© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη 31 Μαΐου 2016

"Τώρα που επέστη ο καιρός της Συνόδου..." Συνέντευξη με τον π. Παντελεήμονα Μανουσάκη για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο

Για την επικείμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Πεντηκοστής 2016 έχουν γραφτεί πάμπολλα και -κατά τα φαινόμενα- θα γραφτούν ακόμη τα μύρια όσα. Πολλά θετικά και άλλα τόσα πολεμικά, τα οποία δεύτερα πάντως αμαυρώνουν ολοένα την εικόνα της πνευματικής χαράς (και χάριτος) για την αγαπητική συνάντηση επί το αυτό των πνευματικών Πατέρων της απανταχού Ορθοδοξίας, με στόχο κατ' αρχήν την Ενότητα συν όλα τα άλλα, τα οποία αυτή -ως θεόσδοτη εντολή- θα υπαγορεύσει.

Το e-περιοδικό μας, ευρισκόμενο στην έπαλξη της πληροφόρησης για τη μεγάλη και ελπιδοφόρο αυτή διοργάνωση των Πανορθοδόξων, συναντά σήμερα έναν έγκριτο σκαπανέα του θεολογικού και φιλοσοφικού λόγου, έναν κληρικό που διαπρέπει από περίοπτη καθηγητική έδρα της Βοστόνης. Είναι ο Αρχιμανδρίτης Παντελεήμων Μανουσάκης, Αναπληρωτής Καθηγητής Φιλοσοφίας στο College of the Holy Cross, Worcester, MA, USA. Τον ευχαριστούμε για τη χαρά της (επι)κοινωνίας και για την καλοσύνη να απαντήσει σε μερικά ερωτήματα, που -θεωρούμε- απασχολούν το κοινό μας. Ακολουθεί πλήρης η συνέντευξη που μας παραχώρησε.

π. Π. Κ.


π. Παναγιώτης Καποδίστριας: Πανοσιολογιώτατε π. Παντελήμον, η επί θύραις Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, στοιχούμενη στην επιθυμία του Κυρίου Ιησού "ίνα ώσιν έν", αποβλέπει εντέλει στην Ενότητα. Ποιος άραγε φοβάται την Ενότητα των Oρθοδόξων και πώς χρειάζεται να αντιμετωπισθεί από την ίδια την επικείμενη Σύνοδο;
            π. Παντελεήμων Μανουσάκης: Πράγματι, π. Παναγιώτη, ίσως η Ενότητα των Ορθοδόξων Εκκλησιών να φοβίζει κάποιους. Το ερώτημα είναι ποιοι είναι αυτοί. Είναι εκείνοι που έχουν γεμίσει το διαδίκτυο (μια και δεν έχουν άλλη θεσμική ιδιότητα) με κείμενα και σχόλια εναντίον της Συνόδου; Είναι εκείνοι που, καταχρώμενοι την θεσμική θέση τους, οργανώνουν ημερίδες και εξάγουν ψηφίσματα εναντίον της Συνόδου; Νομίζω πως όχι. Και αυτοί μεν φοβούνται, αλλά όχι την ενότητα των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Φοβούνται, τουναντίον, το έλλειμμα ενότητος, ή μάλλον την ελλειμματική και ελαττωματική ενότητα, την οποία η προσπάθεια της σύγκλησης της παρούσας Συνόδου έχει αποκαλύψει με κραυγαλέο τρόπο. Για όσο καιρό οι Ορθόδοξες Εκκλησίες δεν είχαν συνέλθει συνοδικώς, αλλά η καθεμία εξ αυτών βίωνε την αυτοκεφαλία της ωσάν να ήταν αυτάρκης στην απομόνωσή της, φροντίζοντας μόνο τα του οίκου της, ήταν εύκολο να μιλά κανείς για την θρυλούμενη ενότητα των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Ενότητα η οποία υποτίθεται ερειδόταν στην κοινή πίστη και στο κοινό λειτουργικό. Τώρα, όμως, που επέστη ο καιρός της Συνόδου, και άρα καλείται η κάθε Ορθόδοξη Εκκλησία να εξέλθει του οίκου της προς συνάντηση των άλλων αδελφών της, τώρα ανέκυψαν και συνεχίζουν να ανακύπτουν προβλήματα, τα οποία -κατ' εμέ- υπογραμμίζουν με τον πλέον δραματικό τρόπο πως η λεγόμενη Ενότητα των Ορθοδόξων έπασχε και πάσχει, ακριβώς διότι ούτε η κοινή πίστη ούτε η κοινή λειτουργική ζωή επαρκούν για να λειτουργήσουν ως εγγυητές της ενότητος, εφ' όσον δεν υποστασιοποιούνται στο πρόσωπο ενός Πρώτου.
            π. Παν. Καποδίστριας: Εξηγήστε μας, παρακαλώ, πώς εννοείτε την θέση του Πρώτου στην πολυπόθητη Ενότητα μεταξύ των Ορθοδόξων.
            π. Παντελεήμων Μανουσάκης: Έχω γίνει κουραστικός να γράφω περί του πρωτείου. Ήδη από το 2013, στα κείμενά μου “Primacy and Ecclesiology: The State of the Question” και “Το Πρωτεύον Πρόβλημα του Πρώτου” (στην Νέα Ευθύνη) διέγνωσα το έλλειμμα ενότητος στον Ορθόδοξο κόσμο. Έκτοτε έχω γράψει σειρά άρθρων κι ένα μικρό βιβλίο (For the Unity of All), στα οποία παραθέτω τα επιχειρήματά μου περί του πρωτείου. Τα επιχειρήματα αυτά είναι εν πολλοίς θεωρητικά—βασίζονται, δηλαδή, στην θεολογία και την εκκλησιολογία της παραδόσεώς μας. Η σύγκληση, όμως, της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου μάς προσέφερε απτά επιχειρήματα, που επιβεβαιώνουν την απωλεσθείσα ενότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Κινδυνεύει, όπως γνωρίζετε, η επιτυχία της Συνόδου από τις έριδες μεταξύ αυτοκεφάλων Εκκλησιών. Το Πατριαρχείο Αντιοχείας προέβαλε μέχρι προσφάτως ως προϋπόθεση της συμμετοχής και παρουσίας του προκαθημένου του στην Σύνοδο την επίλυση του θέματος του Κατάρ, το οποίο στάθηκε η αφορμή για την διακοπή της κοινωνίας με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Το Πατριαρχείο Σερβίας, παρομοίως, θέλει να φέρει ενώπιον της πανορθοδόξου Συνόδου την δική του έριδα με το Πατριαρχείο Ρουμανίας για την περιοχή Τιμόκ. Δεν μπορεί ολόκληρη η Ορθόδοξος Εκκλησία να καθίσταται όμηρος της οποιασδήποτε τοπικής Εκκλησίας.
            Το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει κάνει υπεράνθρωπες προσπάθειες και έχει προβεί σε μεγάλες παραχωρήσεις σε ότι αφορά τις δικές του σχέσεις με άλλες εκκλησίες αλλά και γενικότερα (π.χ., το πρόβλημα του προκαθημένου της Τσεχίας), προκειμένου να προχωρήσει η Ορθόδοξος Εκκλησία απρόσκοπτα το δρόμο προς την Πεντηκοστή. Όταν, όμως, οι τοπικές εκκλησίες αρνούνται το ουσιαστικό πρωτείο του Οικουμενικού Θρόνου (χάριν ενός κακώς εννοουμένου “πρωτείου τιμής”), στερούν και από τους εαυτούς τους την δυνατότητα μιας ειρηνικής επίλυσης των διμερών προβλημάτων τους.
            Υπό αυτήν την έννοια, θεωρώ πως η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος έχει ήδη πετύχει πριν καν συνέλθει. Διότι η σύγκλησή της και μόνον κατέδειξε το έλλειμμα ενότητος εντός του Ορθοδόξου κόσμου. Όταν, συν Θεώ, συνέλθουν επί το αυτό οι Συνοδικοί Πατέρες σε μερικές εβδομάδες, το θέμα συζήτησης θα είναι ένα—έστω και αν δεν έχει κατονομασθεί: η Ορθόδοξη Ενότητα. Και άνευ Πρώτου δεν μπορεί να υπάρξει παρά μια εύθραυστη ενότητα, έρμαιη της κάθε διένεξης και δυσκολίας.
            π. Π. Καποδίστριας: Πώς ερμηνεύετε τέτοιας έκτασης σκεπτικισμό από διάφορες πλευρές ως προς τη σύγκληση της μεγάλης Συνόδου, όταν η Ορθοδοξία αυτοφημίζεται συνήθως για την ανοικτότητα και την εξωστρέφειά της;
            π. Παντελεήμων Μανουσάκης: Κάθε τι που φέρει την σφραγίδα του Χριστού —και ασφαλώς και η Εκκλησία και η παρούσα Σύνοδος— είναι αναγκαίο να χαρακτηρίζεται από τα λόγια της προφητείας του θεοδόχου Συμεών πως “οὗτος κεῖται εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον” (Λκ. 2:34). Αναπόφευκτα θα γινόταν και η παρούσα Σύνοδος σημείον αντιλεγόμενον, το οποίο μας αποκαλύπτει τους μάταιους διαλογισμούς πολλών καρδιών (Λκ. 2:35). Ακούσθηκαν πολλές απόψεις, οι οποίες, κατά την μακρόχρονη περίοδο της υπνώττουσας Συνοδικότητος της Εκκλησίας, δεν είχαν βγει στην επιφάνεια.
            Ακούσαμε, για παράδειγμα, πως κριτήριο της ενότητος της εκκλησίας δεν είναι ο επίσκοπος αλλά ο «άγιος,» ο «θεόπνευστος» κ.ο.κ. Όταν τέτοιες απόψεις εκφράζονται μάλιστα απο χείλη επισκόπων απορεί κανείς για το αν κατανοούν πως αυτοακυρώνονται. Το πνευματικό χάρισμα (μια και εδώ μιλάμε για την αγιότητα με την πολύ στενή σημασία) δεν μπορεί να αυτονομηθεί απο το θεσμό της Εκκλησίας. Το παράδειγμα της Αγίας Μαρίας της Αιγυπτίας είναι χαρακτηριστικό: η ασκητική της θα ήταν μάταιη δίχως την θεία κοινωνία που της προσέφερε ο πατήρ Ζωσιμάς, δίχως, δηλαδή, την ένταξή της στην μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Είναι γελοίες (και το χειρότερο, θεολογικώς επικίνδυνες) οι αφελείς εκείνες απόψεις που θέλουν την συμμετοχή στην Σύνοδο να περιορίζεται μόνο σε αγίους, θεοφόρους, θεόπνευστους κ.λπ., αρχιερείς. Όσοι σκανδαλίζονται από την ενσάρκωση της Εκκλησίας μπορούν να ασπαστούν και ανοιχτά τον Γνωστικισμό τον οποίον εμμέσως ομολογούν, και να δημιουργήσουν κοινότητες καθαρών και αγίων.
            Αλλά και τέτοιες απόψεις, ακόμα, αποτελούν μια θετική εξέλιξη στον βαθμό που μας αναγκάζουν να κοιτάξουμε κατάματα θέματα, που για καιρό είχαμε επιλέξει να αποφεύγουμε. Με την σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου ανοίγεται ένας θεολογικός διάλογος εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ένας διάλογος με τον εαυτό Της, ένας διάλογος που ίσως Της επιτρέψει να αρθρώσει ουσιαστικό λόγο προς τον κόσμο.
            Το πρόβλημα, για μένα, βρίσκεται μόνο στην επιθυμία να αποφευχθεί η παρούσα Σύνοδος με οποιαδήποτε πρόφαση, επειδή κάποιοι ίσως φοβούνται πως η Σύνοδος θα ανοίξει (όπως έχει ήδη κάνει) παράθυρα που έχουν μείνει απ᾽αιώνων κλειστά. Εσείς, ως ποιητής, γνωρίζετε το ποίημα του Αλεξανδρινού για τα παράθυρα: “ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία, / ποιος ξέρει τι καινούργια πράγματα θα δείξει.” Είναι δυνατόν, όμως, για τον οποιοδήποτε Χριστιανό να επιλέγει να ζει στο σκοτάδι, όσο και αν μας βολεύει στο βαθμό που αποκρύπτει από τα μάτια μας ό,τι βρίσκουμε δυσάρεστο ή αποκρουστικό; Είναι δυνατόν η Εκκλησία του Χριστού, του φωτός του αληθινού του φωτίζοντος “πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον” (Ιω. 1:9), να φοβάται το φως;
            π. Π. Καποδίστριας: Κατά τη γνώμη σας θα αποτελέσει η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος συνέχεια των Οικουμενικών Συνόδων και ποια η θέση των αποφάσεων των ενδιάμεσων Συνόδων μετά το Σχίσμα;
            π. Παντελεήμων Μανουσάκης: Ο πρωταρχικός σκοπός της Συνόδου της Πεντηκοστής του 2016, όπως τον αντιλαμβάνομαι, δεν είναι να προστεθεί μία Οικουμενική Σύνοδος στην σειρά των Συνόδων της πρώτης χιλιετίας, αλλά το να επανακτήση η Ορθόδοξος Εκκλησία και στο πανορθόδοξο επίπεδο το ζην συνοδικώς. Η ιστορία θα κρίνει το ποιά είναι η θέση της παρούσας Συνόδου στην ζωή και στην πορεία της Εκκλησίας. Νομίζω, όμως, πως η ιστορία της Εκκλησίας χαρακτηρίζεται από μια συνέχεια, χωρίς τούτο να σημαίνει στασιμότητα. Η συνέχεια στην οποία αναφέρομαι κατορθώνει να συνενώσει δύο στοιχεία που ίσως φανούν αντιφατικά εκ πρώτης όψεως, δηλαδή, την ταυτότητα και την εξέλιξη της Εκκλησίας. Δεν νομίζω πως θα ήταν σωστό να κριθεί η επί θύραις Σύνοδος υπό το φως μιας αρχαιολογικής προοπτικής, δηλαδή, υπό το πρίσμα του παρελθόντος, αλλά θα πρέπει να αξιολογηθεί με την ματιά του μέλλοντος, πράγμα το οποίο δεν μπορεί να γίνει κατά την παρούσα στιγμή. Όλα τα πράγματα στην ιστορία, μας λέει ο αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής, ακολουθούν το τρίπτυχο σκιά – εικόνα – αλήθεια. Η αλήθεια των πραγμάτων βρίσκεται στα έσχατα. Το παρόν εικονίζει την αλήθεια και αληθεύει στο βαθμό ακριβώς που εικονίζει με πιστότητα την εσχατολογική αλήθεια. Θα ήταν παρακινδυνευμένο για μας σήμερα να αποπειραθούμε μια αποτίμηση της Συνόδου πριν καν μάλιστα αποπερατώσει το έργο της.
            Σίγουρα στην συζήτηση αυτή δεν έχουν θέση τα επιχειρήματα που προσπάθησαν να πλήξουν το κύρος της Συνόδου επί της βάσεως πρακτικών ζητημάτων, όπως για παράδειγμα, του αριθμού των συμμετεχόντων επισκόπων. Έγραψα και αλλού πως η ιστορία των επτά Οικουμενικών Συνόδων καθιστά σαφές πως δεν συμμετείχαν όλοι οι ανά την οικουμένη επίσκοποι, ούτε θα ήταν και πρακτικά δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο. Το ερώτημα για το αν θα μπορούσε να θεωρηθεί μια Σύνοδος Οικουμενική εφ᾽ όσον δεν συμμετέχουν σε αυτήν άλλες Χριστιανικές ομολογίες είναι για μένα ανοικτό και παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Θα πρέπει κάποια στιγμή στο μέλλον να γίνει μια νηφάλια συζήτηση για το πώς επισήμως (διότι ακούμε πολλές και αντικρουόμενες απόψεις) θεωρεί η Ορθόδοξος Εκκλησία αυτές τις Χριστιανικές ομολογίες, με τις οποίες δεν βρίσκεται σε ευχαριστιακή κοινωνία.
            π. Π. Καποδίστριας: Το ερώτημα όμως που γεννάται είναι αν μιλάμε για σχίσματα, για αιρέσεις ή για ένα συνδυασμό των δύο; Και ποια η διαβάθμιση των δύο αυτών καταστάσεων;
           π. Παντελεήμων Μανουσάκης: Αυτά είναι ερωτήματα στα οποία, φυσικά, δεν μπορώ να δώσω απαντήσεις (ούτε θα ενδιέφερε κανέναν η δική μου απάντηση), αλλά είναι και ερωτήματα τα οποία με βασανίζουν, αναλογιζόμενος πως η αίρεση προσβάλλει μεν την πίστη, το σχίσμα όμως πληγώνει την αγάπη και ίσως, υπό το πρίσμα της ιεράρχησης που μας προσφέρει ο απόστολος Παύλος, όπου μείζων της πίστεως η αγάπη (Α´ Κορ. 13:13), να είναι το σχίσμα μεγαλύτερο κακό στο εκκλησιαστικό σώμα από την αίρεση. Το κείμενο της παρούσας Συνόδου για τις Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον Λοιπόν Χριστιανικόν Κόσμον δεν εξετάζει, κατά την γνώμη μου, σε ικανοποιητικό βάθος τα ερωτήματα αυτά. Είναι, όμως, ένα πρώτο θεμιτό και θετικό βήμα προς την σωστή κατεύθυνση.
          π. Π. Καποδίστριας: Ευχαριστώ πολύ για την καλοσύνη Σας, να απαντήσετε στα ερωτήματά μας και Σας εύχομαι ό,τι Αισιότερο!
          π. Παντελεήμων Μανουσάκης: Κι εγώ Σας ευχαριστώ!

