© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

Σαράντη Αντίοχου: ΦΥΛΛΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ [1965]


[Από τον Τόμο "ΠΡΟΗΓΜΕΝΟΣ ΚΥΚΛΟΣ Ποιητική Ανθολογία (1965–2000)", Εκδόσεις Μπάστα, Αθήνα/Ζάκυνθος 2008]


Χαίρε χαριτωμένη!

Τ’ άπιαστο θάμα επιάσθη.
Χαίρε χαριτωμένη!

Στο θαμπολόγημα του νου
ξένη η καρδιά αντιστέκεται.
Ξένη και πάλι ξένη.

Βουλιάζει αγάλι τ’ όραμα
στενεύει η Πλατυτέρα
ξεφτίζεται ψηφί – ψηφί η πρώτη ζωγραφιά.
Στη λεπτομέρεια την πυρή
περνάει ένα χέρι,
ασβέστης,
δυο μάτια νέα γράφονται
που κλείνουνε τη γη.

Χαίρε χαριτωμένη!
Το χαίρε τ’ αρχαγγελικό δε θα ξανακουστεί.
Είναι η καρδιά μια ρήγισσα θαμμένη
που σπάζει τα επιτύμβια και βγαίνει πέρα
ορθή.

Έρχεται τώρα ένα όραμα – σαν πρώτα,
μα είναι ξένα τα μάτια, τα μαλλιά.
Ένα καινούργιο ρίγησμα τη ρήγισσα ανασταίνει
και γέρνει.
Ο νους πετά.


Ιθάκη

Η Ιθάκη
δεν ειναι ’κείνη που γνωρίσαμε
στο μάθημα της πατριδογραφίας!
Είναι μια άλλη νήσος.

΄Ω, πόσο με συγκλονίζει ετούτη η παραλλαγή
που κρύβει ένα τόσο δα σπυρί ελπίδας
πως κάποια μέρα θα βρεθεί η σαϊτα
της Πηνελόπης.

Ιθάκη ακριβή
ποιά νά ’σαι η αληθινή πατρίδα του Οδυσσέα;
να ’ρθεί ν’ αράξει ο νόστος μας.
(Να ένα ερώτημα που καίει).
Η Σάμη το Δουλίχιον η Λευκάδα
ή ένα νησί που βούλιαξε στον πόντο...
ερίζουν οι σοφοί.

Η ομηρική Ιθάκη
λοιπόν δεν είναι σίγουρα το Θιάκι!
(Μπορεί και τούτο νά ’χει σημασία).

Ιθάκη Ιθάκη Ιθάκη
Ένα νησί – μα ποιό νησί;
να ’ρθεί να γίνει χώμα ο νόστος μας...
Ένα ρηχό ακρογιάλι!


Ανάβαση

Μια γλώσσα θάλασσας
Που βρυχιέται
Μ’ όλη τη γεύση του μεγάλου Ωκεανού
Στα μάτια
Και ο Ξέρξης
Που περπατάει μονοσάνδαλος
Πάνω στ’ αποσταμένα μαστίγια
Παραμιλώντας...

Πού είναι πού πήγαν οι Φοίνικες
Οι Αιγύπτιοι που θα γεφυρώναν τον Ελλήσποντο;
Το ξέρει:
Ποιός υπακούει ένα παράφρονα
Π’ ανοίγει πληγές στο σώμα της θάλασσας;
Και ήθελε τούτη την Άνοιξη
Να διαπεραιωθεί στ’ αντικρυνό ακρογιάλι.

Και νά!
Πετάει το σανδάλι στον άνεμο
Ο Ξέρξης πάει να γίνει Αναβάτης
Σκύβει και φοράει τα φτερνιστήρια.

Τ’ αφηνιασμένο κύμα
Που κοίμησε τους Μήδους του
Το ίδιο αυτό
Θα τον γυρίσει Νικητή
Στα Σούσα!


Νεκρή φύση

Η Συμφωνία του καλοκαιριού
Που κοίμιζε την πίκρα μας
Απ’ τις πνιγμένες θύμισες
Πώς έφτασε στο τέλος...

