© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

Mαρίας Λιτσαρδάκη: ΨΕΛΛΙΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΟΥΣΙΩΔΗ ΤΩΝ ΣΙΩΠΩΝ

[Διάλεξη της Μαρίας Λιτσαρδάκη, Επίκουρης Καθηγήτριας Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κατά την απονομή στον π. Παναγιώτη Καποδίστρια του Αριστείου Ποίησης Κούρος Ευρωπού 2009 (Κιλκίς, 27 Ιουνίου 2009)]


«Όπως ακριβώς, όσο έχω συναίσθηση του πραγματικού (όχι του συμβατικού-βιολογικού) εαυτού μου τον γνωρίζω ιερέα, το ίδιο τον αναθυμούμαι ασχολούμενο με το κρυφό μαράζι του λαξέματος των λέξεων, προσδοκώντας να παραχθούν σιγά-σιγά σε μορφές εύφωνες και κυριαρχικές τα μέσα μου απροσδιόριστα (και πάντως εξ ουρανού δωρημένα) ενεργήματα. Ανέκαθεν πάσχιζα στην ανάβαση της νοητής κλίμακας της Τέχνης προς το τελεσφόρο Ποίημα» [1].

Αυτή την προσωπική ομολογία του τιμωμένου επέλεξα για να ξεκινήσω τη σημερινή παρουσίαση του έργου του, πιστεύοντας ότι μας εισάγει στον κόσμο τόσο του ανθρώπου όσο και του δημιουργού. Και τούτο γιατί αφενός μαρτυρεί τη διττή πνευματικότητά του, ως άνθρωπος πνευματικός με την θρησκευτική έννοια αλλά και του πνεύματος, με την έννοια της ενασχόλησης με την τέχνη του λόγου και της ποίησης. Αφετέρου δε, αλλά κυρίως, διότι μας εισάγει, αβίαστα, απλά όμως ολοκληρωτικά, στο νόημα της προσωπικής του θεώρησης για την ποίηση, που αποτελεί την πεμπτουσία του έργου του και τελικά την αναγνωριζόμενη σήμερα εδώ όχι φαινομενική αξία, αλλά βαθύτερη ουσία. Είναι αυτό το κρυφό μαράζι του λαξέματος των λέξεων, οι μορφές οι εύφωνες οι εσώτερες και η έφιδρη προσπάθεια στη νοητή κλίμακα της Τέχνης προς το τελεσφόρο Ποίημα με Π κεφαλαίο. Φωτοστάτες στην άνοδό του τέσσερις ποιητικές μορφές: οι δυο ομόρριζοί του Σολωμός και Κάλβος και οι Ρίτσος και Ελύτης. Τα σχόλιά του πάνω στην ποιητική τους τέχνη και οι στοχασμοί που προκύπτουν από αυτά αποδεικνύουν την πνευματική αυτή σχέση και αναδεικνύουν συγχρόνως τον βαθύ του προβληματισμό, ενώ συγκεκριμένα με τον Ελύτη διατηρεί έναν μακρόχρονο και ιδιαίτερα γόνιμο διάλογο, που δημιουργεί μια ξεχωριστή συγγένεια. Ερείσματα ανάβασης στην κλίμακα της Τέχνης αποτελούν η γνώση και προπαντός η ανάγνωση, η βαθιά και σκεφτόμενη της ποίησης τόσο της ελληνικής όσο και της ευρωπαϊκής. Και όχι μόνο. Είναι και η άλλη η γνώση, εκείνη της θρησκείας και της φιλοσοφίας της, αλλά και της αρχαιοελληνικής γραμματείας που σμιλεύουν τη μορφή ενός βυζαντινού λόγιου ενταγμένου (ή αντιταγμένου;) στη σύγχρονη εποχή μας.

