© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο, 25 Δεκεμβρίου 2010

Ανδρέα Μήτσου: ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΕΝΟΣ ΑΤΥΧΟΥ ΜΠΑΤΣΟΥ (διήγημα)


Εικονογράφηση: ΕΦΗ ΞΕΝΟΥ
Βγήκα έξω στις τριάντα τρεις μέρες. Πήρα επίσημη άδεια και βγήκα.

Κανείς δικός μας δεν δικαιούνταν έξοδο πριν συμπληρώσει εξήντα μέρες εσώκλειστος. Ετσι ήμουν ο πρώτος. Εκανα υπεύθυνη δήλωση πως είχε πεθάνει ο αδερφός μου και βγήκα. Αδερφό δεν είχα, ήξερα, κανείς δεν θα το επιβεβαίωνε.

Πήγα στο Μοναστηράκι και αγόρασα μια χοντρή κόκκινη ψαλίδα μπετού. Από αυτές που κόβουν τα σίδερα, κι ένα μικρό πριόνι. Φορούσα μια δανεικιά στολή χωροφύλακα και ήμουν πανέμορφος μέσα στα πράσινα. Κούκλος. Δεκαοχτώ χρονών.

Στο Μοναστηράκι με κοίταζαν όλοι περίεργα. Ο κόσμος κι η μαστοράντζα. Σαν να μην τους γέμιζα το μάτι με κανέναν τρόπο. Ή σαν να μην πίστευαν πως εγώ ήμουνα πραγματικά ένας χωροφύλακας.

Γυρίζοντας την επομένη στη Σχολή, στο Γουδί, φορούσα στο μπράτσο μου μαύρο πένθος.

Σε δύο μέρες από τότε, είχα νυχτερινή υπηρεσία «1-5». Διάλεξα την αριστερή πλευρά της Μεσογείων, προς τη «Σωτηρία», ενώ ο άλλος δόκιμος που περιπολούσε μαζί μου πήρε τη δεξιά, προς Αθήνα. Εβρεχε δυνατά. Η μακριά «ποδήρης» χλαίνη μου ήταν ασήκωτη. Το βαρύ Εnfield Ν1, όπλο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με την ξιφολόγχη επάνω, έτσι κάναμε τις περιπολίες, μου τσάκιζε τους ώμους. Το ξεφορτώθηκα και το ακούμπησα στον κορμό κάποιου πεύκου. Μαύρη κι ασέληνη ήταν η νύχτα.

Από την εσωτερική τσέπη της χλαίνης έβγαλα την ψαλίδα. Για μια ολόκληρη ώρα έκοβα με υπομονή το σύρμα πίσω από τα κάγκελα της Σχολής Χωροφυλακής, κατόπιν με το σιδηροπρίονο λιμάρισα στη βάση τους δύο χοντρά κάθετα κάγκελα. Με μια απλή κίνηση μπορούσαν τώρα να αποκολληθούν. Επιασα μετά το τετράγωνο κομμάτι του διχτυωτού σύρματος, της πόχας, και το τοποθέτησα πάλι στη θέση του, το ΄δεσα με μικρά λεπτά συρματάκια, που είχα επί τούτου στις βαθιές τσέπες της χλαίνης, για να μη φαίνεται η τρύπα. Την επόμενη μέρα ήμουν υπαξιωματικός υπηρεσίας κτιρίου, καθώς ήταν η σειρά μου. Η επόμενη μέρα ήταν σπουδαία για τη Σχολή, και για τη Χωροφυλακή ίσως ολόκληρη. Γιατί θα την επισκεπτόταν ο πρωθυπουργός της χώρας. Ο ίδιος ο Γεώργιος Παπαδόπουλος.

Η επόμενη μέρα ήταν ανήμερα Χριστούγεννα.

Στην ανηρτημένη «Εβδομαδιαία Υπηρεσία», στον πίνακα ανακοινώσεων της Σχολής, είχα διαβάσει τα ονόματα των ανδρών και τα συγκεκριμένα καθήκοντα του καθενός κατά την ημέρα της επίσκεψης. Από τα κρεμασμένα περίστροφά τους στο μεγάλο θάλαμο οπλιτών, αλλά και στο βεστιάριο των αξιωματικών, έκλεψα τις σφαίρες τους, άδειασα τα όπλα και τα γέμισα με δικές μου σφαίρες, από τις οποίες είχα προηγουμένως αφαιρέσει το εκρηκτικό μείγμα. Ολη σχεδόν την εβδομάδα μού πήρε αυτή η λεπτοδουλειά. Ξέκοβα από τους άλλους, απομονωνόμουνα και δούλευα κρυμμένος με τις ώρες.

