© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 28 Ιουλίου 2009

π. Βασιλείου Θερμού: Η ΕΞΙΔΑΝΙΚΕΥΣΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΩΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΦΡΟΝΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΗΘΟΥΣ

[Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ, τεύχ. 102 (Απρίλιος-Ιούνιος 2007) 51-63. Το τεύχος αυτό φέρει τον γενικό τίτλο: "Αγιότητα και αγιοποιήσεις"]

Η φήμη - αυτό το σφαγείο
ΤΑΣΟΥ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ, «Ο τυφλός με τον λύχνο», Διαπιστώσεις

Κόρινθος, 1ος αιώνας μ.Χ. Οι χριστιανοί έχουν διαιρεθή σε ομάδες η κάθε μια των οποίων έχει απολυτοποιήσει έναν απόστολο που γνώρισε. Ο Παύλος ονομάζει την συμπεριφορά αυτή σχισματική (Α' Κορ. 1,10-13) και λαμβάνει αφορμή να αναπτύξη την θεολογία των χαρισμάτων και της ενότητος.

Κωνσταντινούπολη-Μικρά Ασία, 11ος αιώνας μ.Χ. Οι πιστοί λόγιοι της αυτοκρατορίας βρίσκονται σε ζωηρή διαφωνία λόγω της προτιμήσεως του καθενός σε διαφορετικόν από τους Τρεις Ιεράρχες. Έχουν σχηματίσει τρεις μερίδες που έχουν λάβει τα αντίστοιχα ονόματα τους. Ο επίσκοπος Ευχαΐτων Ιωάννης Μαυρόπους, δεχόμενος επίσκεψη και των τριών στο όνειρό του, καθιερώνει μετά από σύσταση τους κοινή γιορτή. Ο συναξαριστής αποκαλεί την διαίρεση εκείνη «στάσιν».

Ρωσία, 19ος αιώνας μ.Χ. Ο Ντοστογιέφσκυ συλλαμβάνει τον μονόλογο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή κατά τον οποίο αυτός λέγει: «Δεν υπάρχει πιο ακατάπαυστη και πιο βασανιστική φροντίδα για τον άνθρωπο, όταν μένει ελεύθερος, παρά πως να βρει όσο γίνεται γρηγορότερα κάποιον να προσκυνάει... Γι’ αυτή την ανάγκη της γενικής λατρείας εξολοθρεύουν ο ένας τον άλλον με το σπαθί».

Η ανωριμότητα της εξιδανικεύσεως

Τα τρία αυτά περιστατικά, ακροβολισμένα καθώς είναι σε συμμετρικές ιστορικές στιγμές, καταδεικνύουν με ενάργεια ένα διαχρονικό πρόβλημα που υποσκάπτει για σοβαρό αριθμό πιστών την βίωση της αλήθειας της Εκκλησίας. Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των ανώριμων συμπεριφορών φαίνεται να αποτελή η εξιδανίκευση και νοσηρή προσκόλληση προς μορφές που είτε καθιερώθηκαν ως άγιοι κατά το παρελθόν είτε εμφανίζουν αγία βιοτή στο παρόν. Η νοσηρή προσκόλληση βέβαια δεν περιμένει σημεία αγιότητος για να εκδηλωθή· όλοι γνωρίζουμε τι σημαίνει γεροντισμός ως εξιδανίκευση του πνευματικού. (Σπεύδω να εξηγήσω, αν και θα φανή στην συνέχεια, ότι στην εξιδανίκευση δεν περιλαμβάνω τις φυσιολογικές και επιβεβλημένες εκδηλώσεις αγάπης προς τον άγιο προς τον οποίο αισθάνεται κάποιος ευγνωμοσύνη ή προς τον γέροντα με τον οποίο συνδέεται συναισθηματικά).

Έχουμε δε οι Ορθόδοξοι ένα αρκετά ισχυρό κίνητρο για να μας ενδιαφέρη το θέμα, λόγω του πολύτιμου θησαυρού των αγίων που διαθέτουμε. Οι Προτεστάντες δεν έχουν αγίους και οι Ρωμαιοκαθολικοί έχουν τόσους πολλούς (αφού έχουν αλλοιώσει τόσο τα κριτήρια) ώστε χάνουν την σημασία τους. Εμείς διαθέτουμε μία πατρογονική κληρονομιά την οποία, όπως και με πολλές άλλες πτυχές της, καλούμαστε να την αξιοποιήσουμε με υγιά τρόπο.

Η εξιδανίκευση, ως απολυτοποίηση και συναισθηματική προσκόλληση, αξίζει την κατανόηση και προσοχή μας. Ο Kohut, ο οποίος ανέδειξε την ιδιαίτερη σημασία του ναρκισσισμού στην ψυχαναλυτική θεωρία, παρέλαβε από τον Freud την ιδέα της φαντασιακής τελειότητος την οποία διατηρεί το βρέφος. Σύμφωνα με αυτόν, το παιδί εγχειρίζει την αρχέγονη ειδυλλιακή τελειότητα που απολάμβανε από την συμβιωτική σχέση με την μητέρα «στο θαυμαζόμενο παντοδύναμο (μεταβατικό) εαυτοαντικείμενο (1) (self-object): την εξιδανικευμένη γονεϊκή εικόνα», που αποτελεί ένα φαντασιακό μόρφωμα. Έτσι οι διατυπώσεις «είμαι τέλειος» και «είσαι τέλειος αλλά είμαι μέρος σου» είναι οι δύο βασικοί ναρκισσιστικοί σχηματισμοί και «υπηρετούν την διατήρηση μέρους της πρωταρχικής εμπειρίας ναρκισσιστικής τελειότητος» (2).

Επειδή αναπόδραστος νόμος της ζωής είναι η κατάρρευση και των δύο αυτών «τελειοτήτων», φυσιολογικά η εξιδανίκευση προσώπων βαθμιαία μετοχετεύεται σε στόχους και ιδανικά για να μην κατάρρευση μαζί της και ο ψυχισμός. Έτσι αποπροσωποποιείται, ανοίγοντας τον δρόμο για την ωριμότητα (3). Στο βαθμό που παραμένει και αποδίδεται σε πρόσωπα, αντανακλά έναν αξιόπιστο δείκτη ανωριμότητος του υποκειμένου. Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να λάβη χώρα στις περιπτώσεις πρόωρης και βιαίας διαλύσεως της εξιδανικεύσεως των γονέων, είτε από δική τους υπαιτιότητα είτε από συγκυρίες της ζωής. Τότε σχηματίζεται ένα πρόσωπο που έχει διαρκώς ανάγκη την ύπαρξη ιδανικών μορφών γύρω του, μια κατάσταση την οποία ο Kohut ονόμασε «πείνα για αντικείμενο»:

«Η ένταση της αναζητήσεως και η εξάρτηση από αυτές τις μορφές οφείλονται στο γεγονός ότι αποτελούν υποκατάστατο των ελλιπόντων τμημάτων της ψυχικής δομής. Δεν είναι αντικείμενα (με την ψυχολογική σημασία του όρου), αφού δεν αγαπώνται ούτε θαυμάζονται για τις ιδιότητες τους, τα δε πραγματικά χαρακτηριστικά των προσωπικοτήτων και των πράξεων τους αμυδρά μόνο αναγνωρίζονται. Δεν τους ποθούν αλλά τους έχουν ανάγκη προκειμένου να αντικαταστήσουν τις λειτουργίες ενός μέρους της ψυχικής συσκευής το οποίο δεν εγκαταστάθηκε στην παιδική ηλικία» (4). Ενδιαφέρον δηλαδή και χρήσιμο για το ζήτημα που μας απασχολεί είναι ότι στην εξιδανίκευση συνυπάρχει το στοιχείο της άγνοιας περί τον εξιδανικευόμενο.

