© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου Σαββάτου: ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΦΡΟΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ

 Ὁμιλία στό 43ο  Ἱερατικό Συνέδριο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γερμανίας, μέ γενικό θέμα : "Τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα ὡς δεδομένο καί ζητούμενο" 
(Herten-Mülheim an.derRnhr-Duisburg, 15-18 Ὀκτωβρίου 2012)


1.  Ἡ ἱστορία ἔχει ἀποδείξει ὅτι δέν εἶναι εὐφυές, οὔτε συνετό νά ὑποτιμᾶ κάποιος τήν ἀλήθεια ἤ νά ὑποτροπιάζει στή μεταδοτική δύναμη τῆς ἀνοησίας. Δυστυχῶς ὅμως, σήμερα φαίνεται ὅτι ἡ ὑποτίμηση μαζί μέ τόν φανατισμό, τήν ἡμιμάθεια καί τήν ἰδιοτέλεια συγκροτοῦν μία νέα ἀντίληψη σχετικά μέ τό περιεχόμενο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος, ἐνῶ θεωρεῖ ὅτι εἶναι ἡ μεγάλη εὐκαιρία γιά νά ἐπιβληθοῦν κάποιες προσωπικές ἀντιλήψεις ἤ ἐπιλογές, προκειμένου νά ἐπιτευχθοῦν κάποια προσωπικά ὀφέλη καί νά ἱκανοποιηθοῦν ποικίλες ἐπιδιώξεις.
Ἀντιμετωπίζοντας λοιπόν ὡς Ἐκκλησία τήν πραγματικότητα αὐτή, ἐπιβάλλεται νά σταθοῦμε νηφάλια ἐνώπιον ἑνός ἐκκλησιαστικοῦ προβλήματος, τό ὁποῖο φαίνεται ὅτι προσπαθεῖ νά ἐπιβιώσει σέ ἕναν κόσμο ὅπου τίποτε πλέον δέν θεωρεῖται ὡς αὐτονόητο καί τό κάθε γεγονός ἀπαιτεῖ τήν ἐπιβεβαίωσή του. Νά ἀσχοληθοῦμε δηλαδή καί νά σταθοῦμε ὑπεύθυνα καί μέ γνησιότητα ἀπέναντι στά ἐρωτήματα, πού θέτει ἡ ἔννοια καί τό περιεχόμενο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος.
Πρίν ἀπό ὅλα ὅμως, θά ἤθελα νά ἐκφράσω τίς θερμές μου εὐχαριστίες στόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Γερμανίας κ. Αὐγουστῖνο, γιά τήν τιμητική πρόσκληση πού μοῦ ἀπηύθυνε νά ὁμιλήσω ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ κλήρου, τῶν ἄμεσων συνεργατῶν του, σέ μία διακονία τόσο σημαντι­κή καί συγχρόνως εὐαίσθητη, ἀφοῦ πλέον ἡ Ἐκκλησία καί μάλιστα ἡ Ὀρθό­δοξη Ἐκκλησία στήν Γερμανία καλεῖται μέ τούς ἐπισκόπους, τούς ἱερεῖς καί τούς διακόνους της, ὑπό τήν πεπνημένη καθοδήγηση τῆς Ὑμετέρας Σεβασμιότητος, νά προσλάβει καί νά μεταμορφώσει ἕναν κόσμο πού δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τόν κόσμο πού ξέραμε λίγα χρόνια πρίν, καί μάλιστα σέ ἄλλους τόπους καί χώρους, καί ὅπου ἡ τοπική Ἐκκλησία προκαλεῖται πειρασμικά νά δώσει τή δική της ταυτότητα μέσα ἀπό μία διαδικασία διαλεκτική ἀλλά καί ἐπιβεβαίωσης.
Τό δεύτερο στοιχεῖο, εἶναι ὅτι ὀφείλω νά ἐπισημάνω καί νά ἀναγνωρίσω, πώς μέσα ἀπό τίς παροῦσες Ἱερατικές Συνάξεις καί συναντή­σεις, φέτος εἶναι ἡ τεσσαρακοστή τρίτη, ἐπιβεβαιώνεται τό ἄοκνο ἐνδιαφέ­ρον τοῦ ἐπισκόπου Σας ὡς ποιμένος, γιά ἕναν συμπροβληματισμό σέ οὐσιαστικά καί ποιμαντικά θέματα καί συγχρόνως γιά τήν ἐπιμόρφωση τῶν κληρικῶν του σέ θέματα τόσο σύγχρονα, πού ἀγγίζουν τήν ἐπικαιρότητα καί τόν σύγχρονο ποιμαντικό προβληματισμό, ἀφοῦ, κατά τήν ἔκφραση ἑνός μεγάλου σύγχρονου θεολόγου, τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, "ὅποιος μένει ἀπαθής ἐνώπιον τῆς ἱστορίας, αὐτός δέν μπορεῖ ποτέ νά εἶναι καλός χριστιανός" (Ἔργα, τόμος IV, Θεσ/νίκη 1979, σελ. 225).
Γι’ αὐτό ἀκριβῶς τόν λόγο σήμερα ὅσο ποτέ ἄλλοτε, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλη­σία καλεῖται νά δείξει τήν ἀλήθεια, τήν ὁποίαν κατέχει, ἀφοῦ «ἡ χθές πρό πολλοῦ παρῆλθεν. Οὔτε κἄν τήν σήμερον ζῶμεν σήμερον. Μᾶς προέλαβεν ἡ μεθαύριον. Εἶναι ἀπέλπιδα τά κτυπήματα εἰς τήν θύραν τῆς Ἐκκλησίας... Ἄν δέν κατηρχόμεθα πρός τήν πραγματικότητα τῆς Εἰκόνος τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου του αὐτῆς τῆς στιγμῆς, δέν θά εἴμεθα Ἐκκλησία. Θά εἴμεθα μία ἔνδοξος, ἴσως θαυμαστή, ἱστορική πραγματικότης, ἀλλά παρελθοντολογία καί μόνον. Ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ζωή, εἶναι ἡ πάντοτε σήμερον ἐν τῇ ἀτέρμονι ἐκτάσει τῆς αἰωνιότητος...» (Γέρων Χαλκηδόνος Μελίτων Χατζῆς).

2.  Εἶναι λοιπόν ἀνάγκη καί καθῆκον νά σταθοῦμε κατ’ ἀρχήν αὐτο­κριτικά, μπροστά στό μέλλον καί στήν ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας στόν ἤδη ἐνεστῶτα αὐριανό κόσμο. Ἐνώπιον τῆς κρισιμότητας καί τῶν ἀπαιτή­σεων τῶν καιρῶν, εἴμαστε ἀναγκασμένοι νά ἀναγνωρίσουμε ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διέρχεται, κατά τήν ἀνθρώπινη συντεταγμένη της διάσταση, βαθύτατη κρίση. Γιατί ; Ἐπειδή διέρχεται κρίση τό ἴδιο τό φρόνημά Της, τό ὁποῖο ὅσο εὔκολα μποροῦμε νά τό χαρακτηρίσουμε ὡς ἐκκλησιαστικό, τόσο δύσκολο εἶναι καί νά τό καθορίσουμε ἤ νά τό προσδιορίσουμε ὡς ἐκκλησια­στικό, ὅταν μάλιστα καλούμεθα νά τό συσχετίσουμε μέ τήν σύγχρονη πράξη καί διακονία καί μέ τά τοῦ κόσμου πράγματα. Τότε ἀκριβῶς κινούμε­θα σέ μία περιδείνηση μεταξύ τοῦ παραδοσιακοῦ καί τοῦ σύγχρο­νου περιεχομένου πού ἐκφράζει, τοῦ θεωρητικοῦ καί τοῦ πρακτικοῦ, τοῦ φιλελεύθερου καί τοῦ συντηρητικοῦ.
Σήμερα, τό νά ὁμιλεῖ κάποιος καί νά περιγράφει τό ἐκκλησια­στικό φρόνημα σέ ἕναν κόσμο μεταμοντέρνο καί μεταχριστιανικό, μέ μία ξύλινη γλῶσσα, ἡ ὁποία ἐξαντλεῖται στή ρητορεία, χωρίς νά στέλνει κάποιο μήνυμα ζωῆς, κινδυνεύει νά στεφθεῖ ἀπό ἀποτυχία, γιατί ἁπλᾶ προσπαθεῖ μέ κηρύγματα ὀρθολογικά καί ἠθικιστικά νά πείσει γιά θέματα ζωῆς καί ὕπαρξης. Ἐπιπλέον μία θεολογική ἔκφραση, ἡ ὁποία μέ προχειρότητα προσπαθεῖ νά προκαλέσει καί νά ἐρεθίσει τά ὅρια τοῦ λαϊκισμοῦ, μπορεῖ νά βρεθεῖ μέ βεβαιότητα ἀντιμέτωπη μέ τή συγκατάβαση καί ἀπομακρυσμένη ἀπό τό μυστήριο τῆς  "κένωσης".
Τί  σημαίνουν ὅλα αὐτά ;  Ὅτι τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα, τόσο στήν θεωρία, ὅσο καί στήν πράξη : Δέν ἀπαιτεῖ τήν ἀπομόνωση ἀλλά ἀναζητεῖ νά ἀναδειχθεῖ μέσα ἀπό τόν διάλογο. Δέν κινεῖται στό χῶρο τῆς ἐσωστρέφειας καί τῆς αὐτοδικαίωσης ἀλλά στά ὅρια τοῦ προφητικοῦ χαρίσματος. Ἀπορρίπτει τήν ἀπολογητική καί υἱοθετεῖ μία θεολογία τοῦ ὅλου, ἡ ὁποία ταυτίζεται μέ τήν ἴδια τή ζωή καί τήν ὕπαρξη.
Ὅλα αὐτά ἀπαιτοῦν μία ὑπέρβαση τῆς διάστασης μεταξύ τοῦ λόγου καί τοῦ ἔργου, τῆς πίστης καί τῆς ζωῆς, τοῦ δόγματος καί τοῦ ἤθους, ἡ ὁποία "ἀναγκαστικά" ὁδηγεῖ σέ μία ταυτότητα "πράγματος".  
