© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010

Η μελαγχολία του βουβού τσιμαδόρου


γράφει ο παύλος φουρνογεράκης

Ροδοκόκκινα σύννεφα της Ανατολής ζωγράφιζαν το νυσταγμένο θόλο και οι δροσοσταλιές ποζάριζαν θρονιασμένες στις λεπτές αγκάλες του χειμερινού χαλιού, κάτω από τις αιωνόβιες ελιές με τις μεγάλες κουφάλες. Τα ξινόχορτα πρόβαλαν με τις πρώτες βροχές του Φθινοπώρου έτοιμα να ζεστάνουν τις ρίζες των δένδρων στις κρύες νύχτες του χειμώνα. Έπλεξαν ένα παχύ καταπράσινο στρώμα κι έντυσαν από τη μία άκρη ως την άλλη τους ελαιώνες, σαν τις μοκέτες που στρώνουν στα δάπεδα των σπιτιών και κρύβουν τα παγερά πλακάκια.
Επένδυσα με γάντια εργασίας τα αδέξια και τρυφερά μου χέρια, φόρεσα τις αδιάβροχες γαλότσες μου και έψαξα να βρω κατσουριδέλι [1] ανάμεσα στα εργαλεία των φίλων αγροτών που μάζευαν τις ελιές. Μάταιη προσπάθεια, δεν υπήρχε ούτε και στα δίχτυα που ήταν απλωμένα πάνω από το επίσημο φυσικό χαλί, κάτω από τα φορτωμένα κλαδιά των ψηλών δένδρων.
Καλημέρισα, πιέζοντας τον αέρα με δύναμη ανάμεσα στις φωνητικές χορδές, μήπως και η ευχή μου σπάσει το φράγμα του βενζινοκίνητου ήχου από τα πριόνια που έκοβαν ασταμάτητα και το τιναχτικό μηχάνημα που έξαινε τις τσίμες με το λαδερό καρπό. Μόνο ο «τσιμαδόρος» έγνεψε με ελαφρό τραχύ μειδίαμα και καλωσόρισε την άφιξή μου.
Είχα χρόνια να λάβω μέρος στη συγκομιδή του ελαιοκάρπου κι ένιωθα ότι βρισκόμουνα έξω από τα νερά μου. Πώς άλλαξε ο τρόπος και τα εργαλεία, το υλικό τους και η χρήση τους, οι πηγές της ενέργειας, η συνεργασία και η εθνoλογική σύσταση των ανθρώπων, η σχέση και τα αισθήματα προς τα δέντρα και τους καρπούς, οι διατροφικές συνήθειες!
Αλουμινένια κοντάρια, που στην άκρη έφεραν κάτι σαν την τρίαινα του Ποσειδώνα, χτυπούσαν τις ελιές στα ψηλά κλαδιά, εκεί που το αλυσοπρίονο δεν μπορούσε να φτάσει. Στα στρωμένα δίχτυα ένας κυλινδρικός μηχανισμός χτένιζε τις τσίμες που είχαν επιμελώς κοπεί από ένα δεύτερο γερασμένο πριόνι που αγκομαχούσε και γέμιζε την υγραμένη ατμόσφαιρα με λαδωμένο καυσαέριο. Τρεις ξετρελαμένες εξατμίσεις καπνού και κραυγής μετάλλων βούβαιναν την ανθρώπινη λαλιά κι έκαναν τα καμαρωτά κοκκκινολαίμια και τα νευρικά μαυροκέφαλα πουλάκια να πετάξουν τρομαγμένα στους παρακείμενους ελαιώνες. Πέταξαν και οι παραδοσιακές κατσουρίδες1 που με το διχαλωτό τους σχήμα χτυπούσαν ευλαβικά και ρυθμικά τις ελιές κι εκείνες έπεφταν τραγουδώντας σαν τις στάλες της βροχής, πάνω στα κατάλευκα λιόπανα που έστρωναν άλλοτε περιμετρικά στις μεγάλες ριζολιές.
Οι αχτίδες του ήλιου παιχνίδιζαν τρυπώνοντας ανάμεσα στα πυκνά κλαδιά κι έκαναν τα φύλλα από τα ξινόχορτα ν' αντανακλούν αστραφτερές ματιές σαν εκκεντρική βελούδινη τουαλέτα σε φωτισμένη βιτρίνα του Κολωνακίου. Τα γεμισμένα σακιά από καφετί καναβάτσο, όρθια ή ξαπλωμένα, άλλαζαν στάση και χρώμα από τις πινελιές του ήλιου, και έμοιαζαν με κορμούς απολιθωμένου δάσους που ξαφνιάζεται από την επίσκεψη περίεργων τουριστών. Έτσι ξαφνικά με είδε ο φίλος μου ο Μαρίνος, όταν ύστερα από αρκετή ώρα τέλειωσε την αναρρίχηση και κατέβηκε καταϊδρωμένος ανάβοντας ταυτόχρονα το απολαυστικό του τσιγάρο. Η συνομιλία σύντομη. Το συνεργείο θέλει οργάνωση, τα μεροκάματα ακριβά και η τιμή του λαδιού δημιουργεί έντονα συναισθήματα ανασφάλειας και αβεβαιότητας.