Πέμπτη 26 Μαΐου 2016

Ο ΒΑΦΤΙΣΤΙΚΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΥ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΔΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Την δημοφιλέστερη οπερέτα του Θεόφραστου Σακελλαρίδη {1883-1950} Ο Βαφτιστικός, σε επιμέλεια και αποκατάσταση του  μουσικού κειμένου από τον αρχιμουσικό Γιώργο Πέτρου, παρακολουθήσαμε, αναγεννημένη, από την Εθνική Λυρική Σκηνή στο θέατρο "Ολύμπια" στις 15/5/2016, υπό την μπαγκέτα του αρχιμουσικού Γιώργου Αβραμίδη και διεύθυνση χορωδίας του Αγαθάγγελου Γεωργακάτου. 

Την αναγέννηση έφερε η δημιουργική σκηνοθεσία του Σίμου Κακάλα, ο οποίος έπλασε μια  παράσταση εκπληκτικής ομορφιάς, μια παράσταση συνόλου, που κάλυψε κάθε μικρή αδυναμία, κάθε μικρό "ολίσθημα" και αυτό προσμετράται  στα σκηνοθετικά του επιτεύγματα.  Συνέβαλαν βέβαια τα μέγιστα, το καλαίσθητο αρχιτεκτονικό, λειτουργικό σκηνικό του Αντώνη Δαγκλίδη, τα ωραιότατα, κοστούμια εποχής της Κλαιρ Μπρέισουελ, οι μαγικοί φωτισμοί του Περικλή Μαθιέλλη και τα θαυμάσια βίντεο του Στάθη Μήτσιου.

Η Οπερέτα Βαφτιστικός, με μελωδίες αξέχαστες όπως, "Στο στόμα, στο στόμα γλυκά φίλησέ με" , "Τον καιρό εκείνο τον παλιό", "Η καρδιά μου πονεί για σας", "Ψηλά στο μέτωπο", τραγούδι που χρησιμοποιήθηκε για την εμψύχωση των στρατιωτών κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία,    άντεξε έναν αιώνα  και έμελλε, να κάνει αθάνατο τον συνθέτη της. Η υπόθεση του έργου, παρμένη από μία γαλλική φάρσα, Η κυρία και ο βαφτιστικός της, των Maurice Hennequin, Pierre Veber και Henry de Gorsse, είχε παρουσιαστεί στο Παλαί Ρουαγιάλ του Παρισιού στις 12 Σεπτεμβρίου του 1916. Στην Αθήνα το έργο, όπως αναφέρεται, γράφτηκε μέσα σε σαράντα ημέρες, πρωτοπαίχτηκε στις 18 Ιουλίου του 1918,  από τον θίασο του Γιάννη Παπαϊωάννου, με πρωταγωνιστή τον ίδιο, την Μελπομένη Κολυβά, την Αφροδίτη Λαουτάρη, τον Σπύρο Μηλιάδη και του Ουμπέρτο Μπεντιβόλιο. Στη Λυρική Σκηνή ανέβηκε στις 19 Ιουλίου του 1946, με πρωταγωνιστές την Ανθή Ζαχαράτου, τον Πέτρο Επιτροπάκη και  διευθυντή ορχήστρας τον αρχιμουσικό Βάλτερ Πφέφερ.

