© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

Απόστολου Θηβαίου: ΤΖΟΝΑΘΑΝ


«ευτυχία είναι η δυστυχία που την υπομένουμε από αγάπη»

Εν τέλει, η Μαίρη κατέληξε. Μια φοβερή ασθένεια, είπαν, μια γενετική, προδιαγεγραμμένη μοίρα, ισχυρίστηκαν. Εν τέλει η Μαίρη κατέληξε. Ετάφη στο κοιμητήριο της επαρχιακής κωμοπόλεως. Η στερνή μονή της στολίστηκε από περίτεχνα κιγκλιδώματα, σκηνές ίσως από μια άνοιξη, με πουλιά, άνθη απαράμιλλης πλαστικότητας, κληματαριές.  Σκηνογραφία δηλαδή, μιας ολότελα χαμένης, φυσικής ζωής.
Το κοιμητήριο απλώνεται πίσω από τις γυαλισμένες αντλίες της βενζίνης, πίσω ακόμα από το ποδοσφαιρικό γήπεδο. Είναι από χώμα το γήπεδο και τα αγόρια χτυπούν τα γόνατά τους, Κάθε φορά μετά τους αγώνες τα γόνατά τους φέρουν κάτι αποτρόπαιες πληγές. Αίμα κόκκινο στις φανέλες, αίμα κόκκινο σαν του λαγού, αίμα παλιό, σαν της Μαίρης να πούμε, σαν του σφαγμένου ζώου στο τσιγκέλι της κρεαταγοράς.
Εν τέλει η Μαίρη κατέληξε. Τη συνόδευσαν φίλοι, εραστές, ορισμένοι παρίες προς τους οποίους επέδειξε απαράμιλλη τρυφερότητα και φιλευσπλαχνία. Σχετική μάλιστα αναφορά πραγματοποίησε και ο ιερέας του ναού, βεβαιώνοντας το θλιμμένο πλήθος για τον τόπο της αναψύξεως, επί των εδαφών του οποίου θα περιφέρεται αιωνίως ευτυχισμένη και ακμάζουσα η νεκρή Μαίρη.
Ελάχιστοι γνώριζαν και δεν αποκάλυψαν τίποτε. Απολύτως. Μιλώ για την ερωτική ιστορία, η οποία τόσο πίκρανε την Μαίρη όλα ετούτα τα χρόνια και είχε ως αποτέλεσμα την οριστική πτώση της νεκρής από τη θέση της ζωής.  Ο νεαρός Τζόναθαν, με την καταγωγή από τη Νέα Σκωτία, εν έτει 1985, ή και παλαιότερα είχε αγαπήσει πολύ την Μαίρη και οι δυο τους εβίωσαν παρθένες εμπειρίες. Είχαν ορκιστεί αιώνια πίστη και είχαν δεσμευτεί με μια καλογραμμένη επιστολή για τούτο. Η Μαίρη είχε εμπιστευτεί σε κάποιον φίλο πως η επιστολή κλείστηκε καλά μες σε ένα γυάλινο μπουκάλι και ρίχτηκε μεσοπέλαγα. Έτσι εξηγείται η θλίψη της τα κυριακάτικα μεσημέρια, καθώς ετοίμαζε το τραπέζι ή έραβε ένα πορφυρό, επίσημο φόρεμα. Διότι η Μαίρη φοβόταν πως η επιστολή ξεβράστηκε σε μια πολύ απόκρημνη ακτή και έκτοτε εξαντλείται σαν υλικό μες σε ήλιους και ραδιούχους χειμώνες που πολύ πονούν εμάς, όσους επιζήσαμε σε πείσμα της νεκρής Μαίρης.
Εκείνη σκουπίζει τα δάκρυά της και λέει, «ας πέσω, ας χαθώ λοιπόν. Αν πετύχω», λέει, «καλώς. Ειδεμή, τόσος έρωτας θα κάμνει το πέσιμό μου τραγικότερο», λέει η Μαίρη που είναι πια εν τέλει, νεκρή, μες στο σκληρό, ξύλινο νάρθηκα.
Οι κορδέλες του οικείου μας πένθους ανεμίζουν τώρα μες στις νύχτες, ολοένα και πιο υπόλευκες, σαν τάχα η νεκρή, εν τέλει Μαίρη, να γέρασε για πάντα στην ίδια απόκρημνη ακτή, με τα σπήλαια και  τις διάσπαρτες σιαγόνες των νεκρών, παράξενων ψαριών. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email