© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2012

Η ΜΕΓΑΛΗ ΚΥΡΙΑ ΤΟΥ ΠΙΑΝΟΥ MARTHA ARGERICH & FRIENDS ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ


ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ  γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ 



Η φήμη των σπουδαίων καλλιτεχνών «Martha Argerich & Friends» είχε τρέξει πριν οι ίδιοι φτάσουν στην Ελλάδα και οι Αθηναίοι έσπευσαν να κατακλύσουν την αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» για να απολαύσουν το εκπληκτικό αυτό σύνολο, που φιλοξενήθηκε κατά το μουσικό τριήμερο 10, 11 και 12 Μαρτίου. Παρακολουθήσαμε την πρώτη ημέρα [10-3-2012] του μεγάλου αυτού μουσικού γεγονότος και νιώσαμε βαθιά συγκίνηση βλέποντας συγκεντρωμένους τόσο σπουδαίους καλλιτέχνες και ακούγοντας τις συγκλονιστικές ερμηνείες τους.

Η Marta Argerich γεννήθηκε στο Buenos Aires της Αργεντινής. Υπήρξε παιδί θαύμα του πιάνου, με  το «θαύμα» να έχει τη συνέχειά του ώς το σήμερα. Μελέτησε μουσική με εξέχουσες προσωπικότητες  της Ευρώπη, όπως οι: Bruno Seidhofe, Friedrich Gulda, Nikita Magaloff, Madeleine Lipatti. Συμπλήρωσε τις σπουδές της δίπλα στους Arturo Benedetti Michelangeli και Stefan Askenase. Κέρδισε πολλά βραβεία σε διεθνής διαγωνισμούς, ανάμεσά τους το βραβείο πιάνου  «Frederic Chopin»  στη Βαρσοβία το 1965, όπου κατέκτησε τρία αλλεπάλληλα βραβεία: το Πρώτο, του Κοινού και εκείνο της καλλίτερης ερμηνείας της «Mazurkas». Η μεγάλη αυτή Μούσα των πλήκτρων  προσέδωσε στο ρομαντικό και μοντέρνο ρεπερτόριο μια καινούργια πνοή, που την κρατάει άσβεστη ώς σήμερα. Το ρεπερτόριό της εκτείνεται από τον Bach ώς τους σύγχρονους συνθέτες. Τα ρεσιτάλ της, στις μεγαλύτερες αίθουσες συναυλιών, θεωρούνται κορυφαία καλλιτεχνικά γεγονότα το ίδιο και η σύμπραξή  της  σε συναυλίες με τις σπουδαιότερες ορχήστρες του κόσμου. Μεγάλη ήταν η συμμετοχή της ως μέλος Κριτικών Επιτροπών σε διεθνείς διαγωνισμούς πιάνου, με φήμη εξαιρετικά  δίκαιου και  αδέκαστου κριτή. Χαρακτηριστική  η αντίδρασή της στο διεθνή διαγωνισμό πιάνου «Frederic-Chopin» το 1980, όταν απέκλεισαν τον Κροάτη πιανίστα Ivo Pogorelich από τον δεύτερο γύρο. Η Argrich θεωρώντας ότι πρόκειται για μεγαλοφυΐα του πιάνου που αδικείται, παραιτήθηκε από το αξίωμά της, με συνέπεια ο νεαρός τότε Ivo Pogorelich και μετέπειτα μεγάλος πιανίστας να γίνει διάσημος μέσα σε  μια νύχτα.
  

Στο  «Σεπτέτο για πιάνο, τρομπέτα, δυο βιολιά, βιόλα βιολοντσέλο και κοντραμπάσο σε μι ύφεση μείζονα, Op. 56» του Camille Saint-Saens [1835-1921], ένα λεπτό πνεύμα διατρέχει τη σύνθεση που η χρυσή τρομπέτα του Sergei Nakariakov σε πρωταγωνιστικό ρόλο αναδεικνύει και διαμοιράζει ανάμεσα στους περίλαμπρους σολίστες, Αλέξανδρο Καπέλη, Renaud Capuçon, Liya Petrova, Yuri Bashmet, Mischa Maisky, και Τάκη Καπογιάννη  για να  εκφράσουν, με απαράμιλλο τρόπο, μέσα από τις χορδές  των μουσικών οργάνων,  το λεπτό γαλλικό συναίσθημα.