Ο ίδιος ο Kohut επιχειρεί στην συνέχεια την σύνδεση με το κυρίως θέμα μας γράφοντας: «Η σχέση με την εξιδανικευμένη γονεϊκή εικόνα μπορεί να έχει το παράλληλο της στην σχέση του αληθινού πιστού με τον Θεό του» (5). Αυτό σημαίνει πως η εμπειρία του Θεού ενδέχεται να λειτουργεί ως ο φορέας εκείνης της πρώιμης εξιδανικεύσεως που ήταν και συνεχίζει να είναι αναγκαία για μια συνεκτική αίσθηση του εαυτού - και αυτό είναι φυσιολογικό. Αλλά ενώ ουδείς θα είχε πρόβλημα με την απόδοση όλων των ιδανικών ιδιοτήτων στον Θεό, σοβαρές αντιρρήσεις υποχρεούμαστε να έχουμε για τις περιπτώσεις όπου εξιδανικεύονται και απολυτοποιούνται άνθρωποι, όσο άγιοι και αν υπήρξαν στην ζωή τους. Όταν η εξιδανίκευση και η νοσηρή προσκόλληση απευθύνονται προς συνήθη πρόσωπα (γονείς, σύζυγο κ.α.), όλοι εύκολα αντιλαμβάνονται το πρόβλημα· όταν όμως παραλήπτης τους είναι ένα πρόσωπο αγίας ζωής, η παθολογία ευκολώτερα εκλογικεύεται και αποκρύπτεται, οπότε παραμένει ανεμπόδιστη να υπονομεύσει την περαιτέρω ψυχική ανάπτυξη και ωριμότητα του υποκειμένου.

Το άγχος ενώπιον της ιστορίας και η μυθική επεξεργασία του ήρωα / αγίου

Αξιοποιώντας την εργασία του Kohut ο Jones διερωτάται πότε και πόσο η μεταμορφωτική δύναμη της θρησκείας διαρκεί. «Αν η εμπειρία της εμπλοκής σε αγάπη (θρησκευτική ή διαπροσωπική) υπηρετεί μόνο την επίκληση ενός αρχαϊκού συναισθήματος και καμμία δυνατότητα μεταστοιχειωτικών εσωτερικεύσεων, τότε απλώς θα κράτησει το πρόσωπο σε μια κατάσταση παιδική, εξαρτησιακή, πεινασμένη για αντικείμενα. Αλλά αν η σχέση με το αγαπημένο (θρησκευτικό ή διαπροσωπικό) αντικείμενο επιτρέπει στις ελλείψεις να αναγνωρίζονται, στις αποτυχίες να τυγχάνουν παραδοχής, και στους περιορισμούς να τυγχάνουν επεξεργασίας - κάτι που λίγοι θρησκευτικοί θεσμοί φαίνεται να είναι σε θέση να κάνουν- , τότε υπάρχει δυνατότητα μετασχηματισμού προς ωριμότητα... Παραδείγματα τέτοιου μεταμορφωτικού ρεαλισμού και ταπεινώσεως μού μοιάζουν σπάνια στην ιστορία των θρησκειών. Οι θρησκείες φαίνεται να απαιτούν εξιδανίκευση ως προϋπόθεση αφιερώσεως και η εξιδανίκευση πράγματι προκαλεί αφιέρωση και δέσμευση. Αλλά τότε, όταν συμβεί απο-εξιδανίκευση, χαλαρώνει η αφιέρωση. Ίσως επειδή προσελκύουν εκείνους που είναι επιρρεπείς σε σχάση (splitting) (6) και υπερεξιδανίκευση, οι θρησκείες το βρίσκουν δύσκολο να διατηρήσουν και ζωτική ανάμιξη και ρεαλιστική εικόνα του εαυτού τους... Η επιμονή στην τελειότητα και στο αλάθητο συμβάλλει σε διατήρηση της πείνας για αντικείμενα και σε ανώριμες εξαρτήσεις, πράγμα που μου φαίνεται συχνότερα ο κανόνας και όχι η εξαίρεση στην ιστορία των θρησκειών» (7).

Με καθημερινά λόγια, και μεταφέροντας τα παραπάνω στην ευρύτερη ζωή του κόσμου, εξηγείται έτσι ψυχολογικά η γνωστή φράση «αλλοίμονο στο λαό που έχει ανάγκη από ήρωες» (έτσι όπως αυτοί κατασκευάζονται). Όχι ότι δεν υπάρχουν ήρωες, αλλά απλά α) δεν είναι όπως οι πολλοί τους νομίζουν και β) δικαιώνεται η προσφορά τους μόνο όταν συμβάλλουν στην προσωπική μας ανέλιξη, ενώ η επίκληση τους γίνεται καταστροφική όταν οδηγούν σε νηπιακή καθήλωση.

Εν μέσω των πολλών προβλημάτων της η μετανεωτερικότητα παρ’ όλα αυτά μας ευαισθητοποίησε στο ότι η πρόσληψη της πραγματικότητος δεν είναι ποτέ καθαρή και αθώα διότι διαμεσολαβείται από την αφήγηση. Κάθε αφηγηματική διαμεσολάβηση όμως διηθείται από την υποκειμενικότητα οπότε, είτε το θέλει είτε όχι, αποτελεί κατασκευή (8). Ο ήρωας εν προκειμένω κατασκευάζεται από την επίσημη ιστοριογραφία και από τους θεσμικούς εκείνους φορείς που είναι υπεύθυνοι για την εορταστική του ανάμνηση. Δεν κατασκευάζεται εκ του μηδενός, αν και δεν έχουν λείψει και τέτοια παραδείγματα στην ιστορία των λαών, με πλέον πρόσφατο εκείνο της αμερικανίδας στρατιωτίνας στο Ιράκ (που μυθοποιήθηκε επιστρέφοντας στην πατρίδα χωρίς να έχει κάμει τίποτε σημαντικό, αλλά επειδή τα ΜΜΕ έκριναν τότε πως ο λαός είχε ανάγκη από έναν ήρωα και έφτιαξαν μια φανταστική ιστορία). Ο ήρωας υπάρχει, αλλά στην τελική του μορφή είτε έχουν μεγαλοποιηθεί τα επιτεύγματα του είτε έχουν αποσιωπηθεί τα σκοτεινά του σημεία. Η κατασκευή ενός ήρωα δηλαδή συνεπάγεται πάντοτε ένα βαθμό εξιδανικεύσεως.

