© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

Η παρουσίαση του βιβλίου του Louis Coutelle για τον Διονύσιο Σολωμό


Η παρουσίαση της σημαντικής και καλοτυπωμένης μελέτης του «Louis Coutelle: Για την ποιητική διαμόρφωση του Διονυσίου Σολωμού (1815-1833)», σε μετάφραση του Σωκράτη Καψάσκη και επιμέλεια του ιστορικού Δημήτρη Αρβανιτάκη, η οποία κυκλοφόρησε από το Μουσείο Μπενάκη, έλαβε χώρα την Τετάρτη 3 Νοεμβρίου, στο αίθριο του ιδρύματος, με ομιλητές τον Αλέξη Πολίτη καθηγητή της Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και την Κατερίνα Τικτοπούλου επίκουρη καθηγήτρια Νεοελληνικής φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Χαιρετισμό απηύθυναν ο Διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη Άγγελος Δεληβοριάς και ο υπεύθυνος της έκδοσης αυτής Δημήτρης Αρβανιτάκης, ενώ παρέστη και ο συγγραφέας Louis Coutelle.

Ακολουθεί ο χαιρετισμός του υπεύθυνου εκδόσεων του Μουσείου Μπενάκη Δημήτρη Αρβανιτάκη, χάρη στον οποίο εκδόθηκε ξανά το σπουδαίο αυτό βιβλίο για τις σολωμικές σπουδές και μελέτες.

Η ομιλία του Δημήτρη Αρβανιτάκη

Σκεφτόμενος χτες και σήμερα ότι θα πρέπει με δύο λόγια να προλογίσω τη σημερινή μας συνάντηση, στο μυαλό μου συνέχεια στριφογύριζε ο πολύ γνωστός σε όλους μας, αλλά καθόλου παλιωμένος, μου φαίνεται, στίχος του Χαίλντερλιν: «Και τι χρειάζονται οι ποιητές σε δίσεκτους καιρούς;» Ένας στίχος παντοτινά ορφανός, ένας στίχος ανεπίκαιρος, όπως θα έλεγε ο Νίτσε.

Γιατί αυτό; Γιατί μέσα στη δίνη των όσων τραγικών, των όσων κωμικών ή εξοργιστικών μάς τριγυρίζουν, εμείς μαζευόμαστε απόψε εδώ για να μιλήσουμε για έναν ποιητή˙ εκείνον που από χρόνια πολλά έχουμε εγκαταστήσει στο ολισθηρό βάθρο του «εθνικού ποιητή». Καθένας από μας κουβαλάει, και εδώ και αλλού, το βάρος της δικής του συνείδησης και της δικής του ευθύνης. Καθένας από μας, μπορεί, και εδώ και αλλού, να σχολιάζει μονάχος του το δύσχρηστο αυτό ερώτημα. Δίσεκτοι – ξεδίσεκτοι, λοιπόν, οι καιροί, το ερώτημα θα παραμένει. Και τη δική του απάντηση στο ερώτημα αν – και σε τι – και πότε – χρειάζονται οι ποιητές, την έδωσε ο καθένας από μας, μόλις τώρα, αυθόρμητα, μέσα στη σιωπή του δικού του μυαλού˙ και είναι εκείνη που του ταιριάζει.

Είπα ότι μαζευτήκαμε εδώ για να μιλήσουμε για έναν ποιητή. Να το πω καλύτερα τώρα: μαζευτήκαμε εδώ για να καλωσορίσουμε στην ελληνική γλώσσα ένα από τα κορυφαία έργα της σολωμικής – αλλά όχι μόνο – βιβλιογραφίας˙ ένα έργο, με άλλα λόγια, που τιμάει, μέσα στους ορίζοντες που επιτρέπουν η επιστημονική ηθική και δεοντολογία, το έργο του Διονυσίου Σολωμού. Στην ψυχή αυτού του βιβλίου φυσικά δεν θα μπω τώρα εγώ. Έχουμε μαζί μας δύο καθόλα αρμόδιους επιστήμονες, οπωσδήποτε αρμοδιότερους από μένα, οι οποίοι με υποχρεωτική ευχαρίστηση ανταποκρίθηκαν πρόθυμα στην πρόσκλησή μας να αναλάβουν το χρέος αυτό απέναντί σας˙ και τους ευχαριστούμε γι’ αυτό.