Πενήντα φορές ακριβώς ανέβηκα στα επτά πρώτα μαρμάρινα σκαλοπάτια της κεντρικής εισόδου της Σχολής, σταματούσα στο μικρό πλατύσκαλο για τρία δευτερόλεπτα και μετά συνέχιζα στα υπόλοιπα πέντε. Κρατούσα τον χρόνο. Πότε βάδιζα με βήμα αργό. Πότε μιμούμουνα το πεταχτό, νευρώδες βάδισμα του δικτάτορα.

Ήθελε είκοσι με είκοσι πέντε δευτερόλεπτα να ανέβει τις σκάλες, όχι παραπάνω. Μου έφταναν.

Εγώ θα είχα τη θήκη περασμένη κανονικά στη μέση μου, κλεισμένη. Με το τριανταοχτάρι μέσα. Ομως, το μικρό τριανταδυάρι περίστροφο, αυτό θα το είχα στη μασχάλη μου. Από κάτω.

Θυμόμουν πολύ καλά τι είχε πάθει ο θείος μου, ο στρατηγός, όταν του στείλανε οι Βούλγαροι τον επιλοχία Σαμουήλ Καλογιαννό, ντυμένο βοσκό, για να τον ξεκάνει. Οπως του πρόσφερε ο θείος μου, διοικητής τότε του Αστυνομικού Τμήματος Δοϊράνης, παλιός βοσκός και ο ίδιος, στριφτό τσιγάρο, σκύβοντας προς το μέρος του για να το ανάψει, έβγαλε εκείνος το μαχαίρι και του ρίχτηκε. Έσπρωχνε με το πόδι του το ξύλινο γραφείο ανάμεσα σ΄ αυτόν και τον κατάσκοπο, για να τον εμποδίσει, και όσο πάσχιζε να βγάλει το πιστόλι από τη στενή θήκη, ο άλλος του κατάφερνε μαχαιριές. Από τότε δεν ξαναφόρεσε πιστόλι σε θήκη. Τελικά τον σκότωσε ο θείος μου τον Βούλγαρο αξιωματικό και ο ίδιος γλίτωσε.

Όχι, το ελαφρύ τριανταδυάρι θα χρησιμοποιούσα εγώ. Όπως θα έφτανε λοιπόν στην κύρια είσοδο και ενώ ο αξιωματικός υπηρεσίας, ο υπομοίραρχος Βασιλακόπουλος, δίπλα στον ταξίαρχο διοικητή της Σχολής, θα έδινε την επίσημη αναφορά του, εγώ στο πλάι του, καθώς δεν θα με πρόσεχε κανείς- οι φρουροί του δικτάτορα σταματάνε κάτω από τα σκαλοπάτια, σύμφωνα με το τελετουργικό- θα του έριχνα τρεις πιστολιές, από απόσταση ενός μέτρου, δύο στο στήθος και μία στο κεφάλι.

Πιθανότητα αποτυχίας καμία. Πήγα προς το σκοπό αυτό μάλιστα εθελούσια με ομάδες σκοποβολής στο πεδίο βολής Χαϊδαρίου, πολλές φορές, μέσα σε γέλια και πειράγματα των δοκίμων που με είχανε για ιδιαίτερα ατζαμή και έγινα, παρ΄ ελπίδα, άριστος σκοπευτής. Από τους δικούς μου, δεν διέτρεχα κανένα κίνδυνο, αφού είχα αχρηστεύσει προηγουμένως τα όπλα τους.

