© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΜΝΗΜΗΣ ΙΕΡΗΣ ΑΝΑΚΛΗΜΑ


(Γύρω ἀπό ἓνα ποίημα τοῦ Π. Β. Πάσχου)

Εἶναι βέβαιο, πώς ὁ προσεγμένος καί εὔχυμος ποιητικός λόγος τοῦ Π. Β. Πάσχου μεταγγίζει στήν ψυχή τήν εἰρήνη καί τή γλυκύτητα, πού τόσο ἔχουμε ἀνάγκη στούς μισάνθρωπους καί σκοτεινούς καιρούς μας. Γιατί σέ μιάν ἐποχή τόσο ἀνήσυχη καί σκληρή, ὅπως αὐτή πού ζοῦμε, ἡ ἀκτινοβολία τῶν φωτεινῶν στίχων τοῦ Π. καταυγάζει τούς σκοτεινούς θαλάμους τοῦ εἶναι μας μέ οὐράνιο κι εὐλογημένο φῶς, μαζεμένο πάντα μέ προσευχή καί ὑπομονή, κατά τίς κορυφαῖες τίς ὧρες πού στό λευκό χαρτί μετουσιώνεται ὅλο τό πλήρωμα τῆς ποιητικῆς του τέχνης.
Παράλληλα, πρέπει νά εἰπωθεῖ, ὃτι οἱ στίχοι τοῦ Π. λειτουργοῦν κατά τρόπο εὐεργετικό, καθώς μᾶς βοηθοῦν νά ἐρευνήσουμε τά λησμονημένα ἐρμάρια τῆς ψυχῆς μας καί νά βγάλουμε στή ἐπιφάνεια ἱερές στιγμές τοῦ χτές: στιγμές ἀθάνατες, τιμημένες, στερωμένες μέσα μας μέ βιωματικές καταστάσεις ἀνεξίτηλες.
Κάποιες ἀπ᾿ αὐτές τίς στιγμές, λοιπόν, περιγράφει μέ τόν χαρμολυπικό του ποιητικό λόγο ὁ Π. στό ποίημά του «Τό Ἀναλόγιο», πού δημοσιεύτηκε στό περ. ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ τῆς Κοζάνης (τεῦχ. 117, Δεκ. 2001-Φεβρ. 2002, σελ. 3-4).
Οἱ πρῶτες εἰκόνες πού μᾶς παρουσιάζει ὁ ποιητής στό ἐν λόγω ποίημα σχετίζονται μέ τήν ἐρήμωση πού ἄφησε ὁ σεισμός, ὁ ὁποῖος ὡς ἄλλος «ψυχρός ἄνεμος ξερρίζωσε/δέντρα καί σπίτια καί ἀδελφικές καρδιές πολλῶν ἀνθρώπων», στήν πατρίδα τοῦ ποιητή, τή γνωστή μας πιά Λευκοπηγή.
«Παντοῦ χαλάσματα καί γκρέμια», θά συναντήσει ὁ Π. Κι ἀνάμεσα στά χαλάσματα, στά πληγωμένα σπίτια καί στά γονατισμένα δέντρα, διακρίνεται κι ἡ ἐκκλησιά, αὐτό τό ταμιευτήριο τῶν παιδικῶν του βιωμάτων καί τῆς συνάντησης τῶν πιστῶν, πληγωμένη κι αὐτή, μέ τραύματα βαρειά πού πονοῦν καί θλίβουν.
Ὀδυνηρή, ὄντως, ἡ ἐπίσκεψη τοῦ ποιητῆ στόν καταπονημένο ναό τοῦ Τιμίου Προδρόμου, πού τόσο ὕμνησε καί μνημόνευσε σέ δεκάδες ποιήματά του. Κι ἀνάμεσα στά χαλάσματα βλέπει νά κείτεται σέ μιά γωνιά, ὡς «ἄνθρωπος σακατεμένος πού βογγοῦσε, τό "Παλιό Ἀναλόγιο"».
Εἶναι γνωστό ὅτι στά μικρά χωριά τά παιδιά δένονταν μέ δύο χώρους τοῦ ναοῦ  τοῦ τόπου τους. Τό ἱερό Βῆμα καί τό Ψαλτήρι.
