© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

Γιώργου Λέκκα: ΟΙ ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΕΣ ΕΝΟΧΕΣ ΜΑΣ (βιβλιοκριτική)

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή, Κρυφές Ενοχές, Θεσσαλονίκη, Εκδ. Οίκος Αντ. Σταμούλη, 2011, σσ. 137

                                                Παρθενοκισσός
                                           κατέρυθρος εξ αιδούς
                                                αναρριχάται
[Δημήτρη Γ. Μαγριπλή, Στα τέταρτα του χρόνου (εικαστικά Αγγελικής Κοκονάκη), Θεσσαλονίκη, Εκδ. Οίκος Αντ. Σταμούλη, 2010, σ. 33]

Η πρόσφατη συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο Κρυφές ενοχές του διηγηματογράφου και ποιητή Δημήτρη Μαγριπλή βάζει το δάχτυλο στον «τύπο των ήλων» των πιο μύχιων συλλογικών ενοχών μας. Πρόκειται για τις κρυφές ενοχές των συμμετεχόντων στη διαδικασία τσιμεντοποίησης της Αθήνας στο «Καβαλόττι και Ερεχθείου γωνία» («γιατί κάποτε οι δικοί μας έκαναν το λάθος κι έγιναν μέρος του σεναρίου της φρίκης», σ. 18)· του συμβασιούχου κλασικού γραφιά που βλέπει να χάνει μες απ’ τα χέρια του την πραγματική ζωή στον «Σύγχρονο Βασσάλο» (σ. 20)· της αθώας πνευματικής μοιχείας στις «Κρυφές ενοχές» (σ. 40)· του μεροκαματιάρη καπετάνιου που εξασφαλίζει τα προς το ζην με το να κουβαλά προμήθειες στο νησί της εξορίας («Το νησί του μυστηρίου»)· του αγρότη που παράκουσε την εσωτερική του φωνή που τον ήθελε ναυτικό στο «Ιστορίες μορέων» μέχρις ότου αυτή να τον εκδικηθεί και να του αξιώσει τα δικά της («Αμέσως μετά την πρόσκρουση του φύλλου μορέας στο κρανίο του δημιουργήθηκαν αλλεπάλληλες εσωτερικές κρούσεις. Τούτο είχε ολέθρια αποτελέσματα στη βιολογική σύστασή του, σε σημείο που παρατηρήθηκε μετάλλαξη. Έτσι είχαμε τη μεταστροφή κατά ένα ελάχιστο σημείο μέτρησης, του αριστερού οστέος της άνω γνάθου. Αυτό συμπίεσε μερικώς τον εγκέφαλο και κατά συνέπεια μετέβαλε τον τρόπο που σκέφτεται», σ. 64)· των συμμετεχόντων στην «αγροτική ανάπτυξη» του ’90 στο «Για την ανάπτυξη της υπαίθρου» («Όλη η ύπαιθρος χαιρόταν την ανάπτυξη, τύπου Ελλάδος και με δόση τριτοκοσμική. Οι επιδοτήσεις πήγαιναν κατευθείαν από τα ταμεία της κοινότητας στην κατανάλωση, μια και η παραγωγή είχε κόστος μηδενικό με την συμβολή των παρείσακτων», σ. 86) που έγινε στην πλάτη του αλβανού μέχρι ότου αυτός να γίνει ο μεγαλοεργολάβος του 2000 που φορτώνει τώρα «στην κλουβίτσα του κάτι μαυριδερά γαϊδούρια, όπως έλεγε του Πακιστανούς που έπαιρνε στη δουλειά» (σ. 91)· των θιασωτών της χριστιανοπρέπειας στο «Κι όμως κάτι μας έλειπε» που, όπως μας δείχνει επιδέξια ο Μαγριπλής επιστρατεύοντας  τη μέθοδο μιας σουρεαλιστικής υπερβολής παζολινικού τύπου («Ήμασταν μια στρατιά αγίων. Όλη η πόλη μύριζε λιβάνι και τα εκκλησιαστικά είδη έκαναν πλούσιους ορισμένους», σ. 97 και παρακάτω: «Με αυτά και εκείνα είχαμε όλοι πάθει αγίαση», σ. 98) μπορεί να λειτουργήσει ως ισχυρός μηχανισμός εξουσίασης που απανθρωπίζει αντί να μας προσθέτει χαρά κι αγάπη (σ. 99)· των συνενόχων στην εκμετάλλευση των «καμένων» στο «Μονοπάτι του ελαφιού» («Νά σου λοιπόν οι μεζονέτες με πισινούλα στη μέση του πουθενά. Και πάλι και ξανά. ΄Ολοι ασφαλώς κάτι παίρνανε. Η κυρά Μαρία ψίχουλα, ο κύριος Τάκης περισσότερα, η εργατική τάξη δούλευε, οι έμποροι πουλούσαν, η πόλη αναπτυσσόταν, ο δήμαρχος εκλεγόταν, όλοι χαρούμενοι. Διακόσιες βιλίτσες επί τέσσερα στρέμματα συν κάτι για ακάλυπτους – βλέπετε ο επιχειρηματίας ήταν νοικοκύρης, του άρεσαν τα ωραία όπως έλεγε», σ. 105), καταδεικνύοντας συλλογικές καταναλωτικές μας εμμονές, χθες το πλαστικό (σ. 72) και σήμερα το ρύζι (σ. 73) στα «Είδη δώρων».