Κάτω, τώρα, ακριβώς, εγκάρσια στο μεγάλο πλατύσκαλο της εισόδου, ήταν το ημιυπόγειο γραφείο του Φρουραρχείου, όπου κατέλυε-διανυκτέρευε ο εκάστοτε υπαξιωματικός υπηρεσίας. Ο,τι χρειαζόταν, να πηδήσω, αμέσως μετά την πράξη μου, ένα μέτρο και δέκα εκατοστά. Θα ΄κλεινα την πόρτα, είχα ήδη βάλει το κλειδί από πίσω, και θα έτρεχα στο εσωτερικό του κτιρίου της Σχολής προς τη μεριά της Μεσογείων και τη συνοικία του Παπάγου. Μέχρι να σπεύσουν οι άλλοι εξωτερικά, γύρω-γύρω από το κτίριο και να με βρουν, εγώ θα είχα ήδη χωθεί στην τρύπα μέσα, θα έβγαζα τα κομμένα κάγκελα και αφού γλιστρούσα έξω, θα τα ξανάβαζα πάλι στη θέση τους, για να μην εντοπίσουν το μέρος της διαφυγής. Θα έβγαινα κατόπιν στη λεωφόρο Μεσογείων με το πιστόλι στο χέρι, θα ακινητοποιούσα κάποιο διερχόμενο αυτοκίνητο. Σε διαφορετική περίπτωση, θα τρύπωνα στην απέναντι μισοκτισμένη πολυκατοικία, θα έκρυβα τη στολή κάτω από ένα παλιό βαρέλι νερού, μέσα από τη στολή θα φορούσα ήδη ένα λευκό μπλουζάκι και τζιν παντελόνι. Ενα παιδί ήμουνα δεκαοχτώ χρονών. Θα απομακρυνόμουν ύστερα ανέμελα. Ποιος θα με πρόσεχε; Κανένας. Μέχρι αυτό το σημείο πάντως κατέστρωσα επιμελώς το σχέδιό μου. Από εκεί και πέρα, πού θα κρυβόμουν δηλαδή και πώς θα γλιτώσω εν τέλει, αυτό δεν το είχα καθόλου σκεφθεί.

Μισούσα τη Χούντα. Ο πατέρας μου, βετεράνος αξιωματικός του Στρατού, ήρωας πολέμου και ανάπηρος από τους Γερμανούς με βαριά τραύματα, τους αντιπαθούσε επίσης. «Οι άκαπνοι», έτσι τους αποκαλούσε. Μαζί πιάναμε το βράδυ «Ντόιτσε Βέλλε» και ακούγαμε με απίστευτη έξαψη τις ειδήσεις κι οι δυο όρθιοι πάνω από το ράδιο, μάρκας Wega. Κρατάω ακόμα το παλιό ραδιόφωνο στιγματισμένο με χοντρή μολυβιά στη συχνότητα 101,7 στα FΜ. Σαράντα δύο χρόνια τώρα. Ο πατέρας μου όμως με όρκισε. «Κοίτα μην κάνεις καμιά παλαβομάρα. Αυτοί θα φύγουν. Οι ανώμαλες καταστάσεις δεν κρατάνε. Εσύ ψύχραιμος. Εσύ θα γίνεις αξιωματικός καριέρας».

Μια σύγχυση είχα μέσα μου, έναν αλλοπρόσαλλο οίστρο. Κάτι ωσάν εκείνον του Σικελιανού, που ονειρευόταν μια λαϊκή επανάσταση με επικεφαλής τον βασιλιά, όπου θα παίρναμε, λέει, την «Πόλη» και άλλα παρόμοια. Διάβαζα πάντως λογοτεχνία σαν «βαρεμένος», όπως θα λέγανε σήμερα. Είχα γεμάτο το αναλόγιό μου με βιβλία. Μάλιστα, μια φορά κάποιος συνάδελφος, δόκιμος υπενωμοτάρχης, με κάρφωσε και ο επιλοχίας «ανέφερε» κάθιδρος στον φοβερό λοχαγό, ονόματι Δρακούλη Πυρραλέα, στην επίσημη πρωινή παράταξη, μέσα σε σιωπή νεκρική, ότι διάβαζα την «Αυγή». Πήρε το βιβλίο, κατακίτρινο το θυμάμαι, στα χέρια ο φοβερός εκείνος άνθρωπος, ο οποίος μάλιστα μόλις αποκαταστάθηκε η Δημοκρατία, συνταγματάρχης τότε, καταδικάστηκε για συνωμοσία και δημιουργία ένοπλης παρακρατικής οργάνωσης και αποτάχτηκε από το Σώμα- ήταν ίσως κι ο μόνος αξιωματικός με παρόμοια στάση-, πήρε λοιπόν με σεβασμό το βιβλίο στα χέρια του, το ύψωσε πάνω από το κεφάλι του για να το δει καλύτερα. «Δεν είναι αυτή η “Αυγή”, επιλοχία. Ετούτο είναι άλλο, ένα καλό βιβλίο», του είπε με τη βροντερή φωνή του και μου το παρακράτησε.

