© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

Θεοδόση Πυλαρινού: ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ, ΤΟ ΕΡΓΟ ΚΑΙ ΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΙΤΙΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ

ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟ ΖΑΚΥΝΘΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΛΑΤΑ

[Από τον Τιμητικό Τόμο Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό, Ζάκυνθος 2009, σ. 803-819]

Όταν η ζωή και το έργο ενός ιεράρχη γίνεται αντικείμενο λογοτεχνικού ενδιαφέροντος, είναι προφανές ότι έχει επιδείξει αυτός ιδιαίτερα θεοφιλή ζήλο ή έχει αναπτύξει λαοτελή προσφορά, ότι διακρίθηκε για τις χριστιανικές αρετές του ή ότι έχει προσφέρει στην παιδεία, τη φιλανθρωπία, την ελευθερία του χώρου της διαποίμανσής του. Διότι η λογοτεχνία δεν επιλέγει εική και ως έτυχε, δεν την ενδιαφέρει η εγκυκλοπαιδικής φύσεως πληροφορία ούτε η απλή ιστορική τοποθέτηση• έρχεται για να παραδειγματίσει, εξαίροντας ό,τι προκάλεσε αίσθηση στην κοινωνία, και για να προβάλει, με εύλογες δόσεις μυθοπλασίας, πρόσωπα ή γεγονότα με ιδιαίτερη ανθρωπιστική, κοινωνική ή εθνική προσφορά.
Η θεολογική συνάντηση δύο σημαντικών μορφών της Ορθοδοξίας του φθίνοντος 19ου αιώνα, του αρχιεπισκόπου Ζακύνθου Διονυσίου Λάτα (1835-1894) (1), εκδότη της πρωτοποριακής θρησκευτικής εφημερίδας Σιών, ο οποίος κατέλαβε τον επισκοπικό θρόνο της Ζακύνθου στα 1884, και του μητροπολίτη Κιτίου Κυπριανού Οικονομίδη (1833-1886) (2), αποτέλεσε την αφορμή της διεξαγωγής ενός σύντομου αλλά ουσιαστικού διαλόγου, από τις στήλες της προαναφερθείσας εφημερίδας που εξέδιδε ο πρώτος. Ο επιστολικός αυτός διάλογος, εκκλησιολογικού χαρακτήρα, με ποιμαντικές, εκλαϊκευτικού και ηθοπλαστικού χαρακτήρα, απόψεις των δύο ιεραρχών, αποτέλεσε παράλληλα αφορμή για να γνωστοποιηθούν στην Κύπρο συγκεκριμένες θέσεις τους, και μέσω αυτών η φιλοπατρία, το ήθος και το ενδιαφέρον των δύο ανδρών για την πρόοδο του ποιμνίου τους.
Με κίνητρο τον διάλογο αυτό και για να προβληθεί η εκκλησιαστική πολιτεία τους και η φήμη που απέκτησαν από το όλο έργο τους, κυρίως δε η λαϊκή έξωθεν καλή μαρτυρία και αγάπη προς το πρόσωπό τους, θα παρακολουθήσουμε στη συνέχεια όσα γράφτηκαν για τον θάνατο του Κυπριανού αφενός, από τις κυπριακές εφημερίδες της Λεμεσού Αλήθεια και Σάλπιγγα, και αφετέρου διάφορες πληροφορίες των ίδιων εφημερίδων για τον Διονύσιο Λάτα, σχετικές με την Κύπρο, καθώς και λίγα για τον θάνατό του. Τα τελευταία απέρρευσαν από τη σχέση του με τον Κυπριανό, τα οποία και τον έκαναν γνωστό στον κυπριακό χώρο.
Πριν όμως παρακολουθήσουμε αυτά, θεωρούμε σκόπιμο να αναφέρουμε ότι τα κυπριακά έντυπα ανέκαθεν, από το 1878 και εξής, αντιμετώπιζαν ομοιοπαθητικά και οιονεί αγαπητικά τον επτανησιακό χώρο. Είτε η περίπτωση του Γλάδστωνα (3), που ευνόησε την Ένωση της Επτανήσου, είτε η ιδεολογία και η πολιτική του ριζοσπαστισμού (4), που προβλήθηκε από μερίδα των Κυπρίων ως μοντέλο για την επίτευξη της Ένωσης και της Κύπρου με την Ελλάδα, είτε οι αναφορές και οι νεκρολογίες (5) για μεγάλες μορφές του αγώνα των Ιονίων, είτε ακόμη η συμπαθητική στάση των Κυπρίων προς τους χειμασθέντες από τους καταστροφικούς σεισμούς Ζακυνθίους (6), καταδεικνύουν, σε κάθε περίπτωση, την ιδιότυπη εθνική σχέση Κύπρου και Επτανήσου, κατά την οποία τα Ιόνια Νησιά αποτέλεσαν φάρο ελπίδας για τους Κύπριους. Και πέραν τούτων όμως, είναι πολλές οι δημοσιεύσεις των κυπριακών εφημερίδων, οι αναφερόμενες για τους ίδιους λόγους στην ιστορία της Επτανήσου, ως προτύπου και πάλι, η μελέτη της οποίας θα μυούσε τους αναγνώστες τους στις επιτυχείς ενωτικές πρακτικές που ακολουθήθηκαν στις δυτικές παρυφές του ελληνισμού.
Η βραχύβια, λόγω του θανάτου του Κυπριανού, αλληλογραφία των δύο αρχιερέων άρχισε με πρωτοβουλία του Κύπριου ιεράρχη. Γνωρίζοντας αυτός το ανανεωτικό πνεύμα της Σιών του Διονυσίου Λάτα (7), ιδίως δε τις θέσεις του περί παιδείας του κλήρου και αξιοπρεπούς διαβίωσης των κληρικών, έστειλε στις 13-8-1886 εκτενή επιστολή του στον Διονύσιο, αναφέροντας τις σκέψεις του, που τις καταχωρίζουμε περιληπτικά, αφού πρώτα αποδώσουμε αποσπασματικά τις κρίσεις της Σιών, οι οποίες προτάχθηκαν της επιστολής Κυπριανού (8):

Προ τεσσάρων μηνών ο Μητροπολίτης Κιτίου (Κύπρου) Κυπριανός έπεμψεν επιστολήν προς τον Αρχιεπίσκοπον Ζακύνθου Διονύσιον, τον και Συντάκτην της «Σιών» εν η εκτίθησι την επικειμένην ανάγκην τυπικών μεταρρυθμίσεων εν τη Ορθοδόξω Ανατολική Εκκλησία. Συνεννοούμενος δε μετ’ αυτού προέτρεπεν αυτόν να προβή εις ώριμον σκέψιν και ούτω να διενεργήσωσιν αμφότεροι συνεννόησιν μετ’ άλλων συναδέλφων Αρχιερέων, και βαθμηδόν, πολλών συνεννοηθέντων, να καθυποβάλωσι τας σκέψεις αυτών εις τους αρχηγούς Πατριάρχας και τας Ιεράς Συνόδους και τοιουτοτρόπως να επέλθη πρακτικόν αποτέλεσμα. Αλλά μόλις αντήλλαξαν οι δύο ιεράρχαι [,,,] δύο επιστολάς, και επήλθεν ο άωρος θάνατος του Μητροπολίτου Κιτίου Κυπριανού. Τούτο ελύπησε σφόδρα τον Αρχιεπίσκοπον Ζακύνθου, επειδή εστερήθη η Εκκλ. λειτουργού όχι μόνον πεπαιδευμένου, αλλά και έμπλεω ευσεβών αισθημάτων και χριστιανικών αρετών, διανοουμένου σοβαρώς περί των εκκλησιαστικών ημών πραγμάτων, και ενδιαφερομένου σπουδαίως περί της ανυψώσεως της σχεδόν ήδη πεπτωκυίας υπολήψεως της Εκκλησίας. Μετά τον θάνατον του αοιδίμου Κυπριανού η «Σιών» κρίνει εύλογον να δημοσιεύση τας δύο ταύτας επιστολάς αμφοτέρων των Ιεραρχών […] εξ ων δύνανται οι αναγνώσται να λάβωσι πρακτικάς ιδέας περί της σημερινής καταστάσεως της Εκκλησίας, και περί του ενδιαφέροντος, το οποίον οφείλει πας ορθόδοξος χριστιανός και αληθής Έλλην να δεικνύη προ πάντων σήμερον υπέρ της σωτηρίας της Εκκλησίας εξ επικειμένου κινδύνου. […] Έκρινε δε εύλογον η «Σιών» να δημοσιεύση τας επιστολάς ταύτας εις το πρώτον φύλλον του Ζ΄ έτους της εκδόσεως αυτής, επειδή αι επιστολαί αύται δύνανται να θεωρηθώσι ως νέον πρόγραμμα της «Σιών», ανακεφαλαιούν, […]
τον σκοπόν, δι’ ον η εφημερίς αύτη από εξ ήδη ετών εκδίδοται, και θέλει εκδίδοσθαι εν όσω ο Συντάκτης αυτής υπάρχει εν τοις ζώσιν.