Μου ανατέθηκε η ειδικότητα του «τσιμαδόρου»! Αλάφρωνα με το τιναχτικό μηχάνημα τις τσίμες από το βάρος του φουσκωμένου καρπού τους και τις πετούσα στην άκρη. Εκείνες στέκονταν σαν ηλικιωμένες κυρίες, που η κομμώτρια είχε ισιώσει τα αραιωμένα σγουρά τους μαλλιά. Ένιωθα τη μονοτονία της βουβής μελαγχολίας στην τρίωρη ρουτίνα του «τσιμαδόρου» κι ο λογισμός μου έπαιρνε τις διαδρομές στα σοκάκια των παιδικών μου χρόνων. Δεν ήταν μόνο τα βαμβακερά λιόπανα που κάθε χρόνο λευκαίνονταν σε μπουγάδες με αλισίβα, σαπούνισμα και ξέπλυμα στα ρυάκια της λίμνης του Κεριού και στον Κορνό (και τι μαγεία όταν πρωτο-στρώνονταν στο καταπράσινο χαλί, έμοιαζαν με νυφικό κρεβάτι στο σουρεαλισμό της υπαίθρου). Χάθηκε το γλυκόλαλο καλάιδισμα της κατσουλιέρας και του τσίπου, το κρώξιμο του κοράκου, χάθηκε και το τραγούδι των ανθρώπων, η συνομιλία, τα καλαμπούρια, τα κουτσομπολιά, οι πολιτικές αναλύσεις, τα μαλώματα, η συνεργασία των οικογενειών και των φίλων με το δανεικό μάζεμα, τότε που όλοι το πονούσαν το δέντρο και το φρόντιζαν, γινόταν ένα κομμάτι από τον εαυτό τους. Πρόσεχαν το χτύπημα με τα λαμιά [2] και τις κατσουρίδες1 να είναι απαλό κι έντεχνο, να μη σπάσει το κλαδί, να μη λαβωθεί και πονέσει. Παρθένα και ερεθιστική οσμή της ελιάς και του χόρτου άνοιγε την όρεξη στο λιτό ψωμοτύρι με τη λακέρδα, το νιο λάδι και τις βλαστάδες στο μεσημεριανό ξαποστάσι.
Αναπάντεχη σιωπή του τιναχτικού μηχανήματος άφησε τον ήχο κινητού τηλεφώνου να κυλήσει από το μυώδες μπράτσο της διπλανής ελιάς που είχε σκαρφαλώσει ο Νιόνιος και δόθηκε το σύνθημα διαλείμματος μεσημβρινού φαγητού. Η κυρά-Σοφία τού τηλεφώνησε, ότι εντός ολίγου κατέφθανε φαγητό: κοκκινιστό κουνέλι με μακαρόνια, λαδοτύρι και δυο μπουκάλες κρασί μαστελάδο στρώθηκαν σε αυτοσχέδια τραπεζάκια-τσουβάλια και στα σταυρωμένα πόδια της βουδιστικής μας στάσης. Όλοι έσπευσαν ν' απολαύσουν απερίγραπτες ζακυνθινές γεύσεις. Μόνο και μόνο αυτό το φαγητό πάνω στο μαλακό μαξιλάρι των κιτρινοπράσινων φυτών άξιζε τον κόπο της εμπειρίας. Μαζευτήκαμε καμιά δεκαριά σε στρογγυλό σχηματισμό και θα περίμενε κανείς την ευθυμία και τους αστεϊσμούς να δεσπόζουν και ν΄ αντηχούν στο αστραφτερό σταχτοπράσινο τοπίο. Ούτε συστάσεις, ούτε κουβέντες, σαν ταινίες βουβού κινηματογράφου περνούσε ο χρόνος. Οι εργάτες αλλοδαποί: Αλβανοί, Ρουμάνοι, Βούλγαροι … πώς να συνομιλήσεις και τι να πεις. Οι φίλοι μου αγχωμένοι και κουρασμένοι από την υπερπαραγωγή έργου (είχε να βρέξει δυο μήνες και δεν έχουν ξεκουραστεί) άφησαν τις συζητήσεις για κάποια άλλη φορά….
Ακούμπησα την πλάτη μου σε καλόβολη ριζολιά και άφησα το μαστελάδο να περιλούσει τη σώμα και την ψυχή μου. Ευθύμησα με το τρίτο ποτήρι κι άρχισα να κάνω τσουλήθρες σαν μικρό παιδάκι στον παρακείμενο όχθο, μήπως κι απαλλαγώ από τη μελαγχολία της βουβαμάρας και των θλιβερών σκέψεων που άρχισαν πάλι να με κατακλύζουν.
