© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Απόστολου Θηβαίου: ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΠΙΔΕΙΞΕΙΣ {ΕΙΣ ΑΝΑΜΝΗΣΙΝ Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ}


Στάθηκε έξω από τον κόσμο, πέρα πολύ από τους ανθρώπους στάθηκε και ησύχασε, όπως οι άνεμοι τις νύκτιες ώρες. Πέρα κοιτούσε σφοδρό και ακμαίο τον κινητήρα της ζωής, με το πελώριο σώμα του, τους βρυχηθμούς, τις οδύνες που αναδύονταν ισχυρές και ακέραιες. Πίσω, εμπρός, πλάι και μέσα του ο τραχύς βόμβος της συνέχειας, η υποχρέωση της επιβίωσης, κλαδιά γαντζωμένα αιώνες στο σώμα του δέντρου να αντέχουν τις ακραίες βροχές, τις προσεισμικές αγωνίες, τους κατακλυσμούς, τις υψηλές ευτυχίες. Με όλη του την ανθρωπιά στύλωσε τα χέρια του, σε όλη την έκτασή τους τα χέρια του γειτνίαζαν στο χώμα. Και τότε έλαβαν χώρα οι φοβερές, ηλεκτρικές εκκενώσεις, συνέβησαν ταυτόχρονα οι μέρες και οι νύχτες  και ένα βαθύ ποτάμι, ήσυχο σαν θήραμα που το προσπερνούσαν για πάντα οι λυκοθηράρχες έβρεξε τον κόσμο των ανθρώπων, χαράχτηκε ως φλέβα πέρα ως πέρα. Κοίταξε την αρχαία βιολογία που ανερχόταν και πάλι μάκραινε και όλος ο κόσμος να χαράζεται από τη δικαιοσύνη που είναι ιστορική και μία. Και όλα βάδιζαν προς τη φοβερή μοίρα του θανάτου και ανάβλυζαν εντός του με τον ολοκληρωτικό ρυθμό ενός νέου φαινόμενου. Και μόνο τότε εκείνος, ήμερος και ακίνητος ως με κάποια αιωνιότητα στο πνεύμα, έσυρε αργά τα βρεγμένα χέρια και ήπιε το νερό και γεύτηκε το χώμα και εκείνο χυνόταν πάλι μέσα του. Και ένας απίθανος, ακατανόητος ξένος πλησίαζε από το βάθος του κόσμου και πίσω του το μονοπάτι του χρόνου που ανοίγεται, καθώς ένας νέος ορίζοντας μες στις συντελεσμένες πόλεις. Και εκείνος ο ξένος ομολόγησε.
Πιστεύω εις έναν άνθρωπο, συντριμμένο και μόνο εμπρός στο φοβερό φάσμα. Πιστεύω εις έναν άνθρωπο με όλες του τις δυνάμεις συγκεντρωμένες εντός της ροής του. Πιστεύω εις την αμαρτία και εις τον έρωτα και εις την ελπίδα και μπορώ έτσι να ανακτώ έπειτα από τόσους θανάτους την ιδιότητα του ανθρώπου. Πιστεύω εις το χρόνο που εξαντλείται, στο σπίτι που χτίζεται με γυμνά χέρια, στο παιδί που ρωτά, στο άστρο που φλέγεται σε μια άλλη ήπειρο. Πιστεύω εις τον αγώνα του δίκαιου και του αξιωματικού, πιστεύω εις την ιδεολογία της ταπεινότητας, πιστεύω εις τον άνθρωπο που γεννιέται εντός μου. Πιστεύω εις τις εύφορες πεδιάδες που οριστικοποιούνται στο ύψος του ουρανού, πιστεύω εις τις φλογώδεις ημέρες του θερισμού, εις την ανθρώπινη απελπισία πιστεύω ακράδαντα. Πιστεύω εις τις χαώδεις γέφυρες που υπερνικούν τις αποστάσεις, εις τους ανεπαίσθητους τριγμούς της νύχτας, πιστεύω εις τον μόνον άνθρωπο, τον πληγέντα, τον ανερχόμενο και κατερχόμενο άνθρωπο, πιστεύω εις το φως που δηλητηριασμένο σταλάζει στις άκριες των χειλιών μας. Πιστεύω εις έναν άνθρωπο, ποιητή ορατών τε πάντων και αοράτων μάρτυρα και πιστεύω εις τα λυμένα πάθη και εις τη μοναξιά και εις τα μνημεία και τα αγάλματα που ακουμπούν στην αρετή και εις το θάνατο το στολισμένο εντός του ναού πιστεύω και αναμένω και υποκύπτω εις το μύθο και στα δροσερά κορίτσια των αρχαίων αναβρυτηρίων. Πιστεύω εις τον άνθρωπο των παραληρηματικών οραμάτων, των απόλυτων μοιρών, πιστεύω εις την σκληρότατη ευτυχία. Πιστεύω εις τις βλαστόμορφες, ροδινές μορφές των βυζαντινών αγίων με τις τανυσμένες αρθρώσεις, πιστεύω εις τα νεκρά παιδιά των πηγαδιών, στους υδραργυρικούς καθρέφτες, στην πεποίθηση των γυναικών που λευκαίνουν τα πόδια της Παρθένου με τις  γονυκλισίες στις εκκλησιές της νοτίου Αμερικής, πιστεύω εις τα ανυποψίαστα σύμπαντα που αποκαλύπτει η ποίηση, στη στοργή, τη βασική ετούτου του κόσμου προσφορά. Πιστεύω εις τα σκοτωμένα παιδιά, στα παλαιά θυσιαστήρια, στα χαμηλά σπίτια, στη διάρκεια που υφίσταται δίχως εποχές, δίχως φως και αέρα. Πιστεύω εις τους βρώμικους φεγγίτες, τους βασανισμένους ήλιους, πιστεύω εις τη ροδαλότητα των νεανικών παρειών και στα ορμητικά, πολυφωνικά κύματα των παρόντων καιρών. Πιστεύω εις έναν άνθρωπο.
Έπειτα εκείνος αργά αργά ετέλειωνε και αποκτούσε την όψη του πηλού και τώρα νερά έτρεχαν γύρω του και καθώς πνίγονταν μες στο φως οι προοπτικές, εκείνος επαναλάμβανε πως το σώμα είναι από λάσπη και αίμα και μαινόμενος εν ονόματι του μυστηρίου σπάραζε τον κόσμο με τη φωνή του. Όλα ασκούσαν μια κατάφαση εμπρός στη δυναμική της αθανασίας. Ο άνδρας κατέληξε αργά το απόγευμα. Ήταν ήδη μια ρίζα, μισό αιώνα και πλέον.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email