© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Δημήτρης Γ. Μαγριπλής: ΤΗΝ ΤΡΙΤΗ ΠΙΑΝΩ ΔΟΥΛΕΙΑ (νέο διήγημα)


Ψάχτηκα, δεν είχα δεκάρα. Ούτε για ψωμί. Έκανα μια-δύο βόλτες στην πλατεία και πάνω που είχα απελπιστεί είδα τον υπάλληλο να βγάζει μια σακούλα τεράστια. Τον πήρα από πίσω. Στον παρακείμενο κάδο άνοιξε το καπάκι και ψύχραιμα έδωσε μια και έδιωξε από τα χέρια του το βάρος. Δεν δίστασα ούτε στιγμή. Όρμισα. Ευτυχώς ήμουν ο πρώτος. Έβγαλα έξω το σάκο και άρχισα να ξεσκίζω το περιτύλιγμα. Βρήκα από όλα. Ψωμί – γάλα – παξιμάδια ακόμη κι ένα κομμάτι τυρί. Τα έβαλα βιαστικά μέσα στο καρότσι και χωρίς άγχος συνέχισα τα ψώνια μου. Πέρασα φορτωμένος τον κεντρικό δρόμο και ένα στενό παρακάτω έστριψα. Στη Λαϊκή το παζάρι τελείωνε. Πήγα στον πάγκο του Λώλου. Μου είχε φυλάξει χόρτα και ένα μαρούλι. Μάζεψα ακόμη και φράουλες, ντομάτες για πελτέ και κάμποσες πατάτες που είχαν κυλήσει πάνω στο ρείθρο. Παρά τρίχα να γυρίσω και με κρέας αλλά το άτιμο μου ξέφυγε την τελευταία στιγμή. Χώθηκε στον υπόνομο και μην το είδατε. Ατυχία. Τέτοιες στιγμές θα ήθελα να είμαι γάτα. Με νύχια τεράστια και διάθεση αρπακτικού. Να τρώω και να λιάζομαι. Να κινούμε μόνο για αναπαραγωγή και να τρίβομαι όπου γουστάρω. Ας είναι, πρέπει να δεχθώ την μοίρα μου. Τράβηξα το καρότσι με δύναμη. Στην ανηφόρα έκανα κάμποσες στάσεις και ευτυχώς στην είσοδο συνέπεσα με τον κύριο Αριστείδη. Με βοήθησε να μπάσω τα ψώνια και μου έδωσε προτεραιότητα στο ασανσέρ. Ευχαρίστησα.
- Να σας δούμε το βραδάκι στο σπίτι. Θα έχουμε και κάτι να τσιμπήσουμε…
- Φυσικά, τον διαβεβαίωσα και πάτησα πέμπτο.
Βγήκα και άνοιξα την πόρτα. Πάλι γράμματα. Τέτοια αλληλογραφία δεν είχα ποτέ. Με έπιασε συγκίνηση. Όλα από Τράπεζες. Τι ενδιαφέρον… Αγαπητέ κύριε και αξιότιμε κύριε…Στο τραπέζι της κουζίνας τα κατέταξα στις στοίβες και άρχισα να μαγειρεύω. Πατάτες καπαμά. Μύρισε όλη η πολυκατοικία. Πάνω που έστρωσα, χτύπησε το τηλέφωνο. Ανατρίχιασα. Είχα μέρες να ακούσω το κουδούνισμα και να κάνω μια ενδιαφέρουσα συζήτηση. Ήταν αυτή.
- Μίλα μου για σένα, της είπα.
Αυτή επέμεινε σε μια αδικαιολόγητη τυπικότητα και με ρώτησε «πότε».
- Όποτε νομίζεις ότι είσαι έτοιμη, της απάντησα και την φαντάστηκα κόκκινη σαν τομάτα. Στον επόμενο τόνο το ακουστικό βουβάθηκε. Μετά από λίγο έκλεισα, δεν ήθελα να την πιέσω.
Το μεσημέρι κοιμήθηκα. Φταίει το σκόρδο. Βάζω παντού. Άνοιξα το παράθυρο να αεριστεί το δωμάτιο και πήγα να κάνω το μπάνιο μου. Άφησα να τρέξει το ζεστό και δόξασα τον κύριο Αριστείδη. Είχε πληρώσει το ηλεκτρικό. Τι καλοσύνη! Όταν τον ευχαρίστησα με κοίταξε με συστολή και μου έδειξε μια φωτογραφία.
- Καλέ, τι άντρας! Τι χωρίστρα, τι αποφασιστικότητα στο μάτι πίσω από το γυαλί… τσολιάς!
- Πατριώτης! μου τόνισε με θαυμασμό. Και φιλάνθρωπος! Θα έρθει από το σπίτι. Να τον γνωρίσετε. Ίσως έχει και κάποια δουλειά…
Ένοιωθα σαν έφηβος σε πρώτο ραντεβού. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει και το κάτουρο έτρεχε στάλα-στάλα λόγω προστάτη! Έτοιμος! Φρέσκος και γεμάτος ζωντάνια!