Είναι άλλος ο ήρωας στην πραγματικότητα και άλλος ο ήρωας όπως προσλαμβάνεται από το κοινό. (Οι μετανεωτερικοί θα ισχυρίζονταν ότι δεν υπάρχει καν αντικειμενική πραγματικότητα στην πρόσληψη του άλλου.) «Η αγιογραφία «hagiography» είναι μια ευρέως διαδεδομένη μορφή λόγου που συναντάται όχι μόνο στην θρησκευτική φιλολογία αλλά και στην βιογραφία, αυτοβιογραφία και νουβέλα» (9). Πάντοτε παρούσα, ακόμη και στις διαπροσωπικές σχέσεις (πόσο απογοητευτικά κουραστικοί για τους κοντινούς τους είναι συχνά οι σπουδαίοι και δημοφιλείς άνθρωποι!), οργανώθηκε και κλιμακώθηκε περαιτέρω μέσω της μαζικής κουλτούρας.

Η απλοποίηση της ζωής του ήρωα σε λίγους στερεότυπους άξονες αποτελεί βασικό όρο επεξεργασίας της προκειμένου να προσφερθεί σε μεγάλους αριθμούς ανθρώπων. Είναι σύμφυτη με την μαζική κουλτούρα η οποία είναι απρόθυμη να απασχολείται με κουραστικές λεπτομέρειες και αποχρώσεις που απορρέουν από την εσωτερική του πορεία και πάλη· το προσφερόμενο υλικό πρέπει να τυποποιηθεί έτσι ώστε ο ήρωας να μείνει στην συλλογική μνήμη για κάποια σαφή και συγκεκριμένα πράγματα, ίδια για όλους, με την λογική του αντανακλαστικού συνειρμού. Μαζική κουλτούρα σημαίνει πάντοτε αυτοματισμούς, οι οποίοι μοιραία συνεπάγονται αλλοίωση και παραμόρφωση. Έτσι ο μύθος που τόσο λοιδορήθηκε από τους μοντέρνους καιρούς επιστρέφει από την πίσω πόρτα ψευδεπίγραφος. Διότι στο βαθμό που η εξιδανίκευση συσκοτίζει την πραγματική ιστορία ερωτοτροπεί με τον μύθο.

Ιστορία και μύθος συνιστούν δύο συμπληρωματικά αλλά και ασύμβατα είδη. Η πρώτη νοιάζεται για την αλήθεια, ο δεύτερος για την παρηγοριά. Στην εποχή μας, την αφιλόξενη για μύθους, χρησιμοποιείται η ιστορία ως ένδυμα τους, έτσι ώστε να μην αναγνωρίζωνται πια ως μύθοι. Ή, πιο σωστά, χρησιμοποιείται η ιστορία με μυθική δομή και πρόσληψη. Η μεταμφίεση του μύθου σε (ψευδο)ιστορία αποενοχοποιεί την παρηγοριά που έτσι κι αλλιώς ο μύθος χαρίζει.

Ο λόγος για τον οποίο απαιτείται παρηγοριά έγκειται στο γεγονός πως η ιστορία συνοδεύεται από άγχος. Η γραμμική αίσθηση του χρόνου, την οποία εισήγαγε ο χριστιανισμός, έφερε άγχος στους χριστιανούς που δεν βιώνουν με πληρότητα την πίστη τους, άγχος το οποίο επιδεινώθηκε με τις εξελίξεις της νεωτερικότητος. Το άνοιγμα στην ιστορία απαιτεί π.χ. την ικανότητα να πενθήσει ο άνθρωπος την απώλεια και να την βιώσει ως οριστική, διότι το γεγονός που πέρασε δεν θα επανέλθει ώστε να το επανορθώσει, και στην συνέχεια να επενδύσει σε νέους τρόπους να υπάρχει και να λειτουργεί. Όταν αυτή η ικανότητα απουσιάζει ή όταν η δύναμη των γεγονότων την ξεπερνά, τότε τα άτομα και οι λαοί αναπτύσσουν παρηγορητικούς μύθους («πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θα 'ναι»).

Ορισμένοι από τους αναγνώστες ενδέχεται να βρουν περιττή την προσφυγή στην εν γένει εξιδανίκευση των ηρώων προκειμένου να μιλήσουμε για την πρόσληψη των αγίων από το εκκλησιαστικό σώμα. Παρασυρόμενοι από το όντως ριζικά διαφορετικό που κομίζουν οι άγιοι, ίσως να έχουν διαμορφώσει την εσφαλμένη εντύπωση ότι και κάθε πιστός τους ακολουθεί σε αυτή την ριζική διαφορετικότητα με αντίστοιχη στάση απέναντι τους. Η πραγματικότητα διαψεύδει αυτό τον ευσεβή πόθο, αφού ο άνθρωπος υπόκειται στους αναπόδραστους νόμους και παγίδες του φαντασιακού του· είμαστε όλοι άνθρωποι με τις νοσηρότητες μας, που απλώς προσπαθούμε να γίνουμε χριστιανοί. Ο εκχριστιανισμός του ασυνειδήτου μας, ακόμη και του συνειδητού μας, δεν λαμβάνει χώρα με μονομερή αυτόματη ενέργεια της Θείας Χάριτος, όπως πολλοί θα επιθυμούσαμε.

Μιλώντας συγκεκριμένα για τους αγίους, ας θυμηθούμε την φράση του Jones για την «επιμονή στην τελειότητα και στο αλάθητο» (παραπομπή αριθμ. 7). Ο άγιος φυσικά δεν κατασκευάζεται, υπάρχει αφ’ εαυτού. Εκείνο που κατασκευάζεται είναι μια συγκεκριμένη εξιδανικευτική πρόσληψη του κατά την οποία εκλύεται άγχος όταν ο πιστός χρειάζεται να συναντήσει τον άγιο (σύγχρονο ή παλαιό) μέσα στις συνθήκες της πραγματικής του ζωής. Όταν, για παράδειγμα, έρχεται αντιμέτωπος με ιδιόμορφες πτυχές του χαρακτήρα του, ή με διφορούμενες πλευρές του που αγνοούσε- όταν καλείται να ερμηνεύσει τις διδαχές και τις συμβουλές του στο πλαίσιο των συγκεκριμένων χωροχρονικών συνθηκών, όταν συναντά αντιλήψεις ή πρακτικές του αγίου ασυμβίβαστες με τις αντίστοιχες που ακούει από τον πνευματικό του· όταν ακούει την αντίρρηση πως οι άγιοι δεν υπήρξαν απλανείς για τα πάντα (η θεία γνώση τους δόθηκε για όσα ο Θεός έκρινε απαραίτητο· έχουμε ποτέ συνειδητοποιήσει πως οι μεγάλοι Πατέρες με τις υψηλές πνευματικές εμπειρίες νόμιζαν όπως όλοι ότι ο ήλιος περιστρέφεται γύρω από την γη;). Το άγχος κάποιων πιστών απέναντι στην προσωπική τους ιστορία και στην ιστορία του κόσμου ανακουφίζεται μόνο αφού αποφασίσουν ότι βρήκαν κάπου τελειότητα και αλάθητο ώστε να ακουμπήσουν, εκτείνεται δε μέχρι τέτοιου σημείου, ώστε κάποιοι να πέφτουν στην παγίδα να ανακηρύξουν ψευδοαγίους απατεώνες ή πλανεμένους. Η εξιδανίκευση στοχεύει στην επούλωση τραυμάτων ή στην πρόληψη τους, αν μας ενδιαφέρει μια ψυχολογική διάγνωση.

