© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

Έρσης Λάγκε: Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥΛΟΥΣΕ ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΑ ΣΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ (ανέκδοτο διήγημα)


Την είδα να πουλά φτωχά καλλυντικά, ενώ κρυφός θάνατος παραμόνευε στον αριστερό της ώμο. Αφάνταστη η γύμνια, πέρα απ’ τη σάρκα! Εκείνη πλασάριζε να θρέψει το πολύ παροδικό που της εμπιστεύτηκαν και μία άφθαστη μελαγχολία χάραζε κάτω τις γωνιές των χειλιών της.
Την είδα στην εκκλησία να μειδιά περίλυπα.
- Ιερείς εξέλθετε, φωνάζαν οι ψαλτάδες. Εξέλθετε ιερείς.
Πίσω, σαν από αντίλαλο, το ‘παιρνε ήχος βαθύς κι ανταπαντούσε ο άλλος στα χρυσά… «Εξέλθετε ιερείς…»
Ο Άγιος είχε βγει στη θύρα, σκυφτός απ’ το μαρτύριο, λες και δεν γινόταν πια να ορθώσει το κορμί, το κεφάλι προτεταμένο να δει, να ευλογήσει τα του κόσμου και τις μανάδες που παραδίναν στα τέσσερα, σαν υποζύγια, τα παιδιά τους.
Ίσως τα ευλογούσε. Ίσως στην επανάληψη ν’ αδιαφόρησε, τριακόσια χρόνια  το ίδιο σκηνικό. Ίσως να το βαρέθηκε ή λες να λαχτάραγε και να περίμενε την μία, αυτή τη μία φορά το χρόνο, να οσμιστεί την πάροδο των αιώνων στους ζωντανούς απάνω;
Σαν τους δασκάλους! «Να ‘ναι το εγγόνι του ψαρά, εκατόν χρόνια πριν, ή το δισέγγονο; Έχει τα ίδια ξέθωρα-γαλάζια μάτια», θα ‘λεγε.
Η γυναίκα, στο πιο σκοτεινό σημείο, αμίλητη. Ήθελε να δει κι όπως βρισκόταν τελευταία, δεν έπιανε τίποτα.
Φέραν ένα μωρό ντυμένο καλογεράκι στα μαύρα. Το κράταγε ο πατέρας στα χέρια κι αυτό παράλυτο λαλούσε χαζά. Το φέραν κι ο κόσμος παραμέριζε. Τ’ απόθεσαν στα πασουμάκια τού Αγίου κ’ η Χάρη του θα κατέβαινε να συνεφέρει αυτό το με σάρκα λειψή, να γίνει άνθρωπος ξανά.
Πίσω και πάνω απ’ όλα ο ουρανός ασήκωτος.
- Ιερείς εξέλθετε… εξέλθετε ιερείς… να δώσει να λάμψει γαλήνη κι ευτυχία. Να γίνει ο κόσμος πρόβατα όχι επί σφαγήν.
Στα λοφάκια φθινοπωριάτικος ο πόλεμος, με κούφιες αστραπές και κείνη, η γυναίκα, το θάνατο στο σβέρκο καβάλα, χωρίς να το ξέρει, ίδια μ’ ελέφα, που στ’ αυτιά του κάθεται κούλης που τον εξουσιάζει, πάσχιζε ακόμη κι ακόμη να πουλήσει και να δει.

1 σχόλιο:

Ρεγγίνα είπε...

Ένοιωσα το ΠΩΣ μπορεί κάποιος να περιγράψει ΑΚΡΙΒΩΣ την Κατάθλιψη σε απόλυτη συμβατότητα με την ψυχιατρική βιβλιογραφία αλλά και σε όλο το φάσμα, το εύρος και το βάθος της Απόγνωσης, ως ταφόπλακα προδιαγεγραμμένου θανάτου. Πολύ ρεαλιστικό. Σχεδόν ξέρω τα πρόσωπα. Τόσο ρεαλιστικό. Αλλά χρειάζομαι επειγόντως αέρα..!

Καλώς σας βρήκα, άρτι αφιχθείσα από τη Σερβία.

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email