© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

Φεστιβάλ Αθηνών - Εθνική Λυρική Σκηνή

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Το Φεστιβάλ Αθηνών ξεκίνησε τη φετινή σαιζόν θριαμβευτικά στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού [1, 3, 4, 5, 6 Ιουνίου 2011], με μία νέα παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, το «δίπτυχο» Καβαλερία Ρουστικάνα [Αγροτική Ιπποσύνη] του Πιέτρο Μασκάνι [1863-1945] και Παλιάτσοι του Ρουτζέρο Λεονκαβάλλο [1857-1919], σε σκηνοθετική επιμέλεια του καλλιτεχνικού διευθυντή της Όπερας του Μπέρμιγχαμ, Γκράχαμ Βικ, και μουσική διεύθυνση του αρχιμουσικού Λουκά Καρυτινού. Θα ακολουθήσει και μία δεύτερη παραγωγή της Λυρικής Σκηνής με τον Ναμπούκο του Βέρντι από τις 26 έως και στις 28 Ιουνίου.

Στην ιστορία της Ιταλικής Όπερας η Cavalleria Rusticana κατέχει σημαντική θέση. Είναι η εποχή του Βερισμού, κίνημα που απλώνεται στην Ιταλία και είναι το αντίστοιχο ρεαλιστικό κίνημα της Γαλλίας, από τις πιο δημιουργικές περιόδους του 19ου αιώνα και που αγκαλιάζει εκτός από τη Μουσική, τη Λογοτεχνία και τη ζωγραφική.

Ο σημαντικότερος συγγραφέας του Ιταλικού Βερισμού, [vero-αληθινό], Giovanni Verga, γεννήθηκε και πέθανε στην Κατάνη της Σικελίας [ 1840–1922]. Επηρεασμένος στην αρχή από τους μεγάλους Γάλλους συγγραφείς Μπαλζάκ, Φλομπέρ, Ζολά ξεφεύγει σύντομα από την επιρροή τους και αρδεύει στοιχεία, ανεκμετάλλευτα ως τότε, από τις ανεξάντλητες πηγές της Νοτίου Ιταλίας, Νάπολη, Σικελία, εμπλουτίζοντας την Ιταλική Λογοτεχνία. Ανάμεσα στα έργα που γράφει, δύο έχουν τον ίδιο τίτλο: Cavalleria Rusticana. Το ένα είναι διήγημα και το άλλο θεατρικό έργο, το οποίο παίχτηκε το 1884 με την Ελεονόρα Ντούζε στο ρόλο της Σαντούτσας. Αυτό το έργο έγινε η βάση για το ποιητικό λιμπρέτο των Τζιοβάνι Τοτσέτι και Γκουίντο Μενάσι. Και επειδή ο χρόνος πίεζε τους δύο λιμπρετίστες να το παραδώσουν, για να υποβληθεί στο διαγωνισμό πρωτοεμφανιζόμενου συνθέτη από τον εκδοτικό οίκο Souzogna του Μιλάνο, φημολογείται, ότι οι δύο συγγραφείς έστελναν καθημερινά με επιστολικά δελτάρια τα κείμενά τους στον συνθέτη για να γράψει τη μουσική. Τελικά το έργο του Mascagni κέρδισε το πρώτο βραβείο και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 17 Μαΐου του 1890 στο θέατρο Constanzi της Ρώμης.

Ο Ρουτζέρο Λεονκαβάλλο, Ναπολιτάνος, από εύπορη οικογένεια, γεννήθηκε στις 8 Μαρτίου του 1875 και πέθανε στο Μοντεκατίνι το 1919. Ο πατέρας του ήταν δικαστικός και τον ενθάρρυνε να σπουδάσει μουσική. Εκείνος που συνέβαλε, όμως, στην τελική του απόφαση να ασχοληθεί με τη μουσική ήταν ένας φίλος του ποιητής, που του μετέδωσε το πάθος του για τον Βάγκνερ. Παρακολούθησαν μαζί τις παραστάσεις του Ριέντσι [1876] και του Ιπτάμενου Ολλανδού [1877], παραστάσεις καθοριστικές για την μετέπειτα πορεία του, αφού από τότε αρχίζει όχι μόνο να συνθέτει αλλά και να γράφει λιμπρέτα. Είναι γνωστή η συνεργασία του στη συγγραφή του ποιητικού λιμπρέτου Μανόν Λεσκό για την ομώνυμη όπερα του Τζάκομο Πουτσίνι. Η μεγάλη επιτυχία τής Καβαλερία Ρουστικάνα τον ενθάρρυνε και περίμενε την ευκαιρία να αποδείξει και το δικό του ταλέντο, ευκαιρία που ήρθε από τον εκδότη Εντουάρτο Σοντζόνο με τη βοήθεια του οποίου ολοκλήρωσε τους Παλιάτσους που έμελλε να θριαμβεύσουν. Το έργο παρουσιάστηκε στις 21 Μαΐου του 1892 στο θέατρο Dal Verme του Μιλάνο, με αρχιμουσικό τον Αρτούρο Τοσκανίνι στα 25 μόλις χρόνια του.