Καταχωρίσαμε το εισαγωγικό αυτό κείμενο για να φανεί η σοβαρότητα των προθέσεων της Σιών, ουσιαστικά του συντάκτη της αρχιεπισκόπου Λάτα• η ποιότητα των αλληλογραφούντων, αλλά και η σημασία μιας τέτοιας συνεργασίας που την διέκοψε ο πρόωρος θάνατος του Κυπριανού. Κυρίως όμως παρατέθηκε ως ερμηνευτικό, ως ευρέως νοούμενο περικειμενικό υλικό, από κοινού με τις επιστολές των ανδρών, για την κατανόηση του περιεχομένου των λογοτεχνικών κειμένων που θα ακολουθήσουν.
Η επιστολή Κυπριανού πέραν των ολίγων βιογραφικών στοιχείων (9) εστιάζει στα ακόλουθα «σπουδαιότατα ζητήματα», κεντρικός στόχος των οποίων είναι η συνένωση των δυνάμεων των ομοδόξων χριστιανών, στην Ελλάδα και την Κύπρο (10) για την επίτευξή τους. Επισημαίνει, λοιπόν, «την κενότητα των Ναών», που την αποδίδει α) στη μακρότητα των ακολουθιών και β) στο οχληρότατο ύφος των ψαλτών. Τη θρησκευτική αδιαφορία των καιρών του την αποδίδει, αιτιολογημένα πάντοτε και με παρρησία, στην απαιδευσία των κληρικών (11). Θεωρεί ως μέσο θεραπευτικό την προσέλκυση κληρικών μορφωμένων διά της καθιερώσεως αξιοπρεπών μισθών, ιδίως για τους εγγάμους οικογενειάρχες εξ αυτών. Και περαιτέρω όμως, προτείνει σύντμηση των ακολουθιών και περιορισμό των νηστειών (12), δείγματα αυτά της οξύνοιάς του, που τον έκανε να υπερβαίνει τους τύπους, αποβλέποντας στην ουσία. Προτείνει ακόμη και την περικοπή του μεγάλου αριθμού των εορτών (13).
Ο Κυπριανός, πολυσχιδής μορφή και νους πολιτικός (14), κινήθηκε με βήματα λελογισμένα, απευθυνόμενος στον Διονύσιο, γιατί διέβλεπε ότι τον διακατείχαν παρεμφερείς σκέψεις και αγωνίες. Διότι γνώριζε τις σκέψεις του από τη Σιών. Πολιτικές, ωστόσο, είναι οι κινήσεις του ως προς τον τρόπο ενεργείας. Τον απασχολεί α) να μη προκληθούν οι πιστοί, β) να γίνουν συντονισμένες προσπάθειες με κέντρο την Αθήνα, γι’ αυτό και αφήνει τις πρωτοβουλίες στον Λάτα, και γ) μετά από σύντονο προγραμματισμό να απευθυνθούν και στην Κωνσταντινούπολη:

[…] Τοσαύτα, φίλη κορυφή, προς το παρόν. Δεν μοι επιτρέπει το εκτάκτως δι’ Αρχιερέα πολυάσχολον να προβώ εις λεπτομερείας περί του καταλληλοτέρου […] τρόπου της άνευ σκανδάλου εισαγωγής (15) της μεταρρυθμίσεως ταύτης• […] είσθε εντριβής περί τα ιερά ημών βιβλία, εξ ων θα αντληθώσι τα επιχειρήματα, άτινα θα εφησυχάσωσι τας θρησκευτικάς συνειδήσεις του λαού μας κατά την μεταρρύθμισιν ταύτην. […].

Η απάντηση του Διονυσίου Λάτα στα γραφόμενα και προτεινόμενα υπό του Κυπριανού έχει ενδιαφέρον για τις επιφυλάξεις του, διότι γνωρίζει μετά βεβαιότητος ότι θα εγερθούν από συναδέλφους τους αντιρρήσεις. Χαίρεται (16) διότι συμφωνούν με την αναγκαιότητα για αλλαγές (17), αλλά φοβάται τον πιθανό σάλο που μπορεί να ξεσπάσει
(18):

[…] Αλλ’ εκείνο το οποίον έχω να αντιτάξω, αφορών εις την επιτυχίαν και την πραγματοποίησιν της ιδέας, ην συνελάβετε, και ην εγώ και άλλοι προσέτι συνάδελφοι προ πολλού κατέχομεν και διατρέφομεν, είναι, ότι πολλοί, όχι ολίγοι των ημετέρων συναδ[έλ]φων, όχι μόνον δεν θα εννοήσωσιν ημάς, αλλά τουναντίον και θα αντιπράξωσι, λέγοντες και επιμένοντες, ότι τα της Εκκλησίας καλώς έχουσι. […]
αλλ’ όταν όχι μόνον δεν παρουσιάζη θέλγητρα, αλλά παρουσιάζη [η Εκκλησία] και ελλείψεις, τίνι τρόπω και ποία δυνάμει θα προσελκύση εις εαυτήν τους αποπλανηθέντας;
Αυτό είναι το σημείον
[…] εις το οποίον θα συγκρουσθώμεν, και εν τω οποίω θα ναυαγήσωμεν. […].

Ο Κυπριανός πέθανε το 1886, επάνω στη μεγάλη ακμή του. Η προσφορά του, ποιμαντική, κοινωνική και εθνική υπήρξε προφανώς τεράστια, αν κρίνει κανείς από τις εκδηλώσεις πένθους που έγιναν μόλις έγινε γνωστός ο θάνατός του, αλλά και από το λογοτεχνικό υλικό που συσσωρεύθηκε, πλούσιο ελεγειακό τεκμήριο, αφού η λογοτεχνία επισφραγίζει και δικαιώνει την κοινωνική παρουσία των μεγάλων μορφών. Η Σάλπιγξ της Λεμεσού ανήγγειλε
(19):

[…] την Τρίτην εις τας 10 και ¾ π.μ. εξεμέτρησε το ζην ο δημοφιλής ιεράρχης, ο ακάματος της πατρίδος προασπιστής, ο αήττητος υπέρμαχος του δικαίου, ο ιερός λάτρις των Μουσών, ο την ψυχήν του θύσας υπέρ της πατρίδος του. […] Απέπτη λοιπόν ο ιερός ούτος κύκνος ο αεννάως [sic] μέλπων χαρμόσυνα τη πατρίδι άσματα. Εσίγησε λοιπόν ο μελίρρυτος εκείνος λάρυγξ ο φρουρός της δικαιοσύνης και ο κήρυξ της αρετής. Εδεσμεύθη λοιπόν η ηδύφθογγος αύτη γλώσσα η κατακεραυνώσα την τυραννίαν κασι χαληναγωγούσα [sic] τον δεσποτισμόν. […]