Αντιταγμένου και ανένταχτου όπως χαρακτηρίζει τον εαυτό του ο ίδιος, βρίσκοντας στην ποίηση όχι μέσο διαφυγής, αλλά δύναμη αντοχής και λυτρωτικής πορείας: «Η ποίηση αποτελεί για μένα μέθοδο αναπνοής σ’ ένα μάλιστα περιβάλλον καθημερινής ασφυξίας και αλλοτρίωσης. Μου είναι ρανίδα ελέους, παραχώρηση ουρανού και μυστική ανταύγεια στις ωχρές μας ημέρες, με τέτοια μάλιστα δυναμική, ώστε κάθε τόσο να μετακινείται αναστάσιμα (και άρα λυτρωτικά) ο μέσα μου λίθος – ογκόλιθος. Προσπάθεια και προσευχή μου είναι, η σταυροαναστάσιμη ετούτη εμπειρία να συναντήσει “ώτα ευήκοα”, καλοπροαίρετους συνοδίτες για το υπόλοιπο της πορείας» [2].

Η ποίηση του πατέρα Π. Καποδίστρια, βιωμένη ως μέθοδος αναπνοής και ως ρανίδα ελέους, αντανακλά και στον αναγνώστη της την ίδια αίσθηση, μέσα από χαρακτηριστικά ρυθμού, πυκνότητας και πληρότητας νοημάτων. Είναι οι βαθύτεροι στεναγμοί της ψυχής με τα ερωτηματικά τα αναπάντητα που έρχονται και επανέρχονται στην πένα, προσπαθώντας να βγάλουν το μυαλό από τη δίνη του ακατάληπτου και να ισορροπήσουν τα νοήματα που μισά και μισερά άγρυπνο σε κρατούν και σε τρομάζουν:

Τα πάντα όλα σπρώξε τα να γουρμάσουν
έως θανάτου

απ’ το μη ον στο παν
παθαίνεις
και μαθαίνεις
και τανάπαλιν.

Κραδαίνω φωτιές
όσο θ’ αντέχω
κι όταν
στ’ ανεμόβροχο
κι επαφίεμαι στα που φέρνει το ρέμα
όντα παφλάζοντα.

Τ’ ακατάληπτα πολίζουν το μυαλό μου
πορφυρότατα

αν και λιμνάζω
στους εγκαταβιούντες ψάξτε
και βρείτε με.
(Έσχατος φίλος, σ. 15)

Είναι οι διαστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης, αντιμέτωπης με τη ζωή και το θάνατο, εκείνης ακόμη που βιώνει τον έρωτα και την απόρριψη, αλλά και εκείνης που θρυμματίζεται μπροστά στην ισοπεδωτική αντίληψη των ανθρώπινων αξιών και στου πολέμου τη βία και τον παραλογισμό. Όλα αυτά τα αντί-, τα αντίθετα δηλαδή στη ζωή και στη δημιουργία, που ανεξήγητα καταλύουν την ανθρώπινη υπόσταση. Και ίσως γι’ αυτό τα ποιήματα για τον πόλεμο του Ιράκ στη συλλογή Ο αρχαίος αγροφύλαξ τα αποκαλεί ο ποιητής μας αντι-ποίηση και με «SMS μη σταλμένο» ρωτά:

Τι 'ναι η πατρίδα σου;

Σαν τη δική μου κάπως:

Ρωγμές στον τοίχο του Όνειρου
αίματα βαφές μαλλιών
στάχτη στο μέτωπο άμμος.

Η μέρα έχει λόγο να μη φεύγει
φέτα φέτα η Σελήνη εφέτο στο πιάτο
του Αχόρταγου
κι ο Τίγρης πάντα Τίγρης.
(σ. 21)

Την ίδια αντι-ποίηση βρίσκουμε με τη μορφή της εκ-ποίησης, όταν οι συναισθηματικές αξίες των πραγμάτων εκπίπτουν:

Σούρουπο κυματιστό
μα σούρουπο
με κατάστικτη φοβίες φανέλα υπακοής
και φύτρα αυγής ως το μεδούλι
πένθος αγέρωχο
γλυκό
κι αγάπες ευερέθιστες.