Στήν ἐκκλησιαστική πράξη ὅμως, αὐτή ἡ ἐμπράγματη σχέση ταυτότητας ἐπιβεβαιώνεται ἁπλᾶ, χωρίς νά ἀξιολογεῖται.· Ἀντί δηλαδή νά ἀγωνιζόμαστε γιά νά μεταμορ­φώσουμε τόν κόσμο, μέ ὅρους καί κριτήρια ἐκκλησιαστικά, ἀξιώνουμε ἤ καί πολλές φορές ἐπαιτοῦμε ἀπό  αὐτόν, νά ἐπικυρώσει τήν ἀναγκαιότητα τῆς ὕπαρξής μας, μέ ἀποτέλεσμα τό ἦθος μας νά κινδυνεύει νά ἐκκοσμικευθεῖ.
Ἡ παροῦσα διαπίστωση δέν ἀμφισβητεῖ δικαιώματα ἀναφαίρετα καί ὑποχρεώσεις σέ  κάποιους τομεῖς, προνόμια καί δικαιοδοσίες.  Εἶναι ζωτική ὅμως ἀνάγκη νά δίνεται προτεραιότητα στήν «πάσῃ θυσίᾳ» προφύλαξη τῆς Ἐκκλησίας ἀπό κάθε εἴδους ἀκρωτηριασμούς καί ἀλλοιώσεις τῆς ὀντολογικῆς καί ἐκκλησιολογικῆς της ὑπόστασης.
Καλούμεθα λοιπόν, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι νά ὁριοθετήσουμε τά πλαίσια μεταξύ τῆς ἀλλοίωσης ἤ τοῦ ἀκρωτηριασμοῦ καί τῆς ὁλοκληρωμένης ὀντολογικά ἐκκλησιαστικῆς πραγματικότητας, ἡ ὁποία περιγράφεται (ση­μαίνεται) ἀπό αὐτό πού ὀνομάζουμε ἐκκλησιαστικό φρόνημα καί τό ὁποῖο δέν ταυτίζεται μέ μία συγκεκριμένη μορφή ἠθικῆς συμπεριφορᾶς, ἀλλά μέ ἕναν καθορισμένο τρόπο ζωῆς, δηλαδή μέ ἕναν ἐκκλησιαστικό πολιτισμό, γιατί «δέν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος νοηματοδότησης καί καταξίωσης τῆς ἠθικῆς παρά μόνο ὅταν αὐτή ἀποτελεῖ τή φανέρωση ἑνός ἤθους πού ἀπορρέει ἀπό τήν ἐμπράγματη βίωση τοῦ δόγματος» (π. Ἀδαμαντίου Αὐγουστίδη), δηλαδή τοῦ γεγονότος τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας.
Νά γιατί ὁ Μητροπολίτης Περγάμου τονίζει, ὅτι «ὁ κόσμος σήμερα δέν χρειάζεται ἠθική, ἀλλά ἦθος. Ὄχι ἕναν προγραμματισμό, ἀλλά μιά στάση καί μιά νοοτροπία. Ὄχι μιά νομοθεσία, ἀλλά ἕναν πολιτισμό».
Αὐτή ἡ ἔμπρακτη βίωση καί ἐφαρμογή τοῦ γεγονότος τῆς πίστεως, ἐκφράζεται, ἐκδηλώνεται καί πραγματοποιεῖται μέσα στήν Ἐκκλησία καί διατυπώνεται συνοδικά, δηλαδή ἑνωτικά, ὡς ἕνα βάπτι­σμα, μία πίστη, μία εὐχαριστία, ἀφοῦ ὀφείλουμε «ἡμῖν σύμφωνος ἡ γνώμη τῇ εὐχαριστίᾳ καί ἡ εὐχαριστία τήν γνώμην βεβαιοῖ» (Εἰρηναίου Λυῶνος). Δέν μποροῦμε δηλαδή νά διαμορφώσουμε τό ἦθος μας ἤ νά ἐκφράσουμε τό ἐκκλησιαστικό μας φρόνημα μέσα ἀπό μία διαδικασία διχαστικοῦ ὑποκειμενισμοῦ ἤ ἀτομικοῦ ἀπομονωτισμοῦ, ἀλλά μόνο ὡς ἐκκλησια­στικο­ποιημένες ὀντολογικές πραγματικότητες (βλ. τόν κοινό Πατέρα ἡμῶν, τούς ἀδελφούς κ. ἄ.). Αὐτή ἡ ἐκκλησιοποίηση νοηματοδοτεῖ ἀκόμη καί αὐτό, τό ὁποῖο ὁ Ἀπ. Παῦλος χαρακτηρίζει ὡς "συνείδηση", ὄχι τοῦ ἑνός ἀλλά τοῦ ὅλου, δηλαδή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος, μέ ποιό τρόπο; Κατανοοῦντες «ἀλλήλους εἰς παροξυσμόν ἀγάπης καί καλῶν ἔργων» (Ἑβρ. 10,24).
Μέσα ἀπό αὐτή τή διαδικασία ἡ ἐκκλησιαστική ἑνότητα, πού ἐκφράζεται μέ τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα, τό κοινό δηλαδή φρόνημα, εἶναι καρπός τοῦ συνοδικοῦ ἤθους. Γι’ αὐτό καί «ὅσο ἡ συνοδικότητα δέν θά χαρακτηρίζει κάθε ἐπίπεδο σχέσης ἐν ὑπακοῇ, καί ὄχι ἐν ὑποταγῇ, μέσα στήν Ἐκκλησία, εἴτε πρόκειται γιά τήν ἐνορία, εἴτε πρόκειται γιά τόν κλῆρο καί τό λαό, τόν ἐπίσκοπο καί τούς πρεσβυτέρους του, τούς ἐπισκόπους καί τή σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας, θά ἐλλοχεύει ὁ κίνδυνος γιά ἔκπτωση τοῦ ἱεροῦ θεσμοῦ ἀπό Σῶμα Χριστοῦ σέ σωματεῖο θρησκευομένων, μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται γιά τήν πορεία μας πρός ἕνα ἀπαιτητικό μέλλον» (π. Ἀδαμάντιος Αὐγουστίδης), Ἀκόμη καί τήν Ὀρθοδοξία μας θά πρέπει νά τήν συνδέσουμε μέ τήν Ἐκκλησία, ὄχι ὡς μία τάση ὁμολογιακῆς διάκρισης ἤ διαφοροποίησης, ἀλλά ὡς ἕνα συγκεκριμένο τρόπο ζωῆς καί ὕπαρξης, μέσα ἀπό τόν ὁποῖον ἀναδεικνύεται καί ἐπιβεβαιώνεται ἡ ἀλήθεια τῆς πίστεως, ἡ ὁποία γι’αὐτό ἀκριβῶς τό λόγο καί ταυτίζεται ἀπόλυτα μέ τήν Ἐκκλησία.
Ἔτσι λοιπόν Ὀρθοδοξία, Ἀλήθεια καί Ἐκκλησία ταυτίζονται. Γι’ αὐτό καί τό χαρακτηριζόμενο ὡς φρόνημα ὀρθόδοξο δέν νοεῖται ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀλλά ταυτίζεται ἀπόλυτα μέ τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα.
Τό ὀρθόδοξο-ἐκκλησιαστικό φρόνημα δέν εἶναι συνδεδεμένο μέ συναισθηματικές καταστάσεις, ἀλλά μέ τά πραγματικά βιώματα καί τήν ζωή πού βιώνεται μέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία, ὡς γεγονός ὑπαρξιακό, ὡς τρόπος ζωῆς.
Τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα δέν ἐξαντλεῖται σέ μερικά κοινωνικά, ἐξωτερικά καί ἐπιφανειακά ἔργα ἀλλά ἐκδηλώνεται στό ἐπίπεδο τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, ἡ ὁποία μάλιστα ἔχει κάποιο συγκεκριμένο προσανατολισμό, τήν ἁγιότητα, ἀφοῦ ἅγιοι δέν εἶναι ἁπλῶς οἱ καλοί ἄν­θρω­ποι,  οὔτε οἱ ἠθικοί, μέ τήν ἔννοια τῆς νομικίστικης - ἠθικῆς ἀντίλη­ψης, ἀλλά αὐτοί πού ἔχουν ἦθος ἐκκλησιαστικό, δηλαδή καθολικό, αὐτοί πού βιώνουν τήν κοινή ἀλήθεια καί ἐπιτυγχάνουν τήν κοινή ζωή γιά ὅλα τά μέλη.
Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία, δηλαδή ἡ Ὀρθοδοξία, εἶναι ἡ ἑνότητα τοῦ κόσμου, στήν ὁποίαν ἐπιτυγχάνεται ἡ πραγματική βίωση τῆς ἀλήθειας καί ἱστορικά φανε­ρώνεται μέσα ἀπό τό μυστήριο τῆς Θ. Εὐχαριστίας. Γι’ αὐτό καί ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς προτρέπει νά "στέργομεν πάσας τάς ἐκκλησια­στι­κάς παραδόσεις, ἐγγράφους τε καί ἀγράφους καί πρό πάντων τήν μυστικωτάτην καί πανίερον τελετήν καί κοινωνίαν καί σύναξιν".

3. Ἄς δοῦμε ὅμως πῶς ἐκφράζεται στή θεωρία καί ἐφαρμόζε­ται στήν πράξη τό παραπάνω περιγραφέν ὡς ἐκκλησιαστικό φρόνημα.
α)  Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ εὐχαριστιακή κοινότητα ἀπό τήν ὁποίαν ἀπορρέουν τά πάντα καί πρός αὐτήν συγκλίνουν. Τό σημαντικό μάλιστα εἶ­ναι, ὅτι ἀντιλαμβάνεται τό ρόλο της, ἀκόμη καί μέσα στήν κοινωνία τῶν πολιτῶν καί τοῦ κόσμου τούτου, μεταμορφωτικά καί μάλιστα σέ μία δυναμι­κή πορεία πρός τό μέλλον, γι’ αὐτό καί δίνει προτεραιότητα στή κοινωνία, στήν συνύπαρξη καί στή μετοχή. Δέν ἀντιλαμβάνεται τή ζωή τοῦ ἀνθρώ­που διασπασμένη σέ δημόσια ἤ ἰδιωτική, οὔτε τήν ἐπιβίωσή του ὡς μία διαδικασία αὐστηρά πολιτική, ὡς μία δηλαδή ἀντιπαράθεση μεταξύ τοῦ ἀτομικοῦ καί τοῦ κοινωνικοῦ τρόπου ὕπαρξης.
