικός, υποκριτής, υπερόπτης, εκμεταλλευτής Αμερικανός υποπλοίαρχος Πίνκερτον, με θεό του το χρήμα, που του επιτρέπει να αγοράζει ακόμα και ανθρώπους, όπως την ανυποψίαστη νεαρή Γιαπωνέζα Τσο-Τσο-Σαν, για να την παρασύρει στο κρεβάτι του σκηνοθετώντας το γάμο τους και την επομένη να την πετάξει ή, για να χρησιμοποιήσουμε το συμβολικό και σαφή υπαινιγμό του έργου, να την τρυπήσει, όπως ο συλλέκτης της πεταλούδας τρυπά με μια καρφίτσα την αέρινη αυτή ψυχή,  για να τη στερεώσει στον πίνακά του και να την προσθέσει στη συλλογή του. Έτσι κι εκείνος, θα την προσθέσει στη δική του συλλογή  και θα  πάει στην Αμερική, για να παντρευτεί την «καλή» Αμερικάνα! Από την άλλη, ο αγνός κόσμος των αυτοχθόνων Ιαπώνων με το σπουδαίο πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα της πλούσιας παράδοσής του, αλλά και με τη βαριά πατρική κληρονομιά λαθών και αμαρτιών, μα και το κόστος των πράξεων της νεαρής Τσο-Τσο-Σαν, αφού απαρνιέται ακόμα και τους προγονικούς θεούς της για την άδολη αγάπη της. Η ηρωίδα του Πουτσίνι, παρά την αφέλεια, που φαίνεται να τη χαρακτηρίζει στην αρχή, αναδεικνύεται σε εμβληματική γυναικεία μορφή, που αίρεται σε μεγαλείο ψυχής, αφού τα δίνει όλα και δεν διαπραγματεύεται τίποτα ούτε καν το μεγάλο της ατού, το γιο της, τον οποίο  προσφέρει στον πατέρα του, ενώ εκείνη πεθαίνει για τον έρωτά της, όπως οι περισσότερες ηρωίδες της πινακοθήκης του Συνθέτη!


Το έργο ευτύχησε από την ευαισθησία και την ευρηματικότητα του σκηνοθέτη, ο οποίος εκμεταλλεύτηκε άριστα το ανθρώπινο δυναμικό, που είναι ό,τι καλύτερο διαθέτει η Λυρική Σκηνή και έστησε μια εξαιρετική παράσταση.

Η σκηνογραφία απλή, όπως η γιαπωνέζικη αρχιτεκτονική, τρία δωμάτια στη σειρά με τη νυφική παστάδα στο κέντρο και δεξιά αριστερά τα δωμάτια εργασίας. Πλούσιες οι ενδυματολογικές προτάσεις, όπως τα εντυπωσιακά κιμονό με τα φανταχτερά χρώματα, οι περούκες και οι μάσκες που έμοιαζε να ξεπήδησαν από το παραδοσιακό θέατρο Νο ή το Καμπούκι. Αν και χρειάζεται εκπαίδευση και κάποια πείρα, η ισορροπία των τραγουδιστών πάνω στους κοθόρνους ήταν αξιοθαύμαστη. Δεν έλειψε ούτε η ξυλοπόδαρη μαριονέτα του «Μπάρμπα Σαμ», ούτε το ανέμισμα των σημαιών, ιαπωνικής και αστερόεσσας. Τα φαναράκια και οι ομπρέλες  συμπλήρωναν το λιτό σκηνικό, που όμως απέκτησε άλλη διάσταση με το videowall. Ο τοίχος του Ηρωδείου μεταμορφώθηκε κυριολεκτικά. Επιλεκτικά αναφέρουμε τα ιδεογράμματα, τη φουρτουνιασμένη θάλασσα, που ξεχύθηκε από τον αριστουργηματικό πίνακα του Ιάπωνα ζωγράφου και χαράκτη Χοκουσάι, με την εκπληκτική  κίνηση των κυμάτων να υπογραμμίζει τη σαρωτική τρικυμία του ψυχικού κόσμου της ηρωίδας. Καθώς και τις φυλλοροούσες κερασιές, που, εκτός από τη μαγευτική, ρομαντική εικόνα τους, υποδήλωναν το στράγγισμα, σταγόνα-σταγόνα, της λεπτής ψυχής της Μπαττερφλάι.

Η Ιταλίδα σοπράνο Μαρία Λουίτζα Μπόρσι απέδωσε ιδανικά την κεντρική ηρωίδα, αξιοποιώντας και προβάλλοντας, μέσα από την ωραία φωνή και τη θεατρικότητά της, όλα τα προτερήματα του ρόλου της. Ο Ιταλός τενόρος Βάλτερ Φρακάρο ερμήνευσε επάξια τον δήθεν ερωτευμένο Αμερικανό υποπλοίαρχο Πίνκερτον, αναδεικνύοντας τον κυνισμό και τον αμοραλισμό του. Εκπληκτική ήταν η Ρωσίδα μεσόφωνος Ολέσυα Πέτροβα στο ρόλο της Σουτζούκι. Εξαιρετικός όπως πάντα ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς, προσέδωσε στο ρόλο του Προξένου των ΗΠΑ Σάρπλες, ευγένεια και ήθος, ό,τι έλειπε από τον Πίνκερτον. Δυσκολευτήκαμε να αναγνωρίσουμε τον βαθύφωνο Τάσο Αποστόλου, αλλά τον «πρόδωσε» η σπάνια φωνή του, με την οποία ερμήνευσε θαυμάσια το δύσκολο, εκδικητικό χαρακτήρα του Μπόνζο, θείου της Μπαττερφλάι. 


Ο Αρχιμουσικός Μύρων Μιχαηλίδης ανέδειξε τα λυρικά μέρη, αξιοποίησε τις δραματικές εντάσεις και εκμαίευσε άριστες ερμηνείες από τους Μονωδούς, τη Χορωδία και την Ορχήστρα του, αποσπώντας δίκαια το θερμότατο χειροκρότημα του κοινού! 


2 σχόλια:

Μαρία Σ είπε...

Ευχαριστούμε πολύ την Κυρία Κοτοπούλη και εσάς που της δώσατε βήμα να επικοινωνεί μαζί μας.

Konstantinos είπε...

Τά γραπτά της κυριας Μαρίας ειναι τοδίχως αλλο μαθηματα, που διδασκουν καί συνάμα φωτίζουν πολλές σκιασμένες της ψυχής μας σκοτεινές μεριές. Δεν την ευχαριστουμε μονάχα, αλλα την παρακαλουμε να συνεχίσει το φωτεινο καί χρήσιμο αυτό της δακόνημα και να ειναι καλά. π.κ.ν.καλλιανος

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email