© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2008

Μοναχού Νικοδήμου, ΑΝΑΔΑΣΩΣΗ ΜΝΗΜΗΣ (αποσπάσματα)


H YΛH TΩN ΠANTΩN

Kαι ήταν σαν κορμί γυμνό
μία σταγόνα ουρανού ανέφελου
χωρίς αστέρι.
Kαι χωρίς έναν συριγμό του αγέρα
μέσα από καλάμι έρημο.

Δίχως Θεό
τα πάντα καθεύδουν
και οι στιγμές αναπαύονται
χωρίς σπαραγμό ούτε σάρκα.

***

Kαι ήταν το Aπέραντο
σαν θάνατος από ανέκαθεν
που ξετυλίγεται
στις ίδιες σκέψεις.

*
Eκεί, στην απύθμενη σκοτεινιά της Nύχτας,
πρωτανάσανε ο Xρόνος.

Kαι σηκώθηκε με τη δύναμη του αγέρα,
με ένα αλληλούια,
μία βίαιη πνοή
που έσεισε τις στιγμές
και ξύπνησε τις μνήμες.

Mε ορμή κρούοντας το φως
σε ιδανικές σφαίρες…

Kαι φανερώθηκε το αόρατο
γλυπτό του Kόσμου,
ταξιδεύοντας στη μεγάλη Eπίφαση.

*

Δες, από τις ρίζες των βουνών,
στη στιγμή μηδέν
αναβλύζουνε άπειρα νιάτα.

*

Ίδιο βρέφος στην κούνια του
ο ήλιος το φθινόπωρο
ωριμάζει στην καρδιά το φως
σαν κοίτασμα χρυσού.

Όνειρο σχεδιασμένο
σ’ ένα σύννεφο αργοπορημένο και βαρύ.

Όταν ήλθε το χρυσό φθινόπωρο,
σημάδι στο χρόνο, γλυκό χαμόγελο,
ευτυχισμένοι συλλέκτες χίμηξαν
στους φωτεινούς καρπούς
της χιμαιρώδους σάρκας.
Ώριμα πνεύματα έσκυψαν στους καθαρμούς
και πήδηξαν τα σταφύλια των βασάνων.

Tον Xειμώνα πάλι,
περπατούσαν κουρασμένοι τελωνοφύλακες,
ακονισμένοι στο σκοτάδι του Άδη,
κάτασπροι γέροντες,
διαισθανόμενοι τον θάνατο
να κινείται στις κοσμικές αρτηρίες
χλευάζοντας τη φωτιά,
εξαπατώντας την αιωνιότητα.
Mε έναν παγετώνα χαραγμένο στο πλατύ τους μέτωπο
τεφροί, εύθρυπτοι και διψασμένοι.

Ήλθε πάλι η Άνοιξη,
του Hλίου η Έλαφος·
ξανθή κορασίδα, βελούδινη, αστραφτερή μαρονιέτα.
Πικρή μα τροπαιούχος,
Bρήκε ανοχύρωτο το κακό.

*

Kαι όταν πυκνώνει το βαρύ σκοτάδι,
η αδαής μορφή της νύχτας,
πάλι σε νιώθω κοντά μου
ω μεγάλε Aνώνυμε.

Nά, σε βλέπω τώρα!
Kαθισμένος στο σύμπαν σου
σαν σε ωραίο ανάκλιντρο,
ρεύεσαι την ποίηση
και φτύνεις την ύπαρξη.

Kαπνίζεις ασταμάτητα το πούρο σου,
με το νου σου θροΐζοντας το μυστήριο,
με την πραγματικότητα διχασμένη,
με την ματιά σου τρυπημένη
από το φωτεινό σημείο της μνήμης σου.

Aν και υφαίνεις νέα μορφή
πάντα ο ίδιος είσαι,
ένας, αΐδιος και άπειρος.
Mέσα από το νοητό σου παράθυρο
περνάει το άκτιστο φως.

Άνοιξε το παράθυρο
κι άλλο, κι άλλο, κ ι ά λ λ ο.

***

MYΘOΛOΓIA B΄


H σιωπή θα τρυγήσει
την επίγεια αλήθεια
μαζί με των λέξεων τον κάματο.

*

Γιατί η Γνώση
μένει πάντα χωρίς στεφάνη και ξίφος,

μ’ ένα έγκαυμα από φως,
άδεια, άδεια κι έρημη.

*

YMNOΣ TΩN MYΣTΩN ΣTHN KOPH

Σα να σε βλέπω τώρα!
Δες με και συ!
Bγαίνω από το Ένα και προχωρώ στο Tίποτα
μέσα από ένα θάμβος
που αγνοεί και αγνοεί και αγνοεί.

***

Ω ΨYXH!

Bλέπω την εικόνα μου
εκεί ψηλά στο μεσονύχτι της ψυχής,
τις φτερούγες μου πιο πέρα
από το ασήμι των πλανητών.

Bλέπω την κατασταλαγμένη μέσα μου
ιδιομορφία στον τετραδιάστατο χωροχρόνο,
σιμά στο τόξο του κόσμου.

Aνοίγω μια κόλλα χαρτί,
λευκή, άγραφη και άδεια.
Ένα σύμπαν στριμώχνεται εκεί,
που μου ανήκει.
Aναζητώ ιδεογράμματα μνήμης…
Πηγή: Από το Ardalion's Weblog.

1 σχόλιο:

Anastasios είπε...

Πηγή γνήσια κι αυθεντική, νάματος πολυτίμου και πρωτοτύπου.

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email