β)  Αὐτό τό ὁποῖο χαρακτηρίζει τήν Ἐκκλησία εἶναι ἕνας  ἀσκητισμός, ὡς αὐταπάρνηση τοῦ ἰδίου θελήματος πρός χάριν τοῦ ἄλλου, ὡς αὐτοθυσία τοῦ ἐγώ γιά τήν ἐπανεύρεση τοῦ ἑαυτοῦ μας, ὡς αὐτοπεριο­ρι­σμό τῆς ἀτομικότητας τοῦ ἀνθρώπου, προκειμένου νά ἐπιτευχθεῖ ἡ συμβίω­ση μέ τόν συνάνθρωπο, δηλαδή ἡ ἐπίτευξη τῆς φιλαλληλίας, ἡ ὁποία ἀντι­πα­ρα­τί­θεται πρός τήν φιλαυτία.
γ) Ἡ Ἐκκλησία εἶναι "ἐν τῷ κόσμῳ" ἀλλά ὄχι «ἐκ τοῦ κόσμου». Αὐτό σημαίνει ὅτι τό βασικό μήνυμα ζωῆς πού φέρνει ἡ Ἐκκλησία καθώς καί ἡ θεμελιώδης δομή της (ἡ λατρεία, ἡ κανονική διάρθρωση κ.λ.π) δέν ἐπιδέχονται καμμία ἀνανέωση ἀφοῦ ἐκφράζουν καί «εἰκονίζουν» κάτι ἄλλο ἀπό τήν ἱστορία καί τόν παρόντα κόσμο, γι’ αὐτό καί ὁ ἐκσυγχρονισμός δέν χωρεῖ σέ πνευματικούς θεσμούς, παρά μόνο στό βαθμό πού οἱ θεσμοί αὐτοί ἐνωτίζονται τίς ἀγωνίες καί τά ἐρωτήματα τοῦ ἀνθρώπου μιᾶς συγκεκριμέ­νης ἐποχῆς καί ἀντλοῦν τήν ἀπάντηση πού θά δώσουν μέσα ἀπό τίς σταθερές καί ἀμετάβλητες ἀρχές τῆς παράδοσης, στήν ὁποία στηρίζονται. Τί σημαίνει αὐτό ;  Ὅτι ἡ παράδοση ἑρμη­νεύε­ται μόνο ὡς πρός τά ἐρωτήματα πού τῆς θέτει κάθε ἐποχή, καί ὄχι ἀποκλειστικά καί μόνο ἀπό τίς ἀπαντήσεις της, καί ἐπιπλέον, ἀξιολογεῖται ἀπό τήν χρήση τῶν ὅρων καί τῶν ἐκφράσεων, μέ τίς ὁποῖες δομεῖ καί καταθέτει τήν ἀπάντησή της.
Ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά διακατέχεται ἀπό τό ἄγχος νά ἐμφανίσει σύγχρονο πρόσωπο, γιατί αὐτό πού ἀναζητεῖ ὁ ἄνθρωπος σ’ αὐτήν, δέν εἶναι κάτι ἀνάλογο μέ τά ἄλλα «σύγχρονα πρόσωπα», ἀλλά κάτι διαχρονικό, σταθερό καί αἰώνιο, τήν ἀλήθεια τοῦ «ἀληθῶς ὑπάρχειν».
δ) Ἡ Ἐκκλησία εἶναι διακονία καί ὄχι ἐξουσία ἤ διοίκηση. Εἶναι ἕνας ὅρος μέ τόν ὁποῖον ἐκφράζεται ἕνα εὐρύ περιεχόμενο ἐκκλησια­στικῶν δράσεων, τά ὅρια τῶν ὁποίων καί ἡ ἄσκησή τους καθορίζονται ἀπό τούς ἱερούς κανόνες καί τήν κανονική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτή ἀκριβῶς ἡ εἰδοποιός διαφορά συνεπάγεται, ὅτι δέν μπορεῖ νά ταυτίζεται ἡ ἔννοια τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας καί αὐθεντίας μέ ὁποιαδήποτε ἄλλη μορφή ἐξουσίας ἤ νά υἱοθετεῖ μεθόδους καί πρότυπα ἄλλων κοσμικῶν ἐξουσιῶν ἤ κοινωνικῶν φορέων καί δομῶν.
ε)  Ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖ τήν ἑνότητα καί τή διάκριση κλήρου καί λαοῦ, ὡς ἀναγκαία στήν ὅλη δομή καί λειτουργία τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας. Εἶναι ὅμως ἀπαραίτητο νά ἐπισημανθεῖ, ὅτι ἡ διάκριση αὐτή εἶναι καθαρά χαρισματική καί λειτουργική καί ἄρα ἱεραρχική.
Ἡ χαρισματική, ἱεραρχική καί λειτουργική διάκριση τῆς ἱερω­σύνης καί ἡ ἀξιολογική ἐκτίμηση τοῦ διακονικοῦ της χαρακτῆρος περιγρά­φε­ται ἀπό τούς ἱερούς κανόνες καί ἀσκεῖται ἀπό τούς κανονικούς φορεῖς τῆς διακονίας, τόν ἐπίσκοπο καί τά συνοδικά ὄργανα. Ὁποιοσδήποτε ἄλλος τρόπος, ξένος πρός αὐτόν, τείνει στήν ἀποδυνάμωση ἤ περιθωριοποίηση τοῦ λειτουργήματος τοῦ ἐπισκόπου.
στ)  Ἡ Ἐκκλησία, ἐκφράζει ἕναν ἄλλο λόγο, θεολογικό καί ὄχι ἰδεολογικό. Ἡ πίστη εἶναι ἐμπειρία καί βίωμα. Ἀποτελεῖ τήν εὐχαριστιοκεν­τρική βίωση τοῦ γεγονότος τῆς ἐν Χριστῷ ἀποκεκαλυμένης Ἀλήθειας, τήν ὁποίαν καλεῖται ὁλόκληρο τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία, νά βιώσει καί νά διατυπώσει λειτουργικά ἀλλά καί νά ἀποδεχτεῖ  ἐμπειρικά, ὥστε νά τό κάνει περιεχόμενο ζωῆς.
Δυστυχῶς ὅμως, σήμερα ἡ πίστη καί τό περιεχόμενο τῆς ἐν Χριστῷ ἀποκεκαλυμένης Ἀλήθειας κατανοεῖται ὡς ἕνα «ἰδεολόγημα», τό ὁποῖο διασώζει καί ἐπικροτεῖ ἤ ἕνα καί μόνο ἀποκλειστικό σύστημα ἤ καί ταυτίζεται μέ αὐτό. Εἴτε υἱοθετεῖ τό σύστημα τοῦ ὑπερσυντηρη­τισμοῦ, τό ὁποῖο ἀντιστρατεύεται τήν ἑνότητά της, μέσα στό ἴδιο ἐκκλησιαστικό σῶμα, εἴτε τό ἄλλο σύστημα τοῦ προοδευτισμοῦ, τό ὁποῖο ἀλλοτριώνει καί ὁδηγεῖ σέ διάσπαση. Καί οἱ δύο αὐτές ἀκραῖες ἐκφάνσεις τοῦ θεολογικοῦ καί κηρυγματικοῦ λόγου τῆς Ἐκκλησίας συμβάλλουν στήν ἀλλοτρίωση τοῦ θεολογι­κοῦ καί  κηρυγματικοῦ  λόγου Της.
Τί συνεπάγεται αὐτή ἡ διάσταση καί ἀλλοτρίωση; Νά εἶναι δυσδιάκριτο τό αὐθεντικό κριτήριο διάκρισης μεταξύ Ἀλήθειας καί ἑρμη­νείας τῆς Ἀλήθειας ἀπό τήν «αἵρεση». Ἔτσι, μέ μεγάλη εὐκολία διακηρύσ­σονται «κυοφορούμενες αἱρέσεις» ἤ ἀναπτύσσονται κατηγορητήρια κατά ἐπισκόπων ἤ καί συνεπισκόπων γιά αἵρεση, ἐπειδή ἡ πρόταση ἤ ἡ ἑρμηνεία τους δέν ταυτίζεται μέ τήν δική τους ἀντίληψη ἤ σκέψη καί ἐπειδή τό λεξιλόγιό τους κατανοεῖται καί ἑρμηνεύεται ἤ μονοδιάστατα ἤ «συνα­φεια­κά». Ὅλα αὐτά ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα ὁ ὅρος «αἱρετικός» νά δηλώνει κάθε ἕναν, ὁ ὁποῖος διαφωνεῖ μέ τήν  ἄποψή μας, σέ πεῖσμα ὅσων οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας  καί ἡ ἀρχαία παράδοσή  Της μᾶς διδάσκουν σαφῶς γιά τόν ὅρο «αἵρεση». Δέν ἀποτελεῖ παράβαση τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί ἵδρυση ἰδίας «Ἱεραρχίας» ἀλλά καί τήν μή τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ (πρβλ. Βαρσανούφιος , Ἐρωταποκρίσεις 536).
Μία τέτοια ἀλλοίωση τοῦ θεολογικοῦ καί τοῦ κηρυγματι­κοῦ λόγου τῆς Ἐκκλησίας δέν ὑφίσταται μόνο σέ ἐπίπεδο «θεωρητικό», ἀλλά ἔχει ἄμεση συνέπεια καί στήν ἴδια τή ζωή καί τή συμπεριφορά τῶν ἐκφρα­στῶν τους, ἀλλά καί στή ἴδια τή λειτουργία τῶν ἐκκλησιαστικῶν δομῶν, γιατί ὁδηγεῖ σέ μία ἔλλειψη τῆς ἐμπειρικῆς ψηλάφισης τῶν γνήσιων εὐαγγελικῶν ἀναφορῶν καί τῆς θεώρησης τῆς ἐπί τό αὐτό συνάξεώς μας. Ἔτσι ὅμως ἀδυνατοῦμε νά ψελίσσουμε στούς ἀνθρώπους τό "ἔρχου καί ἴδε", ἀφοῦ δέν ξέρουμε πολλές φορές τί ἤ ποιόν τούς ὑποδεικνύουμε (Ἱερώνυμος, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος, 1999).