Λόγο, δηλαδή, για να οργανώσω μια τέτοια πράξη δεν είχα, σε καμιά πε ρίπτωση, και μάλιστα αυτή ειδικά τη μέρα της γέννησης του Σωτήρος, ανήμερα Χριστούγεννα. Τώρα, πού σε πετάει ο οίστρος, επιτρέψτε μου να το επικαλεσθώ, αφού το πειράθηκα έκτοτε πολλές φορές, πως δεν μπορεί θέλω να πω κανείς να το προβλέψει. Τι δόξες φαντασίωνα, τι ενοχές ήθελα να ξεπλύνω, ώστε να δικαιωθώ και να αυτοπραγματωθώ, δεν μπορώ πλέον να θυμηθώ. Μετά, ένας σχεδόν έφηβος έχει το μυαλό του πάνω από τη σκούφια. Εστω και από το στρατιωτικό πηλήκιο.

Τα λέω όλα αυτά γιατί όλοι ξέρετε, είστε απόλυτα βέβαιοι, ότι δολοφονία του Γεωργίου Παπαδοπούλου δεν έγινε από κανένα χωροφύλακα, ούτε και καμιά άλλη απόπειρα εναντίον του, θα το μαθαίνατε, πέρα βέβαια από εκείνη τη γνωστή του Αλέξανδρου Παναγούλη.

Σκεφθείτε όμως πως αν πετύχαινε το σχέδιό μου αλλιώς θα ήταν ίσως η μοίρα της χώρας σήμερα και η πολιτική ιστορία του τόπου. Απολύτως διαφορετική. Και ότι εγώ παρά τρίχα που δεν έγινα ήρωας.

Και όλα αυτά γιατί είχα πάρει λίγα κιλά. Σε δύο μήνες είχα πάρει δώδεκα κιλά, όσο και να φαίνεται απίθανο. Από εξήντα οχτώ έγινα ογδόντα. Με είδε ο αντισυνταγματάρχης μισή ώρα πριν φτάσει στη Σχολή ο δικτάτορας και ενώ είχε ήδη ανακοινωθεί η αναχώρησή του από τη Σαρωνίδα όπου διέμενε. Ο αντισυνταγματάρχης ήταν ο υποδιοικητής της Σχολής. Αλλά πώς με πρόσεξε εκείνη τη στιγμή, αφού όλη την ώρα δίπλα του περιτριγύριζα; Επειδή σηκώθηκε ένας ελαχιστότατος ανεμοστρόβιλος στο μέρος όπου εκείνος βρισκότανε, ανάμεσα στα πόδια του. Εκεί σχηματίστηκε μια υποτυπώδης χοάνη σκόνης, ανάμεικτη με γύρη από τα πεύκα. Ο αντισυνταγματάρχης ήταν ψηλός, ασθενικός, με φιμέ γυαλιά, οι δόκιμοι τον αποκαλούσαμε «ο Χάρος». Άρχισε τότε να τρίβει τα μάτια του με καθαρή μανία με την ανάστροφη της παλάμης του αριστερού χεριού του. Τα μάτια του έγιναν αμέσως κατακόκκινα- χάρος, όπως συχνά του συνέβαινε.

Οι διμοιρίτες αξιωματικοί κοίταζαν αμήχανοι σε εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις ο ένας από τον άλλο, οι δόκιμοι υπομειδιούσαν απαξάπαντες, ο ταξίαρχος τον ατένισε από μακριά αποδοκιμαστικά, κι αυτός, μόλις εν τέλει στερέωσε τα γυαλιά του βγάζοντας κάποια τρίχα από το μάτι του την οποία επιδείκνυε κολλημένη στον δείκτη του σαν δικαιολογία προς πάσαν κατεύθυνσιν, σ΄ όλους ανεξαιρέτως τους ένστολους, για να το διαπιστώσει ο καθένας ιδίοις όμμασι πόσο μεγάλη ήταν, αντίκρισε εμένα.