Τα εύσημα ανήκουν πρωτίστως στον σκηνοθέτη, ο οποίος κράτησε το ιστορικό-κοινωνικό υπόβαθρο του Βαφτιστικού, μετά τους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους και τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο,  λίγο πριν τη Μικρασιατική  Εκστρατεία και τη μοιραία της Καταστροφή, σατιρίζοντας με λεπτό πνεύμα τον μικροκοινωνιολογικό περίγυρο. Έτσι η υπόθεση  του Βαφτιστικού προβάλλεται σε πρώτο πλάνο στην οπερέτα, έχοντας όμως φόντο την ιστορία, με τον πόλεμο να ταλανίζει συνεχώς την Ελλάδα. Δεν είναι τυχαίο ότι το έργο ανοίγει, αλλά και κλείνει με πατριωτικό τραγούδι, "Από το μέτωπο γυρνάμε στο χωριό μας" και με σημαιοστολισμένο το σκηνικό.

Ο σκηνοθέτης κίνησε,  με θεατρικότητα, τους ηθοποιούς του, στα πλούσια σαλόνια, στις  βεράντες, στις μεγαλοπρεπείς σκάλες, της βίλας Ζαχαρούλη, με τα θαυμάσια βιτρό, και άφησε  με ζηλευτή χάρη τις κυρίες  να περιφέρονται και να φλυαρούν στους ωραίους χώρους της, αναδεικνύοντας τις κομψές τουαλέτες τους, ενώ οι  καλοντυμένοι κύριοι με τα κοστούμια και τις ζηλευτές στολές τους  φλέρταραν με  άνεση,  υποδηλώνοντας το ύφος  μιας ανέμελης κοινωνίας.

 Την παράσταση έκλεψαν οι τέσσερις βουβοί χαρακτήρες των υπηρετών, τόσο για τις έξυπνες, σημαίνουσες μιμήσεις και μεταμφιέσεις, όσα και για τα ευρηματικά κοστούμια τους. Φορώντας  τα λεβέντικα τσαρούχια και τη φουστανέλα, έφεραν στο επάνω μέρος επίσημο φράκο και ανέκφραστες μάσκες στο πρόσωπο, μαρτυρώντας την ευφυή εναρμόνιση του  σχεδιαστή με τον σκηνοθέτη, ο οποίος συνέλαβε και εξέθεσε με το λεπτότατο πνεύμα του, τη μεταβατικότητα μιας ολόκληρης εποχής, σε μια άλλη, το φραγκολεβαντίνικο πνεύμα, την με λάθος τρόπο μετακένωση της ευρωπαϊκής παιδείας στην ελληνική, κατά τη ρήση του Αδαμάντιου Κοραή. Οι τέσσερις έξοχοι βουβοί υπηρέτες, έκαναν ένα  πολύ δυνατό, υπαινικτικό πολιτικό και κοινωνικό σχόλιο. 


Η θαυμάσια η χορογραφία των Τσιγγάνων της Ιρίνας Ακριώτη- Κολομπάκινα,  αν και ασφυκτιούσε στο στενό χώρο της σκηνής ανέδειξε τους καλογυμνασμένους και λαμπερούς χορευτές της. Ωραίες και κομψές παρουσίες της υψιφώνου, Άννας Στυλιανάκη, Βιβής και της μεσοφώνου  Διαμάντης Κριτσωτάκη, Κικής, που αποτελούσαν το δίδυμο των απατημένων γυναικών. Αντιστοίχως και οι σύζυγοι: Σταμάτης Μπερής, θαυμάσιος τενόρος κωμικός στο ρόλο του Ζαχαρούλη και ο επίσης τενόρος Δημήτρης Πακσόγλου, ασύγκριτος στο ρόλο  του ψευτοβαφτιστικού εραστή, Πέτρου Χαρμίδη. Εξαιρετικός ως ερωτύλος, συνταγματάρχης, ο  βαρύτονος Κωστής Ροσιδάκης, με αποκορύφωμα την εμφάνιση του βαθύφωνου Παύλου Μαρόπουλου, υποδυόμενου τον πραγματικό Βαφτιστικό, Μαρκ Κορτάση, ο οποίος, με το άξεστο στρατιωτικό  πνεύμα και την αφέλεια του χωρικού,  λειτούργησε σαν αντίστιξη στο μεγαλοαστισμό του σαλονιού, σκορπώντας αβίαστο γέλιο. Άψογη η συμμετοχή όλων των μικρών βοηθητικών ρόλων.




Πάνω απ' όλα όμως, θα το επαναλάβουμε, ήταν μια εξαίσια παράσταση συνόλου του Σίμου Κακάλα, στην οποία συνέβαλε τα μέγιστα ο αρχιμουσικός Γιώργος Αβραμίδης που  έφερε υπό την μπαγκέτα του τον αέρα της εποχής, με ζωντάνια και ρυθμό, αποσπώντας απολαυστικές  ερμηνείες από μονωδούς, χορωδούς και από τη θαυμάσια Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.  

Τρίτη 17 Μαΐου 2016

GIUSEPPE VERDI REQUIEM ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΑΤΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΑΘΗΝΩΝ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Ένα έργο κολοσσό, το Requiem του Giuseppe Verdi {1813- 1901}, είχαμε την τύχη να παρακολουθήσουμε σε μια εξαιρετική εκτέλεση στις 27-4-16, από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, υπό την μπαγκέτα του Γερμανού αρχιμουσικού Marcus Bosch, με τρεις χορωδίες, ΕΡΤ, Δήμου Αθηναίων, Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και ένα εξαίρετο κουαρτέτο Μονωδών, αποτελούμενο από τη σοπράνο Ursula Targler-Sell, τη μετζοσοπράνο Manuela Bress, τον τενόρο Mario Zeffiri και τον  μπάσο Πέτρο Μαγουλά.

To έργο ενταγμένο στον υψηλού επιπέδου Κύκλο, Adagio, Μουσικές για τις ημέρες του Πάσχα, ήταν συμπαραγωγή του ΜΜΑ και της ΚΟΑ και πραγματοποιήθηκε με την ευγενική υποστήριξη της Πρεσβείας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, σε συνεργασία με τον ΟΠΑΝΔΑ.

Η δεύτερη λαμπερή περίοδος του Verdi ολοκληρώνεται με ένα έργο που δεν προοριζόταν για τη σκηνή αλλά για την εκκλησία. Το  Requiem  συνέθεσε ο Verdi  στη μνήμη του Alessandro Manzoni {1785-1973}, Ιταλού ρομαντικού ποιητή, συγγραφέα, ουμανιστή και ένθερμου υποστηρικτή της ενοποίησης της Ιταλίας. O συνθέτης θαύμαζε ιδιαίτερα το έργο του Manzoni,  τον οποίο και θεωρούσε ισάξιο του Rossini,  τη "δόξα της  Ιταλίας", όπως τον αποκαλούσε. Όταν ο Rossini πέθανε το 1846, ο Verdi,  θέλοντας  να τον τιμήσει, πρότεινε στους καλύτερους από τους συναδέλφους του να γράψουν από κοινού ένα Requiem. Το σχέδιο αυτό δεν πραγματοποιήθηκε, ο ίδιος όμως είχε συνθέσει το "Libera me" το οποίο, συμπεριέλαβε αναθεωρημένο στο Manzoni Requiem. Η πρώτη  παρουσίαση του έργου  έγινε  κατά την πρώτη επέτειο του θανάτου του ποιητή, στο Ναό  San Marko  του Μιλάνου, στις 22 Μαΐου 1874. Ο ίδιος ο συνθέτης διηύθυνε την ορχήστρα αποτελούμενη από 200 μουσικούς και χορωδούς και με σολίστ τους διασημότερους μονωδούς της εποχής του. Τρεις ημέρες μετά, το έργο επανελήφθη, με μεγάλη επιτυχία, στη Σκάλα του Μιλάνου,  με  τον Verdi στο πόντιουμ και με τους ιδίους συντελεστές.  Έκτοτε παίχτηκε πολλές φορές στο Παρίσι, στο Λονδίνο και στη Βιέννη. Είναι αξιοσημείωτο ότι κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, έγκλειστοι του στρατοπέδου συγκέντρωσης, Theresientadt,  μέσα από την άκρα ταπείνωση της αιχμαλωσίας και των δεινών της, ερμήνευσαν,  σαν σε επίκληση, δεκαέξι φορές το Requiem  υπό την διεύθυνση του Τσεχοσλοβάκου πιανίστα, συνθέτη και αρχιμουσικού, Rafael Schächter {1905-1945},  ο οποίος μερικές βδομάδες μετά την τελευταία συναυλία, στις 16 Οκτωβρίου του 1944, εστάλη μαζί με 1000 κρατουμένους στο Άουσβιτς, όπου και εκτελέστηκε, λίγες μόλις ημέρες πριν οι Σοβιετικοί απελευθερώσουν το στρατόπεδο.

Το Requiem προκάλεσε αντιδράσεις, γιατί κάποιοι θεώρησαν ότι η θεατρικότητα των δοξαστικών ύμνων, απάδει σε έργο  που προορίζεται να ακουστεί σε εκκλησία, αφού  μόνο στην όπερα μπορεί να γίνει  αποδεκτή και αντιβαίνει στο θρησκευτικό πνεύμα ενός Mozart η ενός Cherubini. Άλλη έντονη αντίδραση προήλθε από τον αρχιμουσικό Hans von Bülow, ο οποίος μόλις άκουσε τη σύνθεση τη χαρακτήρισε ανοησία, αλλά αμέσως έσπευσε να διορθώσει το ατόπημά του με μία επιστολή προς τον συνθέτη όπου αναγνώριζε το λάθος του και συνόδευε  τη συγγνώμη του με μια μεγάλη αλήθεια:  "Το Requiem είναι μια από τις μεγαλύτερες συνθέσεις του αιώνα".


