© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Όταν το τρίτο «α» γίνεται ευφωνικό «ε»

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Τον τελευταίο καιρό, παρακολουθώντας με προσοχή και αγάπη τα όσα γίνονται τριγύρω μας, όλο και πιο πολύ διαπιστώνω μια τάση των νεοζακυνθινών ν’ απεμπολούν την ιδιάζουσα ιόνια ταυτότητά τους και να ξεχνούν όλα αυτά, που για αιώνες τούς έκαναν να ξεχωρίζουν και να υπάρχουν μέσα από την δική τους ιδιαιτερότητα.

Και στο νησί μας υιοθετήθηκε η ξενόφερτη βασιλόπιτα, μάθαμε να γιορτάζουμε τη Λαμπρή με τον ρουμελιώτικο οβελία και -για να μην πολυλογώ και μακρηγορώ– ξεχάσαμε την τσουκνίδα της Πέμπτης της Αποκριάς, με τα κατακκόκινα, εκείνη την ημέρα, μπούτια και χέρια μας και αντί για το αυγοκοφτό σγατζέτο, ψήνουμε κι εμείς και μάλιστα επιδεικτικά στην αυλή μας, για να το δει ο γείτονας, αλλά και ο κάθε περαστικός.

Είναι προσαρμογή σε μια νέα κατάσταση ή άγνοια της ιστορίας μας; Αλήθεια, δεν ξέρω. Πάντως αυτή η στροφή αποτελεί, για μένα τουλάχιστον –κι ας είμαι μια από τις εξαιρέσεις– μια αιτία ανησυχίας και μου προκαλεί έναν κόμπο στο λαιμό, βλέποντας πως ό,τι αιώνες στάθηκε καθημερινότητά μας, σήμερα προδίδεται και πως αβίαστα κι αβασάνιστα δεν έχουμε πια μνήμες κι αναμνήσεις, αλλά προσπαθούμε ν’ αποκτήσουμε καινούργιες.

Χάθηκε ή πιο σωστά ξεχάστηκε η ονομασία της «Πλατείας Ρούγας», με την οποία μεγαλώσαμε, η «Στράτα Μαρίνα» έγινε «Κωνσταντίνου Λομβάρδου», στην καλύτερη περίπτωση και στην χειρότερη «Παραλιακή», ενώ το «Κούκιεσι» μετονομάσθηκε αβασάνιστα σε «Καλλιθέα» και το «Μπελούσι», σε «Κυψέλη», λες κι είναι τρόλεϊ της Αθήνας, ενώ οι παλιές, σωστές ονομασίες τους έχουν τη δική τους ιστορία και κουβαλούν μια μεγάλη παράδοση. Όσο για τη θεοσέβεια του Φαγιά, το οποίο μετονομάστηκε σε «Αγία Μαρίνα», ας μην γίνει λόγος. Εδώ επενέβη η Χούντα κι η επαναφορά της παλιάς ονομασίας είναι διπλή υποχρέωση.

Μ’ αυτές, όμως, τις περιπτώσεις, λίγο πολύ είχαμε ασχοληθεί σε παλιότερα κείμενά μας και τότε είχαμε θίξει τις ανάλογες θέσεις μας. Σήμερα θα μας απασχολήσει μια άλλη, γνωστή κάποτε ονομασία, η οποία κι αυτή μεταλλάχτηκε, παρότι σε κεντρικό σημείο της Χώρας και κάποτε όριο και σύνορο κοινωνιών και τάξεων.

Πρόκειται για τους «Αγίους Σαράντες», οι οποίοι κι αυτοί δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν από την αφομοίωση και την ισοπέδωση και προσαρμοσμένοι στην σημερινή πραγματικότητα –δεν εννοώ τίποτα περισσότερο από αυτό που γράφω– ονομάστηκαν «Αγίοι Σαράντα».