Νυχτέρι στο φεγγίτη σου προβλέπω φίλε
νυστέρι βαθιά

στην παρένθεση εγκλεισμό
στην κατακόμβη

λυόμενους κάτι λυγμούς
σαν τρίστιχα παρηγοριάς
κι απαραμύθητους

ωστόσο να

Μάρτης απ’ το κιγκλίδωμα
σεμνός
κηρύσσει Απρίλη
κλείδωμα του κελιού σου
(από τα πού;)
διακωμωδείται

θεομόναχος θα μπεις
θα βγεις
τ’ Απέραντα θα τρέξεις.

Ωω, και για μένα τότε
λίγη μου βάστα ποίηση
μια και καλή
του Κήπου σου αντι-ποίηση
κι αν προτιμάς
της προσφυγιάς
της ερημιάς
του μέσα τάφου εκ-ποίηση.
(«Εκ-ποίηση», Έσχατος φίλος, σ. 53-54)

Είναι επίσης και οι τριγμοί του νου και τα αδιέξοδα, η ίδια η σιωπή και η αδυναμία της έκφρασης, όλες ετούτες οι επώδυνες καταστάσεις, που όμως τελικά γονιμοποιούν το πνεύμα και το κάνουν να καρποφορεί όπως «λουλουδίζουνε οι πέτρες» (Της αγάπης μέγας χορηγός, σ. 16) :

Η νύστα φέρνει αδίκημα
που δεν το περιμένεις
ψέματα ευγενικά
τριγμούς του νου
και πικραμούς
το βάσανο ξανά
του ζην
και του αποθνήσκειν

κουφόβραση γαρ.

Έτσι δροσίζεται η ψυχή:

Με στέρεο μπλάβο
και χρυσό

με αστραφτερά χαμόγελα
κάτι επιτήδειων γύφτων

πούλιες
από φυλλώματα αρχαίων πουλιών
τα πρώην ξεφτίδια.
(«Τριγμοί», Έσχατος φίλος, σ. 49)

Η ποίηση του πατέρα Π. Καποδίστρια γεννιέται παράλληλα με το βίωμα των μικρών και των μεγάλων στιγμών της καθημερινότητας του νησιού του ποιητή. Η Ζάκυνθος, με τις συνήθειές της και τις ιδιαιτερότητες της νησιωτικής της ζωής, με τους σεισμούς της ακόμη, τα σοβαρά και ασήμαντα γεγονότα του μικρόκοσμου αλλά και του μακρόκοσμου αγγίζουν ευαίσθητα την ψυχή, την πονούν συχνά ή την κάνουν να πάλλεται και να ζητά ερμηνείες ή ορμήνιες:

Στη Ζάκυνθό μας αυτή
δια γυμνού οφθαλμού ορατός
και θεόρατος
καίει ανώγια και κατώγια
ο Φρυκτωρός.

Στην πατρίδα μας αυτή
φωτοστέφανα χρυσού και φύλλα δόξης
σκότη περίφωτα
και σμάλτα υπεροχής
δε θ’ αποτρέψουν
ευτυχώς
τον οριστικό Σεισμό.

Στο δρόμο για το σπίτι
χάνεις το λογαριασμό
σού πέφτει χάμου το μυαλό
και το γυρεύεις στα χαλίκια.
(«Στο δρόμο για το σπίτι», Της αγάπης μέγας χορηγός, σ. 44)