Ο Αρχιμουσικός Marcus Bosch απέσπασε εξαιρετικές ερμηνείες από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, τις τρεις Χορωδίες και το κουαρτέτο των  Μονωδών. Ανέδειξε  τους δυναμικούς ρυθμούς της σύνθεσης, τις  θεϊκές μελωδίες της και τις ξέχωρες δραματικές αντιθέσεις και εντάσεις. Κράτησε εκπληκτικές ισορροπίες  και αποκάλυψε, δια της μουσικής, τη δύναμη και το μεγαλείο του θεϊκού λόγου, στο Requiem et Kyrie {Ακολουθία εις κεκοιμημένους και Κύριε}, στο Dies irae {Ημέρα οργής}, στο Lacrimosa dies illa {Δακρυόεσσα η ημέρα εκείνη}, στο Ofertorio {Προσφορά}, στο Sanctus {Κύριος}, στο   Agnus Dei {Ο Αμνός του Θεού}, στο Lux aeterna  {Φως ανέσπερον} και στο Libera me {Ελευθέρωσόν με}, προκαλώντας ρίγη  συγκίνησης.

Το αριστούργημα του Verdi κατατάσσεται ανάμεσα στα θρησκευτικά έργα κοσμικού χαρακτήρα, όπως το Requiem του Berlioz και το Γερμανικό Requiem  του Brahms, ο οποίος και  θα πει για τη συγκεκριμένη αυτή σύνθεση: "Μόνο ένας μεγαλοφυής θα μπορούσε να δημιουργήσει τέτοιο έργο" και η θαυμάσια ερμηνεία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, ακούστηκε  σαν επαλήθευση των λόγων του Γερμανού συνθέτη.





Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου: Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΩΣ ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ


Ὁμιλία Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου, κατά τήν ἀνακήρυξή του σέ ἐπίτιμο Διδάκτορα τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἰωαννίνων, τήν 13η Μαΐου 2016 



Τρίτη 10 Μαΐου 2016

Για το βιβλίο “Θέλξις Σαπφώ. Δεκαπέντε μελετήματα”

Επιλογή-Επιμέλεια: Μαίρη Ι. Γιόση, Δήμητρα Κιούση, Άννα Τάτση
Εκδ. Σμίλη 2004

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Έτος σημαδιακό για την Ελλάδα το 2004. Ολυμπιακοί Αγώνες (ανεξαρτήτως από το τι μας στοίχισαν και πώς αξιολογήθηκαν αργότερα), μια λαμπρή ατμόσφαιρα, την οποία είχε προετοιμάσει εκείνο το ενθουσιαστικό EURO και φυσικά συνοδεύτηκε και από άλλα σημαντικά γεγονότα. Σ’ αυτά είναι και η έκδοση του βιβλίου, Θέλξις ΣΑΠΦΩ, Δεκαπέντε μελετήματα. Οι δεκαπέντε μελετητές και οι αντίστοιχοι μεταφραστές είναι: Bruno Gentili (Θεοδώρα Πανοπούλου), Claude Calame (Πατρίτσια Κολαΐτη), Jane McIntosh Snyder (Ευγενία Δ. Μακρυγιάννη), John J. Winkler (Παναγιώτης Φανάρας), Ellen Greene (Νίκος Σκιαδόπουλος), André Lardinois (Λένια Τζαλλήλα, Patricia A. Rosenmeyer (Αγγελική Λάλου), ilja Leonard Pfeijffer (Δήμητρα Κιούση), Keith Stanley (Γαβριέλα Σωτηροπούλου), Charles Segal (Δήμτρα Κιούση), Eva Stehle Stigers (Διοτίμα παπάδη), Jensper Svenbro (Πηνελόπη Σκαρσούλη), Emmet Robbins (Μαίρη Ι. Γιόση), Riccardo Palmisciano (Μαίρη Ι. Γιόση- Άννα Τάτση), Anne Carson (Αλεξάνδρα Δ. Μελίστα). Τα ποιητικά αποσπάσματα που παρεμβάλλονται ανήκουν στους Ι.Θ.Κακριδή, Δανιήλ Ιακώβ, Παναγή Γ. Λεκατσά, Ι. Ν. Καζάζη, Οδυσσέα Ελύτη, Μ. Γιόση.

Ο εύρωστος τόμος, και από άποψη όγκου αλλά και από άποψη μελετών και μελετητών, αρχίζει και τελειώνει με παραδοξότητα. Το πρώτο κείμενο δεν έχει σχέση με τη Σαπφώ και το τελευταίο «συκοφαντεί» τον Αριστοτέλη (τα εισαγωγικά είναι του βιβλίου). Όμως και τα δύο αυτά κείμενα δίνουν το χωροχρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται το έργο της μεγάλης αυτής ποιήτρια της αρχαιότητας αλλά και την ποικιλία των ερμηνειών της ποιητικής της. Από τους δύο άξονες, γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η μελέτη, ο ένας ερευνά την ποιητική δημιουργία από τη σκοπιά της κοινωνικής ανθρωπολογίας και ο άλλος από τη σκοπιά της ποιητικής της. Στις δεκαπέντε μελέτες αναπτύσσονται θέματα σχετικά με την ερμηνεία του σαπφικού κειμένου, τον διάλογο με άλλα παρεμφερή κείμενα, τη δημιουργία σε σχέση με το φύλο, τη σχέση της Σαπφούς με την ποιητική παράδοση. Εξετάζεται το λυρικό εγώ, ο ποιητικός χαρακτήρας και η σχέση με το κοινό, ο δημόσιος και ιδιωτικός χαρακτήρας της ποίησης και παρεμφερώς η «διπλή συνείδηση» της ποίησης και η διάκριση «αρσενικό-θηλυκό», από όπου θα προκύψει και το γυναικείο «ενεργητικό» ερωτικό υποκείμενο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, και θίγεται στο βιβλίο, ότι η Σαπφώ δημιουργούσε στον κλειστό κύκλο της σχολής της, επομένως τα ποιήματα είναι ιδιωτικά, αλλά και κατά μίαν έννοια δημόσια. Υποθέσεις ιδιωτικές εξομολογημένες σε σένα δημοσίως, καθώς θα έλεγε και ο Τ. Σ. Έλιοτ.

Στο κείμενο του Segal θα δοθεί έμφαση στην λειτουργική διάσταση της ποίησης της Σαπφούς και θα ερευνηθεί η σχέση των ποιημάτων με τους θρήνους, τις προσευχές και τα επιθαλάμια. Σχέσεις παρόμοιες θα ανευρεθούν και σε άλλα παλαιότερα κείμενα και στον Όμηρο, σχέσεις με την Αφροδίτη, τον έρωτα και τις Μούσες, σαν η Σαπφώ, μέσω της ποιητικής της να προσπαθεί να ταυτιστεί με την πηγή έμπνευσής της, την Αφροδίτη, τον έρωτα και τις Μούσες. Σκανδαλίζει ιδιαιτέρως η παρατήρηση ότι «σκοπεύουμε να ανακαλύψουμε σ’ αυτήν, αν και ό,τι περιμένουμε πλέον να βρούμε είναι, πιθανότατα, το ακριβώς αντίθετο από εκείνο που είχαν ανακαλύψει οι παππούδες μας. Όπως ο Νάρκισσος καθρεφτιζόμαστε στο νερό». Επίθεση στους ερευνώντες τα ομοερωτικά ποιήματα έκανε ο Βιλαμόβιτς το 1896, ο οποίος υποστήριξε ότι η Σαπφώ ήταν διευθύντρια παρθεναγωγείου με θρησκευτικό χαρακτήρα, αφιερωμένου στην Αφροδίτη, περιβαλλόμενη από έναν θίασο κοριτσιών που συμμετείχαν στη λατρεία της θεάς, και ως εκ τούτου τα ποιήματα περιείχαν περιγραφές συνάδουσες με την ιδιότητά τους. Επικαλείται και μαρτυρίες, για την ύπαρξη παρόμοιων σχολών-θιάσων στη Λέσβο, που απαντούν ακόμα και στην Ιλιάδα. Με έμφαση υποστηρίζεται η ιδέα της παραμονής τη Σαπφούς στην ανθρώπινη μνήμη, ότι, δηλαδή, «η ποιήτρια οραματίζεται για τον εαυτό της το είδος του καλού θανάτου που οραματίζεται ο ομηρικός Αχιλλέας», στο κείμενο του Palmisciano.

Το τελευταίο κείμενο, για το οποίο είπαμε πως αποτελεί μια παραδοξότητα, είναι αυτό που «συκοφαντεί» τον Αριστοτέλη. Σ’ αυτό η συγγραφέας εξετάζοντας την ετοιμολογία του ρήματος (σύκα, φαίνω) μας προϊδεάζει για μια άλλη έννοια του ρήματος, αποκαλυπτική μιας αλήθειας και όχι καταδηλωτική ενός ψεύδους, ζητώντας μας να ερευνήσουμε τι είναι η αριστοτελική μίμησις από τη σκοπιά της λυρικής ποιήσεως. Στο κείμενο αυτό έχουμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τη σημασία των ονομάτων και την κλίση τους, η οποία τελικώς αποκαλύπτει την «ηδονή της λυρικής ποιήσεως».

Ο Έλληνας αναγνώστης (ελληνική είναι η παρούσα έκδοση) είναι ευνοημένος εκ των πραγμάτων – διαβάζει ελληνική ποίηση- και ευτύχησε να έχει μεταφρασμένα τα ποιητικά αποσπάσματα από επιφανείς Έλληνες, τους οποίους αναφέραμε πιο πάνω, που αγαπούν την ποίηση και, όπως λέει και η Σαπφώ και ο «μακρινός εξάδελφός» της ο Οδυσσέας Ελύτης, το καλύτερο πράγμα στη ζωή είναι αυτό που αγαπάει ο καθένας - «όττω τις έραται». Και στην προκειμένη περίπτωση, την Ποίηση έραται. 

Δευτέρα 25 Απριλίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης, Της Μεταμορφώσεως των Γυναικών που Αγάπησα

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ


Είκοσι χρόνια δεν είναι λίγα για να βοηθήσουν τον καιρό να κάνει τη φθαρτική δουλειά του. Όμως τον Οδυσσέα Ελύτη φαίνεται πως δεν τον αγγίζει ο χρόνος και η σταγόνα του που έσταξε στον ωκεανό, σαν αγίασμα μοιάζει. Ο Ελύτης είναι παρών στην ποίηση των νεότερων, στα συνέδρια, στις μελέτες, στη ζωή μας. Δεν χρειάζονται ειδικές επέτειοι για να τον θυμηθούμε γιατί δεν τον ξεχάσαμε ποτέ.