Αλλά, πριν τους παραδώσω τον λόγο, θα μου επιτρέψετε μία μονάχα σκέψη, η οποία και θα δικαιολογήσει εκείνο που λίγο πριν είπα: ότι αυτό το τόσο εξειδικευμένο βιβλίο ξεπερνάει τα όρια της ειδικής σολωμικής βιβλιογραφίας. Στα λίγα λόγια που είχα την ευκαιρία να σημειώσω προλογίζοντας την ελληνική έκδοση, θέλησα να πω ότι για τον αναγνώστη του αυτό το βιβλίο μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει και έναν λόγο περί μεθόδου – για να καταφύγω σε έναν κοινό τόπο του μυαλού μας. Εννοώ δηλαδή, και αυτό το γνωρίζουν σίγουρα όσοι είχαν μέχρι σήμερα την ευκαιρία να το διαβάσουν, ότι λειτουργεί και σε ένα άλλο επίπεδο, πέραν του τεκμηριωτικού και του ερμηνευτικού. Πίσω από τις προσεκτικές ιχνηλατήσεις, πίσω από τις σχεδόν πάντα εξαντλητικές αναζητήσεις της έρευνας, πίσω από τις συνδυαστικές, κάποτε εξοντωτικές, διαδρομές του Louis Coutelle, αναδύεται σταθερά και απαρέγκλιτα ένα μάθημα για τη μέθοδο. Και αυτό, με δύο λόγια, είναι: ο λογοτέχνης δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται από την έρευνα ως ένα ον εξαρχής μνημειωμένο, ως εκείνο δηλαδή που οι εκ των υστέρων ερμηνείες συχνά βολεύονται να φιλοτεχνούν: ο δημιουργός ακολουθεί τη διαδρομή του -ακόμα καλύτερα, ακολουθεί πολλές διαδρομές, προτού συγκροτήσει την κοίτη του δικού του ποταμού. Κι αυτό ισχύει τόσο για τους μικρούς όσο και για τους μεγάλους δημιουργούς, ανεξαιρέτως˙ ο λογοτέχνης ζει και αυτός μέσα στην εποχή του, μέσα στις δυνατότητες που εκείνη του επιτρέπει (ακόμα και οι ανατροπές και οι υπερβάσεις είναι ιστορικές δυνατότητες)˙ ο λογοτέχνης είναι αναμφισβήτητα παιδί των μαθημάτων που έλαβε, ακόμα κι όταν τα υπερβαίνει, είναι παιδί των δικών του πνευματικών οριζόντων, οι οποίοι έχουν τη μόνιμη εξωφρενική παραξενιά να μην ταυτίζονται ποτέ με εκείνους των κατοπινών μελετητών – και άρα το λογοτεχνικό έργο δεν ζει στο πουθενά: γεννιέται από συντεταγμένες που χρειάζεται να κατανοηθούν.

Ο Σολωμός ο ίδιος σε μία φράση που του αποδίδεται και που δεν κουραζόμαστε πάντα για να καταλάβουμε τι σημαίνει, κάτι μας είπε για το τι αρμόζει στον νου και το τι αρμόζει στην ψυχή, όταν βρίσκονται μπροστά στην πραγματικότητα – και στην πραγματικότητα του έργου τέχνης.

Πολλά θα μπορούσε να πει κανείς σ’ αυτή την κατεύθυνση, αλλά δεν είναι η ώρα. Κρατώ μονάχα αυτό. Ότι ετούτο το ογκώδες βιβλίο, δίχως σε κανένα σημείο να θεωρητικολογεί, μας δίνει ένα μάθημα ιστορίας, ένα μάθημα επιστημονικής μεθόδου. Μάθημα χρήσιμο την εποχή που πρωτοείδε το φως, από τις εκδόσεις «Ερμής», το 1977, αλλά εξίσου σπαρταριστό, ερεθιστικό και χρήσιμο σήμερα. Έχω τη βεβαιότητα ότι, τριάντα τρία χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση, καθόλου δεν έχει παλιώσει.