Στην ποιητική έκφρασή τους όλα αυτά μετουσιώνονται μέσα από σύμβολα, συχνά «χοϊκά», για να μεταχειριστώ έναν όρο προσφιλή στον ποιητή, που όμως παραπέμπει ακριβώς στη υλική και γήινη υπόσταση. Παράλληλα βρίσκουμε τα αέρινα σύμβολα που δίνουν την ανάσα της εξαΰλωσης, της ελευθερίας και της ανύψωσης, αλλά κυρίως συναντούμε συμπλέγματα εικόνων, όπου η όραση παίζει πρωτεύοντα ρόλο. «Θεωρία της εικόνας» τιτλοφορεί την πρώτη ενότητα της συλλογής Ο αρχαίος αγροφύλαξ, ενώ «Εικόνες μη διαθέσιμες» αποτελούν μιαν άλλη ενότητα στη συλλογή Της αγάπης μέγας χορηγός. Όμως ο ποιητής βλέπει παράλληλα με τα μάτια της ψυχής και προσπαθεί να αποδώσει τη στιγμή όπου η εντός όραση αιχμαλωτίζει την αίσθηση των πραγμάτων και μέσα από την ποίηση αγωνίζεται να αποδώσει αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «εσώτατες παλινδρομήσεις της ψυχής και φιλάνθρωπα σπαταλημένες δυνατότητες της φύσης μας» [3]. Γι’ αυτό και η Ποίηση είναι για τον ίδιο «προσωπική υπαρκτική μέθοδος» [4], δηλαδή, όπως διευκρινίζει, «τρόπος ζωής, μέθοδος ψυχικής αναπνοής κι εξωτερίκευσης μυστικών εσώτερων μιλημάτων» [5], αλλά συγχρόνως αποτελεί για όλους τους ανθρώπους – ή πρέπει κατά τον ίδιο να αποτελεί – «κρυφό μονοπάτι [...], και Πάσχα (πέρασμα, διάβαση δηλαδή) σωτηρίας, εκεί που όλα δείχνουν μηδενικά και τελειωμένα» [6].

Η ελληνική γλώσσα, μεστή και στιβαρή, μετέχει της ποιητικής δημιουργίας με το νοηματικό φορτίο των λέξεων από το πλούσιο λεξιλόγιο του εύρους τής διαχρονίας της, συνθέτοντας τον απλό καθημερινό λόγο και τα σύγχρονα και συχνά ξενόφερτα εκφωνήματα με την ευρωστία τύπων της αρχαίας δομής και σύνταξης και με τη γλώσσα των εκκλησιαστικών κειμένων και ύμνων. Γιατί για τον ποιητή οι λέξεις αποτελούν «ποιητικό μαζί και τελικό αίτιο της τελειότητας. Εργαλεία και απότοκα ταυτόχρονα μιας μη λογικής, αλλά και εξω-ηθικής συνεύρεσης Πνεύματος και Λόγου, που στοχεύει στην ανάταση, ανάσταση και θέωση του ανθρώπου, με δεδομένη πάντοτε την εν χρόνω Σάρκωση του Λόγου του Θεού. Η εξωπραγματική ή και καθαρά σουρρεαλιστική αυτή συνεύρεση εξορμάει από τη βιωμένη Σιωπή, για να αρθρωθεί ο Λόγος ο συμπαντικός». Πρόκειται για την προσωπική θεώρηση του ποιητικού «ήθους του λόγου» που μας αποκαλύπτει ο ποιητής στο κείμενό του «Η Αναστήλωση του απωλεσμένου πολιτεύματος (Τύποι στιγμών στον Ελύτη)» [7]. Όπως και στα άλλα θεωρητικά του κείμενα και δοκίμια, βρίσκουμε εδώ τις σκέψεις του για την Τέχνη της ποίησης, εκφρασμένες με λόγο αυτούσια ποιητικό και βαθιά φιλοσοφικό. Οι σκέψεις αυτές περνάνε συχνά και στο ίδιο το ποιητικό του έργο, όπου ο δημιουργός μιλά για την ποίηση ή συνομιλεί μαζί της, δίνοντας μέσα από την τέχνη την ποιητική της τέχνης αυτής:

Όπου σε πετύχει
τα θέλει όλα
και τα παίρνει

σαν ευρωπαία ερωμανής
στο αίθριο κατάμονη
με το άπαν του αγάλματος

ή
σαν κρεβατοστρώματα
μόλις κεκοιμημένου
στην πυρά.
(«Η Ποίηση», Της αγάπης μέγας χορηγός, σ. 108)

Στ’ ανώι του νου
στα φωτανάμματα
ψυχανεμίζομαι βροχές
κι άλλα προσόμοια
λόφους λοφία

κι αναδύεται
δωδεκάορτη
άγγελος με φύλο
η Ποίηση.