Προκειμένου λοιπόν να μην αιφνιδιαστεί και να μην πονέσει από αυτές τις εκπλήξεις της πραγματικής ιστορίας ο εξιδανικεύων χριστιανός επιζητεί την μυθοποίηση του αγίου, δηλαδή την έξοδό του από χώρο και χρόνο. Είναι αυτή η ενδόμυχη επιθυμία της πλειονότητος των πιστών που παρασύρει εκκλησιαστικούς ηγέτες, βιογράφους, ιεροκήρυκες κ.α. να καλλιεργήσουν το «μυθικό» στοιχείο στην ζωή των αγίων, αντί να προχωρήσουν στο καθήκον τους να βοηθήσουν τους πιστούς να ενηλικιωθούν ψυχολογικά και πνευματικά. Έτσι παράγονται βίοι αγίων ανιαροί, κυρίως για τους νέους ανθρώπους, αφού εμφανίζουν τυποποιημένη εξιστόρηση και ύφος και δεν αναφέρουν λέξη για πιθανά ελαττώματα ή ατέλειες του αγίου από τον φόβο του σκανδαλισμού! Ο τρόπος με τον οποίο γράφονται οι βίοι παλαιών αλλά και νεωτέρων αγίων αφήνει τον αναγνώστη ανυποψίαστο από τις αγωνίες, τα διλήμματα, τις αποτυχίες που πέρασαν και που τόσο θα είχαν να ωφελήσουν όλους μας, αφού παλεύουμε με τα ίδια. Έχουμε αναρωτηθεί ποτέ πόσο αυτή η τακτική αποθαρρύνει τους πιστούς από τον πνευματικό αγώνα, αφού παρουσιάζει τους αγίους ως εξ αρχής χαρισματικά όντα (κάτι που ισχύει για λίγους μόνο) που δεν κλυδωνίστηκαν στην ζωή τους όπως οι πραγματικοί άνθρωποι; Έχουμε άραγε συνειδητοποιήσει (ώστε να πείσουμε και τους πιστούς) πως η αγιότητα προσκαλεί και ανθρώπους με ελαττώματα όπως τα δικά μας;

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος εκτιμά ιδιαίτερα τον απόστολο Παύλο, ο οποίος όμως καταπολέμησε την εξιδανίκευση που του απένεμαν. (Βλ. το «Φοβούμαι μήπως κάποιος σχηματίσει για μένα εντύπωση καλύτερη από αυτό που βλέπει ή ακούει», Β' Κορ. 12,6). Γράφει δε επ’ αυτού και μία πολύ ψυχολογημένη παρατήρηση: «Δίνει πολύ θάρρος στον μαθητή που βρίσκεται στην θάλασσα το να ναυαγήσει ο δάσκαλος και να διασωθεί, διότι δεν θα θεώρηση πλέον πως οι κακοκαιρίες συνέβησαν από δική του αμάθεια, αλλά από την φύση των πραγμάτων και αυτό δεν είναι μικρό πράγμα για την παρηγοριά της ψυχής. Επίσης και στους πολέμους γίνεται αιτία παροτρύνσεως στον αξιωματικό το να βλέπει τον στρατηγό που πληγώθηκε και συνήλθε πάλι. Έτσι λοιπόν και στους πιστούς φέρνει κάποια παρηγοριά το ότι ο απόστολος έπαθε πολλά κακά, αλλά κανένα από αυτά δεν εξασθένησε την αγωνιστικότητα του» (10). Οι άγιοι αντιστέκονται στην μυθοποίηση τους, διότι παρά την οδύνη της ιστορίας την οποία βιώνουν δεν παύουν να την βλέπουν ως πεδίο δράσεως της αγάπης και της δύναμης του θεού. Την ιστορία φοβόμαστε ή μισούμε στον βαθμό που πάσχουμε κατά την πίστη, αν μας ενδιαφέρει με την σειρά της η πνευματική διάγνωση.

Μία μορφή της παθολογίας που εξετάζουμε παρατηρείται στην περίπτωση που η επίσημη Εκκλησία σπεύδει καθυστερημένα (και ορθά πράττουσα) να αγκαλιάσει έναν άγιο του οποίου πλέον είναι αυταπόδεικτη η αρετή, χωρίς να νοιάζεται στο ελάχιστο να εργασθεί για να βελτιώσει τα σημεία εκείνα για τα οποία ο άγιος ήλθε σε σύγκρουση με τους φορείς της εκκλησιαστικής εξουσίας κατά το παρελθόν. «Η ζωή των αγίων συχνά ξεδιπλώνεται σε ένταση με τις επίσημες πρακτικές και αντιλήψεις των θεσμικών πλαισίων, τα όποια όμως αργότερα τους απορροφούν» (11). Η εν λόγω «απορρόφηση» επιτρέπει στους επικεφαλής
να συνεχίσουν να διατηρούν την εξουσία και το κύρος τους χωρίς να συναντηθούν πραγματικά με τον άγιο και με ό,τι εκείνος εκόμισε.

Η ελληνική πραγματικότητα των νεωτέρων χρόνων

Η «μυθική» πρόσληψη των αγίων άρχισε στα βυζαντινά χρόνια τροφοδοτούμενη από το (αγαπητό την εποχή εκείνη) υπερβολικό και πολύλογο ύφος των συναξαριών, και κορυφώθηκε κατά την τουρκοκρατία λόγω του συνδυασμού αμάθειας και δεισιδαιμονίας. Την διακρίνουμε σε μυθική αλλοίωση κατά το περιεχόμενο (ο δράκος του Άη-Γιώργη, το κουπί του Προφήτη Ηλία, χρησμολογίες αγίων κ.α.) (12) και σε «μυθική» μέθοδο προσλήψεως της πραγματικότητος και της προσωπικότητος του αγίου. (Έχει σημασία που χρησιμοποιώ τα εισαγωγικά και που όχι.) Στην δεύτερη αυτή περίπτωση δεν προστίθενται ψευδή στοιχεία στον βίο του αγίου, αλλά πάσχει ολόκληρη η σύλληψη του κατά το ότι βιώνεται ανιστορικά. Όπως είναι ευνόητο, το δεύτερο είδος παγιδεύει πολύ περισσότερους από το πρώτο, αφού δεν ενοχλεί με εμβόλιμα στοιχεία. Συνοδεύεται δε συνήθως με αλλοιώσεις του ύφους της διηγήσεως, π.χ. πλεονάζει η ρητορεία και η προσφυγή στο θυμικό. Δεν είναι τυχαίο ότι κηρύγματα με αφορμή την γιορτή αγίου προκαλούν συχνά ανία στο εκκλησίασμα λόγω των βερμπαλιστικών κοινοτοπιών και του τυποποιημένου περιεχομένου.