Στό σημεῖο αὐτό ὅμως χρειάζεται νά κάνουμε μία σημαντική διευκρίνιση, γιατί ὅσο ἐπικίνδυνο εἶναι νά μείνουμε στή συντήρηση, ἄλλο τόσο μποροῦμε νά διολισθήσουμε καί στήν ἐκκοσμίκευση.
Αὐτή ἡ ἐμμονή στίς ἐκκλησιαστικές παραδόσεις σημαίνει μία ἀντίληψη συντηρητισμοῦ; Ὄχι βέβαια. Ἡ Ἐκκλησία, καί μάλιστα ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκ­κλη­σία δέν εἶναι συντηρητική. Δέν συντηρεῖ τόν τύπο καί τό γράμμα, ἀλλά προσβλέπει στήν οὐσία καί τό πνεῦμα,  τό ὁποῖο μᾶς ἐλευθερώνει καί μάλιστα σέ ἀντίθεση πρός τό γράμμα, τό ὁποῖο μᾶς σκοτώνει. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι κυρίως καί πρωτίστως παραδοσιακή, δηλαδή δυναμική, διαχρονική καί ἐπίκαιρη. Ἒχει νά κάνει μέ τά τοῦ κόσμου ἀλλά δέν ταυτίζεται μέ τόν κόσμο.
Ἡ συντήρηση ἀντίθετα σημαίνει διατήρηση παλαιῶν σχημάτων τοῦ παρελθόντος καί μονοσήμαντη ἐπανάληψη, ἀποξένωση ἀπό τό παρόν καί τό μέλλον. Παράδοση ὅμως σημαίνει διαχρονική φανέρωση τῆς Ἐκκλησίας, τῆς πίστης καί τῆς διδασκαλίας στήν σύγχρονη πραγματικότητα, προτείνοντας θέσεις καί λύσεις σέ σύγχρονα θέματα καί προβλήματα τῆς ἐποχῆς μας ὄχι μόνο κοινωνικά ἀλλά πρωτίστως ὑπαρξιακά, δηλαδή ζωῆς καί προοπτικῆς τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς καί ὕπαρξης.

4. Ποιά εἶναι ὅμως τά κριτήρια κατανόησης τοῦ περιεχομένου τοῦ ἐκκλησιαστι­κοῦ φρονήματος καί διάκρισής του ἀπό τό κοσμικό φρόνημα ;  Eἶναι ἡ διάκριση μεταξύ τοῦ ἀτομικοῦ καί τοῦ καθολικοῦ, τῆς ἠθικῆς καί τοῦ ἤθους, τοῦ ἐγωϊστικοῦ καί τοῦ κοινωνικοῦ.
Τί σημαίνει ὅμως ἐκκοσμίκευση τῆς Ἐκκλησίας ἤ στήν Ἐκκλησία ;
α)   Ἡ ταύτιση τῆς Ἐκκλησίας ἤ τοῦ τρόπου τοῦ ἐκκλησιαστι­κῶς ζῆν μέ τά τοῦ κόσμου πράγματα, καί
β)    Ἡ ἀπώλεια τοῦ πραγματικοῦ σκοποῦ τῆς Ἐκκλησίας, πού εἶναι σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, ἡ φανέρωση δηλαδή καί ἡ συμμετοχή τῶν ἀνθρώπων στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ὡς Ἐκκλησία δέν νοοῦμε κάτι τό ἀφηρημένο, ἀλλά κάτι τό συγκεκριμένο, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖο ἔχει κεφαλή τόν ἴδιο τό Χριστό καί μέλη τούς πιστούς, τά βαπτισμένα μέλη. Ἡ ἱστορική φανέρωση τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σώ­μα­τος Χριστοῦ καί ἐμεῖς ὡς μέλη ἐκ μέρους (Α΄ Κορινθ. ΙΒ΄, 27) πραγ­ματώνεται  στήν Εὐχαριστία, ὅπου ἐπιτελεῖται ἡ ἐπί τό αὐτό σύναξη τοῦ ἐκκλη­σιαστικοῦ σώματος καί φανεροῦται ἡ ἑνότητα τοῦ Σώματος, ὡς ἑνότητα τῶν μελῶν μεταξύ τους καί συγχρόνως μέ τό Χριστό.
Ἀντίθετα, ἡ ἐκκοσμίκευση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ τρόπου ζωῆς εἶναι ἡ ἀπώλεια ἤ ἡ ἀμαύρωση τοῦ πραγματικῶς ζῆν στήν Ἐκκλησία καί διά τῆς Ἐκκλησίας, καί ἡ ὁποία εἴτε προϋποθέτει, εἴτε συνεπάγεται τήν ἀποξένωση τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα, τήν ἀπεμπόληση δηλαδή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἤθους, ἤτοι τοῦ ἐκκλησιαστι­κοῦ τρόπου τῆς ὕπαρξης καί τήν διαπότιση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ τρόπου τοῦ ζῆν ἀπό τό λεγόμενο κοσμικό φρόνημα, τό ὁποῖο συνεπάγεται ἀτομισμό, ἀποξένωση, ἀπομονωτισμό, ἐσωστρέφεια καί διαφοροποίηση ἀπό τή ζωή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας καί τελικά διάσπαση καί σχίσμα.
Πότε ἡ Ἐκκλησία λειτουργεῖ ἐκκοσμικευμένα ; Ὅταν :
α)  Ἡ Ἐκκλησία ταυτίζεται μέ τή θρησκεία. Ἡ διαφορά μεταξύ Ἐκκλησίας καί θρησκείας εἶναι τεράστια καί σημαντική. Ἡ θρησκεία μιλᾶ γιά ἕναν Θεό ἀπρόσωπο, πού κατευθύνει καί διευθύνει τόν ἄνθρωπο, ὁ  ὁποῖος μέ διάφορες τελετές καί πράξεις προσπαθεῖ νά Τόν ἐξιλεώσει.
Ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά ἱκανοποιεῖ τά λεγόμενα θρησκευτι­κά συναισθήματα τῶν ἀνθρώπων.
β)  Ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖται ὡς σύστημα ἰδεο­λογικό καί ὄχι ὡς σχέση ζωῆς καί ὕπαρξης. Τά ἰδεολογικά συστήματα διαπνέονται ἀπό ἀφηρημένες ἰδέες καί ἐμποτίζονται ἀπό τόν ἰδεαλισμό, ὁ ὁποῖος ἔχει τά χαρακτηριστικά γνωρίσματα ὅλων τῶν ἀνθρωποκεντρικῶν συστημάτων, πού στηρίζονται στή φιλοσοφία καί ἀντιτίθενται στόν ὑλισμό. Οἱ ἰδέες δέν ἔχουν τόσο πολλή σχέση μέ τήν ζωή καί μέ τή μεταμόρ­φωση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἰδεαλισμός καταρτίζεται μέ τήν λογική τοῦ ἀνθρώ­που καί προσφέρεται μέ ἐπιχειρήματα καί ἰδέες. Ἡ Ἐκκλησία δέν λειτουργεῖ ὡς ἰδεολογικός χῶρος. Δέν ἔχει ἁπλῶς μερικές ἰδέες, ἔστω τίς καλύτερες καί τελειότερες, τίς ὁποῖες μπορεῖ νά χρησιμοποιεῖ γιά τήν ἀντίκρουση ἄλλων ἰδεῶν. Ἡ Ἐκκλησία ἔχει τή ζωή, καί μάλιστα τήν ἀληθινή ζωή, πού εἶναι καρπός τῆς κοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό.  
γ)  Ἡ Ἐκκλησία ὑποβαθμίζεται σέ κοινωνική ὀργάνωση σάν τίς τόσες ἄλλες ὀργανώσεις πού ὑπάρχουν μέσα στήν κοινωνία.
Δυστυχῶς σήμερα ὑπάρχουν κάποιοι πού θεωροῦν τήν Ἐκκλησία ὡς μία ἀναγκαία ὀργάνωση χρήσιμη γιά τήν κοινωνία καί ὁ ρόλος της ἐκτιμᾶται ἀνάλογα πρός τήν κοινωνική χρησιμότητά της καί προσφορά.
Ἄλλοι πάλι, δέχονται τήν Ἐκκλησία ὡς ἕνα διακοσμητικό στοιχεῖο, τό ὁποῖο χρησιμοποιοῦν εἴτε γιά νά λαμπρύνουν κάποιες τελετές εἴτε γιά νά φανεῖ ἡ εὐρύτερη κοινωνική συναίνεση.
Μία τρίτη ὁμάδα εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ταυτίζει τήν Ἐκκλησία μέ τόν θεσμό ἑνός συγκεκριμένου Ἔθνους ἤ ἐθνική ταυτότητα, περιορίζοντας τόν οἰκουμενικό χαρακτῆρα καί τόν ρόλο Της. Αὐτή ἡ ταύτιση εἶναι ἡ γενεσιουργός αἰτία τοῦ συγχρόνου προβλήματος τῆς "ἐκκλησιαστικῆς διασπορᾶς", καί τῆς αὐτοκεφαλίας, γεγονότα τά ὁποῖα ἀποτελοῦν βόμβα στά θεμέλια τῆς ἴδιας τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας.
Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι δυνατόν νά θεωρηθεῖ θεσμός ἀποκλειστικά καί μόνο ἑνός ἔθνους. Δέν μπορεῖ νά περιορίζει τόν ρόλο καί τόν λόγο Της σέ μία συγκεκριμένη ἐθνική ἱστορία καί νά ὑποβαστάζεται ἤ νά ταυτίζεται μέ ἕνα ἔθνος μεμονωμένα, γιατί ἡ ὁποιαδήποτε ἐπαναστατική ἀποτυχία ἑνός ἔθνους δέν μπορεῖ νά συμπαρα­σύρει ἱστορικά  σέ πτώση καί τήν ἴδια τήν Ἐκκλησία.