Όσο και αν διακρίνει κανείς έντονη τη συγκινησιακή φόρτιση, όμως οι χαρακτηρισμοί για τον άνδρα ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, γιατί αποδίδουν την εκ των πραγμάτων επιβαλλόμενη πολυσχιδία, την αρετή, το αδιάφθορο του ήθους και τον πατριωτισμό του. Οι αναφορές στο έργο του είναι πολλές στο κείμενο της Σάλπιγγος στη συνέχεια, αξίζει όμως να τονισθεί η επισήμανση των υποθηκών που άφησε ως θρησκευτικό και εθνικό πρότυπο στην Κύπρο ο Κυπριανός. Στο ρεπορτάζ από την κηδεία του καταφαίνεται η εντύπωση που προκάλεσε το απαίσιο συμβάν στη Λεμεσό, καθώς και όσα πένθιμα τελέσθηκαν κατ’ αυτήν (20). Αν αναζητήσει κανείς κάποιο παράλληλο, ίσως βρει ομοιότητες με όσα συνέβησαν στην Κέρκυρα, όταν αναγγέλθηκε δημόσια ο θάνατος του Διονυσίου Σολωμού, τα οποία και συνοδεύθηκαν από ποικίλα θρηνητικά ποιήματα για τον νεκρό (21). Τέτοια κείμενα γράφτηκαν και για τον Κυπριανό, επειδή ακριβώς ο ρόλος του είχε υπερβεί τα περιγεγραμμένα ποιμαντικά όρια και ως εκ των συνθηκών είχε λάβει εθνικό χαρακτήρα. Όσο και αν είναι επισφαλής αρωγός της λογοτεχνίας η επικαιρότητα, λόγω της έντονης συναισθηματικής φόρτισης που την διακατέχει, όμως δεν μπορεί να μη διακρίνει κανείς την αλήθεια των έμμετρων αυτών κειμένων, των ποικίλων ελεγείων που γράφτηκαν για τον νεκρό Κυπριανό, τα οποία και αποτελούν το κεντρικό σημείο της μελέτης μας αυτής.
Αρχικά θα παραθέσουμε δύο ποιήματα, τα οποία έφεραν οι δύο στέφανοι, ο πρώτος ελαίας και ο δεύτερος δάφνης, που κατέθεσαν στον τάφο του μεταστάντος οι μαθήτριες του Παρθεναγωγείου της Λεμεσού. Παρεμπιπτόντως, αξίζει να λεχθεί ότι η σύνθεσή τους είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον κάλαμο της Πολυξένης Λοϊζιάδος, διευθύντριας του εν λόγω Παρθεναγωγείου, πρώτης σημαντικής γυναίκας ποιήτριας της Κύπρου και σπουδαίας παιδαγωγού. Στην κηδεία του Κυπριανού, πέραν της συμμετοχής της ως διευθύντριας του εν λόγω Παρθεναγωγείου, έφερε κατά την εξόδιο πομπή και το στεφάνι της διευθύντριας του Παρθεναγωγείου Σκάλας, ως αντιπρόσωπός της (22). Η ταύτισή τους είναι βέβαιη, εφόσον τα ποιήματα αυτά –τεκμήριο της ποιότητάς τους και της προτίμησης της Λοϊζιάδος- έχουν συμπεριληφθεί στη συλλογή ποιημάτων της Ίριδες (εν Αθήναις 1901) (23), συλλογή η οποία εμπεριέχει τα καλύτερα έργα τής προ του 1901 ποιητικής παραγωγής της, βραβεύθηκε δε στην Κυπριακή Έκθεση του 1901, στην Αθήνα
(24).
Επάνω στο στεφάνι της ελαίας (χωρίς τους τίτλους των ποιημάτων, οι οποίοι προστέθηκαν στην έκδοσή τους στις Ίριδες), στεφάνι που σηματοδοτούσε το ειρηνικό, το κοινωνικό και ανθρωπιστικό έργο του Κυπριανού, είχε αναγραφεί:

Το άστρον του μετώπου σου σβύνει κι’ ήλιος σκιάζει!
Την φρόνησίν Σ’, Αθάνατε, το σάβανον σκεπάζει!
Μ’ ολοφυρμούς η έρημος Πατρίς Σε στεφανόνει,
Με την φωτιάν του στήθους της Σ’ το δάκρυ της θα ληόνη.
Ως η ελαία θαλερά η μνήμη σου θα γίνη•
Το πένθος Σ’ αλησμόνητον εις γενεάς θα μείνη!
Κυπριανέ Αθάνατε! την Κύπρον πού αφίνεις;
Ο ήλιος σου σ αν έδυσε σβύν’ η ζωή κι’ εκείνης!!!


Και στο δίδυμό του στεφάνι της δάφνης είχε αναγραφεί το λαϊκότροπο -απολύτως σύμφυτο με τη δημοφιλία που απολάμβανε ο Κυπριανός- ποίημα, αυτή τη φορά με περιεχόμενο αλλά και με διακειμενικό υπόστρωμα καθαρά πατριωτικό:

«Για δες καιρόν που διάλεξεν ο χάρος να τον πάρη»
Τώρα που η πατρίς ημών μόνον είχε καμάρι.
Και πρώτον είχε στήριγμα και παρρησιά ’ς τους ξένους
(25),
Και μόνον είχε τείχισμα σ’ ημάς τους ρημωμένους!
Σήκω λιοντάρ’ ατρόμητο! φίμωσε και τον χάρον!
Σήκω! και κάμ’ Αντίδωρον Ελευθεριάς να πάρω!
Αυτήν την δάφνην η Πατρίς με δάκρυ θα ποτίζη
Αιώνια ’ς το μνήμα σου αιώνια ν’ ανθίζη!
Κυπριανέ Αθάνατε! την Κύπρον πού αφίνεις;
Ο ήλιος σου σ αν έδυσε σβύνει ζωή κι εκείνης!!!
(26)


Και στη συνέχεια, όμως, η Μούσα δεν έπαψε να θρηνεί τον άωρο θάνατο του Κυπριανού. Λίγες ημέρες αργότερα, η Αλήθεια αναφέρθηκε στο μνημόσυνο που τελέσθηκε στη Λευκωσία (στις 14/26 Δεκεμβρίου 1886, ημέρα Κυριακή) για τον θανόντα ιεράρχη (27) και στην ίδια σελίδα του φύλλου αυτού δημοσιεύθηκε το επόμενο αρχαιοπρεπές επιτύμβιο του γνωστού δικαστή Βαρωσίων, λογίου, αρχαιολόγου και ποιητή Χρ. Παπαδοπούλου. Τίτλος του «Επιτύμβιον τω γεραρώ και αειμνήστω Ιεράρχη Κιτιέων Κυπριανώ» και τοπική ένδειξη: «Εν Βαρωσίοις»:

Αι, αι, κάτθανες, ω Κυπριανέ κλυτέ, κύδος Κύπρου,
Πιερίδων θεράπων πάσιν αειδόμενε,
Ος σοφίης λύχνω τηλαυγέι πάγχυ φαείνων,
Αχλύν αϊδρείης πουλύν απεσκέδασας,
Έμπης δε δνοφερόν θανάτου, φευ, άημ’ επιβρίσαν,
Έσβεσεν εξ απίνης σείο λύχνον βιότου.

Στο φ. 309 της Αληθείας (3/15-1-1887, σ. 3-4) δεν υπάρχουν ποιητικές καταθέσεις, αλλά δύο πολύ διαφωτιστικά και με λογοτεχνικές αξιώσεις πεζά κείμενα. Το πρώτο εκ Λονδίνου προερχόμενο και με τα αρχικά Ι.Κ. υπογραφόμενο, χρονολογημένο στις 15/27 10βρίου 86, με την προλογική αναφορά: «[…] ουδέ θα λήξη ατυχώς προ του βίου μας η περίοδος του να τον θρηνώμεν», αναφέρεται στην αρετή του Κυπριανού, στη βοήθεια που έδινε σε όλες τις κοινωνικές τάξεις (28), στην αμέριστη αρωγή του για την πρόοδο της παιδείας (29), στην επιστημοσύνη του (30). Και, ακόμη, στην προσήνεια και το φιλολαϊκό ήθος του, στην ικανότητα, τέλος, της επικοινωνίας που τον διέκρινε, με τον απλό κόσμο.
Το δεύτερο κείμενο είναι η ομιλία του διδασκάλου Πολ. Χρηστοπούλου, που εκφωνήθηκε στο μνημόσυνο του ιεράρχη στον ναό της Αγίας Παρασκευής στη Λάπιθο. Δεν θα εμμείνουμε στο κείμενο αυτό, θα παραθέσουμε όμως μόνο ένα χωρίο του, όπου καταγράφονται μονολεκτικά αλλά πολύ εύγλωττα οι αρετές του:

[…] Και όντως το πράον, το φιλάνθρωπον, το προσηνές, το φιλόπατρι, το πολύπειρον, το ευφραδές, το εμβριθές, το εύτολμον, το μεγαλοφυές, […] δι’ ων ην κεκοσμημένος ο αείμνηστος Ιεράρχης, ήσαν γνωστά ουχί μόνον παρά τοις εν Κύπρω ιθαγενέσι τε και ξένοις, αλλά και παρά άλλοις πέραν αυτοίς επισημοτέροις κύκλοις. […]
(31).