Για πολλά χρόνια αναρωτιόμουν γιατί αυτό το βιβλίο έμενε αμετάφραστο στη γλώσσα μας. Κτήμα οπωσδήποτε των ειδικών, έμενε ωστόσο ερμητικά κλειστό για τον υπόλοιπο ενδιαφερόμενο κόσμο, όποιος και όσος είναι αυτός. Αναρωτιόμουν ακόμα, ως μη ειδικός, αν έκαμε καν τη διαδρομή που του άρμοζε στην ειδική σολωμική βιβλιογραφία, αν γέννησε τα παιδιά που μπορούσε να γεννήσει. Απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα δεν βρήκα και δεν έχω ούτε τώρα και ίσως οι πειστικές απαντήσεις να είναι περισσότερες από μία. Θεωρήσαμε πάντως ως καλύτερη απάντηση το εγχείρημα της έκδοσης και είμαι περισσότερο κι από ικανοποιημένος που το Μουσείο Μπενάκη μπόρεσε να την εντάξει στο εκδοτικό του πρόγραμμα και να την προσφέρει σήμερα σε όλους εμάς, δείχνοντας και με τον τρόπο αυτόν κάτι από εκείνα που αυτό το Ίδρυμα θεωρεί ότι εντάσσονται στην αποστολή του.

Γνωρίζοντας ότι ο Σωκράτης Καψάσκης, ένας συνειδητός και καλός εργάτης των σολωμικών σπουδών, είχε επιχειρήσει χρόνια πριν να μεταφράσει το γαλλικό κείμενο, του προτείναμε την έκδοση αυτή. Ο Καψάσκης, που πια δεν βρίσκεται ανάμεσά μας, δέχτηκε με φανερή ικανοποίηση, συμβουλεύοντάς μας ωστόσο να γίνει εξαρχής ο κοπιαστικός έλεγχος της μετάφρασης, να διορθωθούν όσες ατέλειες και να συμπληρωθούν όσες ελλείψεις υπήρχαν. Τον έλεγχο της μετάφρασης ανέλαβε η Ανδριάνα Χαχλά, με την αμέριστη βοήθεια του συγγραφέα. Η Αφροδίτη Αθανασοπούλου ανέλαβε τη μετάφραση των πάρα πολλών ιταλικών και λατινικών παραθεμάτων, ενώ με τη γνώση της στα σολωμικά θέματα, βοήθησε με πολλούς τρόπους τη διαδικασία. Ταυτόχρονα, ελέγχθηκε η πιστότητα όλων των ελληνικών και των ξενόγλωσσων κειμένων, συμπληρώθηκε η βιβλιογραφία και έγινε ένα αναλυτικό και νομίζω χρηστικό ευρετήριο. Για την τυπογραφική επιμέλεια βοηθό μας είχαμε τη συμπαράσταση και την εμπειρία του Αιμίλιου Καλιακάτσου. Θέλω και απόψε να εκφράσω τις ειλικρινείς μου ευχαριστίες σε όλους τους παραπάνω, αλλά και σε όσους άλλους βοήθησαν την προσπάθειά μας, όπως επίσης και στις εκδόσεις «Ερμής», που πρόθυμα μας παραχώρησαν την άδεια της έκδοσης της ελληνικής μετάφρασης.

Ξεχνάω κάποιον; Μα φυσικά τον ίδιο τον συγγραφέα, τον Louis Coutelle, τον οποίον είχα την τύχη να γνωρίσω μέσα από την πολύ κοπιαστική, αλλά ευχάριστη αυτή περιπέτεια. Με χιούμορ, με υπομονή και ειλικρινή διάθεση συνεργασίας συμπαραστάθηκε στην προσπάθειά μας, πότε εξ αποστάσεως και πότε από κοντά, αλλά πάντα με τρόπο υπερθετικό. Θέλω να τον ευχαριστήσω πραγματικά, ελπίζοντας ότι το αποτέλεσμα δεν αδικεί τον δικό του κόπο.

Δεν θα σας κουράσω άλλο.

Να σας ευχαριστήσω πραγματικά που επιλέξατε να είσαστε απόψε μαζί μας, να ευχαριστήσω τον Louis Coutelle, που μας έκαμε την τιμή να ταξιδέψει για να είναι σήμερα εδώ και βεβαίως τους φίλους ομιλητές, στους οποίους και σας παραδίδω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email