Ὑπάρχει τέλος καί μία ἄλλη θεώρηση, κατά τήν ὁποίαν ἡ Ἐκκλησία εἶναι χρήσιμη γιά τίς σύγχρονες κοινωνικές ἀνάγκες, σέ τέτοιο σημεῖο, ὥστε νά προσαρ­μόζει τό κήρυγμα καί τή διδασκαλία Της σ’ αὐτές τίς κοινωνικές ἀνάγκες καί μάλιστα ὑπό τό φοβικό σύνδρομο τῆς ἀπόρριψης, ἀποδεχόμενη μέ τόν τρόπο αὐτό κάθε ἀνθρωπολογική κοινωνική ἤ προνοιακή ἀπαίτηση. Οἱ Ἐκκλησίες καί οἱ Ὁμολογίες τῆς Δύσης ἔχουν ὑποκύψει σ’ αὐτόν τόν πειρασμό, γι’ αὐτό καί σήμερα ἔχουν ἐκκοσμικευθεῖ ἐν  ὀνόματι ἑνός φιλελευθερισμοῦ ἤ ἑνός ἀκτιβισμοῦ.

5.  Τί συνεπάγονται ὅλα τά παραπάνω στή σύγχρονη ποιμαντική δράση καί ἐκκλησιαστική πράξη ;               
α)   Ὑπό τήν ἐπίφαση τῆς παραδοσιαρχίας ἤ τῆς ἐσωστρέ­φειας, τοῦ προοδευτισμοῦ ἤ τῆς  ἐξωστρέφειας, καί μέ ἀντίληψη καθαρά  ἐκκοσμι­κευ­μένης νοοτροπίας, ὁδηγοῦν τήν χαρισματική ἱερωσύνη εἴτε στήν εἰκό­να ἑνός προτεσταντικοῦ τύπου εὐσεβισμοῦ (pietismus), ὅπου ἡ ἐξω­τερική ἐμφάνιση καί φορμαλιστική συμπεριφορά ἀποτελοῦν  τήν ἔνδειξη τῆς ἐκκλησιαστικῆς τους παρουσίας, εἴτε στήν εἰκόνα μιᾶς ἱερωσύ­νης δυτικοῦ τύπου, ἡ ὁποία δραστηριοποιεῖται μέσω τοῦ κοινωνικοῦ ἀκτιβι­σμοῦ καί ἡ ὁποία ἐκφράζει μία ἄλλη ἀκόμη πτυχή τῆς  ἐκκοσμίκευσης.
β) Ἡ διάσταση ἀκόμη τῆς φιλανθρωπίας, ὡς κοινωνική πρόνοια, κατανοεῖται ὑπό τούς ὅρους ἑνός φορέως ἤ συστήματος πρόνοιας καί φιλανθρωπίας, ὅπου εἶναι δυνατόν νά λειτουργεῖ ἐρήμην τῆς εὐθύνης τοῦ ἐπισκόπου, ὡς κατεξοχήν ποιμένος καί ὑπευθύνου τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας (πρβλ. Ἀποστολ. Διαταγές 2,27, 4. Ἰουνίου, Ἀπολογία 1,67,69), καί μάλιστα ὑπό τόν τύπον ὄχι τῆς ἐνοριακῆς ὀργάνωσης ἀλλά μιᾶς ἀποκλειστικῆς καί εἰδικῆς δομῆς διενοριακῆς ἤ διεπισκοπικῆς ἄσκησης τῆς φιλανθρωπίας.
Ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι νά κάνει κοσμικές - κοινωνικές δομές, παρόμοιες καί παράλληλες μέ τίς δομές ἑνός κράτους, γιά νά λύσει τά κοινωνικά προβλήματα. Ὁ φιλανθρωπικός ρόλος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι προσω­πικός. Δέν ἀπευθύνεται σέ κατηγορίες ἀνθρώπων, ἀλλά δέχεται τόν κάθε ἄνθρωπο, ὡς πρόσωπο, σεβόμενη τήν ἐλευθερία του. Δέν βασίζεται σέ ἀριθ­μούς, οὔτε ἀξιολογεῖ τό ἔργο της ἀριθμητικά, ὅσο γοητευτικό καί ἐπικοινω­νιακά ἀξιοποιήσιμο καί ἄν εἶναι αὐτό.
γ)  Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὀφείλει νά ἀντισταθεῖ σέ αὐτόν τόν τύπο τῆς φιλανθρωπίας καί νά μήν τόν κάνει αὐτοσκοπό τῆς ἀποστολῆς  καί τῆς δράσης της, γιατί θά χρειαστεῖ χρήματα, τά ὁποῖα θά ἀναζητήσει σέ χώρους ἔξω ἀπό τό ἐνοριακό πλαίσιο, γεγονός τό ὁποῖο θά ἔχει ὡς ἐπακόλουθο μύριες ὅσες ἐξαρτήσεις καί ὑποχωρήσεις, συναλλαγές καί ἀνταλλάγματα, μέ ἀποτέλεσμα στό τέλος νά μήν ὁμοιάζει μέ Ἐκκλησία, ἀλλά μέ ἀνώνυμη ἑταιρεία καί ἐνδεχομένως στά πρόθυρα τῆς πτώχευσης, ἐπιπλέον ἐμφωλεύει ὁ ἄμεσος κίνδυνος νά ἀμαυρώσουμε τήν ἐκκλησιαστική μας ταυτότητα καί τό φρόνημά μας, ἀλλά ἀφοῦ μία νέα τάξη πραγμάτων, μέ νέους οἰκονομικούς παράγοντες καί πρόθυμους χορηγούς, ἐμφανίστηκαν ξαφνικά καί στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας μέ πρόθεση νά συμπαρασταθοῦν στό ἔργο της, χωρίς ὅμως ἡ ἴδια ἡ ποιμαίνουσα Ἐκκλησία νά ἔχει τίς ἀσφαλιστικές ἐκεῖνες δικλεῖδες μέ ἀποτέλεσμα νά κινδυνεύει νά συμπαρασυρθῆ καί νά ἐνδώσει στίς ποικῖλες μορφές προστασίας τους.

6. Ποιές ὅμως εἶναι οἱ αἰτίες, οἱ ὁποῖες ὁδήγησαν τήν ἐκκλησια­στι­κή μας διακονία σέ αὐτή τήν κρίση ταυτότητας;   
Ἡ Ἐκκλησία, μέσα στίς ἴδιες τίς δομές της υἱοθετεῖ πρότυπα ἐξ  ἀντιγραφῆς κοσμικά, μέ σκοπό, εἴτε γιά νά ἐπιβιώσει οἰκονομικά, εἴτε γιά νά ἀνταποκριθεῖ ἀποτελεσματικότερα στίς ἀνάγκες τοῦ ποιμνίου της. Ὅμως τά ἐξ  ἀντιγραφῆς αὐτά πρότυπα, ἐάν δέν ὁριοθετηθοῦν λειτουργοῦν στό ἴδιο τό σῶμα τοῦ θεσμοῦ ἀλλοτριωτικά, μέ ἀποτέλεσμα ἡ ἐκκλησιαστική διακονία νά πάσχει ἀπό ἔλλειμμα αὐτοκριτικῆς καί πλεόνασμα ἀπολογητικῆς διάθεσης, συνεπάγεται μία ἀπροθυμία νά ὑπερβεῖ τά θεολογικά στερεότυπα καί τά κοινωνικά πρότυπα, ὅσο καί τίς ἐπιμέρους πολιτισμικές, οἰκονομικές καί ἄλλες διαφορές, καί νά ἑνώσει τή φωνή της μέ τίς ἄλλες Ἐκκλησίες στό ὄνομα καί γιά χάρη τοῦ ἀνθρώπου, γιατί διακατέχεται ἀπό  τό φοβικό σύνδρομο τῆς ἐλλειμματικῆς αὐτοπεποίθησης τόσο ὡς πρός τήν πίστη πού ἐκφράζει, ὅσο καί ὡς πρός τήν δυναμικότητα τῆς Ἀλήθειας πού κατέχει. Καί ὅλα αὐτά προκαλοῦνται ἐπειδή ὑπάρχει ὄχι μόνο  μία ὤσμωση πολιτιστική ἀλλά κυρίως μία διάθεση μιμητισμοῦ.

7.  Τέλος, ἕνα ἀπό τά ζητήματα τά ὁποῖα, ἰδίως στό χῶρο τῆς "διασπορᾶς", διατρέχει τόν μεγάλο κίνδυνο τῆς ἀλλοίωσης τῆς λειτουργίας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος, εἶναι ἡ συμμετοχή ἤ ἡ ἀξιοποίηση τῶν λαϊκῶν στό ἔργο τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας.
   Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ ἀξιοποίηση τῶν λαϊκῶν στό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας τείνει σήμερα, ὡς προβληματισμός, νά θεωρεῖται κοινοτοπία με­τα­ξύ τῶν Προτεσταντῶν, ἐνῷ γιά τούς Ὀρθοδόξους, στή δεκαετία τοῦ ΄60 καὶ ΄70, ἀπετέλεσε θέμα πρός διερεύνηση. Παρόλες ὅμως τίς μελέτες, τίς εἰσηγήσεις καί τίς ἀναφορές, δέν κατέστη δυνατόν νά δοθοῦν ἀρκετά πει­στι­κὲς ἀπαντήσεις ἤ νά γίνουν ἀξιόλογες προτάσεις, σέ σχέση μέ τίς προσ­δο­κώ­μενες ἀπαιτήσεις τῆς ἐποχῆς, καί τοῦτο δίκαια, γιατί οὐδέποτε ἀπετέ­λε­σε θέμα πρός συζήτηση, ἀλλά καί οὐδέποτε ἀμφισβητήθηκε ἡ θέση τῶν λαϊκῶν ἤ ὑποβιβάστηκε τό ἔργο καί ἡ παρουσία τους στή ζωὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.
   Ἡ θέση τῶν λαϊκῶν στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι δεδο­μέ­νη καί ἀπαραίτητη, ὄχι μόνο ὑπό τήν ἔννοια τῆς ἀξιοποίησης τοῦ ἀνθρω­πί­νου δυναμικοῦ, ἀλλά πρωτίστως γιά νά συγκροτηθεῖ ἡ Ἐκκλησία σέ Σῶμα Χριστοῦ, γιά τό λόγο αὐτό καί προτιμῶ τόν ὅρο «συμμετοχή», ἀπό τόν ὅρο «ἀξιοποίηση», ἐπειδή θεωρῶ, ὅτι οἱ λαϊκοί καλοῦνται νά προσφέρουν ἔργο πρός τό ἐκκλησιαστικὸ σῶμα καί ὄχι νὰ «χρησιμοποιηθοῦν» ἀπό αὐτό.