Παρόμοιοι πειρασμοί παρατηρούνται και κατά την πρόσληψη της ζωής συγχρόνων αγίων και γεροντάδων, ακόμη και απλώς του πνευματικού κάποιων. Χωρίς να απουσιάζουν και φαινόμενα εσφαλμένων μαρτυριών για δήθεν λόγια που είπαν ή πράξεις που έκαμαν, δηλαδή συμπληρώσεις από την ευσεβή φαντασία, συνηθέστερα η «μυθική» αλλοίωση και νοσηρή προσκόλληση ακολουθούν τον δεύτερο δρόμο. Επιδιώκεται η συνεχής συναναστροφή μαζί τους, ακόμη και αν δεν υπάρχει κάτι να ειπωθεί, χωρίς να αντιλαμβάνονται την εξάντληση που τους προκαλούν, ή διατηρούν την συζήτηση για ασημαντότητες αρκεί να βρίσκονται δίπλα τους, ή τους συμπεριφέρονται με δουλοπρέπεια, ή ανοίγουν το κασετόφωνο μόλις εκείνοι ανοίξουν το στόμα τους κ.τ.λ. Από κάποιους εκλαμβάνονται ως στερούμενοι ανθρωπίνων ελαττωμάτων ή και ιδιοτήτων (μια γυναίκα κάποτε σοκαρίσθηκε όταν είδε τον πνευματικό της να τρώει!), τα λόγια τους αποκτούν ισοπεδωτικό κύρος για οποιονδήποτε και οποτεδήποτε χρησιμοποιούμενα για να τερματισθεί η συζήτηση (αφού «το είπε ο...»), η αυθεντία τους ξεπερνά και αυτή του Χριστού. Συχνά τα εκφυλιστικά αυτά φαινόμενα διαπράττονται ερήμην των ιδίων και εν αγνοία τους, ενώ άλλοτε τα αντιλαμβάνονται και προσπαθούν να τα διορθώσουν αλλά εις μάτην (13).

Επειδή ο λαός μας τραυματίσθηκε αρκετά από την συνάντηση του με την ιστορία, αλλά και επειδή στερήθηκε της συμμετοχής του στο θεωρητικό γίγνεσθαι της ιστορίας κατά τους νεώτερους χρόνους, διατηρεί ως ουλή μία χαρακτηριστική αδυναμία να αισθανθεί άνετα μέσα στην ιστορία, στοιχείο που επηρεάζει και την εκκλησιαστική του ταυτότητα. Κατά τους μακραίωνους αιώνες δουλείας (τακτική που συνεχίζεται και στον ελεύθερο βίο) εγνώριζε μόνο έναν μικρό αριθμό αγίων των οποίων το όνομα έδινε στα παιδιά του και προς τους οποίους αφιέρωνε ναούς. Πλήθος σπουδαίων αγίων (ιεραρχών, οσίων ή μη Ελλήνων) παραμένουν άγνωστοι και δεν μιλούν στην ψυχή του, σημάδι ότι αγνοεί με ποιών τους κόπους ποτίσθηκε και μεγάλωσε το δένδρο της Εκκλησίας. Και τούτο διότι ο μέσος Έλληνας πιστός αδυνατεί να συμμετάσχει στο παγκόσμιο ορθόδοξο γίγνεσθαι, ούτε καν στο πανελλήνιο, παραμένοντας εγκλωβισμένος στο ατομικό του σύμπαν (συγγένεια και χωριό, με τις όποιες εμπειρίες από τους αγίους αυτά είχαν) (14). Με όρους του Θεόδωρου Ζιάκα θα λέγαμε πως το λαϊκό θρησκεύον υποκείμενο επιμένει κολλεκτιβιστικά, αφού το άνοιγμα προς την ιστορία απαιτεί κάποιου βαθμού εξατομίκευση (15). Εμπιστεύεται μόνο την κοινότητα του και διστάζει να ανακαλύψει αγίους από μόνο του. Φυσικά, ο επαρχιωτισμός αυτός δεν εμποδίζει την πνευματική πρόοδο όσων την επιδιώκουν, καθυστερεί όμως την αυτοσυνειδησία αλλά και την μαρτυρία της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Σε παλαιότερο κείμενο μου είχα αποπειραθεί να προτείνω ως μία από τις ανθρωπολογικές προϋποθέσεις της ορθής ερμηνείας της παραδόσεως το προσωπικό άνοιγμα απέναντι στην ιστορία και στον κόσμο (16). Στον βαθμό που ο πιστός (που αποτελεί στην πραγματικότητα έναν διαρκή άτυπο ερμηνευτή των αγίων) θα απαρνηθεί το κολλεκτιβιστικό του υπόβαθρο επιχειρώντας το προσωπικό του άνοιγμα στον χώρο και τον χρόνο, θα είναι σε θέση να συντονιστεί καλύτερα με τους καημούς, τις αγωνίες, τους πόνους, τις χαρές, τα οράματα, και τα επιτεύγματα των αγίων. Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ εδώ είναι καταλυτικός και σαφής. Θα πρέπει να διαθέτουμε τον ρεαλισμό να αναγνωρίσουμε ότι δεν υφίσταται αντικειμενική γνώση των ιστορικών προσώπων, αλλά θα χρειαστεί να κινητοποιήσουμε ένα τέτοιο εκκλησιαστικό ήθος, ώστε ο αντίλογος στην ανέφικτη αντικειμενική γνώση να μην είναι η φαντασιακή κατασκευή αλλά η υπαρξιακή σχέση:

«Ο τελικός σκοπός της ιστορικής έρευνας δεν είναι η επικύρωση ορισμένων αντικειμενικών παραγόντων, όπως ημερομηνιών, τοποθεσιών, αριθμών, ονομάτων, και άλλων παρόμοιων, καθ’ όσον μάλιστα όλα αυτά είναι αναγκαία σαν προκαταρκτικά, αλλά η συνάντηση με τις ζωντανές υπάρξεις... Η ιστορία έχει σαν θέμα σπουδής την ιστορία των ανθρωπίνων υπάρξεων στις αμοιβαίες τους σχέσεις, στις συγκρούσεις και επαφές τους, στην κοινωνική τους επικοινωνία, στην απομόνωση και αποξένωσή τους, στην μεγάλη φιλοδοξία τους και στην κακοήθειά τους...
Αντικειμενική γνώση, με μαθηματική ακρίβεια, είναι αδύνατη στην ιστορία. Αυτό πάντως δεν σημαίνει αποτυχία, αφού η ιστορική γνώση δεν είναι γνώση αντικειμένων αλλά ακριβώς γνώση υποκειμένων... Με αυτή την έννοια, η ιστορική γνώση είναι και πρέπει να είναι υπαρξιακή γνώση» (17).

