© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο, 16 Μαρτίου 2013

Απόστολου Θηβαίου: ΤΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ (Αναφορά στον Ελύτη)


Ουδέποτε κατόρθωσε να αφομοιώσει την ποιητική του. Διατήρησε βεβαίως ένα αμείωτο ενδιαφέρον για τη στιχουργική, τις πρωτοτυπίες, τον ψυχισμό που φλέγεται εν μέσω των εποχών και της ιστορίας. Ορισμένες φορές πληγώθηκε με την αδυναμία του αυτή, θεώρησε πως η ποίηση συνιστά μια άλλη διάσταση και απέδωσε στην έλλειψη μιας έμφυτης μουσικότητας την ανεπάρκειά του.Έπειτα στήριξε το έργο του στα ιδεολογήματα, εκτίμησε τα φαινόμενα, διέκρινε στις κοινωνικές μαρτυρίες το υλικό το πιο ενδιαφέρον για τον εμπλουτισμό της ποιητικής του. Έπαψε τους μακριούς περιπάτους στην ενδοχώρα, αφέθηκε συντριμμένος ανάμεσα στα μεγάλα κτίσματα των πόλεων. Λησμόνησε ορίζοντες και γοητευτικές φευγαλεότητες, χύθηκε μες στο σφυγμό της εποχής και των ανθρώπων της, όμως παρέμεινε φλεγόμενος, καθώς οι θαυμάσιες πυρκαγιές εν μέσω της νυκτός στους εβραϊκούς μύθους. Όταν δαπανήθηκαν τα χρόνια και είχε ξοδευτεί η ανησυχία της νεότητας πια με την πραότητα του παρελθόντος και με την ήμερη συνείδηση των παλιών οραμάτων αποφάσισε να εγκαταλείψει τις πολιτείες, επέλεξε να στραφεί εκ νέου στους συναρπαστικούς ρεμβασμούς, σαν μια αναζωπύρωση των παλαιών πυρκαγιών. Και εκδίωξε οριστικά εκείνη την παρενδυσία των αστικών οριζόντων και αποφάσισε πως επήλθε πια ο καιρός για να επαναλάβει με το αργό, συρτό βήμα των αιώνων τη νεανική εκείνη περιήγηση που είχε τόσο βάναυσα διακόψει η στεγανή πνευματικότης. 