Ο Χρ. Παπαδόπουλος, πληθωρικός στην ποιητική παραγωγή του, επανέρχεται λίγο αργότερα στην απώλεια του ιεράρχη με ένα πολύ εκτενές σύνθεμά του, στο φ. 311, της ίδιας έγκριτης εφημερίδας της Λεμεσού (32). Ο θάνατος του Κυπριανού είναι ακόμη πρόσφατος. Το ποίημα, με τίτλο «Ο Σεπτός και αοίδιμος Ιεράρχης Κιτίου Κυπριανός και το λόγιον ‘Την πατρίδα αγαπάτε / και κινδύνους αψηφάτε’», είναι αφιερωμένο «Τη Ιερά και Θεσπεσία αυτού Σκιά». Το ενδιαφέρον του, ωστόσο, συνίσταται στο ενυπάρχον βιογραφικό υλικό:

Α΄
Εκ του βάθους του μνημείου, συμπολίται, την φωνήν μου,
Ανυψώ και θα σας δώσω τελευταίαν συμβουλήν μου
Αλλ’ αυτή δεν είναι νέα, είν’ εκείνη την οποίαν
Σας απέτεινα ζων έτι ως χρυσήν παραγγελίαν

Την πατρίδα αγαπάτε
και κινδύνους αψηφάτε.

Β΄
Μη οδύρεσθε διότι η σκληρά μου πνευμονία
Με αφήρπασεν εξαίφνης εις μονήν την αιωνίαν.
Αν εκπνέων ηδυνάμην λέξεις δύο να λαλήσω
Με αυτήν την συμβουλήν μου έμελλον να ξεψυχήσω.

Την πατρίδα αγαπάτε
και κινδύνους αψηφάτε.


Γ΄
Το απόφθεγμά μου τούτο, ως φιλόστοργος πατήρ σας
Σας κληροδοτώ και έστω ο γενναίος χαρακτήρ σας.
Εις του βίου τα πελάγη αταρβείς θαλασσοπόροι
Εις του κόσμου τας πλατείας διαβάται χριστοφόροι,

Την πατρίδα αγαπάτε
και κινδύνους αψηφάτε.

Δ΄
Προσωπείον θα φορέση εύσχημον η αγυρτεία,
Και ευπάρυφος θα έλθη προς υμάς η γοητεία
Αλλ’, ω φίλοι συμπολίται, το συμφέρον προτιμάτε,
Και ουδείς εν τω παρόντι εν νηδύμω ας κοιμάται.

Την πατρίδα αγαπάτε
και κινδύνους αψηφάτε.


Ε΄
Βεβυσμένοι σεις τα ώτα μεταξύ τοσούτων δόλων,
Διανύετε εμφρόνως τον του βίου δρόμον όλον.
Και αν άλλους την απάτην ποτισμένους απαντάτε,
Εις οδόν σωτηριώδη φιλαδέλφως αποσπάτε.

Την πατρίδα αγαπάτε
και κινδύνους αψηφάτε.


ΣΤ΄
Τα προγονικά καλά σας αν τινές θα παραλύσουν,
Κ’ ελληνικήν καταγωγήν αυθαδώς θα πολεμήσουν,
Τότε, φίλοι συμπολίται, με την ούσαν δύναμίν σας,
Καταστήσατέ τα πάλιν εις αίδιον τιμήν σας.

Την πατρίδα αγαπάτε
και κινδύνους αψηφάτε.


Ζ΄
Αν εχθροί της Πίστεώς μας μάχας μυστικάς κηρύξουν,
Αν ορμούν το πορφυρούν της ένδυμα να διαρρήξουν,
Αν ζητούν τους ζηλωτούς της να πλανήσωσι δολίως,
Τότε σεις τας πανοπλίας ενδυσάμενοι ανδρείως.

Την πατρίδα αγαπάτε
και κινδύνους αψηφάτε.


Η΄
Ταύτα είναι πρώτη, μέση και εσχάτη συμβουλή μου,
Εμπνευσμέν’ υπό προνοίας πατρικής και ωφελίμου.
Εις την μνήμην σας ας μένη ο Κυπριανός ακόμη,
Αν εις μέλλον φίλων τέκνων του Πατρός συμβάλλ’ η γνώμη.

Την πατρίδα αγαπάτε
και κινδύνους αψηφάτε.



Θα καταχωρίσουμε άλλο ένα ποίημα που δημοσιεύθηκε στην Αλήθεια αρκετούς μήνες μετά τον θάνατο του Κυπριανού. Η αναφορά στην 3η στροφή, ότι ο παλμός της ψυχής του ιεράρχη συγκινεί ακόμη, αποδίδει, νομίζουμε, το κοινό αίσθημα και την ευγνώμονα λαϊκή μνήμη. Είναι γραμμένο στη Λευκωσία από τον Ιω. Μιχαηλίδη, φέρει τον τίτλο «Άνθη», ενδεικτικό της μεταθανάτιας τιμής προς τον νεκρό, και την περικειμενική δήλωση ότι «Αφιαιρούται (sic) τω Σεβαστώ μοι Ιεράρχη Κυπριανώ». Είναι εμφανές από τα συμφραζόμενα ότι έχει συντεθεί μετά τον θάνατό του (33):

Και πάλιν επανέρχομαι ’στον τάφον σου επάνω
Με τας σκιάς ν’ ανταμωθώ…
Την κρύα πέτρα ν’ ασπασθώ
Και μ’ άνθη να την ράνω.

Αν κι’ εβυθίζεσο συχνά ’στου χάρωνος τον σάλον
Στο έθνος έδιδες ζωήν
Κ’ εις τα αισθήματα πνοήν,
Πανσέβαστέ μοι, ψάλλων.

Και τώρα… πώς! εχώρεσε τολίγο τούτο χώμα
Την κοσμοάκουστη ψυχή,
Που ο παλμός της αντηχεί
Και συγκινεί ακόμα;

Αλλά τί βλέπω;… διατί ο τάφος σου σαλεύει
Κι’ αυτά τα άνθη μου κινεί;
Οποία πλάνη ποθεινή
Τον νουν μου κυριεύει!...

Δεν απατώμαι… αντηχεί σιμά μου η φωνή σου
Κι’ αύρα προσπνέει Παρνασού
[sic],
Ω ασπαστή τώρ’ αντί Σου
Η σεβαστή εικών σου.

Αφήσαμε τελευταία δύο ποιήματα που δημοσίευσε η Σάλπιγξ (34), επίκαιρα –είναι επιμνημόσυνα αμφότερα- αλλά ξεχωριστά. Το ένα εξ αυτών έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι ο δημιουργός του είναι ο εθνικός ποιητής της Κύπρου (35). Πρόκειται για το σύνθεμα του Βασίλη Μιχαηλίδη «Επί τω θανάτω του σεβαστού μου Κυπριανού» (36), δημοσιευμένο προ του μνημοσύνου «εις Αγ. Νικόλαον υπέρ της ψυχής του αοιδίμου αρχιερέως Κυπριανού, ιερουργούντος του Πανοσιωτ.[άτου] εξάρχου Κ. Θεοφυλάκτου»:

Την πατρίδα σου με ζέσιν
αγαπούσεν η ψυχή σου•
είχες δυστυχώς τον βίον
ακανθώδη και μικρόν,
μόλις ήμισυ αιώνα
υπερέβη η ζωή σου
και θρηνούσα η πατρίς σου
σ’ εστεφάνωσε νεκρόν.