«Υπαξιωματικός Υπηρεσίας;» πρόσταξε.

«Διαταγάς», στάθηκα κλαρίνο μπροστά του. «Δόκιμος υπενωματάρχης...», άρχισα να «αναφέρομαι». Δεν μ΄ άκουγε καν.

«Ιδρώνεις; Γιατί ιδρώνεις;» με ρώτησε επίμονα, εις επήκοον όλων. Και πλησίασε πολύ κοντά μου. Εγώ όμως ήμουνα απόλυτα ψύχραιμος.

«Δεν ιδρώνω κύριε υποδιοικητά», τόλμησα.

«Πώς δεν ιδρώνεις; Αφού είσαι χοντρός. Πώς έγινες έτσι χοντρός μέσα σε δύο μήνες;

Ούτε δυο μήνες δεν έχεις στη Σχολή Υπενωμοταρχών. Σαν λύκος τρως, σαν λύκος», είπε και σταμάτησε να σκεφθεί. «Πώς θα εμφανιστείς έτσι δίπλα στον Πρόεδρο; Πώς θα σε δει, μου λες;» μίλησε μετά από ένα λεπτό, πιο δυνατά, ώστε να τον ακούσουν όλοι οι άντρες.

«Λοχαγέ», διέταξε εν συνεχεία τον μοίραρχο κοντά του. «Να τον αντικαταστήσεις αμέσως. Πριν έρθει ο Πρόεδρος. Αυτός κοντεύει να βγει έξω από τη στολή του, να σκάσει. Κακομοίρη μου, ο θείος σου ήτανε στέκα», συμπλήρωσε και κοίταξε προς τον ουρανό, εντελώς ικανοποιημένος από εκείνη την ενθύμησή του. «Βγάλε αμέσως το περιβραχιόνιο υπηρεσίας, δώσε μου το», πρόσταξε χωρίς να με κοιτά. Το πήρε, το έπαιξε για λίγο αμήχανα στα χέρια του και το φόρεσε σε ένα ψηλόλιγνο ενωμοτάρχη που χτύπησε τα τακούνια του στην προσοχή και απομακρύνθηκε με βηματισμό παρέλασης.

Εν τω μεταξύ, ούτε ίχνος ανέμου ή σκόνης δεν σηκωνόταν πια, λες κι εκείνο τον μικρό στρόβιλο τον φαντάστηκα ή τον είχα προκαλέσει ο ίδιος, με τη σκέψη μου, κι έγινε αμέσως γεγονός. Γιατί τέτοια απίθανα μικρά συμβάντα τα συνηθίζω εγώ να τα προξενώ και να ακυρώνω έτσι ό,τι έχω σχεδιάσει και συγκροτήσει με κόπο.

Το επόμενο λεπτό ήχησαν οι σάλπιγγες, έφτανε ο δικτάτορας και ο διμοιρίτης με έχωσε βιαστικά τελευταίο στο άγημα απόδοσης τιμών. Δεν είχα όμως το όπλο μου, δεν προλάβαινα να το φέρω, και μου έκανε τότε πανικόβλητος νόημα να εξαφανιστώ.

Όταν πήγα και κάθισα στον τεράστιο άδειο θάλαμο των δοκίμων, με τους οπλοβαστούς φορτωμένους τα σιδερένια τυφέκια, ολομόναχος, ανάμεσα στις αμέτρητες κουκέτες με τα κρεβάτια στρωμένα όλα αλφάδι και τα μαξιλάρια με τις διπλωμένες κουβέρτες ευθυγραμμισμένες στην εντέλεια, σκέφτηκα πως δεν θα τη διηγηθώ ποτέ και πουθενά αυτή την ιστορία, γιατί δεν πρόκειται κανείς να με πιστέψει. Τότε φωτίστηκε ξαφνικά το μεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο κι αμέτρητα φωτάκια αναβόσβηναν ασταμάτητα, λες και με κορόιδευαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email