   Οἱ ἀπαιτήσεις ὅμως τῆς σύγχρονης μορφῆς τῶν πολυπολι-τισμικῶν κοινωνιῶν ἐπιβάλλουν μία ἐπαναξιολόγηση ὄχι τόσο τῆς θέσης τῶν λαϊκῶν, ὅσο τῆς ἐπαναδραστηριοποίησης  καὶ τῆς συμμετοχῆς τους στή ζωή τῆς Ὀρθόδοξης  Ἐκκλησίας, μέ βάση πλέον τίς μεθόδους καί τίς ἀρχές τῆς σύγχρονης «θεωρίας τῶν συστημάτων» γιά τή συνέργεια τῶν μελῶν. Οἱ προκλήσεις καί οἱ ποιμαντικές ἀνάγκες ἔχουν ἐπιβεβαιώσει, ὅτι ἡ συμμετοχή τῶν λαϊκῶν διέρχεται κρίση, ἡ ὁποία προβληματίζει καί συγχρόνως δημιουργεῖ μία ἐπιφύλαξη ἀναφορικά μέ τόν τρόπο τῆς ἀφύπνισης καί τῆς ἐνεργοποίησής τους στή συμμετοχική δράση. Χωρίς δηλαδή, νά ὁδηγηθοῦ­με στίς ἀκρότητες ἑνός ἄκρατου φιλελευθερισμοῦ, προτεσταντικοῦ τύπου μέ «ἰδιαίτερες» ἀκτιβιστικές δραστηριότητες (ὀργανώσεις, κινήματα λαϊκά κοινωνικῶν παροχῶν) ἤ ἑνός κληρικοκρατικοῦ - κληρικαλικοῦ συστήματος δυτικοῦ τύπου, μέ ἀντιλήψεις συγκεντρωτισμοῦ, ὅπου ὁ λαϊκός ἁπλᾶ χρησι­μο­ποιεῖται, πρέπει νά ἐπισημάνουμε, ὅτι οἱ λαϊκοί ἀπαιτεῖται νά ἐπαναπο­κτήσουν τή δυνατότητα ἀνάπτυξης πρωτοβουλιῶν ἤ ἐφαρμογῆς τέτοιων ἐπιλογῶν, πού θά ἀποβλέπουν στό γενικότερο καλό τοῦ συνόλου καί ὄχι ἑνός μέρους μόνο.
Γιά τούς λόγους αὐτούς νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητο ὁ προ-βληματισμός μας νά προσανατολιστεῖ στήν ἐπαναξιολόγηση τῆς συμμετο­χῆς καί τῆς δράσης τῶν λαϊκῶν, προκειμένου ἡ ποιμαντική μας διακονία νά ἀνταποκριθεῖ οὐσιαστικότερα στίς ἀπαιτήσεις τῶν συγχρόνων κοινωνιῶν, μέ βάση ὅμως τίς ἀρχές καί τίς προϋποθέσεις τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησιολογίας, γιατί ὅλα αὐτά εἶναι δεδομένα καί διαχρονικά καί δέν μεταβάλλονται μέ τίς ἐποχές.
Αὐτό λοιπόν τό ὁποῖο ὀφείλουμε νά ἐπιχειρή­σου­με εἶναι, ἡ διερεύνηση τοῦ θέματός μας νά στηρίζεται σέ δύο βασικά θεολογικά στοιχεῖα, τά ὁποῖα καί καθορίζουν τό πλαίσιο τῶν ποι­μαν­τικῶν ἀλλαγῶν καί ἀναθεωρήσεων, ἂν καί πολλές φορές παραθεω­ροῦνται ἀκόμη καί ἀπό ἐμᾶς τούς κληρικούς˙ καί στή συνέχεια θά ὑποδεί­ξου­με τίς πρωτοβουλίες ἐκεῖνες, τίς ὁποῖες θεωροῦμε ὡς ἀναγκαῖες, προκει­μέ­νου ἡ ποιμαντική μας διακονία νά ἔχει θετικά ἀποτελέσματα, χωρίς νά διατρέχουμε τόν κίνδυνο τῆς ἐκκοσμικευμένης ἀπομίμησης.
   Πρῶτον, οἱ λαϊκοί ἀποτελοῦν δομικό στοιχεῖο τῆς Ἐκκλη­σίας. Τί σημαίνει πιό συγκεκριμένα αὐτό, ὅτι δηλαδή τό λεγόμενο λαϊκό στοιχεῖο τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ βασικό στοιχεῖο τῆς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας καί ἕνα ἀπό τά στοιχεῖα ἐκεῖνα, τά ὁποῖα προδιορίζουν τήν ταυτότητά Της;
   Ὅπως δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει Θεία Εὐχαριστία χωρίς λαό, ἔτσι δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει καί Ἐκκλησία χωρίς λαϊκούς.
Ἡ σύνδεση τῆς ἰδιότητας τοῦ λαϊκοῦ μέ τήν Εὐχαριστία εἶ­ναι ὁ μόνος τρόπος γιά νά ὁρίσουμε τήν ἔννοια αὐτή καθαυτή καί νά τήν δια­φοροποιήσουμε ἀπό ὁποιαδήποτε ἄλλη ἔννοια «κοσμικοῦ». Ὁ λαϊκός ἔχει τή δική του χειροτονία, πού δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τό Χρῖσμα, ἔστω κι ἂν αὐτό σήμερα ἔχει λησμονηθεῖ. Τόσο οἱ λειτουργικές μαρτυρίες, ὅσο καί οἱ πατερικές ἀναφορές μᾶς πληροφοροῦν, ὅτι ὁ λαϊκὸς κατελάμβανε τόν οἰ­κεῖο τόπο στήν εὐχαριστιακή σύναξη καί αὐτό εἶναι πού τόν καθιστοῦσε ἀλλά καί τόν διέκρινε ὡς λαϊκό, μέ τήν ἐκκλησιαστική ἔννοια τοῦ ὅρου, καὶ τοῦ ἔδινε τό δικαίωμα τῆς συμμετοχῆς του ἀκόμα καί στήν «διοίκηση» τῆς Ἐκκλησίας.
   Ἡ σύνδεση ὅμως αὐτή  διαφωτίζει καί τό νόημα πού ἔχουν, τόσο τό λειτούργημα τοῦ κληρικοῦ, μέ τούς βαθμούς τῆς ἱερωσύνης (τοῦ ἐπισκόπου, τοῦ πρεσβυτέρου καί τοῦ διακόνου), ὅσο καί τά λοιπά λειτουρ­γήματα. Τά δύο λειτουργήματα, τοῦ κληρικοῦ καί τοῦ λαϊκοῦ, χαρακτηρί­ζονται ὡς δομικά καί προέρχονται «ἐκ τῆς χειροτονίας», διαφοροποιοῦνται δέ ἀπό τά ἄλλα, τά μή δομικά, τά ὁποῖα προέρχονται «ἐκ τῆς χειροθεσίας» καί τά ὁποῖα θά μπορούσαμε νά τά χαρακτηρίσουμε ὡς «ἱστορικά» λειτουργήματα. Τά χαρίσματα αὐτά, ἂν καί δέν εἶναι μόνιμα, ἐντούτοις ἡ Ἐκκλησία τά υἱοθετεῖ καί ὅταν τά θεωρεῖ ἀπαραίτητα, δέν διστάζει νά τά ἐνεργοποιήσει, μέ μιά καί μοναδική προϋπόθεση, ὅτι οἱ φορεῖς τους «κατέχουν» ἤδη τό λειτούργημα τοῦ λαϊκοῦ.
   Δεύτερον, ἡ διάκριση αὐτή τῶν χαρισμάτων πρέπει νά ἐπισημά­νουμε, ὅτι εἶναι διάκριση «λειτουργική» καί μόνο, ἐνῷ ἀπορρίπτεται κάθε ἄλλη ἀντίληψη ἀξιολογικῆς διαφορᾶς. Τά ποικίλα χαρίσματα λειτουργοῦν χωρίς νά διαταράσσουν τήν ἑνότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Τό γεγονός αὐτό συνεπάγεται, ὅτι καί οἱ λαϊκοί ἀποτελοῦν τάξη χαρισματού­χων, τούς ὁποίους βέβαια κανείς δέν μπορεῖ νά ἐξαιρέσει, ὅταν μάλιστα μαζί μέ ὅλα τά ἄλλα χαρίσματα λειτουργοῦν σωστά, ὅταν δηλαδὴ εἶναι ἀπόλυτα, ἰσότιμα καί περιεκτικά ἀλλήλων.
   Ἕνα ἐκκλησιαστικό σῶμα πού θέλει νά λειτουργεῖ ὑγιῶς δέν ἀξιοποιεῖ ἁπλῶς ὅλα τά μέλη του, ἀλλά ἐπιτρέπει καί βοηθᾶ ὅλα τά μέλη του νά συλλειτουργοῦν σέ ὅλες τίς πτυχές τῆς ζωῆς αὐτοῦ τοῦ σώμα­τος. Σέ μία τέτοια κοινωνία δέν εἶναι δυνατόν νά κυριαρχεῖ ἡ ἀντίληψη γιά μία παθητική παρουσία τοῦ λαοῦ στή δράση καί ζωή τῆς ἐνορίας, γιατί ἀφενός δέν μπορεῖ στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας νά βιωθεῖ ἕνα γεγονός κοινωνίας, τό ὁποῖο δέν βιώνεται πρωτίστως στή λατρεία της, καί ἀφετέρου ὅ,τι ἀποτελεῖ καθημερινή ἐμπειρία καί δράση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, πρέπει νά ἔχει τήν ἀναφορά του πρώτιστα στή λατρεία. Αὐτό συνεπάγεται ὅτι ἡ ὁποια­δήποτε ἐνοριακή δραστηριότητα, πρέπει νά ἀποτελεῖ προέκταση ἀλλά καί συνεπαγωγή τῆς σύναξης «ἐπί τό αὐτό».