Τό ἱερό Βῆμα γιά τό κάθε παιδί εἶναι  χῶρος τῆς διακονίας, τῆς προσφορᾶς του στό Θεό. Παράλληλα ὅμως εἶναι κι ὁ χῶρος τῆς προσωπικῆς του ἀσφάλειας, καθώς ἡ παρουσία-προστασία τοῦ ἄλλου του πατέρα, τοῦ πνευματικοῦ, πού εἶναι ὁ ἱερέας, τοῦ προσφέρει ἀγωγή, εὐγνωμοσύνη γιά τίς προσφορές καί τή βοήθειά του στήν διακονία, ἀλλά καί κάποιες φορές καί ὑλική βοήθεια, ἡ ὁποία πρίν ἀπό πολλά χρόνια ἦταν τόσο πολύτιμη γιά τά φτωχά χωριατόπαιδα.
Ὡστόσο πρέπει ἀκόμα νά σημειωθεῖ, πώς στό ἱερό Βῆμα ἀκροᾶται τό παιδί τούς πρώτους ἤχους τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας μουσικῆς, κατανύσσεται, ἀναθαρρεύει ὅταν ὁ παπᾶς τοῦ δίνει τήν πρωτοβουλία γιά νά πεῖ τό «Πάτερ ἡμῶν», τό «Πιστεύω» κι ἀργότερα, τόν «Ἀπόστολο». Γι᾿ αὐτό καί μετά. ὄταν περάσει τό ὄριο τῆς παιδικῆς ἡλικίας, ὠς ἔφηβος πιά, σιμώνει τόν ἄλλο τόπο-μαγνήτη τοῦ ναοῦ: τό Ψαλτήρι, τό Ἀναλόγιο.
Ὅλοι μας θυμόμαστε μέ συγκίνηση καί μέσα ἀπό τό θάμβος τῆς ἱερῆς τῆς μνήμης ἐκεῖνα τά εὐλογημένα ἀπομεσήμερα τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ὅταν μαζευόμασταν γύρω ἀπό τό Ἀναλόγιο, γιά νά ψάλλουμε τά «Ἐγκώμια». Τό βέβαιο ἐδῶ εἶναι, πώς ἐκεῖνες οἱ στιγμές ἦταν κάτι ὡσάν τήν προετοιμασία γιά τήν μετέπειτα προσκόλλησή μας στό Ἀναλόγιο, πού δέν εἶναι μόνο «τό ἐκκλησιαστικό ἔπιπλο, στό ὁποῖο τοποθετοῦνται τά ἐκκλησιαστικά βιβλία» (βλ. Β. Π. Καραγιάννη, Ὁ πλοῦς τοῦ «Ἀναλογίου», π. ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ , ὅπ. παρ., σελ. 45), ἀλλά ἓνας χῶρος, «ὁ δεύτερος τῇ τάξει», κατά τήν ἐκκλησιαστική ὁρολογία, μέσα στό ναό. Χῶρος, πού ἔχει τήν ἱστορία του, προβάλλει συμπεριφορές ἀπό τά πρόσωπα πού τό στελεχώνουν, ἀλλά καί διακρατεῖ μνῆμες ἱερές, κορυφαῖες, πού ἀπομένουν μέσα μας ἔντονες καί ἁγιασμένες. Φυσικά, γιατί πρέπει νά εἰπωθεῖ κι αὐτό, πολλές φορές πικραθήκαμε καθώς τό αὐστηρό βλέμμα τοῦ ψάλτη μᾶς προσγείωνε, ἤ μέ τά λόγια του, στό τέλος τῆς ἀκολουθίας, μᾶς ἐπανέφερε στήν τάξη. Ὅμως καθώς περνοῦν τά χρόνια αὐτό πού διαπιστώνεις εἶναι ἓνα: ὅτι δηλαδή ἡ προσφορά ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων ἦταν καί γιά σένα καί γιά ὅλη τήν ἐνοριακή Κοινότητα τόσο μεγάλη, ὥστε οἱ ὅποιες ἀτέλειές τους, γιατί ἄνθρωποι ἦταν κι ἐκεῖνοι, πέρασαν στή λήθη.