Στη συνέχεια ερμήνευσαν το «Κουιντέτο για πιάνο και έγχορδα σε μι ύφεση μείζονα, Op. 44» του Robert Schumann [1810-1856]. Με πρότυπο τη γραφή του Φέλιξ Μέντελσον, αλλά και με στοιχεία μπετοβενικά ο Σούμαν συνέθεσε το έργο του το 1842 και το αφιέρωσε στη αγαπημένη του Κλάρα Σούμαν, η οποία και πρώτη το ερμήνευσε. Ο Σούμαν με την ευρηματικότητά του οικοδομεί ένα από τα σημαντικότερα ρομαντικά έργα μουσικής δωματίου, συνδυάζοντας στοιχεία που παραπέμπουν  στη διπλή φόρμα σονάτας. Με το φυσικό της λυρισμό η Martha Argerich  ανέδειξε τα εκφραστικά ιδιώματα του έργου, έχοντας  ισάξιους «Συμπαίκτες-Φίλους» :πρώτο βιολί Renaud Capuçon, δεύτερο βιολί Liya Petrova, βιόλα Yuri Bashmet,  βιολοντσέλο Mischa Maisky, οι οποίοι σε μια άριστη επικοινωνία μεταξύ τους ανταποκρίθηκαν «εν αρμονία» στη μεγαλοφυή ερμηνεία της. 

Στο δεύτερο μέρος ο Yuri Bashmet, μαέστρος και σολίστ της βιόλας μαζί με τον Renaud Capuçon βιολί και την Καμεράτα Ορχήστρα των Φίλων, ερμήνευσαν τη «Συμφωνία κοντσερτάντε για βιολί, βιόλα  και ορχήστρα  σε μι ύφεση μείζονα, KV 364» του  Mozart [1756-1791], έργο εξαιρετικά σημαντικό. Το αρχετυπικό κλασικό στιλ του Mozart αναπτύσσεται σε όλο του το μεγαλείο. Το  έργο γραμμένο το 1779 προοριζόταν για το σπουδαίο βιολονίστα της εποχής τον Ignaz Franzl  ενώ το μέρος της βιόλας θα κρατούσε ο ίδιος ο συνθέτης. Είναι γνωστή η εκτίμηση του ήχου της Βιόλας από τον Μότσαρτ και στο συγκεκριμένο  έργο είναι καταφανής  η ισότιμη ανάδειξη των δύο οργάνων. Η  ελεγειακή  και ρομαντική συνομιλία ανάμεσα στο βιολί και τη βιόλα φάνταζε ερωτική.  Περιέτρεχε με καθαρό, εκτεταμένο και δυναμικό τόνο την ορχήστρα και  πύκνωνε το διάλογο ανάμεσα στα έγχορδα. Ερμηνείες  εξαίσιες, ασύγκριτες έβγαιναν από βιολί Guarneri [1737] με το δοξάρι του Renaud Capuçon  και από βιόλα του Paolo Antonio Testore [1758] στα χέρια του  ο Yuri Bashmet... Να σημειώσουμε ότι η  βιόλα  του Μότσαρτ ήταν του ιδίου κατασκευαστή. Ήχοι θεϊκοί ανεπανάληπτοι που καθήλωσαν το ακροατήριο.

Το αποκορύφωμα της συναυλίας ήταν το «Κοντσέρτο αρ.1 για πιάνο, τρομπέτα και ορχήστρα σε ντο ελάσσονα, Op. 35» του Dmitri Shostakovich. Η σύνθεση του κοντσέρτου έγινε την Άνοιξη του 1933 και η πρεμιέρα του πραγματοποιήθηκε στις 15 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου από τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λένινγκραντ υπό τη διεύθυνση του Αυστριακού Μαέστρου Fritz Stiedry ο οποίος είχε φτάσει αυτοεξόριστος στη Σοβιετική Ένωση μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία.  Πιάνο έπαιζε  ο ίδιος ο συνθέτης και τρομπέτα ο Αλεξάντερ Σμιντ. Όταν ο Shostakovich  παρουσίασε το πρώτο κοντσέρτο του ήταν ήδη γνωστός στο ευρύτερο κοινό, λόγω της επιτυχίας της πρώτης συμφωνίας του και παρά την αποδοχή του και από το καθεστώς είχε γίνει στόχος δυσμενών σχολείων εξ αιτίας της όπεράς του «Μύτη», που παίχτηκε το 1930. Μέσα από τα μαγικά χέρια της Martha Argerich και της Χρυσής, όπως από την αρχή  χαρακτηρίσαμε,  τρομπέτας του Sergei Nakariakov, ο πλούτος  των αναφορών και παραλλαγών τόσο από το έργο του ίδιου του συνθέτη όσο  και εκείνο των Χάυντν, Μπετόβεν και Μάλερ, ανεδείχθη μέσα από το τέλειο παίξιμό τους.  Η ατμόσφαιρα γινόταν γνώριμη, οικεία, με το σπινθηροβόλο πνεύμα που διατρέχει το κοντσέρτο να εξελίσσεται άλλοτε σε σατυρικό, άλλοτε σε λυρικό,  κάποτε ανάλαφρο, τρυφερό,  βαθιά ανθρώπινο, για να μας αφήσει με την ελπίδα της προσμονής  μιας νέας εμφάνισης της θρυλικής αυτής μορφής του πιάνου και των φίλων της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email