Τραγούδι των τζατζαμηνιών – μια μουσική ακουσμένη
Όταν βραδιάζαν οι καϋμοί
Φούχτες μαργαριτάρια
Πέφταν τ’ αστέρια στην ακρογιαλιά.
Ήχοι θρυμματισμένοι
Τώρα
Ποια δάχτυλα θα ζωντανέψουν το ρυθμό
Πάνω στα πλήχτρα της καρδιάς μας
Ποια χείλια θα ηχήσουν τον σκοπό
Στις σάλπιγγες των λευκών κρίνων
Ποιος θα κοιμήσει το θεριό
Όταν γλυστρά η χίμαιρα
Ποια δάχτυλα ποιά χείλια;

μια μελωδία μετέωρη
στο πεντάγραμμο των αισθημάτων μας
μαρμαρωμένη.


Άσκηση προσαρμογής σε πρώτο πλάνο

Κλείσαμε το ρολόι στο ψυγείο
(είναι και τούτο κάτι)
Την ώρα που περνάει το μεσημέρι
Κι ανακλαδίζονται οι εχθροί στα χαρακώματα.

Κλείσαμε το ρολόϊ στο ψυγείο
(ήταν το μόνο που μπορούσαμε)
Και τώρα προσπαθούμε «ανεπηρέαστοι»,
Δίχως την παρουσία του Εφιάλτη,
Να προσαρμόσουμε την όρασή μας.

Κλείσαμε το ρολόϊ στο ψυγείο...

Κρίνα, λοιπόν, στων πολεμίων μας τις φαρέτρες
Κι ανθεί βασιλικός στα χαρακώματα!
(Μπορούμε τώρα να το υποθέσουμε).
Είναι και τούτο κάτι.


Στον Αίολο

Ι
Αίολε,
Δε με φοβίζουνε τ’ ασκιά σου
Και γι’ αυτό
Θυσία και σπονδή μην περιμένεις.
Ούτε αίμα ούτε δάκρυ χύνω εγώ!

Είναι αλήθεια το θράσος μου μεγάλο
Μα δε ζητώ ευμένεια από σέ
Τον ούριο άνεμό σου δε ζητάω
Κι ας έχω πέλαγο μπροστά μου ανοιχτό.

Αίολε,
Συνήθεια πατρική μου τό ’χω,
Της γενιάς μου παλιά καλή-κακή συνήθεια,
Κυβερνητή μου άλλον να μη θέλω.
Κι έτσι μοναχός
Εκείνο που ποθώ τ’ αποφασίζω
Και μου πρέπει.
Πίστη δε δίνω στους χρησμούς εγώ.

Να βλαστημάει τους θεούς έτσι κανείς
Πατρίδα δεν του πρέπει.
Και τούτη την πατρίδα αναζητώ στα πέλαγα...
(Δεν είμαι ’γώ Οδυσσέας
ούτε και την πατρίδα μου πού κοίτεται
και πώς τη λένε ξέρω).

ΙΙ
Αίολε κυβερνήτη των καιρών
Δε με φοβίζουν οι άνεμοί σου
Γιατί
Γερό πανί
Γερό σκαρί
Και γερό δοιάκι έχω
Κ’ είμαι της θάλασσας παιδί – το ξέρεις.
Έτσι, σ’ όποιο λιμάνι κι αν με πας
Δε με πειράζει.
Εκεί μπορεί την ποθητή να βρω Ιθάκη
Την πατρίδα που ζητώ
Κ’ Ιθάκη ας μην τη λένε.
Κάθε λιμάνι της πατρίδας θα μου δώσει τη χαρά,
Για λίγο ή πολύ δεν έχει σημασία,
Τι το καράβι στον αφρό θα στέκει πάντα.
Κι αν με δεχτούνε με τιμές ή αθόρυβα
Χωρίς ήχους τυμπάνων
Το ίδιο θά ’ναι,
Γιατί στον τόπο του αγνώριστος
Εκείνος που στα πέλαγα θα βγει
Ή σαν ζητιάνος ή σαν βασιλιάς γυρίζει.
Κ’ εγώ βγήκα στα πέλαγα παιδί.
Για τούτο
Πατρίδα μου την κάθε γη λογιάζω,
Μα δεν περνά πολύ
Που σ’ άλλη γη
Την ποθητή αναζητώ πατρίδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email