Αν τότε ακόμη το μπορείς
απ’ τα νερόμαλλά της
πιάσου κι ανέβα.
(«Ανώι β΄», στο ίδιο, σ. 18)

Στην επεξεργασία της συγκεκριμένης ποιητικής ανακαλύπτουμε προσπάθειες αποφυγής του συμβατικού λόγου και απόπειρες δομής και έκφρασης, όπου ρόλο και ειδικό βάρος έχουν ακόμη και τα γράμματα, τα σύμβολα, τα πνεύματα και τα φαινόμενα της γλώσσας, που αποκτούν κατ’ αυτόν τον τρόπο επικοινωνιακή συμπεριφορά, γίνονται σημαίνοντα με σημαινόμενο, στην προσπάθεια του ποιητή να καταγράψει το άρρητο, το υπερβατικό και να συνενώσει το μυστήριο με το συνειδητό του βιωματικού:

Μοιάζει φωνήεν τέλους
η άνοιξη που βουίζει στα δέντρα
ωμέγα τοσοδούλι
σαν την αλήθεια του ψέματος,
(Της αγάπης μέγας χορηγός, σ. 69)

Με τούτα και με τ’ άλλα
λησμονάς τα χρειώδη
μικρά μεγάλα
όλα σ’ ένα
ψίχουλα ψυχούλες
πρόσφορα συναισθήματα συνήθως εσφαγμένα

τη γενική διαιρετική του σώματος
πώς να την εμπεδώσεις...
(Στο ίδιο, σ. 106)

Η χυμώδης εφέτο ισημερία
σαν μακρό προ μακρού παροξύνεται
σαν εμπύρετη περισπάται κραυγή

/.../

Τόσο εφέτο χυμώδες γαλάζιο
σαν πρόθεση προστακτική αφοπλίζει με
σαν ακακία κακιωμένη από το φίδι
ανατριχιάζει
σαν Αγάπη περισπάται νυκτική
προς το Ανέφικτο.
(«Παροξυσμός», Έσχατος φίλος, σ. 58)

Πειραματιζόμενος με την εκφραστική δυνατότητα της γλώσσας και της σύνταξής της, με ανατροπές και παρεκτροπές και απρόσμενες συγκλίσεις και με νεολογισμούς και λογοπαίγνια που γεμίζουν με νοήματα τα κενά της – «σα να μιλώ γλώσσα νεκρή / θα σπαραχθώ απ’ τις γλώσσες του κόσμου / Εσπερίζω ξένος αναλφάβητος / στην αυλή του πρώτου σχολείου μου» θα πει σε ωδή στο Της αγάπης μέγας χορηγός (σ. 73) – επιχειρεί την προσέγγιση του άδηλου, το φωτισμό του σκοτεινού, το άχρονο ενός «Χρόνου μεταπράτη» (Της αγάπης μέγας χορηγός), με βοηθό την Ελπίδα που «κρυπτογραφεί αγάπες/ και μελωδίες» (Έσχατος φίλος, σ. 71):

Πολύ το λίγο
το σοφόν
το πίσω απ’ τα λεχθέντα

αρτύματα καλοκαιριού
προσχήματα σχημάτων
σε τόπο άτοπο λοιπόν
με τα νερά του μέσα νου
εκτάκτως ψυχωμένα
με φυλλωσιές πασίφιλες
και φίδια δοτικά
διαβάζοντας από κοινού
χειρόγραφα πολιορκημένα

ώσπου
η ανδρεία της ελιάς
του περναριού η θηλύτης
μας πήρε και μας σήκωσε
στο υπερώο των Λέξεων
εκεί
όπου ανέκαθεν μιλιέται η Ωραιότης
κι ο Χρόνος απειρίζεται
(«Αρτύματα καλοκαιριού», Της αγάπης μέγας χορηγός, σ. 48)

Έξω απ’ τον ύπνο
ριγμένα τα σύνορα.
Έλα να βγούμε.