Ταξίδεψε στα πιο ακριτικά μέρη, σε τόπους με σπουδαίες αρχαιοπρέπειες που κατοικούνταν μονάχα από ανθρώπους του μόχθου και της γης, άνδρες με υποθαλάσσιες φορεσιές και χαρακωμένες προσωπογραφίες. Ρωτήθηκε μέσα του, με την ίδια ένταση που τα αισθήματα παθαίνονται και οι ζωές βιώνονται, ρωτήθηκε μέσα του αν μπορεί να αντέξει μες στα θεμελιωμένα, ανεπανάληπτα μεσημέρια. Στάθηκε στο μέσον του πεδίου, στο βάθος κείτεται ο ερειπιώδης ναός, στο βάθος ένα μόρφωμα μαγνητικό τα αρχαία έτη, στο βάθος η γυναίκα και ο άνδρας και όλες οι φυλές και οι γλώσσες του κόσμου, να συνθέτουν τη βασική μας κοίτη. Απ΄εκεί αρχινούν όλες του κόσμου οι διάλεκτοι, απ΄εκεί ξεκινούν τα φύλα που θα γίνουν κάποτε λαοί με υψωμένες σημαίες και φθορές και απέραντα κοιμητήρια. Με βεβαιότητα ετούτα τα τελευταία θα ανακαλυφθούν όταν θα έχουμε πια οριστικά τελειώσει και με απορία κάποιοι θα αναρωτιούνται πώς και γιατί εχάθησαν όλες αυτές οι ελπίδες. Περπατά τώρα προς τον ορίζοντα αυτόν. Βρίσκεται στο μέσον ενός ελληνικού καλοκαιριού καταμεσήμερο, πυριφλεγή μεσημέρια μες στα χορτάρια και το καφέ ανοιχτό χρώμα της γης και όλα τα θαύματα για τα οποία δίστασε κάποτε εμπρός του απλωμένα. Και της Ελένης το πάθος και της Μήδειας η ανύπαρκτη λογική και ο ηρωισμός του Ορέστη και το μέτρο, η ύβρις και όλοι οι θεοί έκπτωτοι, κατώτεροι με το μπρούτζινο σώμα τους στοιβαγμένοι στις προκυμαίες με τα υπάρχοντα στοιβαγμένοι, καθώς προσμένουν το διωγμό. Και τίποτε δεν απομένει πια να ειπωθεί, τίποτε δεν απομένει να ελπίσει συλλογιέται, μόνο το μυστήριο της ζωής που αποκαλύπτεται με την απλότητα και το μεγαλείο του εμπρός στα ματωμένα μάτια, το μυστήριο που μετατίθεται από τη ζωή στην τέχνη και από εκεί στο μέλλον και από εκεί απλώνεται σαν νερό ποταμίσιο και είμαστε όλοι οι πιο παλιές θάλασσες με τις εκβολές μας και τα ψάρια και τις κοραλλιογενείς απελπισίες και τα πλεούμενα που σκίζουν τα νερά με τη βοή του θανάτου και μες στα αμπέλια να συνθλίβονται τα σταφύλια και στο χώμα όλοι οι πεθαμένοι που γυρνούν με ιλιγγιώδεις ταχύτητες  σκάβοντας βαθύτερα τη ζωή, για εμάς τους ανυποψίαστους. Δίχως δαυλούς, δίχως φανούς, δίχως φως πορεύεται πια προς το βάθος, προσπερνώντας όλη την ιστορία, όλη την πρωτοπορία, ο κόσμος είπε είναι μια συλλογή από αναρίθμητες στιγμογραφίες. Οι φωνές τους, ακούς τις φωνές τους που ορθώνονται οροσειρές, με ηφαιστιογενείς προοπτικές με την καταγωγή από τις σπουδαίες αυλές της Ιωνίας, μες στα ερείπια εκείνης της γης τα σκοτωμένα παιδιά και πέρα χίλιες κορφές να εφάπτονται της θαλάσσης και να αναρωτιέται εκεί μες στα αρχαία βημόθυρα για τα λευκότατα σπίτια, τα ένστικτα, το τραγούδι του παράξενου πουλιού, το ασημένιο αργύριο του ζειν. Πώς έκλαψε τότε εκείνος, πώς έκαμε συνείδηση τα χαμένα χρόνια, πώς πλανήθηκε έτσι και δεν υποπτεύθηκε πως μες στα απλά μεσημέρια των ελαιώνων υφίσταται η ποίηση και η γεωμετρία, το τώρα, το παλαιό, το τρεμάμενο πρόσωπο του αγίου αχνό πίσω από τα αιώνια φρέσκα. Δεν υποπτεύθηκε πως η κορυφή εκείνη των φιλοδοξιών του δεν είναι άλλο από τη μεταφυσική του χώματος και της πανσέληνης νύχτας. Τέτοιο έρωτα πώς δεν τον αντιλήφθηκε, τα παιδιά δεν θυμήθηκε που περιφρονούν έτσι βάναυσα τα βιβλία. Στην αυλή με την αποθήκη και τη δεξαμενή και τους ανυπόταχτους βλαστούς στις ρωγμές του υλικού και της βραδιάς αφού τίποτε δεν έχει πια να πει, χαϊδεύει το μαλακό πηλό, προσδίδοντάς τους κατ΄επανάληψη την όψη των ληκύθων.
Το αγνό, το ακηλίδωτο, το διαυγές κρύσταλλο της γεωμετρικής σκέψεως, προς τούτο τείνουμε. Σε τούτη τη διαπίστωση του ζωγράφου και κριτικού Χατζηκυριάκου Γκίκα υφίσταται όλη η πνευματικότητα και η προοπτική της ποίησης του Οδυσσέα Ελύτη. Στην ίδια την πράξη της λογοτεχνίας μπορεί να συμπεράνει κανείς τη δυσχέρεια να καθοριστεί με επιτυχία μια ανάλογη πορεία, καθώς εκείνη του ποιητή. Πέρα από τη σύνθεση του ελύτειου έργου, πέρα από κριτικές και προσεγγίσεις υφίσταται μόνον η ευλογημένη αγωνία ενός ανάλογου βιώματος. Τίποτε άλλο δεν απομένει λοιπόν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email