© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή, ΠΕΤΟΥΜΕΝΗ ΓΛΑΥΚΑ (διήγημα)

[Προδημοσίευση από τη νέα συλλογή διηγημάτων: Δ. Γ. Μαγριπλή, Κρυφές Ενοχές, που βρίσκεται στο τυπογραφείο των Εκδόσεων επί-γνωση (Αντ. Σταμούλης), Θεσσαλονίκη]

στον Αργύρη Χιόνη

Ρόδο ντυμένο σε κόκκινο βελούδο. Μόνο και εύοσμο. Κάτω από έναν έναστρο θόλο κοιτούσε στα μάτια το υπέρλαμπρο άστρο.

Χειμώνας και ο αέρας καθάριζε την πλάση από κάθε καλοκαιρινή ανάμνηση. Κι όμως η θάλασσα εκείνη τη νύχτα επέμενε να τραγουδά με ρυθμούς αυγουστιάτικους. Μαζί της έρχονταν και γύριζαν πίσω τα βότσαλα φτιάνοντας χάδια στο νου.

Ξάφνου η γλαύκα αναδύθηκε μόνη. Τίναξε τις φτερούγες της και άφησε τα όμορφα φτερά της να παίξουν με τις στάλες που υψώνονταν σαν υδάτινοι βόλοι ψηλά και ύστερα κάτω στη γη.

Πήρε να ορέγεται αισθήσεις ανθρώπινες και αποφάσισε να ταξιδέψει επάνω στην πλάση. Δεν περπατούσε μα πάλι δεν ήταν και βέβαιο. Το βήμα της μόνο σαν πέταγμα μετρούσε τις αποστάσεις. Κοίταγε πάνω και νά σου με μιας στο τέλος της απόστασης. Και πάλι ξανά μέχρι το τέλος του ορίζοντα.

«Πού πας βιαστική;» τη ρώτησε του σκότους ο άγγελος.

Δεν άνοιξε διάλογο, μα έτρεξε αντίθετα της συνάντησης.

«Πού πας;» την προκάλεσε η περιπλανώμενη ψυχή και κείνη έγνεψε και χωρίς περιττά χάδια αγκάλιασε την μοναξιά. Φιληθήκαν και ένωσαν την ανάμνηση. Μαζί έκλεισαν το μάτι στο χρόνο και άφησαν τα ρίγη να ρέουν παντού.

Έπρεπε όμως να φύγει να ακολουθήσει την διαίσθηση. Και ο αποχωρισμός, σαν αποκόλληση από κέλυφος. Πάλι κοιτώντας σκιές. Της φύσης παιχνίδια μα κάποιες φορές αλήθεια και όντως ζωές. Άνθρωποι μέσα σε φώτα από νέον. Περαστικοί και αυτοί. Ανάμεσα σε μορφές της ένσαρκης ύλης, κάτω από φορτία και βάρη της βιωτής, πέρα από κάθε τι που θα μπορούσε να γνέσει το μαγικό χαλί που μολογούσε η νόνα στα μικρά παιδιά. Άκουσε λόγια και μύρισε κορμιά. Μειδίασε με όνειρα και άφησε δάκρυ στα βάσανα. Σήκωσε πεσμένες επιθυμίες και σίμωσε σε ευχές για να ευωδοθούν. Δύσκολες ώρες.

«Πώς σε λένε;» τής ψιθύρισε το κυπαρίσσι. Ακέραιο, όρθιο και ατρόμητο στον χρόνο, είχε την ικανότητα να αντιλαμβάνεται κάθε κίνηση του ανέμου. Ατάραχο, με καρπούς σαν μήλα, της πρόσφερε φιλοξενία στην ψηλότερη κορυφή του.

Η γλαύκα στάθηκε. Μπροστά της νεφέλωμα ξύλου που καίγεται. Σε σχήματα που μιμούνται ιστορίες και εξομολογήσεις που άκουγε από τους παρακείμενους στο τζάκι. Μία την κέρδισε:

«Τίποτα, δεν υπάρχει τίποτα», έλεγε στον άνθρωπο η σκέψη του και κείνος λησμονούσε τα χρώματα. Πώς ήταν όλα ασπρόμαυρα; Τι να συμβαίνει; Ιδρώτας κρύος και ανάσα κοφτή. «Να φύγω», έλεγε η πνοή του. «Να φύγω».

« Ώστε, έτσι!», είπε και βούτηξε μέσα στο σπίτι.

Το πουλί ακούμπησε πάνω στη σκέψη. Και τότε σαν από θαύμα ο χρόνος κύλησε και ήρθε ξανά η ζωή. Η κόκκινη σπίθα έγινε φλόγα και χόρεψε πάνω στα ξύλα το τραγούδι της καύσης.

«Απόψε θα γυρίσουμε τον κόσμο όλο!», υποσχέθηκε το νυχτοπούλι και γλίστρησε κάτω από την ανάσα της πόρτας. Πέταξε και έταξε τη νίκη απέναντι σε εφιάλτες. Επισκέφτηκε όλα τα σπίτια της πόλης. Ένα προς ένα. Τούτη τη νύχτα σε ολάκαιρη την πολιτεία τα παιδιά θα πετούσαν χωρίς πτώσεις στον ύπνο τους. Θα ξύπναγαν όλοι με ένα πλατύ χαμόγελο και ο κόσμος θα μεταμορφωνόταν σε άνοιξη.

«Καταμεσής του χειμώνα; Τρελή!» ομολόγησε η μυγδαλιά και άρχισε να ανθίζει.

«Να πάρω το άρωμά σου για βάλσαμο;» την αιφνιδίασε η κουκουβάγια και πριν προλάβει να της απαντήσει άρπαξε με τρόπο ιδιαίτερο την βεβαιότητα της ανάστασης.

«Πάρ’το», έγνεψε του βοριά και κείνος σε σκυταλοδρομία το άπλωσε σε όλη την εικόνα ακόμη και κει μακριά, στα όρη. Αμέσως όλοι και όλα θυμήθηκαν. Και η ζέστη της ανάμνησης έλιωσε πάγους και ξαναέφερε περπατησιές σατύρων και φανών τριγυρίσματα στα μονοπάτια των βουνών. Γυμνές μαινάδες λαλούσαν του καιρού τα γυρίσματα και οι δροσουλίτες ετοιμάστηκαν για την αυγή.

«Λαλώ σας ότι έρχεται!» τούς φώναξε και στάθηκε πάνω στου κήπου μου την πιο ψηλή κορφή. Έγειρε τότε το βλέμμα και δάκρυσε. Και σαν από τάξη στη αυγή που σίμωνε, το δάκρυ έρευσε στη πτώση. Και στο παρτέρι που πότισε φύτρωσε ευθύς.

«Είδα το λόγο!» αναφώνησε η πετούμενη γλαύκα.

«Πού; Στο φεγγάρι;» ανθίστηκε η τσιντόνια.

«Κόκκινο ρόδο, στον έναστρο ουρανό, υποκλίνεται», τής είπε η σοφή και, κλείνοντας το μάτι στον άνθρωπο, πήρε μαζί της το μυστικό στο όνειρο που τής υποσχέθηκε η κούραση κείνης της νύχτας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email