Θα σε έχ’ η ιστορία
ανεξάλειπτον σελίδα.
Είχες έξοχον το πνεύμα
και γενναίαν την ψυχήν,
κ’ εκουράσθης κοπιάζων
και μοχθών για την πατρίδα.
Έπρεπεν αλλού ν’ ακμάσης
και εις άλλην εποχήν.

Και εις στόματα ρητόρων
εις σου λόγος ήτο πώμα•
ήσο υπέρ του δικαίου
φόβητρον τοις φοβεροίς.
Είνε άδικος ο χάρων,
έπρεπε να ζης ακόμα
έως ότου αποκτήση
όμοιόν σου η πατρίς.

Σ’ έκλαυσεν όλ’ η πατρίς σου
ως αγαπητόν υιόν της
και διά ενθύμησίν σου
δεν χρειάζετ’ ανδριάς.
Αρκεί τούτο που αφήκες
τ’ όνομά σου ’ς τον λαόν της
βράχον αντικρύ του χρόνου
και λαμπρόν ως η Πλειάς.

Το δεύτερο ποίημα, «Ελεγείον κατ’ ακροστιχίδα εις τον Πολύκλαυστον Ιεράρχην Κιτιέων Κυπριανόν», είναι του Σ. Λυσανδρίδη και έχει συντεθεί στην καθαρεύουσα. Δεν το διαπερνά ασφαλώς η λεπτή χάρη και η χαρμολύπη, με τις οποίες έδωσε πνοή στον λόγο του ο τεχνίτης Μιχαηλίδης, χάρη στην απλή καθαρεύουσα που αξιοποίησε, εμπλουτίζοντάς την με στοιχεία του απλού καθημερινού λόγου και αποδίδοντας έτσι το λόγιο θεολογικό ήθος που άρμοζε στον νεκρό, απευθυνόμενος παράλληλα και στην ψυχή του ποιμνίου του ιεράρχη με την απλότητα και το απέριττο του ύφους του. Με βυζαντινόμορφο στιλ και με μικτή γλώσσα, ο Λυσανδρίδης θέλει να μιμηθεί τους ύμνους των μελωδών και τη θεολογική πρακτική, απευθυνόμενος με άλλο τρόπο αυτός στους αποδέκτες του δικού του ποιήματος
(37):

Κύπρος συ ήτις, υπέρ σου τοσούτον επροσπάθει
νυχθημερόν σκεπτόμενος τα ιδικά σου πάθη
Υψών αείποτε φωνήν κατά της αδικίας
γενναίως δε συνηγορών υπέρ της αληθείας
Πένθησον τον Σωτήρα σου, πένθησον τον Ποιμένα
τον την ψυχήν του θύσαντα προς το να σώσ’ εσένα
Ράνον με δάκρυα πικρά, τον τάφον του Κιτίου
μνημόνευε διά παντός Κυπριανού του θείου
Ίνα και ήδη άνωθεν, σε μόνον ενθυμήται
και διά σε τα αγαθά του πλάστου εξαιτήται.
Αν όμως συ αχαριστής, και λησμονής τα πάντα
στην κεφαλήν σου χείρονα θα πέσωσι συμβάντα
Νυν ότε παρευρίσκεσαι εις τελετήν αγίαν
εις ιερόν μνημόσυνον, εις θείαν λειτουργίαν
Όλη ψυχή και σώματι δεήθου του Υψίστου
να δώση γαίαν ελαφράν του Ιερού του Μύστου
Συ δε Πανάγαθε Θεέ, εν τω χορώ αγίων
κατάταξον Κυπριανόν, προστάτην των Κυπρίων.

Θα ασχοληθούμε στα επόμενα με τα δημοσιεύματα των κυπριακών εφημερίδων, για τον αρχιεπίσκοπο Ζακύνθου Διονύσιο. Καθώς φαίνεται, αν και ο Διονύσιος ήταν γνωστός στον ελληνικό κόσμο, κυρίως λόγω της Σιών, η οποία έφθανε σε όλα τα τότε κέντρα του ελληνισμού, οι αναφορές των εφημερίδων ενισχύθηκαν και ο Διονύσιος έγινε ευρύτερα γνωστός στο νησί, μετά την αλληλογραφία των δύο ιεραρχών στη Σιών, την οποία και προκαταγράψαμε ως επαναδημοσιευθείσα στην Αλήθεια (38). Ο Διονύσιος, λοιπόν, ήταν ασφαλώς ευρέως γνωστός στην Ελλάδα, καθώς και στον εκτός αυτής ορθόδοξο ελληνισμό, και λόγω της εφημερίδας του, όπως προαναφέραμε, που είχε αντιπροσώπους και στο εξωτερικό, όπως μία άλλη πολύ γνωστή και διαδεδομένη περιοδική έκδοση με θρησκευτικό ενδιαφέρον, η Ανάπλασις, αλλά και λόγω της εν γένει χριστιανικής δράσης του, ως προσωπικότητα δε διακρινόταν από παρεμφερείς με τον Κυπριανό ανησυχίες και ευρύτητα ιδεών.
Μπορούμε, λοιπόν, να παρακολουθήσουμε τις αναφορές στο πρόσωπό του μέχρι και αυτό τον θάνατό του, από όσες μαρτυρτίες των εφημερίδων αυτών συγκεντρώσαμε. Συγκεκριμένα, η Σάλπιγξ της Λεμεσού έχει διασώσει μία πληροφορία επικείμενης παρεπιδημίας του Διονυσίου στην Κύπρο, πληροφορία χρονικά γειτνιάζουσα με την επιστολιμαία γνωριμία των δύο ανδρών, του Κιτίου και του Ζακύνθου (39): «Ο Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου […] σκοπεί, ως εμάθομεν, μετά την Λαμπράν να επισκεφθή την Ιερουσαλήμ και επιστρέφων θα διέλθη διά της νήσου μας, εις ην θα διαμείνη επί τινας ημέρας». Η συνέχεια βρίσκεται στο φ. 178 της Σάλπιγγος (40): «Την παρελθούσαν Τρίτην διήλθε διά της Λάρνακος προερχόμενος εξ Ιερουσαλήμ και κατευθυνόμενος εις Ζάκυνθον ο Μ. Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου κ. Δ. Λάτας. […]». Ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου τον υποδέχθηκε, και στο σπίτι του Γρ. Κυζίδου όπου κατέλυσε, τον επισκέφθηκαν οι κληρικοί και οι έγκριτοι πολίτες της Λάρνακας. «Μετά ταύτα επορεύθη ο κ. Λάτας εις τον ναόν Αγ. Λαζάρου», όπου μπροστά σε πλήθος κόσμου «εκ του προχείρου το ευφραδές στόμα του δεινού τούτου ιεροκήρυκος ετόνισε λαμπρόν και κατανυκτικώτατον λόγον περί θρησκείας και εθνισμού». Δεν έμεινε στην πόλη, αλλά υποσχέθηκε ότι «μετά τινα καιρόν θα επισκεφθή την Κύπρον, και ότι επί 15 ημέρας θα διαμείνη, διά να επισκεφθή και την Λεμησσόν […]».
Μία ακόμη μαρτυρία για τον Διονύσιο προέρχεται από την εφημερίδα Φωνή της Κύπρου (41). Πρόκειται για πληροφορία, σχετική με συνέντευξη που έδωσε στην αμερικανική εφημερίδα The Morning Call για την ένωση των δύο Εκκλησιών.
Όπως και στην περίπτωση του Κυπριανού, έτσι και με τον Διονύσιο, αφήσαμε την ποίηση να έχει τον τελικό λόγο, να συνοψίσει δηλαδή με τον ιδιαίτερο τρόπο της και να αναδείξει την προσφορά, να διαιωνίσει τη μνήμη, να αθανατίσει το πέρασμά τους από τη γη. Νομίζουμε ότι το ποίημα που ακολουθεί έχει ιδιαίτερη αξία, διότι εκκινεί εκ Κύπρου και μάλιστα ο συνθέτης του, ο Χριστόδ. Σ. Χουρμούζιος, γνωρίζοντας προφανώς τους παράλληλους βίους των δύο ανδρών, αλλά και τον σύντομο ιδιότυπο διάλογό τους εκ του μακράν και δι’ επιστολών, φροντίζει να διαλέγεται άτυπα το περί Διονυσίου σύνθεμά του με όσα συντέθηκαν κατά καιρούς μεταθανάτια για τον Κιτίου Κυπριανό. Η φράση, για παράδειγμα, «και Συ να κλίνης τον αυχένα» μας παραπέμπει στον πρότερο θάνατο του Κυπριανού. Επίσης, η όλη αρετολογία και η καταγραφή των προσόντων του Διονυσίου, όπως η ευφράδεια, η ποιμαντική χάρις, η λαϊκότητα του τρόπου, η παραμυθητική ικανότητα, η βαθιά θεολογική και γενική μόρφωση, παραπέμπουν σε ανάλογες αρετές του Κιτίου. Εύλογα, λοιπόν, ο λαός μένει βαρυάλγητος από την απώλεια τέτοιων ποιμένων και οδηγών, όπως αναφέρεται στο ποίημα που ακολουθεί:


ΕΠΙ ΤΩ ΘΑΝΑΤΩ
ΤΟΥ ΚΛΕΙΝΟΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΠΑΤΡΟΣ
ΚΑΙ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΖΑΚΥΝΘΟΥ
ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΛΑΤΑ (42)

Ούτως, επέπρωτο και Συ να κλίνης τον αυχένα
εις την σκληράν και απηνή δρεπάνην του Θανάτου,
να απολέση δ’ ο λαός εν Σοι καλόν Ποιμένα,
αόκνως επισπεύδοντα εις πάντα τα δεινά του.

Έπαυσε πλέον λέγουσα η ευφραδής Σου γλώσσα,
και η γλυκίων μέλιτος αυδή Σου απεσβέσθη,
πλην εκ του τάφου Σου αυτού υπάρχει έτι ζώσα•
εντός των σπλάγχνων του λαού βαθέως εκαθέσθη…

Ήσο αστήρ, προορισθείς τον κόσμον να φωτίση•
και τον εφώτισας, σεπτέ, διά των διδαχών Σου•
αλλ’ ήλθε, φευ! πολύ ταχύς ο χρόνος να τον σβήση,
…και ούτω βαρυάλγητον αφήκες τον λαόν Σου…

Όστις, την μνήμην ιεράν τηρών του Διδασκάλου,
εγείρεται, αναφωνών εκ βάθους της καρδίας,
το: Γαίαν έχοις ελαφράν• μετ’ άλγους δε μεγάλου
δύο πυρώδη δάκρυα αφίνει ορφανίας!...


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:


1. Θεοδόσης Πυλαρινός, «Ο συντάκτης της θρησκευτικής εφημερίδος Σιών μητροπολίτης Διονύσιος (Λάτας) ως εκλαϊκευτής θεολόγος και κατηχητής», Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου «Άγιοι και εκκλησιαστικές προσωπικότητες στη Ζάκυνθο», τ. Α΄, Αθήναι 1999, σ. 281-296.
2. Ο Κυπριανός καταγόταν από το Λευκόνοικο, σπούδασε θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, δίδαξε στην Κύπρο ως διδάσκαλος στην Ελληνική Σχολή της Λευκωσίας, την οποία και διοίκησε ως σχολάρχης, έως το 1868, που εκλέχθηκε μητροπολίτης Κιτίου. Διατέλεσε από το 1883 έως το 1886 βουλευτής Λάρνακος και Αμμοχώστου. Από τους πρώτους και δυναμικότερους εκφραστές των προσδοκιών του κυπριακού ελληνισμού, σύρθηκε από τους Άγγλους στα δικαστήρια για την όλη φιλοπάτριδα δράση του, αδιάλλακτη και θαρραλέα στο πολιτικό ζήτημα της Κύπρου, η οποία στράφηκε κατά των υπερβάσεων και των πολιτικών αυθαιρεσιών τους. Βλ. Αριστείδης Λ. Κουδουνάρης, Λεξικόν Κυπρίων 1800-1920, Λευκωσία 2001 (4η έκδοση), σ. 161-162, όπου και βιβλιογραφία.
3. Βλ., ενδεικτικά, Αλήθεια, φ. 203 (1067), 21-8-1901, «Σελίδες τινές από την επτανησιακήν ιστορίαν. Ο Γλάδστων εν Επτανήσω», σε συνέχειες. - Αλήθεια, φ. 1499 (635), 1-1-1910, σ. 1-2, «Επί τη εκατονταετηρίδι του Γλάδστωνος. Ο Γλάδστων στην Οξφόρδη». Επίσης, σε λογοτεχνικό επίπεδο, το ποίημα του εθνικού ποιητή της Κύπρου Βασίλη Μιχαηλίδη, «Τω Γλάδστωνι», στην Αλήθεια, φ. 103, 4/16-12-1882, σ. 3, και στη Σάλπιγγα, φ. 387, 1-8-1892, σ. 4, ποίημα του Μιλτιάδη Γ. Χριστοφορίδη για την εκλογή του Γλάδστωνα. Επίσης βλ. και Φωνή της Κύπρου, φ. 456 (775), 10/22-11-1895, σ. 1, «Μας ειρωνεύεται και ο Γλάδστων», Φωνή της Κύπρου, φ. 207, 15/27-3-1886, σ. 1. Από πλευράς σχετικών κειμένων βλ. Αλήθεια, φ. 1180 (316), 7-11-1903, σ. 1, «Ο Γλάδστων και η Επτανησιακή Βουλή. Ο υπέρ της Ενώσεως αγών. Η νίκη του λαϊκού κόμματος από το τρίτομο έργο του John Morley, αναδημοσίευση από το Νέον Άστυ των Αθηνών, Αλήθεια, φ. 1181 (317), 14-11-1903, σ. 1, «Επιστολαί του Γλάδστωνος». «Ο Πάλμερστον και η Κέρκυρα», Αλήθεια, φ. 1503 (639) 29-1-1910, σ. 1, «Η Κύπρος και ο Γλάδστων», Φωνή της Κύπρου, φ. 283 (512), 15/27-7-1892, σ. 1, «Νίκη Γλάδστωνος. Κύπριοι θαρρώμεν».
4. Αλήθεια, φ. 64 (929), 23-12-1898, σ. 1, Πατρίς, φ. 345, 12/25-6-1914, «Κυπριακός ριζοσπαστισμός», Αλήθεια, φ. 51 (916), 24-9-1898, σ. 2, Ω., «Ριζοσπαστισμός και ραγιαδωσύνη», Πατρίς, φ. 41, 17/20-8-1908, σ. 1, «Εθνικοί και Ριζοσπάστες».
5. Ένωσις, φ. 188, 7/19-9-1888, σ. 3-4, για τον θάνατο του Κωνστ. Λομβάρδου, Αλήθεια, φ. 635, 29/11-5-1893, σ. 2, στη στήλη «Διάφορα» αναγγελία του θανάτου του Κυθήριου εργάτη της Ενώσεως Γεωργίου Μορμόρη, στα Κύθηρα: «[...] Ήτο εις εκ των υπογραψάντων το περί Ενώσεως ψήφισμα των γενναίων ημών αδελφών Επτανησίων, σθεναρώς και τελεσφόρως αγωνισθείς εν τω ευγενεστάτω αγώνι της εθνικής της πατρίδος του απολυτρώσεως. [...]», Σάλπιγξ, φ. 425, 8-5-1893, σ. 2, επίσης για τον θάνατο (με στοιχεία από τη ζωή του) του Γ. Μορμόρη.
6. Φωνή της Κύπρου, φ. 310 (539), 20/2-2-1893, σ. 3, για τους σεισμούς στη Ζάκυνθο, Σάλπιγξ, φ. 417, 13-3-1893, σ. 2, «Η υπέρ των Ζακυνθίων εσπερίς»: «Τω παρελθόντι Σαββάτω εσπέρας εδόθη καθ’ α προηγγέλθη παράστασις υπέρ των αδελφών Ζακυνθίων υπό της νεολαίας μας. Το κοινόν παρέστη αθρόον, και το συναθροισθέν ποσόν ανέρχεται μέχρι των 15 λιρών. Το παρασταθέν δράμα ην ‘η Χαρτομάντις’ άπαντες δ’ οι νέοι υπεδύθησαν τα μέρη των λίαν επιτυχώς, μελετήσαντες και συγγυμνασθέντες πολλάς νύκτας, αψηφούντες λίαν αξιεπαίνως χάριν του καλού και ψύχρας και βροχάς. Καθήκον επίσης θεωρούμεν να απονείμωμεν τον έπαινον προς πάντας μεν τους συντελέσαντας εις τον σκοπόν, αλλ’ ιδία δε προς τας κ.κ. αδελφάς Λοϊζιάδας, διευθυντρίας του Παρθεναγωγείου και λοιπάς διδασκάλους, αίτινες μετά πολλής της προθυμίας ειργάσθησαν υπέρ αυτού». Στη σ. 3 δημοσιεύεται και ποίημα της Πολυξένης Λοϊζιάδος με τίτλο «Η Κύπρος τη αδελφή Ζακύνθω». Στο φ. 416, 6-3-1893, σ. 2, στα «Διάφορα», βλ. «Παράστασις υπέρ των Ζακυνθίων», όπου αναγγέλλεται η παράσταση. Βλ., επίσης, Φωνή της Κύπρου, φ. 322 (551), 14/26-4-1893, σ. 3, περί σεισμών στη Ζάκυνθο, Σάλπιγξ, φ. 422, 17-4-1893, σ. 3.
7. Η Αλήθεια χαρακτηρίζει τη Σιών ως «σπουδαιοτάτη θρησκευτική εφημερίδα».
8. Βλ. Αλήθεια, φ. 312, 24/5-2-1887, σ. 3-4.
9. Για παράδειγμα, οι δύο άνδρες δεν γνωρίζονταν προσωπικά: «Προσφιλέστατέ μοι συνάδελφε! Δεν ηυτύχησα να γνωρίσω υμάς προσωπικώς, αλλά γινώσκω υμάς εκ των έργων, και ουδέν κωλύει να διακοινώσω υμίν τας σκέψεις μου επί σπουδαιοτ.[άτου] ζητήματος. […]». Αλήθεια, φ. 312, ό.π.
10. «[…] φρονώ όμως, ότι θα αποβώσι [οι αγώνες του Λάτα υπέρ της Ορθοδόξου και εθνικής Πίστεως] μάλλον καρποφόροι, εάν εκ συνεννοήσεως μετ’ άλλων ειλικρινών χριστιανών, εκ τε του Κλήρου και των πολιτικών ανδρών, τεθή ως αφετηρία βάσις τις ή αρχή των αγώνων τούτων νέα, και αναγνωρισθή η ανάγκη της επιδιώξεως του θείου σκοπού διά νέων μέσων […]». Αλήθεια, φ. 312, ό.π.
11. «[…] αλλά με την πρόοδον του χρόνου οι εκ του λαού προέκοπτον εις παιδείαν, ο δε πολύς Κλήρος εστρατολογείτο εκ των αγραμμάτων, και ως εκ τούτου ήρξατο περιφρόνησις των γραμματισμένων μας προς τους αγραμμάτους λειτουργούς το κατ’ αρχάς• βραδύτερον δε η περιφρόνησις αύτη εξηπλώθη μέχρι του επαγγέλματος αυτών, και έτι βραδύτερον μέχρι του έργου αυτών, ήτοι των ιερών Ακολουθιών, ας ‘ανεγίνωσκον μη γινώσκοντες’ […]».. Αλήθεια, φ. 312, ό.π.
12. «[…] Οι εν ταις πόλεσιν άνθρωποι από δεκαετηρίδων έπαυσαν νηστεύοντες, […]• ήδη δε προέβησαν και εις περιφρονητικάς και σαρκαστικάς κρίσεις επί των νηστειών• ο απλούς δε λαός των χωρίων ακούων τους επισκεπτομένους τα χωρία πολίτας […] ους θεωρεί φωστήρας, μόνον διότι είναι πολίται, ή και μόνον διότι ενεδύθησαν ευρωπαϊστί, και βλέπων αυτούς κρεωφαγούντας κατά τας νηστησίμους ημέρας, απομιμείται αυτούς οσημέραι περισσότερον. […]». Αλήθεια, φ. 312, ό.π.
13. «[…] ο μέγας δε αριθμός των εορτών ανάγκη να ελαττωθή, διότι ο αποχειροβίωτος λαός μας ου μόνον αργεί πολλάς ημέρας του έτους, αλλά καταδαπανά και το προϊόν της εργασίας των εργασίμων ημερών. […]». Αλήθεια, φ. 312, ό.π.