Ο Άγγλος σκηνοθέτης Γκράχαμ Βικ απέδωσε την ερμηνεία του καθαρού Βερισμού. Ανανέωσε τα δύο έργα με στοιχεία απλά, καθημερινά και είδε τις δύο όπερες με περισσότερη θεατρική ματιά, στοιχείο που τις μεταμόρφωσε και τις απάλλαξε από το φθαρμένο στυλιζάρισμα. Αξιοποίησε τα στοιχεία της τραγωδίας αλλά και την απλότητα των λαϊκών δρωμένων. Ανέδειξε τη μικρή κοινωνία των αγροτών και τόνισε τη θρησκευτική τους τελετουργία. Μέσα σε ένα υπέροχο ελαιώνα απλωμένο αμφιθεατρικά στο λογείο του αρχαίου θεάτρου από τον σκηνογράφο Γιώργο Σουγλίδη -ίσως είναι από τις ωραιότερες σκηνογραφίες που έχουμε δει τελευταία χρόνια, να δένει τόσο αρμονικά με τη σκηνή του Ηρωδείου- διαδραματίζεται η Καβαλερία Ρουστικάνα, μια όπερα με ανθρώπους γεμάτους δύναμη. Στην Καβαλερία, σε αντίθεση με την ενδυματολογική αμφίεση των μαυροφορεμένων ηρώων μυρίζει η Άνοιξη, την τραγική, μάλιστα, στιγμή που, το κοινό περί «τιμής» αίσθημα, αποβάλλει από το χωριό ένα νέο κορίτσι που κάποτε «παραστράτησε». Οι ερμηνευτές κέντησαν τους ρόλους τους με όλα αυτά τα στοιχεία αλλά και με το χρώμα και την ιδιαιτερότητα του νότου και πρόσθεσαν στις μουσικές φράσεις τη ζεστασιά της ανάσας τους, το σκέρτσο και τη χάρη τους.

Με πρόσθετο σκηνικό μια θεατρική τέντα και με τη δράση να τοποθετείτε από το σκηνοθέτη και το σκηνογράφο μετά τον πόλεμο της Ιταλίας, σε μια πανδαισία χρωμάτων, με ένα πλήθος καλλιτεχνών να ανεβοκατεβαίνει από τις σκάλες, να τρέχει στους διαδρόμους, με τα τρισχαριτωμένα παιδιά να παίζουν και να παίρνουν όλοι μαζί τη θέση τους στον ελαιώνα περιμένοντας, μαζί με μας, την «θέατρο εν θεάτρω» παράσταση των Παλιάτσων. Όπερα με τους θεατρίνους αφημένους στα πάθη τους, σκοτεινούς, φτιασιδωμένους, τσαλακωμένους, με την αγωνία να επιτείνεται από τον περίκλειστο χώρο τους, να ωθούνται στη βιαιότητα και να καταλήγουν στο έσχατο σκαλοπάτι της ανθρώπινης πτώσης, στο φόνο. Πετώντας, ο «ήρωας» της όπερας, Κάνιο, το ματωμένο μαχαίρι από τα χέρια του θα ακουστεί η φράση που ο μυθικός τενόρος Ενρίκο Καρούζο έκανε διάσημη στην Αμερική των αρχών του 20ού αιώνα “La commedia e finita”.

Τελείωσε και για μας η παράσταση και γεμάτοι από την εφορία, που μας δώρισαν, περιμένουμε τη δεύτερη παραγωγή της Λυρικής Σκηνής, το Ναμπούκο του Βέρντι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email