«Οι άγγελοι στον παράδεισο μιλούν Ελληνικά» λέει ο Νίκος Εγγονόπουλος και μας ξαφνιάζει γιατί αυτή τη φράση θα την απέδιδε κανείς στον Ελύτη. Ίδια γενιά, αγάπη για τον υπερρεαλισμό και την Ελλάδα, ελεύθερο πνεύμα, πίστη στις παραδοσιακές αξίες, δεν είναι δυνατόν οι δυο ποιητές να μην συναντηθούν. Αλλά να που μια φράση στα Ανοιχτά Χαρτιά (σ. 38), λέει σχεδόν το ίδιο: «Αν υπάρχει, συλλογίζομαι, για τον καθένα μας ένας διαφορετικός Παράδεισος, ανεπανόρθωτα ο δικός μου θα πρέπει να ’ναι σπαρμένος με δέντρα λέξεων που τ’ ασημώνει ο άνεμος» και «από πουλιά που ακόμα και μέσα στην αλήθεια του θανάτου επιμένουν να κελαηδούν ελληνικά και να λέν ‘‘έρωτας’’, ‘‘έρωτας’’, ‘‘έρωτας’’». Οι άγγελοι στον Παράδεισο μιλούν ελληνικά, τα πουλιά κελαηδούν ελληνικά, γράφω ποιήματα για να ερωτεύομαι σωστά, μιλά ελληνικά γιατί τη γλώσσα τού έδωσαν ελληνική και μέσα της/του γεννήθηκε ο κόσμος. Όσον αφορά το θέμα της έμπνευσης των ποιητών γράφει στο Εκ του πλησίον (σ. 34): «Οι κακοί ποιητές τρέφονται από τα γεγονότα, οι μέτριοι από τα αισθήματα, και οι καλοί από τη μετατροπή του τίποτε σε κάτι. Το εκ του μη όντος ον λογαριάζει». Και εδώ βρίσκεται και η ουσία. Ο Ποιητής είναι δημιουργός. Όχι αυτός που βρίσκει κάτι έτοιμο και το αναδιαμορφώνει αλλά εκείνος που φιλοτεχνεί το τίποτα και του δίνει υπόσταση. Πώς άρχισε ο Θεός τη δημιουργία του κόσμου; Είπε και εγένετο. Έτσι και ο ποιητής· ΛΕΕΙ:

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ: - "Της Μεταμορφώσεως των γυναικών 
που  αγάπησα  χωρίς  ελπίδα:  Ηχώ:  Μα -ρί- νααα! Ελ- 
έ-νηηη! Κάθε  χτύπος  καμπάνας,  κι  από  μια   πασχα-
λιά  στην  αγκαλιά μου.  Ύστερα  φως  παράξενο,   και
δυο  ανόμοια περιστέρια που  με  τραβούν ψηλά σ' ένα
μεγάλο  κισσοστολισμένο  σπίτι.  
                      ("Εφτά μέρες για την αιωνιότητα")


«Παρασκευή», όπως Μεγάλη Παρασκευή και της «Μεταμορφώσεως», όχι του Σωτήρος, αλλά «των γυναικών που αγάπησα». Αυτές βοηθούν στο θαύμα ανάλογο με εκείνο του Σωτήρος. Πράγμα που σημαίνει πως περιμένουμε να δούμε μια «Μεταμόρφωση» και μια «Ανάληψη».
Δύο στοιχεία του ποιήματος μας υποδηλώνουν το χρόνο του θαύματος. Είναι άνοιξη και πλησιάζει το Πάσχα. Το μαρτυρούν οι χτύποι της καμπάνας και η πασχαλιά. Η πασχαλιά δέντρο και η πασχαλιά Πάσχα. Νομίζω μάλιστα πως δεν είναι μια καθημερινή Παρασκευή αλλά μια Μεγάλη Παρασκευή. Σ’ αυτήν ταιριάζουν οι χτύποι της καμπάνας. Παραδοσιακά οι καμπάνες την ημέρα εκείνη χτυπούν συνέχεια και πένθιμα. Όμως, το σίγουρο είναι ότι θα ακολουθήσει η Ανάσταση.
Ο ποιητής φωνάζει δυο ονόματα αγαπημένα. Το ένα είναι «Μαρίνα», αυτή η ηρωίδα του η θαλασσινή και η άλλη είναι η Ελένη, εκείνη που του έχει παραχωρήσει το «Ελ» του ονόματός του. Εκείνο το «Ελ» που είναι Ελλάδα και Ελένη και Ελευθερία και Ελπίδα. Η ομορφιά σε τέσσερις παραλλαγές. Η ηχώ είναι ο αντίλαλος, είναι το αντίστοιχο της αντιφεγγιάς, που έρχεται από μακριά. Και αυτό το υποθέτουμε από πού έρχεται.Τα ονόματα, με την τυπογραφική αραίωση των συλλαβών τους και την επανάληψη του τελικού «α» και «η» μοιάζει να επαναλαμβάνουν τον χτύπο της καμπάνας. Και επομένως είμαστε μπροστά στο Θείο Πάθος που ολοκληρώνεται εκείνη την ημέρα, το οποίο όμως μετατοπίζεται στο ανθρώπινο. Η ηχώ από τα ονόματα ακούγεται σαν χτύπος καμπάνας (προηγήθηκε σύντομος πένθιμος αλλά σχεδόν αυτόματα αναστάσιμος) και αμέσως έγινε «πασχαλιά», και έγινε Ανάσταση. Αναμενόμενο το «φως παράξενο» αφού έχουμε «Μεταμόρφωση» και τα «περιστέρια» (και το πνεύμα εν είδει περιστεράς) ψυχοπομποί και αγγελιοφόροι του Θεού. Σώζουν στην απάνω αιωνιότητα, στο μεγάλο κισσοστολισμένο σπίτι, τον ποιητή.
Η γήινη αιωνιότητα είναι «χωρίς ελπίδα» γιατί είναι περαστική. Η ουράνια αιωνιότητα κερδίζεται από τις μικρές περαστικές στιγμές του έρωτα. Η ζωή σώζεται από τον έρωτα και διαιωνίζεται με όχημα αυτόν.
Η μεταμόρφωση: Ήταν γυναίκα και έγινε ήχος και έγινε πασχαλιά και έγινε φως και έγινε δυο περιστέρια, η Μαρίνα και η Ελένη.
Δύο ονόματα: Μαρίνα, Ελένη, αλλιώς η όμορφη θαλασσινή Ελλάδα.
Δύο φορές ηχώ
Η καμπάνα, δύο σήματα (εννοείται): Ντιν- νταν
Κάθε χτύπος και πασχαλιά, άρα δύο πασχαλιές
Δύο αναστάσεις, άρα δύο θάνατοι
Θάνατος (σύντομος) «χειμώνα ελάχιστε» («Λακωνικόν») και Ανάσταση: Φως παράξενο
Δύο περιστέρα με τραβούν ψηλά, η Μαρίνα και η Ελένη.
Με τραβούν ψηλά και με σώζουν οι δυο αγάπες μου: Η θαλασσινή μου Ελλάδα και η Ποίηση.

Παρασκευή 22 Απριλίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ ΙΕΡΩΜΕΝΩΝ ΕΝ ΗΜΕΡΑ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