   Ἔτσι λοιπόν, κάθε τί, τό ὁποῖο κινεῖται ἔξω ἀπό τά ἐνοριακά πλαίσια ἢ τείνει νά αὐτονομηθεῖ ἀπό αὐτά, διατρέχει τόν κίνδυνο νά δραστηριοποιεῖται μέ κριτήρια κοσμικά καί τελικά νά εἰσαγάγει ὅρους καί ἀρχές μιᾶς ἐκκοσμικευμένης ἀντίληψης τῆς συμμετοχῆς του. Πῶς λοιπόν εἶναι δυνατόν νά ξεπεράσουμε αὐτές τίς ἐπικίνδυνες ἀλλοτριώσεις.
   α) Ἡ Ἐκκλησία, ἐκτός τῆς Θείας Εὐχαριστίας διαθέτει καί πολλά ἄλλα χαρισματικά στοιχεῖα, πού τή συνιστοῦν, ἐννοῶ τὰ «ἐκ τῆς χειροθεσίας», τά «ἱστορικά» λεγόμενα λειτουργήματα, τά ὁποῖα δέν «ἀγ­νοεῖ». Αὐτό θά ἦταν σοβαρό λάθος. Ἀντίθετα τά χρησιμοποιεῖ καί τά προ­βάλ­λει, κάποιες φορές, περισσότερο καί ἀπό αὐτό τοῦ λαϊκοῦ, τά χρησιμο­ποιεῖ δέ μέ τή βασική προϋπόθεση ὅτι καί αὐτά ἀκόμη διέρχονται μέσα ἀπό αὐτήν, δηλαδὴ ἐκκλησιοποιοῦνται, ἀφοῦ περνοῦν ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Ἐπισκόπου, ὡς «τοῦ προεστῶτος τῆς συνάξεως». 
Ἡ ἀναφορά ὅλων καί γιά ὅλα στόν Ἐπίσκοπο δέν εἶναι μιά ἁπλή ἀναφορά σέ ἕνα ἄτομο, ἀλλά τελικά στό ἴδιο τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία, ἄλλως ὅ,τι εἶναι ἔξω ἀπό αὐτή τήν εὐχαριστιακή θεώρηση εἶναι γεγονός ἀτομικό, χωρίς κάποια εὐχαριστιακή, δηλαδή ἐκκλησιαστική λειτουργικό­τητα καί ἀναφορά.
Γιά παράδειγμα ἡ λειτουργία τῶν ἐνοριακῶν συνάξεων ἢ κληρικολαϊκῶν συνελεύσεων δέν εἶναι ξένη πρός τή παράδοση, ἀρκεῖ νά μήν ἀντιλαμβάνονται τόσο οἱ κληρικοί ὅσο καί οἱ λαϊκοί, τὴ παρουσία τους σ’ αὐτές μέ τό στενά νομικίστικο-δικανικό πνεῦμα, τό ὁποῖο ἐκφράζεται μέ­σα ἀπό δικαιώματα, καθήκοντα, ψηφοφορία ἢ ὁποιαδήποτε ἄλλα κοσμικά κατηγορήματα καί ἐπίσης νά μήν θεωροῦν, ὅτι ἐνεργοῦν ἐρήμην τοῦ ὀνόματος τοῦ ἐπισκόπου τους.
   Οἱ συνελεύσεις αὐτές, ὡς συνέχεια τῆς συλλειτουργίας κλήρου καί λαοῦ, πρέπει νά «βοηθοῦν» τά «ἱστορικά» λεγόμενα χαρίσματα νά «ἀνακαλύψουν», μέ κέντρο τή ζωή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, τό ἰδιαίτερο χάρισμα καί τήν κλήση τους ἀλλά καί τή δράση τους, ὥστε προσφερόμενα νά ἑνωθοῦν μέ τά «δῶρα» καί τίς κλήσεις τῶν ἄλλων μελῶν, μέ σκοπό τήν ἑνότητα καί οἰκοδομή τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας.
   β) Κέντρο τῆς συμμετοχικῆς δράσης τῶν λαϊκῶν πρέπει νά εἶναι ἡ ἐνορία, μέ τόν ἐπισκοποκεντρικὸ της χαρακτῆρα, ὡς προέκταση δηλαδὴ τῆς Εὐχαριστίας ὑπό τόν Ἐπίσκοπο, μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται, καί ἡ ὁποία ὀφείλει νά ἔχει ὡς ἀντικείμενο τῆς δράσης της τήν ἀνάπτυξη τοῦ ἐνοριακοῦ ἔργου.
   Ἡ ἐνορία δηλαδή ὀφείλει νά ξαναβρεῖ τόν σωστό ὁρίζον­τα τῆς ποιμαντικῆς της δραστηριοποίησης μέ τήν ἀξιοποίηση τῶν συγχρό­νων μέσων καί δυνατοτήτων, τοῦ ἀνθρωπίνου δυναμικοῦ καί τῶν ἀνθρω­πί­νων πόρων, εἰκονίζουσα μέ τόν τρόπο αὐτό τήν ἑνότητα μέσα ἀπό τήν ποικιλομορφία καί τή διάκριση τῶν χαρισμάτων. Τά ἐπιτεύγματα, πού ἡ σύγχρονη «θεωρία τῶν συστημάτων» περιγράφει ὡς δυναμική συνέργεια τῶν μελῶν, ὥστε τό σύνολο νά εἶναι λειτουργικότερο ἀπό τό ἄθροισμα τῶν ἐπί μέρους, ἐπιζητεῖται σήμερα, ὄχι ὡς φυσικό γεγονός ἢ μέγεθος ἀλλ᾿ ὡς ἐκπλήρωση τῆς χαρισματικῆς ἑνότητας μέσα στήν Ἐκκλησία.

   8. Μέσα λοιπόν σ᾿ αὐτά τά θεολογικά καί ἐκκλησιολογικά δεδομένα καί μόνο, θεωρῶ, ὅτι εἶναι δυνατή μία ἐπαναξιολόγηση τῆς συμμετοχῆς τῶν λαϊκῶν.
   Τί σημαίνουν ὅμως ὅλα τά προηγούμενα;
   α) Ἡ ἐνορία ξαναβρίσκει τόν κεντρικό της χαρακτῆρα, γίνε­ται τό κέντρο τῆς ζωῆς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, σημεῖο ἀναφορᾶς, δηλαδή κοινότητα, ἐνῶ εἶναι δυνατόν νά ἐφαρμόζει καί δύο βασικές κοινω­νιο­λογικές ἀρχές: τήν ἀρχή τῆς συμπληρωματικότητας τῶν φορέων καί τῶν χαρισμάτων, στά πλαίσια τῆς τοπικότητας.
   β) Ἡ ἐνορία, στό χῶρο τῆς δράσης μιᾶς τοπικῆς κοινωνίας καθίσταται ρυθμιστής καί συντονιστής ὅλων τῶν δραστηριοτήτων της, καί ὑπερβαίνει κάθε νοοτροπία ἱδρυματικῆς ἀντιμετώπισης τῶν ποιμαντικῶν προκλήσεων, ἐνῷ ἀξιοποιεῖ καί τήν ἀναπτυξιακή δυναμική της, στά πλαίσια μάλιστα τῶν συγχρόνων ἀρχῶν τῆς ἐπένδυσης καί τῆς διεύρυνσης.
   γ) Ὁ ποιμένας, «ἐν ὀνόματι» τοῦ Ἐπισκόπου, καλεῖ σέ συνεργασία καί ἄλλες ἐνορίες ἢ καί ἄλλους «χαρισματικούς φορεῖς» τῆς ἐνορίας, προκειμένου, μέσα ἀπό τή δυναμική συνέργεια τῶν μελῶν καί τή συμπληρωματικότητα τῶν χαρισματικῶν δράσεων, νά ὑπάρξει μιά θετικό­τε­ρη καί ἀποτελεσματικότερη δράση. Στήν ἐνοριακή αὐτή συμμετοχή τῶν χαρισματικῶν μελῶν κανένας δέν εἶναι αὐτάρκης καί κανένας δὲν περισ­σεύει, ὅλοι καλοῦνται νά ὑπηρετήσουν καί νά διακονήσουν, ἔστω καί ἐπι­κου­ρι­κά, τό ἔργο τῆς ἐνορίας καί μάλιστα μέσα ἀπό τήν ἐξειδικευμένη δρά­ση τους, ἀξιοποιώντας ὅλα τά «εἰδικά» χαρίσματά τους.
   δ) Μέ τή συνέργεια αὐτή τῶν ποικίλων χαρισματικῶν φο­ρέων ἐπιβεβαιώνεται ἡ ἑτερότητα, ἐπιτυγχάνεται ἡ κοινωνία καί ἀναδει­κνύεται ἡ ἐλευθερία τῆς θέλησης τῶν φορέων, χωρίς τήν ἄμβλυνση τῶν διανοητικῶν λειτουργιῶν τῆς ἐγρήγορσης καί τῆς αὐτοσυνειδησίας τῶν φορέων, ἐνῷ τό ὁποιοδήποτε «χάρισμα» γίνεται μέρος τῆς ἐνοριακῆς ταυτό­τη­τας καί συγχρόνως ἀποδυναμοῦται κάθε τάση ἀτομικιστικῆς θεώρησης ἢ χρήσης του.
   ε) Ἡ ἀποδοτικότερη λειτουργία αὐτοῦ τοῦ τρόπου συμ­μετοχῆς τῶν χαρισματικῶν μελῶν τῆς ἐνορίας ἀπαιτεῖ ὡς ἀπαραίτητη προϋπόθεση, τήν ὕπαρξη μιᾶς ἐνορίας ὄχι πληθωριστικοῦ τύπου, ὅσον ἀφορᾶ τόν «ἀριθμό» τῶν ἐνοριτῶν, ὁ ὁποῖος μάλιστα στίς μέρες μας αὐξά­νει καρκινικά, κατά γεωμετρική πρόοδο, καί ἡ ὁποία τελικά διαβρώνει καταστροφικά καί αὐτό ἀκόμη τό κέντρο, ἀλλά μιᾶς ἐνορίας, μέ ὅσο τό δυνατό ὀλιγάριθμο ποίμνιο, ὅπου ὁ ποιμένας γινώσκει τά σά καί γινώσκεται ὑπό τῶν σῶν. Ἄλλωστε τό μικρό ποίμνιο, ἤδη ἀπό τούς ἀποστολικούς χρόνους δέν θεωρεῖται προβληματικό (Λουκ.ιβ’,22), ἀντίθετα μάλιστα βοηθᾶ στήν ἐφαρμογή μιᾶς διακριτικῆς ποιμαντικῆς καί μιᾶς διαφοροποιη­μένης καί ἐξειδικευμένης ἀντιμετώπισης τῶν ποιμαντικῶν προβλημάτων, σήμερα μάλιστα, στόν αἰῶνα τῆς ἐξειδίκευσης τῶν εἰδικοτήτων καί τοῦ πλουραλισμοῦ τῶν δράσεων.
