© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Μιμίκα Σταμίρη: ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ (Συμμετοχή στον Μαραθώνιο Ποίησης 2013)

Σ’ ένιωσα στο ξεχασμένο φιλί
ένα πρωί  που μάτωσαν οι  κύκνοι τους υάκινθους.
Πέφτει ο ήλιος.
Στον κόρφο της Ελένης το μήλο
κι η Τροία μια μυθική ιστορία.
Τα βλέφαρα λάγγεψαν τα κυπαρίσσια
και πρασίνισαν τα’ άστρα
σαν μνήμες παλιές των λιμανιών.
Στην καρδιά σου τα χέρια μου
νεκρά περιστέρια.
Πέφτει το φεγγάρι.
Στους κάκτους τα πορτοκάλια
της πιο γαλάζιας ερημιάς.
Κι εγώ μια Ανδρομάχη.

Αλλάζει το σύννεφο
στο σκορπισμένο σου μίλημα
Η βλάστηση γέλασε
στο χαμόγελο του Εκτορίδη.
Καπνοί της αμάχης των μύθων
γαλούχησαν τους αιμάτινους κύκλους
κι η Πηνελόπη ξαναϋφαίνει στο πεσμένο φεγγάρι.
Η γαλάζια ερημιά εξαϋλωμένος αφρός
καμάκωσε το καΐκι του νόστου.
Κι ο Δυσσέας χαμένος στις Κίρκες και τους Κύκλωπες
αψηλώνει τ’ ολάνθισμα της ελπίδας.
Στο Θιάκι οι αγάπες μου
που με ξαστόχησαν καρτερώντας,
στις μυγδαλιές οι ανάσες μου
π’ έγειραν στο πρώτο φυλλοβόλημα.
Μες τους καπνούς της αμάχης των μύθων
εγώ, μια Ανδρομάχη

Ξαπλώνει το φως
στις αγκαλιές της ερημιάς των γλάρων
και τα’ άλογο καλπάζοντας στα τείχη
μάτωσε τους υάκινθους των κύκνων.
Το χτικιό της αδερφοσύνης σου
κουρέλιασε την περήφανη νιότη μου.
Στις μυρτιές λαβωμένα τα φίδια
Στο κρεβάτι του Αχιλλέα
ξεχασμένο λάφυρο η ομορφιά.
Δεν ήξερα πού πήγε η Ιφιγένεια
μήτε τα’ άστρο ότι χάθηκε στου Αίολου την πνοή.
Απίθωσα τα μάτια και τα χέρια μου
στο περιβόλι τα’ ανοιχτού σου πουκάμισου
την ίδια ώρα που σταλοβόλησε ο αφρός
στο νησί των Φαιάκων.
Στα τόξα και στις σαΐτες των πολεμόχαρων
ίδιος με κρίνο του πελάγου
τραγούδησες στα γλέντια των μνηστήρων.
Κι εγώ μακριά δε σε ξαστόχησα.
Μες τους καπνούς της αμάχης των μύθων
εγώ, μια Ανδρομάχη

Ξεψύχησαν τ’ ασφοδίλια
στη λαίμαργή σου αποκοτιά
σε κάθε νου που γλυκοτυραννιέται
βαμμένος στα χρώματα του τόξου.
Ήταν πικρό να καρτεράω δέκα χρόνια
το χαμογέλιο της λευτέρωσης των υάκινθων
στο ξωτικό νησί που μ’ είχαν ποτισμένη
ίδιο φαρμάκι, ίδιο κρασί
τ’ αλαργινά σου μάτια.
Ήμουν στο Θιάκι προξενήτρα
πεσμένο φεγγάρι στον κόρφο τ’ ουρανού.
Στις θάλασσες ένα πουλί που λησμονιέται
χτυπημένο απ’ το κατάρτι της τρικυμίας
ένα όνειρο που σταλοβολάει
σαν βροχομαργαριτάρι στα χείλη μου.
Απάγγιο του γλυκού τραγουδιού οι Σειρήνες
Στο γοργοκύλισμα του κυμάτου η θύμησή σου.
Κι εγώ μες τους καπνούς της αμάχης των μύθων
ίδια Ανδρομάχη

Ξύπνησε τ’ όνειρο
σε κάποια ακτή του Ήλιου
Στις σάρκες των βοδιών οι μέλισσες
Θρήνοι  Τρωάδων στα φεγγαρόφωτα λημέρια
-ένα πικρόηχο ανατίναγμα του γυρισμού–
Ατράνταχτος ο Δίας στη σύναξη των θεών
Κι η κόρη της σοφίας ντυμένη την ελιά
μαχαίρωσαν το δάκρυ μου στ’ ακρογιάλι.
Το πονεμένο σου τραγούδι στο τέλος της άνοιξης
γαρύφαλλο στο συρματόπλεγμα της απαντοχής
ξαστέρωνε τα βλέφαρα της βασίλισσας
όταν σε κάτεχε στα μαγικά της ξεφαντώματα.
Κουβάλισμα πικρό οι συντρόφοι
Του μερτικού της πείνας αετοί,
 ίδιοι λαός στις αλυσίδες του απρόσμενου
Κι εσύ τρανός.
Σ’ ένιωθα στο ξεχασμένο φιλί της καρυδιάς
που ‘γραφε τ’ όνομά μου.
Με λέγαν Ανδρομάχη.
                         
[Εικαστικό σχόλιο: Η Ανδρομάχη θρηνεί τον Έκτορα. Ζωγραφικός πίνακας του Ζακ-Λουί Νταβίντ]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email