Πόσο άλλαξε τον άνθρωπο η εισβολή της μηχανής! Πόσο τον έκλεισε στον εαυτό του και απαίτησε την πλήρη προσαρμογή-υποταγή, στη μαζική-απρόσωπη παραγωγή και συγκομιδή προϊόντων, όπου ο εργάτης δε συμμετέχει στο σχεδιασμό (πόσο μάλλον και στα κέρδη), αλλά ούτε και στη χαρά της μονότονης εργασίας! Μα κι ο αφέντης πόσο αγχωμένος ζει από το βάρος της οργάνωσης, του προγραμματισμού και της διαχείρισης σ΄ ένα τόσο έντονο ανταγωνιστικό πεδίο! Πότε συναντιούνται οι αγρότες να συνομιλήσουν για να διεκδικήσουν, να βρουν λύσεις στα προβλήματά τους ή τουλάχιστον να συμπαρασταθούν και να εκτονωθούν;
Θυμήθηκα πάλι, τέτοια εποχή, πιτσιρικάς να παίζω στο λητρουβείο του Λουρέντζου που βρισκόταν στη γειτονιά μου. Γεμάτο ανδρικό πληθυσμό έσφυζε από ζωή, ιδιαίτερα τις ατέλειωτες βραδινές ώρες του χειμώνα. Στη ζεστασιά των μηχανών του μαζεύονταν οι χωρικοί να μάθουν και να συγκρίνουν την παραγωγή, να στιμάρουν τις τιμές, ν' αστειευτούν, να γλυκάνουν τη βαρυχειμωνιά και να μάθουν τα νέα από εκείνους που τα άκουγαν από τα λιγοστά ραδιόφωνα του χωριού.
Απόψε πάλι όλοι θα κλείσουν γρήγορα τα πατζούρια τους και θα στυλωθούν στον πλασματικό κόσμο της τηλεόρασης και των διαφημίσεων. Μήπως γι' αυτό αυξήθηκε η χρήση ηρεμιστικών και αγχολυτικών φαρμάκων, η φυγή στον κόσμο των ναρκωτικών, τα διαζύγια και η διάλυση των οικογενειών; Αυξήθηκε επικίνδυνα ακόμα και αυτός ο αριθμός των αυτοκτονιών στους μονήρεις ανθρώπους που ο χαρακτήρας τους, οι συνθήκες της εργασίας και της ζωής τούς απομακρύνουν από τις πολυπόθητες ανθρώπινες σχέσεις.
Η πολιτεία και η εκκλησία με τα θεσμικά τους όργανα γιατί δεν αντισταθμίζουν το έλλειμμα της ψυχικής ευφορίας με τα έργα του πολιτισμού και του ανθρωπισμού που αποτελούν την παγκόσμια γλώσσα επικοινωνίας και συμφιλίωσης με τον εαυτό μας και τους άλλους; Ο καθένας από μας πόσο προσπαθεί και επιζητά την ανθρώπινη επαφή, προσφέρει τη συντροφιά του σ΄ εκείνους που καταλαβαίνει ότι την έχουν ανάγκη, εκτιμά και σέβεται το μόχθο της χειρωνακτικής εργασίας, συμπαραστέκεται στα αιτήματα των εργαζομένων και των ανέργων και δεν απομονώνεται στην αυταρέσκεια της πρόσκαιρης αυτάρκειάς του;
Δέθηκα με τη ζώνη ασφαλείας του αυτοκινήτου μου, άνοιξα το ραδιόφωνο στο 2ο πρόγραμμα και σιγοτραγουδούσα με τον Παντελή Θαλασσινό απολαμβάνοντας την όμορφη φιδωτή διαδρομή στους αιωνόβιους λιθακιώτικους ελαιώνες:


Ν' αγαπάς τα βουνά και τα πέλαγα,
τους γνωστούς και τους άγνωρους τόπους,
τα πουλιά, τα λουλούδια, τα σύννεφα,
και πολύ ν' αγαπάς τους ανθρώπους.

Τα θεριά ν' αγαπάς και τ' ανήμερα,
τα νησιά, τα ποτάμια, τ' αστέρια.
Κι αν ποτέ σε πληγώσουν κατάστηθα
φίλοι, αγρίμια, λευκά περιστέρια,

ν' αγαπάς, να ξεχνάς και να χαίρεσαι
τη δική σου γαλήνη και κείνα
που μ' αγάπη το νου μας φωτίζουνε,
και βλασταίνουν αμάραντα.

Ζάκυνθος 12-1-2010


Λεξιλόγιο:
1 κατσουριδέλι = μικρή κατσουρίδα, ξύλινο εργαλείο από ελιά μήκους μέχρι ένα μέτρο, με μικρή διχάλα στο επάνω μέρος για το ράβδισμα της ελιάς.
2. Ράβδος από κυπαρίσσι μήκους από δύο έως τρία μέτρα περίπου, για το ράβδισμα της ελιάς στα ψηλά κλαδιά.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email