Ίσως αυτό τελικά να σημαίνει ότι τον άγιο τον κατανοεί καλύτερα ο άγιος. Όσο απέχουμε από την αγιότητα οι ίδιοι, τόσο κινδυνεύουμε από τα δύο άκρα: είτε να υποτιμήσουμε και να μην αναγνωρίσουμε τους αγίους, είτε να τους απολυτοποιήσουμε και να τους μυθοποιήσουμε.

Η εσχατολογική νηφαλιότητα απέναντι στην ιστορία

Αυτό που χρειάζεται επειγόντως να συνειδητοποιήσουμε είναι ότι ο άγιος υπήρξε ένας άνθρωπος ανοικτός στην προσωπική του ιστορία, δηλαδή στην κλήση του Θεού. Αυτό βέβαια σημαίνει ανάληψη του κόστους που του αναλογεί και που κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει εκ των προτέρων. Πρόκειται κατ’ ουσίαν για την διαχρονική πρόταση ζωής που ο άγιος απευθύνει στους πιστούς, οι οποίοι «πίνουμε νερό στο όνομά του» αλλά τρέμουμε να αντιμετωπίσουμε τις προ(σ)κλήσεις του. Το «λάλει, Κύριε, και ο δούλος Σου ακούει» ενδέχεται να παρασύρει τον πιστό σε περιπέτειες, ενίοτε οδυνηρές, πάντοτε όμως
περιπέτειες μιας διαπροσωπικής σχέσεως.

Είμαστε ανίκανοι να αξιοποιήσουμε τους αγίους στον βαθμό που ισχύουν για μας τα λόγια του Μεγάλου Ιεροεξεταστή: «Θα τους αποδείξουμε πως είναι αδύναμοι, πως είναι μονάχα αξιολύπητα παιδιά, μα πως η παιδιάστικη ευτυχία είναι η πιο γλυκιά απ’ όλες. Θα μας θαυμάζουν και θα μας σκιάζονται και θα 'ναι περήφανοι γιατί είμαστε τόσο ισχυροί και τόσο σοφοί που μπορέσαμε να ημερέψουμε το τόσο ταραχώδικο και πολύπληθο κοπάδι τους». Δηλαδή στον βαθμό που αρνιόμαστε το μεγάλωμα προτιμώντας να ζούμε με ψέματα που οι άγιοι δεν έχουν ανάγκη. Στον βαθμό που αρνούμαστε την σωστική ξενιτεία.

Αν εξιδανικεύουμε τους αγίους και τους γεροντάδες είναι διότι επιθυμούμε μεν να μετάσχουμε στην δόξα τους αλλά «από την πίσω πόρτα». Θαυμάζοντας και ζηλεύοντας τα ύψη στα όποια έφθασαν, θέλουμε κι εμείς να δοκιμάσουμε ένα μικρό μέρος από τα μεγαλεία τους, χωρίς όμως να καταβάλουμε τον υπαρξιακό κόπο που απαιτείται για να έλθουμε σε ουσιαστική συνάντηση μαζί τους. Θέλουμε να μετάσχουμε στην ατμόσφαιρα την οποία κομίζουν και σε αυτό το οποίο εκπροσωπούν.

Έτσι υποπίπτουμε σε μία ακόμη παραλλαγή της εγωκεντρικότητος. Κινητοποιούμε ψυχολογικούς μηχανισμούς που μας επιτρέπουν να ταυτιζόμαστε νοερά μαζί τους σε μια ενδοψυχική θεατρική σκηνή, να καυχόμαστε που τους γνωρίσαμε, να τους μεταχειριζόμαστε σαν όπλα εναντίον των αντιφρονούντων. Απολυτοποιώντας τους, όμως, τους καθιστούμε πέτασμα μεταξύ ημών και του Θεού, έτσι ώστε φθείρεται και η σχέση μας μαζί Του (18). Η προβληματική πρόσληψη των αγίων από τους πιστούς συνιστά και πρέπει να αντιμετωπιστεί εν τέλει ως πελώριο ποιμαντικό και εκκλησιολογικό πρόβλημα.

Σαν να επιχειρεί να επιβεβαίωσει την φρονιμότητα των υιών του αιώνος τούτου (Λουκ. 16,8), ο Jones ενδιαφέρεται για την απαλλαγή των θρησκειών από τα δεινά της εξιδανικεύσεως, προκειμένου να συμβάλλουν υγιέστερα στην ζωή του κόσμου. Αναπληρώνοντας τα ελλείποντα του χριστιανικού προβληματισμού γίνεται ο φορέας ενός καίριου ερωτήματος: «Είναι δυνατό να έχουμε θρησκεία χωρίς εξιδανίκευση;» Είναι ενδιαφέρον ότι το θεωρεί εφικτό, εκπλήσσοντας με την θύραθεν «θεολογική» του πρόταση να υποδείξει την αποφατική οδό, και μάλιστα στην «αρεοπαγιτική» της εκδοχή (19)!

Πράγματι, ο αποφατισμός μάς είναι απαραίτητος κατά το ότι ποτέ δεν γνωρίζουμε ολοκληρωτικά έναν άγιο και ποτέ δεν γνωρίζουμε ολοκληρωτικά τον εαυτό μας, ούτε τις αμαρτίες μας ούτε τις δυνατότητες μας. Με τον αποφατισμό (τον οποίο έχουμε αφήσει «στο ράφι» προς χρήσιν μόνο της απολογητικής και δεν τον θυμόμαστε στην καθημερινή ζωή της Εκκλησίας) γινόμαστε ψυχολογικά ενήλικες, η εκκλησιαστική μας ζωή γίνεται ωριμότερη, η ευχαριστιακή κοινότητα καθίσταται ερμηνεύουσα και ερμηνευομένη, ο πιστός γράφει την προσωπική του ιστορία όχι φωτοτυπικά αλλά αξιοποιώντας την κληρονομιά που έχει δεχτεί, τα παιδιά τιμούν τους προγόνους τους με την δημιουργικότητα τους, η πνευματική ζωή μπολιάζεται με ελευθερία, και η σχέση μας με τον κόσμο εκπληρώνει την αποστολική της κλήση.