Δάνεια παραδειγμάτων ἀπό τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη

Στὴν ἱερὴ μνήμη τῆς Μητέρας μου Μαγδαληνῆς

Δὲν ἐμφανίζω ὡς ὑποθετικὲς τὶς ἱστορίες ποὺ στὴ συνέχεια θὰ παρουσιάσω, ἱστορίες ποὺ ἀποτελοῦν μικρὰ μέν, ἀλλὰ πολὺ σημαντικὰ καὶ πυκνὰ μαθήματα Ποιμαντικῆς, γιατὶ γνωρίζω καλῶς, ἀπὸ ἀδιάψευστες, φυσικά, πηγὲς, ὅτι ἐνέχουν τὴν ἱστορική τους ἀλήθεια, ἔστω κι ἄν κάποια ἀπὸ τὰ ὀνόματα ἤ καὶ τὰ γεγονότα ἔχουν, ποιητικῇ λεγομένῃ ἀδείᾳ, διαφοροποιηθεῖ. Γιατὶ ἡ δική μου προβληματική, ποὺ ἀσφαλῶς εἶναι ἀπότοκη τοῦ ψυχισμοῦ ἑνὸς ἱερωμένου, ὑπογραμμίζει να πράγμα: πὼς ἡ παρουσία τῶν πειρασμῶν1 σὲ μᾶς τοὺς κληρικοὺς τέτοιες ὦρες εἶναι δεδομένη. Ἑπομένως, διαχρονικὸ εἶναι τὸ μήνυμα ποὺ μᾶς στέλνει μὲ τὰ Πασχαλινά του διηγήματα ὁ Παπαδιαμάντης καὶ πολὺ διδαχτικό.
Ἔχω, λοιπον, τὴν ἐντύπωση -καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶμαι ὁ μοναδικός- πὼς τὶς πλέον ἱερὲς καὶ εὐκατάνυκτες ὧρες τοῦ Μ. Σαββάτου, καθὼς σιμώνει ἠ περιούσια στιγμὴ τῆς Ἀναστάσεως, οἱ πειρασμοὶ γιὰ τὸν ἱερέα καὶ μέλλοντα λειτουργό, ὅλο καὶ αὐξάνονται, καθὼς ἔργο τοῦ μισοκάλου δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ τὸ πῶς θὰ μᾶς ἀποσπάσει ἀπό τὴν εὐφρόσυνο προαναστάσιμο ἀναμονὴ καὶ θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν ἀπόγνωση. Κι εἶναι οἱ πειρασμοὶ αὐτοὶ κάθε εἴδους καὶ ἐκτάσεως. Ἀπὸ τὸν θυμὸ τοῦ ἐνορίτη γιατὶ ργησε ἡ λειτουργία ἤ ἡ ἀκολουθία, ἴσαμε τὴν σύγκρουση τοῦ ἴδιου τοῦ ἱερέα μὲ τὸν ψάλτη, τὸν συνεφημέριό του, τὸν ἐπίτροπο κ.λ.π. Σὲ λ᾿ αὐτὰ δὲ, μπορεῖ νὰ προστεθεῖ κι ἡ κούραση ποὺ παρουσιάζεται αὐτές τὶς ὧρες, κόπωση ποὺ θὰ ἐξατμιστεῖ, παραδόξως, μὲ τὸ τέλος τῆς Ἀναστάσιμης λειτουργίας. Κι ὅλ᾿ αὐτὰ ἀσφαλῶς συμβαίνουν καὶ θὰ συμβαίνουν. Γι᾿ αὐτὸ κι ὁ Ππδ. τὰ παρουσιάζει καὶ τὰ διασώζει μὲ διάκριση καὶ προσοχή, ὄχι μόνο γιὰ νὰ δείξει τοὺς χαρακτῆρες κάποιων ἱερέων, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὑπογραμμίσει περισσότερο, πὼς κι ὁ παπᾶς ἄνθρωπος εἶναι κι αὐτός καὶ πειράζεται συχνά. Ὅμως στὴν περίπτωση αὐτὴ ποὺ θὰ πέσει σὲ πειρασμὸ αὐτὸ ποὺ ἀπαιτεῖται εἶναι νὰ βρεῖ τὴν διέξοδο ἐκείνη ποὺ θὰ τὸν φέρει «εἰς ἑαυτὸν» (πρβλ. Λκ. 15, 17), ὥστε νὰ συνειδητοποιήσει τὸ λάθος του καὶ νὰ μετανοήσει.
Παρατηρώντας τώρα τοὺς τύπους τῶν ἐφημερίων ποὺ παρουσιάζει στὰ Πασχαλινὰ του διηγήματα, τὰ Σκιαθίτικα κατὰ κύριο λόγο, ὁ Παπαδιαμάντης συναντοῦμε, ὄχι καπάτσους ἤ πνευματώδεις παπάδες, ὅπως ἀλλοῦ (βλ. π.χ. τὸν Παπατρέχα τοῦ Κοραή2 ἤ τὸν παπα-Θανάση, τὸν ἱερέα τοῦ χωριοῦ3 στὸ ὁμώνυμο βιβλίο τοῦ Χρυσόστομου Παπαδόπουλου, Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν). Οἱ ἐφημέριοι τοῦ Ππδ. εἶναι ἁπλοί, καλωσυνάτοι, παιδεμένοι καὶ, κατὰ κύριο λόγο, ἀνθρώπινοι, ποὺ σημαίνει ὅτι συνεχίζουν τὸν ἀγώνα τους καὶ ἐμβιώνουν τὰ περιούσια λόγια ποὺ λένε καὶ στὴ συνέχεια τὰ ὑψώνουν σὲ προσευχή, σὲ ἰκέσιο λόγο, μὲ συνειδητὴ τὴν ἀναξιότητά τους τὴν ὥρα τὴ φριχτὴ τῆς Θ. Λειτουργίας.
«Ἐπίβλεψον ἐπ᾿ ἐμὲ τὸν ἁμαρτωλὸν καὶ ἀχρεῖον δοῦλόν σου καὶ καθάρισόν μου τὴν ψυχὴν καὶ τὴν καρδίαν ἀπό συνειδήσεως πονηρᾶς καὶ ἱκάνωσόν με τῇ δυνάμει τοῦ ἁγίου σου Πνεύματος, ἐνδεδυμένον τὴν τῆς ἱερατείας χάριν, παραστῆναι τῇ ἁγίᾳ σου ταύτῃ Τραπέζῃ καὶ ἱερουργῆσαι τὸ Ἅγιον καὶ ἄχραντό σου σῶμα καὶ τὸ τίμιον αἷμα... Σοὶ γὰρ προσέρχομαι, κλίνας τὸν ἑμαυτοῦ αὐχένα, καὶ δέομαίς σου · Μὴ ἀποστρέψῃς ἐκ παίδων σου, ἀλλ᾿ ἀξίωσον προσενεχθῆναί σοι ὑπ᾿ ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ ἀναξίου δούλου σου τὰ δῶρα ταῦτα»4
Πολὺ σωστὰ ἐπισημάνθηκε πὼς οἱ ἱερεῖς αὐτοί, «παρὰ τὶς ὁποιεσδήποτε ἀνθρώπινες ἀδυναμίες καὶ ἀτέλειές τους, δημιουργοῦσαν στὶς σχέσεις τους μὲ τὸ λαὸ ἕνα κλίμα, στὸ ὁποῖο μποροῦσε νὰ βρίσκει ἐφαρμογὴ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ «γινώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώσκομαι ὑπὸ τῶν ἐμῶν»( Ἰω. 10, 14)5».
Ὅπως δὲ εἶναι φυσικὸ τὶς ἀδυναμίες τὶς ἀκολουθοῦν καὶ κάποιοι πειρασμοὶ, οἱ ὁποῖοι, καθὼς γίνεται ἀντιληπτό, ἀναστατώνουν τὴν ἱερατικὴ συνείδηση καὶ ψυχὴ καὶ τῆς δημιουργοῦν πρὸς καιρὸν σύγχυση καὶ ἀνησυχία. Μάλιστα σὲ μέρες καλές, χαρμόσυνες κι εὐφρόσυνες ὅπως εἶναι τοῦ Πάσχα.
Προσέχοντας, λοιπόν, κάποια ἀπό τὰ λεγόμενα Πασχαλινὰ διηγήματα τοῦ Παπαδιαμάντη, παρατηροῦμε τὴν ἀγωνία τοῦ ἁπλοῦ παπᾶ, ποὺ πῆγε, μὲ λη του τὴν καλὴ καρδιὰ καὶ διάθεση, νὰ κάνει Ἀνάσταση, νὰ τὴ χαρεῖ καί νὰ τὴν ἀπολάψει μὲ τούς ἁπλοϊκοὺς ἀγροτοποιμένες τὴ μέρα αὐτὴ τοῦ Πασχα. Μέρα μοναδικὴ καὶ δεμένη ἀπόλυτα μὲ τὴ γνήσια ἑλληνικὴ ψυχή.
Φυσικὰ δὲν εἶναι ἡ ἔξοδος τοῦ ἐφημερίου αὐτοῦ ἔξοδος ἐκδρομική, ὅπως κάποιοι θὰ νομίσουν, ἀλλὰ μιὰ ἀγωνιώδης προσπάθεια γιὰ ἐπιμελημένη καὶ φροντισμένη, ὅσο γίνεται πιὸ ἄψογα, καὶ μὲ ὅλη της ἱεροπρέπεια τελούμενη, Πανήγυρι τῆς Ἀναστάσεως.
Ο πειρασμοὶ τοῦ παπα-Διανέλου τοῦ πρωτέκδικου, στὸ διήγημα «Λαμπριάτικος ψάλτης»6, δὲ σχετίζονται μονάχα μὲ τὶς βεβηλώσεις τῶν «βοσκῶν καὶ τν αἰπόλων», ποὺ σὲ καιρὸ βροχῆς ἔβαζαν «τὰ θρέμματά των ἐντὸς τῶν ἐξωκκλησίων», μὴ κάνοντας τὸν κόπο νὰ ἐξαλείψουν οὔτε τὰ ἴχνη ποὺ ἄφηναν τὰ ἄλογα ζῶα. Αὐτὸ τὸ ἀντιμετώπισε μὲ ὑπομονὴ καλλωπίζοντας ὁ ἴδιος τὸ ἱερὸ Βῆμα, ὅπως καὶ ὁ ὅμιλος τῶν φιλεόρτων γυναικῶν συγύρισε τὸν ὑπόλοιπο ναό. Ὁ μεγάλος πειρασμὸς τοῦ παπα-Διανέλου ἦταν ἄλλος. Περίμενε, ὄχι δίχως κάποια ἀγωνία, τὸν βοηθό του, τὸν ψάλτη δηλαδή, ποὺ θὰ τὸν ἀπόβγαινε στὴν Ἀναστασιμη Πανήγυρι.
«Ἦτο δὲ ἀνήσυχος ὁ ἱερεύς, καὶ φόβος ἦτο νὰ μείνωσι χωρὶς Ἀνάστασιν καὶ λειτουργίαν. Διότι εὐλόγως δὲν ἠδύνατο ἄνευ βοηθοῦ νὰ ἱεροπρακτήσῃ. Λειτουργία χωρὶς ἕνα τουλάχιστον ψάλτην ἤ ἀναγνώστην δὲν γίνεται, οἱ ποιμένες καὶ οἰ βοσκοὶ ἦσαν ὅλοι, ὡς εἰκός, οὐ μόνον ἀγράμματοι, ἀλλὰ καὶ ἀλιβάνιστοι οἱ κακόμοιροι πολλοὶ τούτων.»