Η ονομασία υπάρχει σήμερα σαν ανάμνηση, για να μας θυμίζει την ιστορική εκκλησία των ομώνυμων μαρτύρων, που τιμώνται στις 9 του Μάρτη, σε συνδυασμό με τον ερχομό της Άνοιξης και με μια γιορτή πλούσια σε λαογραφία. Χτίστηκε σε ανάμνηση της απαλλαγής των κατοίκων του νησιού από μια– απ’ τις πολλές –επιδημία πανούκλας και ως τον καταστροφικό σεισμό στεκόταν στο τέλος της Πλατείας Ρούγας και στην αρχή των Τσαρουχαρέικων σαν… τελωνείο, περίπου, μια και από τη μια μεριά της εκκλησίας βρισκόταν η «Μέσα Μερία», με τους Ευγενείς και τους Αστούς και από την άλλη η «Όξω Μερία», με τους λαϊκότερους οικιστές.

Στην εκκλησία αυτή είχαν μεταφέρει πολλά από τα έργα τέχνης του νησιού τους οι Κρήτες πρόσφυγες κι ανάμεσά τους και το τεμάχιο του λειψάνου του προστάτη του Ηρακλείου Αγίου Μηνά, όπου εκεί κάθε χρόνο μαζεύονταν την ημέρα της μνήμης του και τιμούσαν την επέτειό του.

Βέβαια όλα αυτά έγιναν ανάμνηση και παρελθόν με την θεομηνία του 1953 κι οι Μάρτυρες της λίμνης της Σεβάστειας μετακόμισαν και φιλοξενούνται στο ναό της Ανάληψης, ο οποίος τιμάται και στ’ όνομά τους, έχοντας μια δεύτερη αγία τράπεζα, αφιερωμένη στη μνήμη τους.

Έμεινε, όμως, η θύμησή τους στον τόπο που δικαιωματικά τους ανήκει και μάλιστα, όπως ήδη σημειώσαμε, κρατούσε, μέχρι πρόσφατα, την ντόπια ποιητική ονομασία: «οι Αγίοι Σαράντες».

Ξέρω πως αυτή, η καθαρά ζακυνθινή προσφώνηση, η λαϊκή αν θέλετε, είναι λαθεμένη και πως αυτή τη στιγμή αγωνίζομαι για την επικράτηση και επικρότηση μιας «αγραμματοσύνης». Ποιος, όμως, μπορεί να βάλει τους κανόνες και ποιος μπορεί αβίαστα να κρίνει;

Σαν σύμμαχους και αρωγούς –εμέ και του τζαντιώτικου λαού– θα επικαλεστώ δύο καθιερωμένα κι αναμφισβήτητα παραδείγματα, τα οποία ενισχύουν και στηρίζουν ακράδαντα την ντόπια ονομασία των με μαγικό αριθμό Αγίων μας. Το πρώτο είναι εκείνο το ερωτικότατο –μια και πρόκειται για καθαρά ερωτική ποίηση– «επέστρεφε» του μοναδικού και κορυφαίου Κωνσταντίνου Καβάφη. Αλήθεια σκεφτείτε πόσο ανέραστο θα ήταν το σωστό! Κάτι, περισσότερο από εμάς γνώριζε ο ποιητής. Το άλλο είναι εκείνο το «ελαχιστοτέρων» του βυζαντινού υμνωδού των αποστίχων του όρθρου της μεγάλης Δευτέρας, που μπορεί να τον άφηναν στην ίδια τάξη οι φιλόλογοι -καλά τους τα έψαλε ο Φασμπίντερ- αλλά τον προβίβασε με αριστεία η τέχνη και τον δικαίωσε η ιστορία! Μπορούμε να πούμε αγράμματο τον Κοσμά τον ποιητή;

Τα τρία «α» στη σειρά των «Αγίων Σαράντα» δεν ταίριαζαν σε λαό με μουσικό αυτί, παράδοση στην ποίηση και καλαισθησία. Γι’ αυτό το τελευταίο φωνήεν της λέξης το μετέτρεψε σε «ε» ευφωνίας.

Ας σεβαστούμε κι ας συνεχίσουμε την ιδιαιτερότητα και την εύηχη πρόταση. Εξάλλου η «σωστή» ονομασία μας οδηγεί -ποιητικά και γεωγραφικά- αλλού.

Στη Ζάκυνθο, από ετών, έχουμε τους Αγίους Σαράντες. Οι Άγιοι Σαράντα βρίσκονται μακριά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email