Ακόμη και αν δεν μας νοιάζει η ωριμότητα, θα χρειαστεί να μας απασχολήσει η ενότητα. Στα τρία παραδείγματα της αρχής έγινε σαφής ο διαιρετικός και υπονομευτικός της εκκλησιαστικής ενότητος χαρακτήρας της εξιδανικεύσεως. Είναι λογικό. Ο καταφεύγων στην εξιδανίκευση είναι ήδη διχασμένος ψυχικά και μεταφέρει τον διχασμό του στο εκκλησιαστικό σώμα. Έχει ανάγκη να εξιδανικεύει, διότι δεν μετέχει στην αγάπη του Θεού και έτσι δεν είναι συμφιλιωμένος ούτε με τον εαυτό του. Ο αγαπών και αισθανόμενος την αγάπη δεν χρειάζεται δεκανίκια. Νοιώθει άνετα με τους αγίους χωρίς να αναζητά τεχνητά παραγεμίσματα. Δεν φοβάται την ιστορία διότι και εδώ η αγάπη «έξω βάλλει τον φόβον» (Α' Ιω. 4,18).


Σημειώσεις:

1. Στην ψυχαναλυτική ορολογία το «αντικείμενο» είναι τεχνικός όρος που δηλώνει το πρόσωπο με το οποίο το παιδί εγκαθιστά σχέση αγάπης. Εαυτοαντικείμενο ονομάζεται το πρόσωπο εκείνο του οποίου η ύπαρξη είναι απαραίτητη για την συνοχή και αυτοεκτίμηση του ενήλικα πλέον, μέσω του καθρεφτίσματος της εικόνας εαυτού και της δυνατότητος εξιδανικεύσεως που του παρέχει, ένα πρόσωπο το οποίο στο φαντασιακό επίπεδο του υποκειμένου λειτουργεί ως μία ενιαία συνεχόμενη οντότητα μαζί του. Δεν είναι αναγκαία η ύπαρξή του για την φυσιολογική ανάπτυξη του ανθρώπου, αλλά υποδηλώνει κάποια εμπλοκή.
2. Heinz Kohut, The analysis of the self, International University Press, 1971, σ. 24.
3. Πρακτικά θα λέγαμε ότι πηγή των ιδανικών του ανθρώπου συνιστά το μόρφωμα που λέγεται Ιδεώδες του Εγώ, το οποίο φιλοξενεί αυτό που το υποκείμενο θέλει να είναι ή να γίνη. Το Ιδεώδες του Εγώ, δηλαδή, λειτουργεί περισσότερο ως παραδειγματικός δομικός τόπος (locus) ή ως οργανωτής της ψυχικής ανάπτυξης. Το Ιδεώδες του Εγώ ανήκει στον χώρο του Συμβολικού, έναν χώρο που συνδέεται με την γλώσσα και τον πολιτισμό. Έχει ως αποστολή να έλκη το υποκείμενο «πιο πέρα», να το βγάζη από το κλειστό φαντασιακό σύστημα του. «Το Ιδεώδες του Εγώ βρίσκεται σε σχέση με την αρχή της πραγματικότητας, βοηθώντας το Εγώ να υποταχθή σ’ αυτήν. Αποτελεί έναν καλό καθρέφτη στον οποίο το Εγώ - με τα προτερήματα ή με τα ελαττώματα του - μπορεί να εκτιμάται και να μετριέται» (Pierre Dessuant, Ο ναρκισσισμός, εκδ. Χατζηνικολή, 1992, σ. 98).
Αντίθετα, το Ιδανικό Εγώ διαθέτει αποκλειστικά φαντασιακό περιεχόμενο, εκείνο που το ασυνείδητο του υποκειμένου νομίζει πως είναι. Το Ιδανικό Εγώ έγκειται σε εικόνα του εαυτού, η οποία τόσο περισσότερο φαίνεται διογκωμένη όσο ανασφαλής και τραυματισμένος είναι ο εαυτός. Συνήθως δηλαδή έχει αντιρροπιστικό και αμυντικό χαρακτήρα. Όσοι χαρακτηρίζονται από υπερτροφικό Ιδανικό Εγώ δυσκολεύονται να έχουν ως κίνητρο στις πράξεις τους τα γνήσια Ιδανικά· ακόμη κι όταν πράττουν ευγενή και σημαντικά έργα, περισσότερο ελαύνονται από ναρκισσιστικούς στόχους (π.χ. υπεροχής ή ανταγωνισμού ή μιμήσεως κ.ο.κ.). Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως αυτή που εξετάζουμε, το μόρφωμα του παθολογικού ναρκισσισμού δεν αναπτύσσεται στο ίδιο το υποκείμενο, αλλά τοποθετείται σε κάποιο άλλο, μέσω του οποίου το υποκείμενο λαμβάνει την ναρκισσιστική ικανοποίηση που επιζητεί κατά ένα τρόπο παρασιτικό. Τού αρκεί να ζη στην σκιά του ιδανικού προσώπου, να αποτελή μέρος της Ιστορίας του. Με άλλα λόγια, η εξιδανίκευση που μελετούμε αντανακλά την λανθάνουσα δίψα για ένα ιδανικό εγώ του ίδιου του εξιδανικεύοντος, το οποίο προσπαθεί να διεκδίκηση τα δικαιώματα του μεταμφιεσμένο με πιο ευπρεπή και αποδεκτό τρόπο.
4. Ό.π., σελ. 45.
5. Ό.π., σελ. 27.
6. Η εξιδανίκευση απαιτεί και κάποιου βαθμού σχάση του κόσμου σε καλούς και κακούς. Με άλλα λόγια, το ψυχικό όργανο παραμένει στην ανωριμότητα εκείνη που δεν του επιτρέπει να διακρίνει αποχρώσεις.
7. James Jones, Terror and transformation: the ambiguity of religion in psychoanalytic perspective, Brunner-Routledge, 2002, σσ. 64-65.
8. Με τους σημερινούς μηχανισμούς του εμπορίου και των ΜΜΕ η διαστροφή πάει ακόμη παραπέρα: η κατασκευή ειδώλων δεν ανταποκρίνεται υποχρεωτικά στο ιδανικό του ήρωα, αλλά ενδέχεται να εγκαθιστά μορφές προς κοινή «λατρεία» για λόγους άσχετους με την ιστορία τους, υπακούοντας μόνο στην λογική της διαφημίσεως, που έργο έχει να καταστρέφει το νόημα και τους συσχετισμούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ αποτελεί η περίπτωση του Τσε Γκεβάρα. Πρόσφατο άρθρο διερωτάται πως μεταμορφώθηκε «η εικόνα του ηρωικού αντάρτη σε σελέμπριτυ της ποπ, σε παρωδία και σε κιτς». Και συμπληρώνει: «Τα παιδάκια που φοράνε μπλουζάκια με τον "Τσε" δεν έχουν την παραμικρή ιδέα ποιος ήταν, όπως και πολλοί ενήλικοι που "τσιμπάνε" στην "Τσεμανία". Θέλουν απλώς να αποτελούν μέρος αυτού που εκπροσωπεί» (David Usborn, «Αξίζει ο Τσε την λατρεία μας;», Το Βήμα, 11 Ιουνίου 2006). Η τελευταία φράση αποτελεί ένα σημείο-κλειδί για το θέμα μας.