Σ’ αυτή τη σειρά διηγημάτων του Δημήτρη Μαγριπλή αναλαμβάνουν τελικά τα ζώα να δικάσουν τον αρχηγό της πτώσης που έγινε ο άνθρωπος («Λαϊκό δικαστήριο»)  – το χειρότερο, όπως υποστηρίζει ο Μαγριπλής, είδος ολόκληρης της δημιουργίας («βουλιμικός κι εγωϊστής», σ. 115 και πιο πάνω: «Περπατάει και χαλάει, σχολίασε μια πασχαλίτσα», σ. 114). «Μάρτυρες κατηγορίας έφτασαν να έρθουν ακόμη και οι πέτρες. Μάρτυρες υπεράσπισης κανείς» (σ. 115). Ο άνθρωπος κηρύσσεται ένοχος από το λαϊκό δικαστήριο των ζώων στο ομώνυμο διήγημα και οι μέλισσες προσφέρονται εδώ οικειοθελώς να επιβάλουν την τιμωρία του: «Η απόφαση άρχισε να υλοποιείται. Έτσι το φαινόμενο της σκόνης και του πανικού μιας φιγούρας που φώναζε και έτρεχε  ίσα κατά τη θάλασσα επαναλήφθηκε πολλάκις. Στο τέλος ένα τουμπανιασμένο πτώμα επέπλεε στην θάλασσα. Κάποιοι με σακούλες πλαστικές το περισυνέλεξαν και το πού το πήγαν ούτε το ψαροπούλι που τους ακολούθησε δεν έμαθε ποτέ. Το σίγουρο είναι ότι άλλα πτώματα (= ο Μαγριπλής εννοεί πεθαμένα ψάρια) δεν ξέβρασε το κύμα στην ακτή», σ. 116. Αλλά και στο «Μονοπάτι του ελαφιού» ένα «περήφανο κόκκινο ελάφι» είναι που αναλαμβάνει την τιμώρηση του εμπρηστή: «Στη στροφή όμως μια σκιά τον σταμάτησε. Ήταν ο αρχηγός των ελαφιών. Ένα περήφανο κόκκινο ελάφι με κέρατα μακριά και πλεγμένα και με αίσθηση που μόνο τα ξεχωριστά πλάσματα κατέχουν. Τα κόκκινα μάτια του τον κοίταξαν επίμονα. Ο Ηρακλής διέκρινε πίσω του σάρκες καμένες. Ήταν το κοπάδι του. Μικρά-μεγάλα ελάφια, πεσμένα καταγής, απέπνεαν μια αχλή  άσπρη και εξαίρετα φωτεινή. Κάποια βογκούσαν σαν άνθρωποι. Κούνησε τα χέρια του για να τα μεριάσει από το δρόμο του. Μα κείνος ο αρσενικός έμεινε ακίνητος. Πήρε μια πέτρα και τον χτύπησε στο σώμα. Πάλι τίποτα. Αγέρωχος κοιτούσε τον φταίχτη. Αγέρωχος κατέβασε το κεφάλι σε θέση μάχης. Αγέρωχα έμπηξε τα κοφτερά του κέρατα στο στέρνο του νταή.», σ. 109.