   στ) Ἡ ἀξιοποίηση τοῦ ἀνθρώπινου δυναμικοῦ καί τῶν ἀνθρωπίνων πόρων, στά πλαίσια μιᾶς ἐνοριακῆς δραστηριότητας, χαρα­κτη­ρίζεται ὡς γνωστόν, ἀπό τό στοιχεῖο τοῦ ἐθελοντισμοῦ. Ὁ ἐθελοντισμός ἀποτελεῖ τό οὐσιαστικό περιεχόμενο τῆς ποιμαντικῆς διακονίας τῆς Ἐκκλησίας καί χαρακτηρίζει ἀπόλυτα ὁλόκληρη τήν ἐνοριακή ζωή καί δράση. Θά πρέπει ὅμως στό σημεῖο αὐτό νά κάνουμε τήν ἑξῆς βασική διευκρίνιση. Ὁ ἐκκλησιαστικός ἐθελοντισμός, στά πλαίσια τῆς ἐνορίας δέν νοεῖται ὡς ἀτίμητη καί ἀζημίωτη προσφορά ἔργου, ἀλλά κυρίως καί πρωτίστως ὡς ἐκδήλωση καί δράση ἀπροσωπόληπτης καί ἀνιδιοτελοῦς προσφορᾶς. Αὐτό ἄλλωστε ἀποτελεῖ καί τήν εἰδοποιό διαφορά τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό ὁποιοδήποτε ἄλλο προσφερόμενο κοινωνικό ἔργο ἄλλου φορέα.
   Ἡ ἐθελοντικὴ αὐτή προσφορά, στή γλῶσσα τῆς Ἐκκλη­σίας, ἑρμηνεύεται ὡς ἀγαπητική ἔκσταση καί ἑκούσια θυσιαστική προσ­φορά τῶν χαρισματικῶν μελῶν-φορέων, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ὑπέρβαση κάθε μορφῆς φίλαυτης συμπεριφορᾶς καί εὐδαιμονισμοῦ, χρησι­μο­θηρικοῦ τύπου. Ὡς περιεχόμενό του ὁ ἐθελοντισμός αὐτός ἐμπεριέχει τό σεβασμό καί τήν ἀποδοχή τοῦ ἄλλου, ὄχι ὑπό προϋποθέσεις, ἀλλά ἔτσι ὅπως εἶναι καί τελικά γι᾿ αὐτό πού εἶναι ἀπροϋπόθετα.
   Ἡ πολύ σημαντική αὐτή ἔννοια τοῦ ἐθελοντισμοῦ ἔχει καί κάποιες ἄλλες σημαν­τικές συνέπειες. Σημαίνει, ὅτι ἡ Ἐκκλησία σέβεται τήν ἐλευθερία ἀκόμα καί τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Τόν σέβεται κυρίως ὡς πρόσωπο, ἐνῷ συγχρόνως καταπολε­μᾶ τήν αἰτία τῆς ἁμαρτωλότητάς του, παρέχουσα ἀπροσωπό­ληπτα κάθε δυνατότητα πρός μετάνοιαν, «οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τόν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σώσω τόν κόσμον» (Ἰωάν. ιβ΄, 47). Ἐπίσης, χωρίς νά δεσμεύεται ἀπό προκαταλήψεις ἢ νά δεσμεύει ἰδεοληπτικά, διακηρύσσει, ὅτι « τόν ἐρχόμενον πρός μέ οὐ μή ἐκβάλω ἔξω»( Ἰωάν.στ΄, 37). Τέλος, ὁ σεβασμὸς στήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου ἀφήνει στό λήπτη τελικά τῆς δωρεᾶς τή δυνατότητα πρός ζωή ἢ πρός θάνατο, ἐνῶ ὁ ἴδιος ὁ ἁμαρτωλός καλεῖται νά γίνει «ἐν μετανοίᾳ» μέτοχος τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι ὄργανό Της. Ἐὰν ἡ θέση αὐτή ἠχεῖ παράξενα στίς προκαταλήψεις κάποιων «καθαρῶν», τότε δίκαια καί ἡ φράση τοῦ Χριστοῦ, ὅτι «οἱ τελώναι καί αἱ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ματθ. κα΄,31) ἀπετέλεσε αἰτία σκανδαλισμοῦ.
   Ὅλα τά παραπάνω ἀποτελοῦν μερικές μόνο πτυχές τοῦ θέματος, ἐνῶ προσπάθησα νά θίξω καί νά σκιαγραφήσω τίς σημαντικό­τερες προκλήσεις πού ἐγείρει ἐνώπιόν μας τό ὅλο ζήτημα, χωρίς νά ἐπεκταθῶ σέ πρακτικές συνέπειες ἢ σέ ἐξειδικευμένες ἐφαρμογές τῆς πολυδιάστατης συμμετοχῆς τῶν λαϊκῶν στό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας.
   Ἄν ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀνταποκριθεῖ στίς προκλήσεις τῆς ἐποχῆς καί ἀξιοποιήσει τή συμμετοχή τοῦ λαϊκοῦ της στοιχείου, μέ βάση καί πυξίδα τίς ἀρχές τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας, θά δικαιώσει τήν ἀποστολή Της στόν σύγχρονο κόσμο, χωρίς νά διατρέχει τόν κίνδυνο νά ὁδηγηθεῖ σέ μία μορφή ἐκκοσμικευμένης ἀλλοτρίωσης.
Ἡ ἐκκλησιαστική διακονία μπορεῖ νά ἀντιδράσει. Τώρα δέ πού εἶναι ἀκόμη νωρίς, νά θέσει μέ βάση τό σεβασμό πρός τήν κανονική παράδοσή της, ὅρους καί προϋποθέσεις, ὄχι μόνο  συνεργασιῶν ἀλλά καί υἱοθέτησης προτύπων. Δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀνέκαθεν δημιούργησε πολιτισμό, προβάλλουσα αἰώνιες πνευματικές ἀρχές καί ὄχι ταυτιζόμενη μέ ἐφήμερες κοσμικές δυνάμεις. Τέτοιες βασικές καί θεμελιώδεις ἀρχές εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ ἐλευθερία, ἡ ἀκεραιότητα καί ἡ μοναδικότητα τοῦ κάθε προσώπου. Ἡ ὁλότητα καί ὁ σεβασμός τοῦ σώματος καί τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος καί ὅλα ὅσα συναφῆ πρός αὐτά ἐκφράζουν τόν πολιτισμό ἑνός λαοῦ. Γι’ αὐτό καί ἔχει χρέος ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία νά πάρει συγκεκριμένη θέση καί ἀνάλογη στάση, ὡς πρός τούς κινδύνους πού ἐγκυμονεῖ ἡ  παγκοσμιοποιημένη μορφή τοῦ σύγχρονου πολιτισμοῦ, μέσα στόν ὁποῖον ἡ ἀτομοκρατία, ὁ εὐδαιμονισμός, ἡ χρησιμοθηρία καί ἡ λογικοκρατία συγκροτοῦν τήν μορφή του καί ἀπό τά ὁποῖα ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος κινδυνεύει ὑπαρξιακά, ἐνῶ τείνει νά ἀλλοιωθεῖ καί τό ἐκκλησιαστικό της φρόνημα.
Μόνο μία Ὀρθοδοξία ζωντανή, ἀνοικτή, πού δέχεται μέ στοργή καί ἀγάπη ὅλους, πού ζῆ μέ τήν αἴσθηση τῆς καθολικῆς εὐθύνης της στόν ἑνοποιούμενο σύγχρονο κόσμο μπορεῖ νά διατηρήσει τό ἐκκλησια­στικό της φρόνημα ἀνόθευτο καί ἀναλλοίωτο, ἀπό τίς ποικίλες μορφές τῆς παγκοσμιοποίησης καί τῆς ἐκκοσμίκευσης, διότι μόνον ὅταν ἕνα σῶμα εἶναι δυνατό, ὑγιές καί ἀκμαῖο μπορεῖ εὐκολότερα νά ἀπορρίψει κάθε τι ξένο πού ἐπιδιώκει νά τό ἀλλοιώσει, ἐνῷ μέ ταχύτερους ρυθμούς μπορεῖ νά ἐπουλώσει καί τίς κατά καιρούς πληγές του.
Κριτήριο ὅλων τῶν πράξεών μας θά πρέπει νά εἶναι ἡ ἐκκλησιαστικότητά μας, ὅλων ἐκείνων δηλαδή πού φρονοῦμε ὡς ἐμπειρική βίωση στό ἐκκλησιαστικό  γεγονός ἐνῶ ἀποστολή μας θά πρέπει νά εἶναι ἡ μεταμόρφωση τοῦ κόσμου σέ Ἐκκλησία καί ὄχι τό ἀντίστροφο.
Αὐτό εἶναι τό μοναδικό καί ἱερό χρέος μας ὡς ποιμένων σέ ἕναν κόσμο συνεχῶς μεταβαλλόμενο, παγκοσμιοποιημένο καί συνεχῶς ἐκκοσμικευμένο, ἀλλοιῶς ἡ καθημερινότητά μας, οἱ ἀποφάσεις μας καί ἡ διακονία μας θά ἐπιβεβαιώνει ὅτι "ὁ βασιλιᾶς θά εἶναι γυμνός καί στηρίζεται σέ γυάλινα πόδια".        
                            
------------------------------------------------
[Εικαστικά σχόλια στο κείμενο: Έργα του ζωγράφου ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΠΟΚΟΡΟΥ]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email