9. Edith Wyschogrod, Saints and postmodernism: revisioning moral philosophy. The University of Chicago Press, σ. 6.
10. Ομιλία δ΄ εις την Β΄ προς Τιμόθεον, 1, ΕΠΕ 23,521.
11. Edith Wyschogrod, ό.π., σ. xxiii.
12. Η αλλοίωση αυτή ενδέχεται να φθάσει μέχρι και σε αθεολόγητες θέσεις, όπως εκείνη που περιέχεται στα δημοφιλή παραδοσιακά κάλαντα των Χριστουγέννων, σύμφωνα με τα οποία η (ανωδίνως γεννήσασα) Θεοτόκος «σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες κοιλοπονούσε»!
13. Εδώ θα ήταν χρήσιμο να προσκομίσω την μαρτυρία φίλου ο οποίος συζητώντας με τον μακαριστό π. Ιωάννη Ρωμανίδη τον άκουσε να λέει: «Οι καλύτεροι μαθητές μου με έχουν κάμει ιδεολογία»!
14. Για να αναφέρω κάποια ονόματα εντελώς ενδεικτικά, ο μέσος Έλληνας σπανιώτατα ονοματοδοτεί ή αφιερώνει ναούς στους αγίους 'Ιάκωβο αδελφόθεο, προφήτη Ησαΐα, Ιώβ τον δίκαιο, απόστολο Παύλο, ευαγγελιστή Λουκά, Μαρία Μαγδαληνή, Ιγνάτιο Θεοφόρο, Μ. Βασίλειο, Γρηγόριο Θεολόγο, Ιωάννη Χρυσόστομο, Ιωάννη Ελεήμονα, Μαρία Αιγύπτια, Μάξιμο Ομολογητή, Ιωάννη Δαμασκηνό, Ιωάννη της Κλίμακος, Μεθόδιο και Κύριλλο, Φώτιο Κων/πόλεως, Γρηγόριο Παλαμά, Νικόδημο Αγιορείτη, Κοσμά Αιτωλό, Σεραφείμ του Σάρωφ, Σιλουανό Αθωνίτη κ.π.α., απλώς διότι αγνοεί την ύπαρξή τους ή την συμμετοχή τους στην διατήρηση και εμβάθυνση της πίστεως. (Έχω δει εξωκκλήσι αφιερωμένο στον άγιο Πολύκαρπο, αλλά σε μέρος με περιβόλια (!), δηλαδή για συμφεροντολογικούς λόγους). Η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού από την Παλαιά Διαθήκη γνωρίζει μόνο τον Προφήτη Ηλία! Αρκείται συνήθως σε 5-10 γνωστά ονόματα αγίων που έχουν συνδεθεί με θαύματα (σημείο ανωριμότητος και αυτό). Μπορούμε να φαντασθούμε την έκπληξη του αν μάθαινε πως υπάρχει και άγιος Ιούδας (ο απόστολος Θαδδαίος), τον οποίο μάλιστα οι Ρωμαιοκαθολικοί ευλαβούνται με αυτό το όνομα, ένα όνομα που ο λαός μας αποστρέφεται ως συνώνυμο του κακού!
Αλλά θα ήταν λάθος να στραφεί η μομφή προς το λαϊκό εκκλησιαστικό σώμα. Φαίνεται πως η απουσία έλλογης σχέσεως με τους αγίους ενδημεί και στην λογιώτερη μερίδα της Εκκλησίας και έχει υπεισέλθει και στα λειτουργικά βιβλία, αν λάβει κανείς υπ’ όψιν το εξής ενδεικτικό παράδειγμα: Ως αποστολικό ανάγνωσμα κατά την εορτή της αγίας Ευφημίας έχει επιλεγεί από την Β' προς Κορινθίους επιστολή του αποστόλου Παύλου ένα απόσπασμα που περιλαμβάνει μέσα του την λέξη ευφημία («δια δυσφημίας και ευφημίας»)! Δεν χρησιμοποιήθηκαν δηλαδή ως κριτήριο για την εξεύρεση κατάλληλης περικοπής ούτε ο βίος της αγίας (όπως συνήθως γίνεται), ούτε το θαυμαστό γεγονός της κυρώσεως από αυτήν του τόμου της Δ' Οικουμενικής Συνόδου περί της θεανθρωπότητος του Χριστού, αλλά η ηχητική ομωνυμία, στοιχείο ανωριμότητος που χαρακτηρίζει τους προφορικούς πολιτισμούς.
Με τέτοια περιστατικά λαμβάνει κανείς αμυδρά γνώση των κριτηρίων που επεκράτησαν στην λειτουργική ζωή σε δύσκολους καιρούς και τα οποία συνεχίζουμε να αφήνουμε αναλλοίωτα... Δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει αυτό βέβαια, αν θυμηθούμε ότι τα μηναία μας τυπώνονται ακόμη (κατά τον 21ο αιώνα!) περιορισμένα στους παραδεδομένους βυζαντινούς αγίους, αγνοώντας Ρώσους, Σέρβους, Γεωργιανούς, Βρετανούς, Ιρλανδούς, Κινέζους κ.α. Επί πλέον παραμένουν αμετάφραστοι στα Ελληνικά οι λατίνοι πατέρες (Κυπριανός, Αμβρόσιος, Ιερώνυμος, Αυγουστίνος κ.τ.λ.)! Υπό τέτοιους όρους πώς να υπάρξει σοβαρή και ώριμη σχέση του πληρώματος της Εκκλησίας με την καθολικότητα της όπως εκφράζεται στους αγίους της;
15. Αυτοείδωλον εγενόμην, εκδ. Αρμός.
16. π. Βασιλείου Θερμού, «Προλεγόμενα στην ανάγνωση των Πατέρων στο κατώφλι της νέας χιλιετίας», Εκ της αυλής ταύτης, εκδ. Αρμός, 2001.
17. Πρωτ. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Χριστιανισμός και πολιτισμός, εκδ. Πουρναρά, 1982, σσ. 55-57. Οι εμφάσεις είναι του πρωτοτύπου.
18. Όλοι θα έχουμε γνωρίσει ανθρώπους που αδιαφορούν για τον Χριστό και την Παναγία, ενίοτε μέχρι σημείου απιστίας, αλλά που ταυτίζονται μανιωδώς με κάποιον συγκεκριμένο άγιο. Μοιάζει σαν να είναι το μόνο που τους συνδέει με την πίστη και αντιστέκονται σθεναρά στο να ακούσουν κάτι άλλο, με άλλα λόγια η ευλάβεια τους προς τον άγιο δεν έχει αναγωγική σωτηριολογική λειτουργία.
19. Ό.π., σσ. 108-113. Χαρακτηριστική είναι και η αναλογία του ερωτικού συναισθήμα­τος την οποία επικαλείται: είναι αναγκαίο να παρασυρθούμε από την δίνη του αλλά να μη χάσουμε την αίσθηση της πραγματικότητος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email