14. Παρά την πάγκοινη αποδοχή του και τη λαϊκή λατρεία προς το πρόσωπό του, που αναδείχθηκαν μεγαλειωδώς, όταν με τον θάνατό του έγινε αμέσως αισθητό το μεγάλο κενό που άφησε πίσω του, είχαν διατυπωθεί έμμεσα, κυρίως μετά τον θάνατό του σχόλια κατά της πολυμέρειάς του (όχι για να πληγεί ο ίδιος, αλλά για να προβληθούν συγκεκριμένα πρόσωπα ως διάδοχοί του). Βλ. Αλήθεια, φ. 318, 7/19-3-1887, σ. 3, Χ., «Κοινοτικά και ιδίως θρονικά και περί του μέλλοντος Αρχιερέως των Κιτιέων», φύλλο από το οποίο καταχωρίζουμε πώς θέλει συντάκτης εφημερίδος της εποχής τον νέο μητροπολίτη: «[…] Πρώτον και κύριον δεν πρέπει να είναι πολιτικός, λέγει, μήτε διπλωμάτης, μήτε πολυπράγμων (ως ήτο δηλ. ο προκάτοχος), αλλά να ήναι ποιμήν, να ήναι περιωρισμένος (ο νους του δηλ.) εντός του κύκλου του […]». Οι αντιρρήσεις του Χ. στα ανωτέρω εκφράζονται ως εξής: «[…] δεν δυνάμεθα να συμφωνήσωμεν […] καθό απαιτούντες παρά του διαδόχου του Κυπριανού να έχη το ελάττωμα να είναι και πολιτικός. Δεν θέλομεν Αρχιερέα μόνον να μας ιερουργή• εν ταις υποδούλοις ελληνικαίς χώραις έχει πολλά άλλα και μεγάλα καθήκοντα ο Αρχιερεύς, άπερ δεν ηγνόει ο αοίδιμος Κυπριανός και διά τούτο ήτο πολυπράγμων και είχε τον νουν αυτού υπό μυρίων μεριμνών περισπώμενον. […]».
15. Ο εμφατικός τονισμός των λέξεων στα παραθέματα είναι της εφημερίδας.
16. Βλ. Αλήθεια, φ. 313, 31/12-2-1887, σ. 3: «[…] με ηυχαρίστησεν [εννοεί την επιστολή Κυπριανού], επειδή αναγινώσκων ενόμιζον, ότι ήτο γραφή μεν της χειρός της Υμετέρας Πανιερότητος, υπαγόρευσις δε πιστή των ιδεών, τας οποίας και εγώ προ πολλού τρέφω εν τη καρδία μου.[…]».
17. Βλ. Αλήθεια, φ. 313, ό.π.: «[…] είναι αδύνατον να ορθοποδήσωμεν, εάν δεν επιδιορθώσωμεν τα της Εκκλησίας• αφού μάλιστα δεν πρόκειται περί δογματικών αντικειμένων, ούτε περί ουσιωδών μεταβολών. […]».
18. Βλ. Αλήθεια, φ. 313, ό.π.
19. Βλ. Σάλπιγξ, φ. 102, 27/9-12-1886, σ. 2-3.
20. Εκτός από την Αλήθεια χαρακτηριστική είναι και η περιγραφή της κηδείας στην εφημερίδα της Λεμεσού Σάλπιγξ, φ. 103, 4/16-12-1886. Σε συνέχεια του φ. 102, υπό τον τίτλο «Η κηδεία του Μητροπολίτου Κυπριανού», δημοσιεύονται αναλυτικά τα της κηδείας. Θα ξεχωρίσουμε το πάνδημο και πρωτοφανές του λαϊκού πένθους, αλλά και τη συμμετοχή των Άγγλων στην τελετή. Εξάρθηκε, μάλιστα, ιδιαιτέρως η στάση του Άγγλου συνταγματάρχη Χάκκετ, η φιλορθόδοξη πολιτεία του οποίου στο μέλλον δεν μπορεί να είναι άσχετη από την εντύπωση που θα του προκάλεσε και η κηδεία αυτή. Αυτή τη στάση αποτιμά και δικαιώνει στις μέρες μας –προτέρημα της διαχρονικής εμβέλειας της λογοτεχνίας-, ο ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης στο ποίημά του «Τω αοιδίμω Ιωάννη Χάκκετ», στη συλλογή Μεθιστορία (εκδ. Άγρα, Αθήνα 2000 (2η έκδοση), σ. 56).
21. Βλ. Σάλπιγξ, φ. 102, ό.π., σ. 3. Για τον Σολωμό βλ. Θεοδόσης Πυλαρινός, «Ο θάνατος του Διονυσίου Σολωμού. Επικήδεια και επιμνημόσυνα κείμενα», Περίπλους, τχ. 46-47 (1998-1999).
22. Βλ. Σάλπιγξ, φ. 102, ό.π., σ. 3.
23. Στις Ίριδες, με λίγες διαφορές και άλλη στιχουργική διάταξη, έχουν καταχωριστεί το ένα στις σ. 20-21 και με τίτλο «Εις τον νεκρόν του Σεπτού ημών Ποιμενάρχου του ‘Κιτίου’ Κυπριανού (επί τον στέφανον της δάφνης)», και το άλλο στη σ. 41, με τίτλο «Εις τον πολύτιμον νεκρόν του Ποιμενάρχου ημών, του ‘Κιτίου’ Κυπριανού (επί τον στέφανον της ελαίας)». Στα ποιήματα που αναπαράγουμε εδώ, ακολουθήσαμε τη γραφή της εφημερίδας, επειδή η μεταγενέστερη και προφανώς προτιμώμενη από την ποιήτρια δημοσίευσή τους είναι γνωστή.
24. Βλ. Αντ. Ιντιάνος, «Στοιχεία για τη βιογράφηση και το έργο της Πολυξένης Λοϊζιάδος (1855- ), στη στήλη «Κυπριακά σημειώματα» του περιοδικού Κυπριακά Γράμματα, τχ. 63 (Σεπτέβρης 1940), σ. 250-254: 253. Στην κριτική επιτροπή ήταν «οι Χατζηδάκις, Λάμπρος, [Ν.] Πολίτης, Μηλιαράκης, Κουρτίδης».
25. Για το πολιτικό κλίμα και το ενωτικό ζήτημα στην Κύπρο επί Κυπριανού και μετέπειτα βλ., πρόχειρα, στον τόμο Ο ελληνισμός στον 19ο αιώνα. Ιδεολογικές και αισθητικές αναζητήσεις (επιμ. Παντελής Βουτουρής – Γιώργος Γεωργής, Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2006, σ. 331-337), Ευάνθης Χατζηβασιλείου, «Το πρώιμο ενωτικό κίνημα στην Κύπρο της αγγλοκρατίας: πλαίσιο, ύφος, στρατηγικές».
26. Τα ποιήματα, όπως αναφέρεται στη Σάλπιγγα, απαγγέλθηκαν «υπό Ελένης Ελισσαίου μαθητρίας της ανωτέρας τάξεως».
27. Βλ. φ. 307, 20/1-1-1887, σ. 3, «Το εν Λευκωσία μνημόσυνον».
28. Βλ. Αλήθεια, φ. 309, ό.π.: «[…] Ποία τάξις δεν απώλεσε, ποίος κλάδος δεν εστερήθη και τί τέλος δύναται να είπη ότι τηρεί το στήριγμά του και ότι δεν διεσαλεύθη μετά μίαν τοιαύτην εκρίζωσιν δένδρου κολοσσιαίου, καθόλας τας διευθύνσεις διαπεράσαντος το έδαφος διά των ριζών του, εφ’ εκάστης των οποίων τόσοι ανέθαλον θάλλοι τρεφόμενοι εκ του χυμού του; […]».
29. Βλ. Αλήθεια, φ. 309, ό.π.: «[…] Μόλις η βαρυπενθούσα εκκλησία ποιείται του θρήνου την αρχήν και ιδού η παιδεία συμπαθούσα συνθρηνωδεί και το εμπόριον και η γεωργία συμπάσχοντα ολοφύρονται […]».
30. Βλ. Αλήθεια, φ. 309, ό.π.: «[…] Η νομική μετά της πολιτικής, η γεωργία μετά της βοτανικής και η θεολογία ερίζουσι περί της επιστημονικότητός του, ήτις ήτο τω όντι πολυδαίδαλος και αληθώς αγνοούμεν υπό ποίαν ιδιότητα δεν τον θρηνούμεν. […]».
31. Βλ. Αλήθεια, φ. 309, ό.π.
32. Βλ. Αλήθεια, φ. 311, 17/29-1-1887, σ. 2-3.
33. Βλ. Αλήθεια, φ. 334, 27/9-7-1887, σ. 4.
34. Βλ. Σάλπιγξ, φ. 103, ό.π.
35. Που το υπογράφει με τον συνήθη τρόπο της αναγραφής των αρχικών του ονόματός του Β.Μ. και την τοπική ένδειξη «Λεμησσώ».
36. Βλ. τώρα Βασίλη Μιχαηλίδη, Άπαντα. Εκδ. Χρ. Ανδρέου, Λευκωσία 2002, σ. 102. Η πρώτη δημοσίευση στη Σάλπιγγα παρουσιάζει κάποιες διαφορές από τη συλλογική έκδοση των Απάντων. Καταχωρίζουμε τους τύπους «ήμισυ» (α΄ στρ.), «έχ’» (β΄ στρ.) και κυρίως «αφήκες» (δ΄ στρ.) αντί των «ήμισυν», «έχει» και «αφήκε» της έκδοσης του 2002.
37. Βλ. Σάλπιγξ, φ. 103, ό.π., σ. 3. Το ποίημα συνοδεύεται από τη χωροχρονική ένδειξη του ποιητή: «Έγραφον εν Λευκωσία την 26 9βρίου 1886 μετά βαρυαλγούσης ψυχής».
38. Βλ. Αλήθεια, φ. 768, 17/29-11-1895, σ. 2, όπου πληροφορούμαστε από σχετική αναγγελία ότι φύλλα της Σιών του Διονυσίου Λάτα πωλούνται στην Αλήθεια. Αναφορά του ονόματός του γίνεται από την ίδια εφημερίδα, και στο ρεπορτάζ της από τους σεισμούς στη Ζάκυνθο. Βλ. Αλήθεια, φ. 623, 4/16-2-1893, σ. 1-2, «Οι εν Ζακύνθω σεισμοί».
39. Βλ. Σάλπιγξ, φ. 155, 19-12-1887, σ. 2, στη στήλη «Διάφορα».
40. Βλ. Σάλπιγξ, φ. 178, 3-6-1888, σ. 3.
41. Βλ. Φωνή της Κύπρου, φ. 363 (592), 29/10-2-1894, σ. 3, «Η Ένωσις των Εκκλησιών και ο κος Λάτας».
42. Βλ. Σάλπιγξ, φ. 491, 27-8-1894, σ. 3.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email