Αὐτὸςπειρασμὸς τοῦ παπα-Διανέλου εἶναι πιὸ ἐμφανὴς παρακάτω, ὅταν ὅλοι του γύρω «ἔρεγχον καὶ μόνον (αὐτός) ὁ ἱερεὺς δηλαδή, ἀνησύχει καὶ ἦτο ξάγρυπνος». Κι ὄχι μόνον αὐτὸ, ἀλλὰ τὸν κατεῖχε καὶ, δικαίως, κάποιος ἐκνευρισμός, καθώς μονολογοῦσε. «Ὁ ἀσυνείδητος... ὁ μωρός !... «Ἀνθρώπους καὶ κτήνη».
Κανεὶς, πιστεύω, δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει αὐτὲς τὶς ἐναγώνιες στιγμὲς ποὺ διέρχεται ἕνας ἱερέας, ποὺ συνειδητὰ καὶ ὑπέυθυνα ἀναχωρεῖ ἀπό τὴ θαλπωρὴ τῆς ἐνορίας του, γιὰ νὰ τελέσει τὴν Ἀνάσταση, μὲ ὅλη της τὴ λειτουργικὴ λαμπρότητα, σ᾿ ἕνα ἀπόμακρο ἐξωκκλήσι, μακρυὰ ἀπὸ τὸ σπίτι του. Γιατὶ πρέπει νὰ τὰ ὑπολογίσει ὅλα. Νὰ ἔχει ἕτοιμα τὰ τῆς ἱεροπραξίας, ἄμφια, τὰ ἱερὰ σκεύη, τὰ βιβλία κ.λ.π. Παράλληλα, νὰ ἔχει συνεννοηθεῖ μὲ τὸν βοηθό του, αὐτὸν ποὺ θὰ τὸν «ξελειτουργήσει», τὸν ψάλτη δηλαδή. Φυσικὰ πρέπει νὰ ὑπολογίσουμε καὶ τὸν κόπο τῆς ὁδοιπορίας, τὸν ἄλλο κόπο τῆς ἀγρυπνίας καὶ τῆς ἔντασης τῶν ἡμερῶν τῆς Μ. βδομάδος, ἀλλὰ καὶ προβλήματα ποὺ προκύπτουν τὴν τελευταία ὥρα. Ὅπως τὸ νὰ περιμένεις τὸν ψάλτη καὶ νὰ μὴν ἔρχεται...
Ἀλήθεια, πς μπορεῖ νὰ ξεχρεωθεῖ ἡ ἀγωνία τοῦ παπα-Διανέλου, ποὺ κάποια στιγμὴ βάζει τὸ πετραχείλι του κι ἀρχίζει τὴ Πανυχίδα; «Ὁ ἱερεὺς ἐσηκώθη στενάζων, -σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς φιλέορτες γυναῖκες ποὺ, καθὼς ἄναβαν τὰ καντήλια, «ἠσθάνοντο ἀνέκφραστον χαρὰ καὶ γλύκαν εἰς τὰ σωθικά των»- εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναόν, καὶ προσκύνησεν εἰς τὰς βαθμίδας τοῦ ἱεροῦ βήματος». Ἀρχίζει τὴν ἀκολουθία, λοιπόν, ψάλλοντας μόνος του. «Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν εὐλογητόν, ἔψαλε μόνος του τὴν παννυχίδα, ὅλον τὸ <Κύματι θαλάσσης>, ἐθυσίασεν, ἔκαμεν ἀπόλυσιν...».
Ἡ ἀπόφαση τοῦ ἱερέα «ἐκ τῶν ἐνόντων νὰ ψάλλωσι τὴν ἀκολουθίαν», γίνεται πραγματικότητα, καθὼς τελεῖται ἡ Ἀνάσταση καὶ ψάλλουν μαζί του τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη δύο τῶν βοσκῶν, οἵτινες δὲν ἦσαν μὲν πλέον γραμματισμένοι ἀπό τοὺς λοιποὺς, ἀλλ᾿ εἶχον ὀλιγώτερον τραχεῖαν προφορὰ κ᾿ <ἐγύριζε κάπως ἠ γλσσά των> ... ἡ θειὰ Μαθηνὼ καὶ ἡ θειὰ τὸ Σεραϊνώ», προκαλώντας, ὅπως ἦταν ἑπόμενο, τὴ θυμηδία στὶς κόρες τοῦ παπα-Διανέλου.
Αὐτὰ φυσικὰ ἀναφέρονται ἐδῶ, ὄχι γιὰ τὸν λεπτομερῆ σχολιασμὸ τοῦ διηγήματος, ἀλλὰ γιὰ νὰ δειχθεῖ ἡ ἐναγώνια προσπάθεια τοῦ ἱερέα στὸ νὰ τακτοποιηθοῦν ὅλα τὰ τῆς Ἀναστασίμου πανηγύρεως μὲ ση γινόταν εὐπρέπεια καὶ τάξη. Γιατὶ δὲν εἶναι τὸ ἴδιο λαμπρὴ μιὰ πανήγυρις μὲ ἔμπειρο ψάλτη, ὁ ὁποῖος ἄνετα θὰ ἀποβγάλει τὸν ἱερέα, μὲ μιὰ Ἀναστάσιμη πανήγυρι, στὴν ὁποία βοηθοί του θὰ εἶναι κάποιοι γέροντες, ποὺ γνωρίζουν μὲν λίγα ψαλτικά, ἀλλὰ πρέπει παπᾶς νὰ ἔχει τὸ νοῦ του γιὰ τὶς ὅποιες τους χασμωδίες ἤ διακοπές. Φυσικὰ σὲ μιὰ τέτοια βραδυὰ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ μὴν ψάλει κι ὁ ἴδιος τὸν Κανόνα, ἐλπίζοντας μονάχα στὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ ὁ ἴδιος ἔκαμε τὸ χρέος του, καὶ μὲ τὸ παραπάνω, προσπαθώντας ἔτσι νὰ νικήσει τὸν πειρασμό. Κι εἶναι πράγματι τὸσο συγκινητικὴ ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ἐμφανίζεται ἐπιτέλους ὁ ψάλτης ποὺ περίμεναν, γιὰ νὰ μποῦν ἐπιτέλους τὰ πράγματα στὴ θέση τους, ἀλλὰ καὶ ν᾿ ἀναπαυτεῖ ἡ ψυχὴ τοῦ ἱερέα, ποὺ τόσους πειρασμοὺς ὑπέμεινε.
Ὅμως στὸ διήγημα αὐτὸ -καὶ μιλᾶμε πάντα γιὰ τὸ «Λαμπριάτικος ψάλτης»- ὑπάρχει καὶ ἄλλο πρόσωπο ποὺ ἐπίσης πειράζεται, λίγο πρὶν τὴν Ἀναστάσιμη πανήγυρι. Πρόκειται γιὰ τὸν ἱερομόναχο π. Ἀζαρία, ἡγούμενο τοῦ μονυδρίου τοῦ γίου Χαραλάμπου.
Μπορεῖ ὁ ἐν λόγω Γέροντας νὰ ζοῦσε στὴν ἔρημο, νὰ βίωνε τὴν συχία καὶ τὴν κατάνυξη τῶν ἡμερῶν, ὡστόσο ἦρθε στιγμὴ ποὺ πειράχτηκε, δέχτηκε κατὰ τὴν νηπτικὴ ὀρθόδοξη διδασκαλία τὸν «παραριπισμὸν τοῦ νοός»7. Κι ἀφορμὴ στάθηκε ὁ κύρ Κωνσταντός ὁ ψάλτης τοῦ παπα-Διανέλου, ὁ ὁποῖος ἀπὸ κωλυσιεργία καὶ κάποια ἐπιπολαιότητα ποὺ τὸν διακατεῖχε, ργησε ν᾿ ἀναχωρήσει γιὰ τὸν ἁη-Γιάννη, ὅπου θὰ ἔψαλε στὴν Ἀναστάσιμη πανήγυρι βοηθώντας τὸν παπα-Διανέλο.
Ὁ δρόμος φέρνει τὸν κύρ Κωνσταντὸ στὸν Ἅγιο Χαράλαμπο, ὅπου καὶ ἀναφέρει στὸν παπα-Ἀζαρία «πῶς ὁ παπᾶ-Διανέλος ὁ Πρωτέκδικος ἐκλήθη ἀπό τοὺς βοσκοὺς καὶ τοὺς ποιμένας νὰ κάμῃ ἀνάστασιν καὶ νὰ λειτουργήσῃ ἐπάνω εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην τὸν Πρόδρομον». Τὰ λόγια τοῦ ἐπισκέπτη στενοχωροῦν τὸν ἐρημίτη Γέροντα, ἀφοῦ περίμενε κάποιους ἀπό τοὺς βοσκοὺς ἐκείνους νὰ πᾶνε στὸν Ἅγιο Χαράλαμπο, γιὰ νὰ κάμουν Ἀνάσταση. Κι εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὴ καὶ μὲ σημαντικὲς ποιμαντικὲς προεκτάσεις ἡ στάση τοῦ παπα-Ἀζαρία, ὅπως τὴν περιγράφει ὁ Παπαδιαμάντης. «Ἐνταῦθα ἦλθεν εἰς τὸν παπᾶ-Ἀζαρίαν ὁ πειρασμὸς νὰ κρατήσῃ τὸν κύρ-Κωνσταντὸν εἰς τὸν Ἅγιον Χαράλαμπον, ἀφίνων τὸν παπα-Διανέλον ἄνευ βοηθοῦ, διὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῇ διότι τοῦ ἀφήρεσε τοὺς πλείονας τῶν βοσκῶν του. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἐχώρησεν ἡ συνείδησίς του, καὶ ἐντονώτερον ἐξηκολούθησε.
-Τώρα, ὅπως καὶ νὰ τὸ κάμῃς ἄσχημα εἶναι... μὰ τὸ καλίτερο εἶναι νὰ τραβήξῃς τὸ δρόμο σου νὰ πᾶς... Ἔδωκες τὸ λόγο σου... εἶναι μεγάλη ἁμαρτία ν᾿ ἀφήσῃς τὸν παπᾶ χωρὶς βοηθό,, τέτοια μεγάλη μέρα».
Ὡστόσο τὰ μαθήματα Ποιμαντικῆς τοῦ Παπαδιαμάντη δὲ σταματᾶνε ἐδῶ συνεχίζονται, καθὼς ἐμφανίζονται κι ἄλλα παραδείγματα κληρικῶν ποὺ πειράζονται τὶς εὐλογημένες αὐτὲς προαναστάσιμες ρες. Καὶ βιώνουν τὸν πειρασμὸ παράλληλα μὲ τὴν ἐνσυνείδητη ἀναξιότητα, τὴν ὁποία φέρουν καὶ τὴν ἐναποθέτουν στὸ ἔλεος καὶ τὴν ἀνοχὴ τοῦ Θεοῦ..