Κατέβηκα στον τρίτο. Ήταν και οι κύριοι από τον τέταρτο. Κοινή η εκδήλωση, αν και παρατήρησα ότι προέκριναν άλλο τσολιά. Ολίγον ευτραφή. Λεπτομέρειες. Με διαβεβαίωσαν ότι θα περιορίζετο ως παρατρεχάμενος του αρωγού μου. Τον ονόμασα Τσολιά Β΄. Χτύπησα το κουδούνι. Μια δεσποινίδα μου άνοιξε. Με καλωσόρισε και μου έδειξε το σαλόνι. Έκατσα δίπλα στο τραπεζάκι με τα μεζεδάκια. Πανδαισία χρωμάτων και γεύσεων. Και αστείρευτα. Πάνω που νόμιζες τελείωσαν, νάσου και άλλα. Στο τέλος είχε και γλυκά. Ταρτάκια με εξωτικά φρούτα πάνω στην κρέμα. Ο τσολιάς ήρθε καθυστερημένος. Δεν μπορούσα άλλο να φάω, είχα πρηστεί. Το έριξα λοιπόν στο αναψυκτικό και κάθε τόσο νόμιζα ότι θα εκραγώ. Τι όμορφα που μίλαγε. Με μάγεψε. Επιτέλους, κατάλαβα. Όλα έγιναν για το καλό μας. Από εδώ και πέρα άρχιζε η ανάκαμψη. Τον άλλο χρόνο η ανάπτυξη και τον επόμενο η απογείωση. Ήταν θέμα προτεραιότητας. Έπρεπε να κλείσουμε θέση και αυτό έκανα. Πρώτος στην λίστα. Έδωσα στοιχεία στον τσολιά Β’ και αυτός με χαμόγελο μου είπε να τους πάρω τηλέφωνο μετά τις εκλογές.  Πήρα το έντυπο με την φωτογραφία του δικού μου ανθρώπου και αφού φίλησα σταυρωτά τον οικοδεσπότη, ανέβηκα για ύπνο. Άνοιξα την τηλεόραση και συντονίστηκα σε μια προεκλογική συζήτηση. Χάος... Δεν ήξεραν τι έλεγαν... Είμαστε για περιπέτειες; Μια γουλίτσα μού θύμισε την αλήθεια. Έκλεισα τα αυτιά μου στους ανεγκέφαλους. Είχα καταλήξει. «Το τσαρούχι στη Βουλή», ψιθύρισα και άφησα τα μάτια μου να κλείσουν.
Τις επόμενες μέρες κατέβηκα και στους άλλους ορόφους. Καλά ήταν, μα ούτε καναπεδάκια ούτε αναψυκτικά, ούτε και δεσποινίδες με χαμόγελα. Τι να εμπιστευτώ; Η περίπτωσή μου ζητούσε άμεση λύση. Ο πρώτος και ο δεύτερος όροφος ήταν λόγια περί ανεξαρτησίας και ελευθερίας. «Η πολυκατοικία ανήκει στο τετράγωνο», τους είπα και έφυγα. Το είχα εμπεδώσει. Κάθε που πλήρωνε ο κύριος Αριστείδης τους λογαριασμούς μου, με έβαζε να το φωνάζω. Με είχε διαβεβαιώσει ότι, αν φεύγαμε  από το τετράγωνο, τότε πως θα πλήρωνε τα χρέη μου; Στο υπόγειο το πάρτι ήταν ρεφενέ. Δεν κάθισα, τρόμαξα από τις φάτσες. Αξύριστοι και να μυρίζει το χνότο τους. Έγινε και μια μάζωξη έξω από την πολυκατοικία. Αίσχος. Γέμισε ο δρόμος φρικιά και πάνω στο κέφι έκλεισαν και το δρόμο. Ο κύριος Αριστείδης και οι κύριοι του τέταρτου φώναξαν την αστυνομία. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί κανείς από το θόρυβο. Τους έκαναν με τα κρεμμυδάκια. Αντιθέτως δεν έκαναν το ίδιο όταν μαζεύτηκαν κάτι μπρατσωμένοι με σύμβολα της μινωικής εποχής. Βγήκαν στα παράθυρα και τους χαμογέλαγαν. Μερικοί τους ήταν γνωστοί. Περιποιημένα παιδιά. Με ονόματα πρώην υπουργών και ελληνοπρέπεια. Εγώ δεν βγήκα καθόλου. Φοβήθηκα μη με σκοτώσουν.   Έμοιαζα με Πακιστανό και αυτοί είχαν ευαισθησία στο χρώμα.
Την Κυριακή φόρεσα το μπλε κουστούμι. Έβαλα και μια πράσινη γραβάτα και έτοιμος κατηφόρισα για το εκλογικό κέντρο. Από τους πρώτους. Έδωσα ταυτότητα και περίμενα. Στην τσέπη είχα έτοιμο το ψηφοδέλτιο και μάλιστα μονοσταυρία. Τον προστάτη μου. Το χάιδεψα και μπήκα στο παραβάν. Έκλεισα την κουρτίνα και έβαλα την υποχρέωση μέσα στο φάκελο. Περίμενα λίγο μήπως και ήθελε κάποιος να με πάρει φωτογραφία. Ο δικαστικός μου φώναξε συντομεύεται και έτσι χάθηκε όλη η φαντασίωση. Βγήκα στο δρόμο. Ο κύριος Αριστείδης μου έγνεψε και του έκλεισα το μάτι.
- Από αύριο να έρθεις, να πάρουμε τηλέφωνο.
Ο άνθρωπος με έσκισε. Θα το κάνω, του έδειξα με τρόπο. Ανηφόρισα το στενό. Έξω από το φούρνο, σταμάτησα. Τι βιτρίνα! Έμεινα κάμποσο. Ξάφνου έσφιξα τη ζώνη μου και έτρεξα σπίτι. Έπρεπε να ετοιμαστώ. Την Τρίτη έπιανα δουλειά. 

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

...σφιξιμο στο στομαχι και κομπο στο λαιμο ... Θανος

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email