Σφήκες ανάσες
στις φωλιές του προσώπου
οι Δαναΐδες.

Μικρή Μητέρα
ποιό πιθάρι γεμίζεις
με δάκρυ αφόριο;
(«Κυκλοδίωκτος ως ο Κάλβος», Όταν ο Σπηλαιοκτήτης έρθει, σ. 39)


Με τον άνθρωπο στο επίκεντρο της σκέψης και της έκφρασης, ως στόχο θέασης και θέωσης, έτσι όπως τον γνωρίζει μέσα από την ορθοδοξία και τις γραφές της, αλλά και έτσι όπως τον προσεγγίζει ο ίδιος ως στοχαστής της καθημερινότητας και της αιωνιότητας, ο πατήρ Π. Καποδίστριας εξυφαίνει την ποίηση και τη φιλοσοφία του με περιγράμματα ουμανιστικά, ως σύνθεση δηλαδή και ως σύγκλιση της θρησκείας και της τέχνης προς το σημείο εκείνο που και οι δύο οδηγούν τον άνθρωπο στην «υπέρβαση της φθοράς» και του ανοίγουν τη «θύρα προς την Ζωή και την Αιωνιότητα» [8]. Υπό αυτή την έννοια, ο ποιητής μας, ως «αλιεύς της Ελπίδας στο ανέλπιδο των ημερών μας» και ως «οδοιπόρος μιας ιδιαίτερα ακανθώδους πορείας προς την απρόσιτη (τελικά) πληρότητα της ανθρώπινης υπόστασης» [9], ανάγει την ποιητική έκφραση σε «κατακόμβη της Α-λήθειας, κιβωτό της μη-Λήθης» [10] και αποδίδει στην ποίηση ένα ρόλο κοινωνικό και πανανθρώπινο, οραματικό και συγχρόνως τραγικό, αφού διακατέχεται από την «αγωνία για το πότε και το πώς θα επιστρέψει ο Κόσμος στο αρχαίο του κάλλος και θα επιδοθεί επιτέλους η Αγάπη» [11]. Συνοψίζοντας λοιπόν, θα χαρακτήριζα ουσιαστικά το έργο του τιμωμένου συνδυαστική προσφορά αγιοσύνης και μνημοσύνης, την οποία, για να εκφράσω με μια λέξη, θα μεταχειριστώ έναν δικής μου εμπνεύσεως νεολογισμό και θα αποκαλέσω ποιημοσύνη.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. «Συνομιλίες (για την Ποίηση και πάλι)», Τετράμηνα, τ. 62-64 (φθινόπωρο 2000), σ. 4738.
2. Στο ίδιο, σ. 4741.
3. «Η αναστήλωση του απωλεσμένου πολιτεύματος (Τύποι στιγμών στον Ελύτη)», Τετράμηνα, τ. 48 (1992), σ. 3202.
4. «Συνομιλίες (για την Ποίηση και πάλι), όπ. π., σ. 4734.
5. Σχεδιάσματα εγκωμίων για τον Οδυσσέα Ελύτη, Αθήνα, 1997, σ. 9.
6. «Η αναστήλωση...», όπ. π., σ. 3206.
7. σ. 3202.
8. Σχεδιάσματα εγκωμίων για τον Οδυσσέα Ελύτη, όπ. π., σσ. 28, 15.
9. «Ανά-γνωση λόγου ανθηρού (Μελέτη και απάνθισμα ιερατικής ποίησης)», Τετράμηνα, τ. 59-61 (Χειμώνας 97-98), σσ. 4406, 4408.
10. Στο ίδιο, σ. 4406.
11. Στο ίδιο, σ. 4407.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email