© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

Γιάννης Κορίδης, "Κλειστός χώρος"

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

«και ενεθυμήθη ότι ήσαν σαρξ:
άνεμος παρερχόμενος, και μη επιστρέφων»
[Ψαλμός οη΄- 39]

Η ποιητική συλλογή «Κλειστός χώρος» του Γιάννη Κορίδη, από τις εκδόσεις Ιωλκός, μας δίνει την ευκαιρία να εκφράσουμε την συγκίνηση και το θαυμασμό μας, εστιάζοντας το φακό μας σε κάποιους από τους στίχους της, αφού εκ των πραγμάτων είναι αδύνατο να αναφερθούμε σε όλους.

Τι είναι αυτό που αντικρίζει στον καθρέφτη ένας άνθρωπος ευγενής, μειλίχιος, στωικός και ανατρέπει το ρυθμό του; Σίγουρα όχι ο εαυτός του.

Με την ικανότητα του Μάντη βλέπει το λεηλατημένο τοπίο που θα συναντήσει κανείς, όταν το ποίημα δεν γράφεται στην ώρα του, γι αυτό και μας παροτρύνει:

Μην αναβάλεις την κατάθεσή του στο χαρτί

Ώστε να «μη χαθείς, στο μεγάλο δάσος, να μη γίνεις χώμα, στάχτη και σύννεφο».

Να μη χαθεί η σημαίνουσα αξία του. Γιατί, τότε θα έρθει η

Ατέλειωτη σιωπή
Στα μη κατονομαζόμενα
Στα επικίνδυνα
Στα άκρως απόρρητα

βιώματα πνευματικά, αγωνίες υπαρξιακές που απαιτούν να βγουν στο φως. Όπως κάποιες νύχτες, όταν

Έρχονται κάποιοι ποιητές και μ’ αναστατώνουν
Αφήνουν τους στίχους τους πάνω στο τραπέζι
Με κοιτάζουν και δε μιλούν

Μάταια τους παρακαλεί. Ψάχνουν τα χαρτιά του, τα συρτάρια του, αυτά που βρίσκονται στο βάθος του μυαλού του. Τα ψάχνει κι ο ίδιος. Ποιος είμαι; Από πού ήρθα, που πάω; αναρωτιέται.

Το άλλο πρωί ξυπόλυτος
Παίρνω τους δρόμους

Τον ακολουθούμε, με την ελπίδα να μας δοθεί η χάρη της μέθεξης στο όνειρο και της γνώσης του λογισμού του.

Στο ποίημα με τον τίτλο «Παράδοξα» αναπλάθει την πόλη υπό την σκέπη του θρηνωδού ουρανού και μ’ ένα ποιητικό «εσύ» βάζει τον αναγνώστη κάτω από τα φώτα, τα απροστάτευτα από το θρήνο του και τον εμπλέκει με το «παράδοξο» της ζωής, του θεάτρου, της ποίησης!

Και με τους στίχους
Με σακατεύεις κάθε βράδυ
Με τσακίζεις με πονάς….
Με ποια δύναμη λοιπόν
Με ποια αιτία ν’ αντισταθώ
Όταν γύρω μου
Βιβλία έπιπλα
Χορεύουν

εκφράζεται ο άφατος πόνος που αναιρεί τη λογική και την τάξη του κόσμου.

Μπροστά μας προβάλλει η οδός Ιπποκράτους, αριθμός 65, όπου λειτουργούσε για επτά ολόκληρα χρόνια κάτω από τη μύτη της χούντας το παράνομο τυπογραφείο. Μερόνυχτα μάτωναν τα χέρια του κι έπαιζε κάθε μέρα, πάνω στο μάρμαρο, κορώνα γράμματα τη ζωή του, αντιστεκόμενος..

Μόνη καταφυγή τα ποιήματά μου

θα τραγουδήσει.

Γνωρίζει ότι η ποίηση έχει κάτι που μας ξεπερνά, κάτι που βρίσκεται στη γρήγορη σύμπτυξη της ουσίας.

Η συνάντηση με τον Οιδίποδα τον αφήνει φαινομενικά αδιάφορο; Τον βλέπει να σέρνεται τυφλός, τον εκλιπαρεί για λίγο νερό, τον ακούει να καταριέται τη Θήβα και τη μάνα του και τον προσπερνά. Τι είναι αυτό που τον τρομάζει;

Πιο κάτω από το θολωτό γεφύρι
Ένιωσα την τελευταία κραυγή του
Είδα τον ουρανό να σκίζεται στα δύο

Από την ώρα εκείνη
Κουβαλώ το δήμιο μέσα μου
Γράφω ποιήματα και παραμιλώ

Αύριο μεθαύριο αλλάζω προσωπείο

Ποιο αίνιγμα μας καλεί να λύσουμε ο Ποιητής; Εμείς, που δεν έχουμε το χάρισμα του Οιδίποδα;

Πολλές φορές τον απασχολεί η έννοια του θανάτου, τον οποίο παρομοιάζει με άγγελο που μας σημαδεύει:

Όπου να ’ναι θα σβήσουν τα φώτα
Οι άλλοι που έρχονται
Θα μας πάρουν το σπίτι

Άλλοτε πάλι κάτι αόρατο τον οδηγεί σ’ ένα εσωτερικό μονόλογο σε μια προσευχή, προς τον Άγγελο προστάτη

Για κείνο το παιδί το επαρχιωτόπουλο
Το τόσο άγουρο στην αμαρτία:
Κάτω από τις φτερούγες σου
Διάφανο νερό
Συνεχίζει να γράφει
Τα ποιήματά του

Ενώ, άφτεροι Άγγελοι χορεύουν στα πόδια του θεού μαζί με την καρδιά του.