Η γραφή του Μαγριπλή σε κάνει αμέσως να σκεφτείς πόσο πολύ μοιάζουν τελικά στην στοχοθεσία αλλά και στη μορφή το ποίημα μ’ ένα καλό διήγημα. Η βαθιά ποιητική ευαισθησία του διηγηματογράφου υπηρετείται από κοφτές και γρήγορες φράσεις που με ρυθμό οπλοπολυβόλου μας σημαδεύουν την ακόμα υπνώττουσα  ψυχή. Ο Μαγριπλής αποδεικνύει ότι γνωρίζει στην πράξη, όπως ο «ύποπτος» γείτονας στον «Εξωγήινο», ότι η φαντασία ταυτίζεται πλέον με την αντίσταση (σ. 124) και πως είναι ένας από τους ελάχιστους τρόπους που ακόμα διαθέτουμε για να ξεφύγουμε από αυτούς τους τύπους με τα «μαύρα κουστούμια» που ανέλαβαν τοποτηρητές της Νέας Τάξης Πραγμάτων (σ. 123). Τα διηγήματα του Μαγριπλή απογειώνονται στην έξοδο επιφέροντας στο κορμί του αναγνώστη τους την ανατριχίλα που συνοδεύει το γνήσιο ποιητικό βλέμμα – πάντα ανατρεπτικό και καίριο. Οι ανατροπές που χαρακτηρίζουν συνήθως την έξοδο των διηγημάτων του αφορούν πότε στη συναισθηματική ματιά του ήρωα στον «Σύγχρονο Βασσάλο» (σ. 22), πότε στη σκόπιμη δράση του στους «Προσκυνητές στο Άγιο Όρος» που καταλήγουν σ’ άλλο μοναστήρι από το προσχεδιασμένο  και πότε στην εξελισσόμενη ψυχολογία και των δυο, αναγνώστη και ήρωα στις «Κρυφές ενοχές» (σ. 40). Ο αυτοσαρκασμός αλλά και η αποστασιοποίηση που του επιτρέπει η χρήση της ειρωνείας συνδυασμένες με μια ισχυρή εικονοποιητική δύναμη («Τα απλωμένα» της Καλομοίρας «στο τεντωμένο σκοινί, ανάμεσα στις κλαδεμένες ελιές, θύμιζαν πεταμένα χρώματα απελπισμένου ζωγράφου στο καβαλέτο μιας νεκρής φύσης», σ. 125 από τη «Φεγγαρόλουστη». Και παρακάτω: «Μα κείνα τα μάτια, το μισό του ουρανού καθισμένο στον άνθρωπο», σ. 126) επιστρατεύονται στην υπηρεσία των οικολογικών προτεραιοτήτων αυτού του διηγηματογράφου που πετυχαίνει να ενσωματώσει την   κοινωνιολογική του  προβληματική στη λογοτεχνία του. Πάντως οι κοινωνικές προτεραιότητες του Μαγριπλή συνδυασμένες με τη βαθιά ποιητική του ευαισθησία θα μπορούσαν να τον αναδείξουν στον πιο ιδιότυπο μυστικό από τους νεώτερους διηγηματογράφους μας («Πετούμενη γλαύκα»).

Ροδοσκέπαστη
αυλή τόσων θαυμάτων
πώς με αντέχεις;
[Δημήτρη Γ. Μαγριπλή, Στα τέταρτα του χρόνου (εικαστικά Αγγελικής Κοκονάκη), Θεσσαλονίκη, Εκδ. Οίκος Αντ. Σταμούλη, 2010, σ. 84].

1 σχόλιο:

Δ. Γ. Μαγριπλής είπε...

Ευχαριστώ απο καρδιάς τον ποιητή και Διδάκτορα Φιλοσοφίας, Γιώργο Λέκκα, για τα τιμητικά του σχόλια και την αδελφική του ανάγνωση.

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email