Ἄν ἔγραψα τά προηγούμενα, τό ἔκανα, γιατί θά ἤθελα νά αἰτιολογήσω τά ὅσα θά πῶ στή συνέχεια.
Εἴδαμε, λοιπόν, τήν ἐπίσκεψη τοῦ ποιητή στή ρημαγμένη ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ του μέ τό Ἀναλόγιο γερμένο ἀνάμεσα στά χαλάσματα, πληγωμένο κι αὐτό ἀπό τή δίνη τοῦ σεισμοῦ.
«Δοκίμασα, θά μᾶς ἐξομολογηθεῖ ὁ ποιητής, νά τό σηκώσω, νά τό στήσω πάλι, ὅπως τότε, ὄρθιο, / ν᾿ ἀκούσω τίς φωνές πού βγῆκαν ἀπ᾿ τά ἔγκατα τόσων ψαλτῶν, τόσων / βιβλίων......»
Ἀλήθεια, ποιός ἔχει ἀναλογιστεῖ πόσες φωνές, πόσους καϋμούς καί δεήσεις μετά δακρύων ἔχουν ἀποθηκευτεῖ σ᾿ αὐτό τό σακατεμένο «ἐκκλησιαστικό ἔπιπλο», τό ἄψυχο γιά πολλούς ἀντικείμενο; Φωνές πού μόνο ἕνας ποιητής μπορεῖ ν᾿ ἀποκρυπτογραφήσει, καθώς δέν στέκεται στά φαινόμενα, ἀλλά προχωρεῖ μέσα στό χρόνο μέ τίς μνῆμες, μέ τά πρόσωπα πού δέν ἐφθάρησαν ἀπό τή λήθη καί τήν πεζότητα τῶν ἡμερῶν μας.
Ἀλλά τί εἶναι αὐτό πού βλέπει ὁ ποιητής στό πεσμένο Ἀναλόγιο καί τό ἐπεξεργάζεται μέσα του, μέ τήν παράλληλη συνδρομή τῆς νοσταλγίας καί τῆς θύμησης; Τί ἄλλο ἀπό σημάδια «μαῦρα στά πλευρά του, ἀπό τ᾿ ἀναμμένα / κεριά κι ἀπό τά παιδικά μας παιχνίδια μέ τίς λαμπάδες / τοῦ Πάσχα.» Σημάδια, ὅπως ἐκεῖνοι οἱ παράξενοι χαρακτῆρες τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς, ἀπ᾿ ὅπου ἀνατέλλουν φωτεινοί ἦχοι, κατανυκτικά τροπάρια, εὐλαβικά ψελλίσματα, ἁρμονικά γυρίσματα πού μαζί τους ξεπροβάλλουν Χριστουγεννιάτικοι πανηγυρικοί Ὄρθροι, θρηνητικοί Μεγαλοβδομαδιάτικοι Νυμφίοι, Ἐπιτάφιοι, ἀλλά καί ἀνοιξιάτικοι Ἀναστάσιμοι σέ ρυθμούς χαρᾶς, Ὄρθροι καί Λειτουργίες..... Ὅλ᾿ αὐτά συνάζονται  γύρω ἀπό κεῖνα τά σημάδια, τά ὁποῖα συνυπάρχουν μαζί μέ τά πρόσωπα πού στελέχωναν τό χῶρο τοῦ Ψαλτηρίου. Γιατί τά Ψαλτήρια, τά Ἀναλόγια δηλαδή ἔχουν τό προνόμιο νά «σημαδεύονται» σέ κάποιες Μεγαλοβδομαδιάτικες καί Πασχαλινές ἀκολουθίες, τότε πού πυκνώνουν μαζί μ᾿ αὐτές κι οἱ φιλόμουσοι, οἱ «λαμπριάτικοι», γιά νά θυμηθοῦμε τόν παπποῦ μας τόν Παπαδιαμάντη, ψάλτες. Τότε, λοιπόν, πού τά ἠλεκτρικά τά φῶτα ἀπουσίαζαν, τά κεριά, καί, μάλιστα, οἱ εὐωδιαστές ἀπό μελισσοκέρι λαμπάδες, φώτιζαν ταπεινά, εὐκατάνυκτα, ἀλλά ὄχι καί τόσο σταθερά, γιά νά ποῦν