Σεπτέμβρης, Σαλαμίνα, Σικελιανός, Καραϊσκάκης. Ό,τι προσωπικό κι αν σηματοδοτούν για τον ποιητή ένας μήνας, ένα νησί, δύο μεγάλες μορφές, η μία της ποίησης, η άλλη της ιστορίας, με το φεγγάρι από πάνω τους, φωτοστέφανο, μας επιτρέπει ν’ αναγνωρίσουμε το Σεπτέμβρη της περισυλλογής και του απολογισμού. Τη Σαλαμίνα, τη θυγατέρα του Ασωπού, την πόλη του Αίαντα, την πατρίδα του Ευριπίδη, το νησί του θριάμβου της δικαιοσύνης στην αδικία. Να αναπλάσουμε την αγγελική μορφή του Σικελιανού, συνέχεια της αρχαίας παράδοσης και του Γεωργίου Καραϊσκάκη, μπροστάρη, του νέου Ελληνικού κράτους!

Κι ύστερα το παιχνίδι της μνήμης, παρόν και παρελθόν ανταμώνουν στον ακαθόριστο χωρόχρονο. Η φιγούρα του Πατέρα, όμοιος με τον Αϊ-Γιώργη, το δρακοκτόνο, σύμβολο της επιβολής του καλού ενάντια στο κακό, του πνεύματος στην ύλη.

Μύθος, θρησκεία, πραγματικότητα σ’ ένα σκηνικό καταλύτη, αναστατώνουν τον άνδρα και καθώς αγγίζει τα ρούχα του πατέρα, μεταμορφώνονται και οι δυο σε αερικά και τρέχουν στο δάσος.

Η ανάμνηση του ήχου από το τρίξιμο της σκάλας που ανεβαίνει, το μαγκανοπήγαδο που γυρίζει τον φέρνει πίσω στην τρυφερή ηλικία και νιώθει εκείνη την ανησυχία της Μάνας που όλο την κρύβει για να μη φέρει αναστάτωση, να κρατήσει την γαλήνη του σπιτιού της. Ίσως κι εκείνη ξέρει, όπως και ο γιος της, πως ο Πατέρας δεν έφυγε ποτέ. Απλούστατα άλλαξε δωμάτιο

Τον είδα ένα βράδυ να κάθεται σταυροπόδι
Να χτενίζεται με την παλιά ξεδοντιασμένη τσατσάρα
Να έχει τα μάτια του κλειστά και να καπνίζει
Ξαφνικά ο πατέρας μου γίνεται σύννεφο
Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει να βρέχει

Η λυτρωτική βροχή, σαν την αγάπη που βγαίνει στο δρόμο και όλους τους θαμπώνει γιατί είναι η

Αγάπη αδελφή της γαλήνης των φτωχών
Κομμένη φέτα ψωμιού πάνω στο τραπέζι
Όπου πατείς φυτρώνουν τριαντάφυλλα
Όπου σταθείς εκεί αναβλύζει νερό
Αγάπη η ζωή σου κλειδώνει στον αστερισμό του δίνω
Λυρικός και νοσταλγός, κοιτάζει πίσω του το παιδί, που
Φυτεύει τριαντάφυλλα και γιασεμιά
Ανέμελο ανυποψίαστο
Για το λύκο που παραμονεύει.

Ρομαντικός νέος, διαπιστώνει ότι τα λόγια είναι φτωχά, ότι τώρα οι μαργαρίτες δε μαδούν, στέλνει στίχους με υπονοούμενα, τον πόθο ν’ απαλύνει.

Άνδρας Ερωτικός, υμνεί τη γυναίκα:
Πάνω στο σώμα σου γεννήθηκε η άνοιξη
Πάνω στο σώμα σου κοιμάται το φως
Ποιήματα μουσικές χορεύουν

Για να κλείσει ο κύκλος με μία παράκληση του ποιητή, παράκληση που ίσως θα έπρεπε να κάνουμε εμείς, αφού μέσα από την ποίηση οδηγούμαστε στην αυτογνωσία.

Κρατήστε αυτούς τους στίχους
Όσο γυμνοί είναι τόσο κρυώνουν
Δεν μπόρεσα ούτε ένα ρούχο να τους αγοράσω
Και τώρα που φεύγω
Δεν έχω πού να τους εμπιστευτώ

Έχε εμπιστοσύνη, Ποιητή, αυτοί που θα ακολουθήσουν, θα κρατήσουν τους στίχους σου για πάντα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email