© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

Έρσης Λάγκε: ΟΙ ΣΚΙΕΣ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ (ανέκδοτο διήγημα)


Ζωγραφική: Laurits Andersen Ring (1854–1933)
Περάσαν τα χρόνια.
Στα αποκεί ήπια χώματα του νησιού έχτισε μάλιστα, στις καλαμιές και στα ροδόδεντρα. Ολάνθιστα ροδόδεντρα σ’ όλα τα χρώματα.
Στον ουρανό φεγγάρι μισοδιάφανο, ξεφτίλα φεγγαριού κομμένο σαν από γάζες. Αυτά από δω. Το πρωί πήγαινα από κει για μπάνιο.  Κι όπως μετά έβγαινα περιμένοντας το λεωφορείο, κάτι μου ‘χε ο τόπος. Ερχόταν απ’ το βουνό τρομερό κι όμως ηδονικά γνωστό και ξάπλωνε πάνω μου. Πίσω γδερνόταν αέρας κατεβαίνοντας τα λοφάκια, στρογγυλά – θηλυκά λοφάκια, γδερνόταν πάνω τους, ξυνόταν, μυρίζαν τα θάμνα μεταμορφωμένα σ’ ανάσα βαθιά, ίδια αναστεναγμό. Σε μένα ζητούσε μόνο να ‘ρθει στην επιφάνεια όλο χαρά καλωσορίσματος, όπως να βλέπεις φίλο χρόνια χαμένο.
Και θυμόμουνα ανύπαρκτα: ότι, λέει, εδώ είχα ζήσει προστατευόμενη και απειλούμενη μαζί. Σε ξέρω, μού ‘λεγε. Σε ξέρω και σε περίμενα. Αντίκρυ φιλικό το ξένο σπίτι με τις τριγωνικές μπαλκόνες, πολύ γνωστό κι αυτό σαν από όνειρο ξεχασμένο που ξανάβρισκε ζωή.
Ρώτησα τίνος ήταν στο πρώτο μαγαζάκι του δρόμου. Δεν ξέραν, απάντησαν. Είχε από καιρό πουληθεί. Τώρα παρίστανε την πανσιόν ή ξέρω γω, δωμάτια προς ενοικίασιν, όπως δα σ’ όλο το νησί.
Πέρασε το καλοκαίρι. Φεύγοντας το ξέχασα. Είχε βουλιάξει στο σκοτάδι, ανάμεσα στα μπετά. Το άλλο καλοκαίρι, τα ίδια.
Καθόμουνα με τις ώρες και δεχόμουνα. Ο τόπος είχε υπόγειο κάτι που μου το γάντζωνε στις πατούσες και γω δεν μπόραγα ακόμη κι ακόμη να καταλάβω. Αύγουστο πια, ντάλα μεσημέρι, ανάμεσα στις ορδές των τουριστών, τις ατέλειωτες, πέρασε γέρος κοντός, στο κεφάλι άσπρα ξέφτια.
- Μην έχεις καμιά δεκάρα; ρώτησε.
Είχα ένα ευρώ, του το ‘δωσα.
- Δεν λυπούνται τους γέρους, είπε. Τους κλέβουν, μουρμούριζε. Και προχώραγε. Σου λέω, δεν τους προσέχουν στο γηροκομείο. Εμείς όμως ξέρουμε. Εεεε;
Στη στροφή στάθηκε ξαφνικά. Με κοίταξε.
- Γύρισες στα πατρογονικά σου, λοιπόν; είπε και γέλαγε.
- Ποια πατρογονικά; Απ’ την άλλη μεριά έρχομαι. Από την ήμερη θάλασσα, την αντίκρυ στη στεριά.
Γέλασε πάλι.
- Ο νόνος σου -ή να ‘ταν ακόμη πιο πριν;- είχε χαθεί στα δάση κείθε μεριά στην μαλακή χαραδρούλα. Τον είχαν πάρει «Αυτοί» και μόνο η αγάπη της Μιρέγιας τον ξαναγύρισε.
- Μιρέγια λέγαν τη νόνα, του φώναξα. Πού τα ‘κουσες τ’ όνομα και πού το ξέρεις;
- Της μοιάζεις, είπε και προχώραγε αργά γελώντας σε κάτι εσώτερο του νου μου. Πρόσεχε όμως, συνέχισε. Οι γέροι δεν πέθαναν.
- Ποιοι γέροι; του φώναξα. Μη φεύγεις, πρέπει να ‘χουν περάσει τα εκατό – εκατόν είκοσι χρόνια.
Εκείνος συνέχισε να περπατά, ένα τόσο δα γερόντιο λευκασμένο. Πέρα απ’ την στροφή, στον ανελέητο καλοκαιριάτικο ήλιο, έλιωσε.

Ζάκυνθος 2007
Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email