οἱ παλιοί ἐκεῖνοι ψάλτες τά γλυκύμολπα ἅσματα. Χωρίς φυσικά τόν «τραυματισμό», τόσο τῶν βιβλίων, πού γέμιζαν κηροστάγματα καί «κάφτρες», ἀλλά καί τοῦ ἴδιου τοῦ Ἀναλογίου, ὅταν κάποτε ἔγερνε ἡ λαμπάδα καί τό τσουρούφλιζε σέ κάποια του σημεῖα, προκαλώντας τήν ὀργή τοῦ Πρωτοψάλτη. Κι ὃμως ἀπό τά μαῦρα ἐκεῖνα σημάδια ἀνεβαίνουν μαζί μέ τίς εὐκατάνυκτες Μεγαλοβδομαδιάτικες βραδυές πρόσωπα ἀγαπημένα, ὅπως ὁ «ξάδερφός μου ὁ Μᾶρκος, μακαρίτης τώρα», θά μᾶς πεῖ ὁ ποιητής καί μαζί του μιά ὁμάδα παιδιῶν... Ὅλα πρόσωπα πού συντρόφεψαν τά παιδικά κι ἐφηβικά χρόνια τοῦ ποιητῆ, πάντα χλωρά στή μνήμη καί στήν ψυχή.
Μαστορεμένο κι αὐτό τό ἐκτενές ποιητικό συναξάρι τοῦ Π., μέ περισσή νοσταλγία καί ἀξιοπρόσεχτη εὐλάβεια σέ πρόσωπα καί πράγματα, ἀποτελεῖ μιά ἀκόμα συμβολή στά ὄσα ἔχει γράψει καί πεῖ γιά τή «μάνα Λευκοπηγή», τήν γενέθλιο γῆ του. Παράλληλα, εἶναι καί μιά καταγραφή ἀπό μνῆμες ἱερές, περιούσιες, ὥστε ἡ νέα γενιά νά καταλάβει, νά βιώσει καί ν᾿ ἀγαπήσει καί τ᾿ ἁπλά ἀκόμα πράγματα, πού τά θεωροῦμε σήμερα ξεπερασμένα ἤ ἄχρηστα. ( Ἀνοίγω παρένθεση ἐδῶ, ζητώντας τήν κατανόηση τοῦ ἀναγνώστη μου, γιά νά καταθέσω τόν καϋμό μου. Πόσο μοῦ στοίχισε, πού οἱ συγχωριανοί μου παράτησαν τό παλιό ξύλινο καί λιτό Κουβούκλιο τοῦ Ἐπιταφίου, ἔργο χειρῶν παλιῶν Κληματιανῶν μαστόρων, γιά νά τό ἀντικαταστήσουν μέ ἕνα ψυχρό ξυλόγλυπτο, ξένο ἐντελῶς μέ τίς μνῆμες καί τά βιώματά μας!  Δυστυχῶς, ὅσο προχωροῦμε στά χρόνια, οἱ ἀπογοητεύσεις ὅλο καί πληθαίνουν...)
Ὅμως ὁ ποιητής, κοιτάξτε, πῶς βλέπει τό Ἀναλόγιο καί πίσω ἀπ᾿ αὐτό τίς Μορφές τῶν δασκάλων-ψαλτῶν πού πέρασαν ἀπ᾿ τό στασίδι του. Παραθέτω τούς στίχους δίχως σχόλια. Ἄλλωστε, δέ νομίζω ὅτι χρειάζονται, ἀφοῦ ὅποιος ἔχει μέσα του παρόμοια βιώματα μόνο δάκρυα μπορεῖ, ἀντί λέξεις, νά καταθέσει.
«-Ἄς εἶναι ἡ μνήμη αἰωνία ὅλων τῶν δασκάλων, ψιθυρίζω,
καθώς σκύβω ξανά στό Ἀναλόγιο, καί μέ βουρκωμένα μάτια
καταφιλῶ τή θέση πού ἀκουμποῦσαν τά παλιά βιβλία,
κι ὅπου περπάτησα, ὅσο μπόρεσα, στοῦ κύρ-Ἀλέξανδρου τά βήματα...»

                                                       Μ. Τεσσαρακοστή 2004, Σκόπελος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email