«Μεταξὺ τῶν ὑπαρχόντων ἱερέων ὑπάρχουσιν ἀκόμη πολλοὶ ἐνάρετοι καὶ ἀγαθοὶ, εἰς τὰς πόλεις καὶ εἰς τὰ χωρία. Εἶναι τύποι λαϊκοὶ, ὠφέλιμοι, σεβάσμιοι. Ἄς μὴν ἐκφωνῶσιν λόγους. Ἠξεύρουσιν αὐτοὶ ἄλλον τρόπον πῶς νὰ διδάσκωσι τὸ ποίμνιον» θὰ μᾶς πεῖ. Κι ἔχει δίκαιο, ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω.
Μιὰ τέτοια, λοιπόν, διδαχὴ μᾶς προσφέρει κι ὁ παπα-Γαρόφαλος, ποὺ πηγαίνει στὴν καλύβα τοῦ μπάρμπα-Κόλλια, τοῦ Ἀλιβάνιστου καὶ μέ, ποιὸς ξέρει, πόσα παρακάλια καὶ ποιμαντιὴ φροντίδα, τὸν φέρνει στὸν Ἁη-Γιάννη τὸν Ἀσέληνο νὰ κάμει Ἀνάσταση, μετὰ ἀπό τόσα χρόνια ἀπομόνωσης. Ὅμως ὀ πειρασμὸς φάνηκε τὸτε ποὺ ὁ μπάρμπα-Κόλλια «σωστὸς λυκάνθρωπος»βρέθηκε στὸ ἐξωκκλήσι ὅπου τὸν καρτεροῦσαν οἰ ποιμένες γιὰ τὴν Ἀνάσταση. Παρ᾿ λες τὶς προσπάθειες τοῦ ερέα κατάφερε νὰ πάει μαζὶ του στὸν η-Γιάννη, ὅμως σὰν εἶδε κόσμο ἤθελε νὰ φύγει, νὰ ξαναγυρίσει στὴν ἀπομόνωσή του. Τότε λοιπόν μὲ πατρικό-ταπεινὸ τρόπο παπᾶς τὸν προτρέπει νὰ πατήσει τὸν πειρασμὸ καὶ νὰ μείνει στὴν Ἀναστάσιμη πανήγυρι.
Ἀλήθεια, πόση προσπάθεια κατέβαλε παπᾶς, ποὺ αὐτὴ τὴν ὥρα τὴν ἱερὴ δοκιμαζόταν, ἄν θὰ μπορέσει δηλαδὴ νὰ σώσει μιὰ ψυχή, ποὺ γύρευε νὰ ἐπιστρέψει στὴν κόλαση τῆς μόνωσης καὶ τῆς ἄρνησης.
Ἄφσε νὰ ζήσῃς! Δὲν μπορῶ! ...Τὶ Ἀνάσταση νὰ κάμω...» ἔλεγε ὁ Ἀλιβάνιστος στὰ παρακάλια νὸς ἀπό τοὺς ποιμένες, ποὺ τὸν κρατοῦσε νὰ μείνει μαζί τους στὸ πανηγύρι. Καὶ τότε ἐπεμβαίνει ὁ παπᾶς.
«-Νἄχης τὴν εὐχὴ τοῦ Χριστοῦ, παιδί μου ! Ἔλα ! Νὰ πάρῃς εὐλογία ! Νὰ μοσκοβολήσ᾿ ἡ ψυχή σου ! Ἔλα νὰ ἀπολάψῃς τὴ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ μας ! Μὴν ἀδικῇς τὸν ἑαυτόν σου ! Μὴν κάνῃς τοῦ ἐχθροῦ τὸ θέλημα !...»8 Καὶ μὲ τὴ βοήθεια τῶν πλῶν ποιμένων γίνεται ἡ ἐπανένταξη τοῦ λησμονημένου αὐτοῦ ἀνθρώπου στὴν κοινωνία, ἀλλὰ καὶ στὴν Ἐκκλησία.
Ἴσως νὰ νομίσει κάποιος, ποὺ δὲν ἔχει γευτεῖ τὸ μεγαλεῖο τῆς Ὀρθοδόξου νηπτικῆς παραδόσεως, πὼς ὀ παπα-Κυριάκος9 εἶναι ἔνα φαιδρὸ πρόσωπο, ἕνας ἐπιπόλαιος, ποῦ ἀφήνει τὴν ἀκολουθία στὴ μέση καὶ φεύγει ἀπό τὸ ναό. Ὅμως τὰ πράγματα εἶναι διαφορετικὰ ἄν τὰ δοῦμε μὲ τὴ ματιὰ τῆς οἰκονομίας καὶ τῆς φιλανθρωπίας, ποὺ ἡ Ὀρθοδοξη Ἐκκλησία μᾶς προσφέρει.
Εἶχε γίνει ἡ Ἀνάσταση στὰ Καλύβια, ὅπου εἶχε κληθεῖ ὁ παπα-Κυριάκος ἀπὸ τοὺς ποιμένες νὰ τελέσει μαζὶ μὲ τὴν Ἀναστάσιμη λειτουργία, ὅταν, στὴ μέση περίπου τοῦ Ὄρθρου, ἐμφανίζεται ὁ γιὸς τοῦ ἱερέα καὶ λέγει στὸν πατέρα του ὅτι «ὁ παπᾶ Θοδωρῆς ὀ Σφοντύλας, ὁ σύντροφός του εἰς τὴν ἐνορίαν ἔκλεπτε τὰ προσφορὰς, μεταβιβάζων αὐτὰς διὰ τῆς ἐξωθύρας τοῦ ἱεροῦ βήματος εἰς χεῖρας τῆς συζύγου καὶ τῆς πενθερᾶς του». Αὐτὲς οἱ πληροφορίες τοῦ Ζάχου, τοῦ γιοῦ τοῦ παπα-Κυριάκου ἐρεθίζουν τὸν ἤδη ἱερουργοῦντα πατέρα του, ὁ ὁποῖος ἀστραπιαίως ἀπεκδύεται πετραχείλι καὶ φελόνιο καὶ βγαίνει βιαστικὰ καὶ μὲ θυμὸ ἀπό τὸ ναό. Ὅμως ἄς προσέξουμε τὴ σκηνὴ αὐτή, ὅπως τὴν περιγράφει ὀ Παπαδιαμάντης «Ἀλλ᾿ ὁ παπᾶ-Κυριάκος δὲν ἐσυλλογίσθη τίποτε. Ἐξήφθη ἀμέσως, ἠγανάκτησε, δὲν ἐκρατήθη. Ἥμαρτεν. Ἀντὶ νὰ καταφέρῃ σφοδρὸν ράπισμα κατὰ τῆς παρειᾶς τοῦ υἱοῦ του, καὶ νὰ ἐξακολουθήςῃ ἥσυχος τὸ καθῆκον του... ἀπέβαλεν εὐθὺς τὸ ἐπιτραχήλιον καὶ ἐξεδύθη τὸ φαιλόνιο, καὶ διασχίσας τὸν τὸν ναὸν ἐξῆλθεν, ἀποφεύγων τὸ βλέμμα τῆς πρεσβυτέρας του, ἥτις τὸν ἔβλεπεν ἔντρομος».
Σὲ μέρα χρονιάρα, ἐκεῖνος ποὺ φέρνει ἀναστάτωση στὸ ἐκκλησίασμα- «θὰ ἦσαν τὸ πολὺ ἑβδομήκοντα ἄνθρωποι, ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παῖδες»- εἶναι ὀ ἴδιος ποὺ τοὺς ἄνοιξε τὴ θύρα τῆς ἐλπίδας καὶ τῆς χαρᾶς μὲ τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη»: ὁ ἱερέας. Ὁ ὁποῖος δὲν ἀρκεῖται στὸ νὰ λιποτακτήσει σὲ ὥρα ἱεροπραξίας, ἀλλὰ συνεχίζει νὰ εἶναι ἐξοργισμένος μὲ τὴ συμπεριφορὰ τοῦ συνεφημερίου του, τὴν ὁποία ὡστόσο τὴν ὑποθέτει, δὲν εἶναι ἀπόλυτα σίγουρος. Ὅμως πρέπει νὰ πάει ὁ ἴδιος στὴν πόλη νὰ ἐξακριβώσει. Ἀλήθεια, τί; Καὶ μάλιστα ἐκείνη τὴν προχωρημένη ὥρα, κατὰ τὴν ὁποία ἔπρεπε νὰ εἶναι στὴ θέση του. Στὸ Θυσιαστήριο.
Ἄς προσέξουμε πς περιγράφει ὁ Παπαδιαμάντης τὴ συνέχεια τῆς ὑποθέσεως.
«Πεντακόσια βήματα ἀπό τοῦ ναοῦ, ὁ δρόμος ἐκατηφόριζε, καὶ κατήρχετό τις εἰς ὠραίαν κοιλάδα. Εἷς νερόμυλοςεὑρίσκετο ἐπὶ τῆς κλιτύος ἐκείνης, παρὰ τὴν ὁδόν.
Ἀκούσας ὁ ἱερεὺς τὸν δὺν μορμυρισμὸν τοῦ ρύακος, αἰσθανθεὶς ἐπὶ τοῦ προσώπου του τὴν δρόσον, ἐλησμόνησεν ὅτι εἶχε νὰ λειτουργήσῃ πῶς καὶ ποῦ νὰ λειτουργήσῃ ;) καὶ ἔκυψεν νὰ πίῃ ὕδωρ. Ἀλλὰ τὸ χεῖλός του δὲν εἶθχε βραχῆ ἀκόμη, καὶ αἴφνης ἐνεθυμήθη, ἀνένηψεν.
-Ἐγὼ ἔχω νὰ λειτουργήσω, εἶπε, καὶ πίνω νερό ;...
Καὶ δὲν ἔπιε.
Τότε ἦλθεν εἰς αἴσθησιν.
-Τί κάμνω ἐγώ, εἶπε, ποῦ πάω ;
Καὶ ποιήσας τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ¨
-Ἥμαρτον, Κύριε, εἶπεν, ἥμαρτον ! μὴ μὲ συνερισθῇς.
Ἐπανέλαβε δέ :
-Ἐὰν ἐκεῖνος ἔκλεψεν, ὁ Θεὸς ἄς τὸν... συγχωρήσῃ... κ᾿ ἐκεῖνον κ᾿ ἐμέ. Ἐγὼ πρέπει νὰ κάμω τὸ χρέος μου.
Ἠσθάνθη δάκρυ βρέχον τὴν παρειάν του.
-Ὦ Κύριε, εἶπεν ὁλοψύχως, ἥμαρτον, ἥμαρτον ! Σὺ παρεδόθης διὰ τὰς ἁμαρτίας μας, καὶ ἡμεῖς σὲ σταυρώνομεν κάθε μέρα.
Καὶ ἐστράφη πρὸς τὸν ἀνήφορον, σπεύδων νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ παρεκκλήσιον, ὅπως λειτουργήσῃ.
-Καὶ ἤθελα νὰ πιῶ καὶ νερὸ, εἶπε, δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ λειτουργήσω. Ἀλλὰ πῶς νὰ κάμω; Δὲν πρέπει νὰ μεταλάβω! Θὰ λειτουργήσω χωρὶς μετάληψιν, δὲν εἶμαι ἄξιος!... «Δεῦτε τοῦ καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος !..» Ἐγὼ ἄξιος δὲν εἶμαι !
Καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν, ὅπου μετ᾿ ἀγαλλιάσεως οἱ χωρικοὶ τὸν εἶδον.
Ἐτέλεσεν τὴν ἱερὰν μυσταγωγίαν καί, μετέδωκεν εἰς τοὺς πιστοὺς, φροντίσας νὰ καταλύσῃ διὰ στόματος αὐτῶν ὅλον τὸ ἅγιον ποτήριον.10 Αὐτὸς δὲν ἐκοινώνησεν, ἐπιφυλαττόμενος νὰ τὸ εἴπῃ εἰς τὸν πνευματικὸν, καὶ πρόθυμος νὰ δεχθῇ τὸν κανόνα».
Τὰ συμπεράσματα, νομίζω, πὼς ἀβίαστα μᾶς παραδίδονται καὶ, μάλιστα, μὲ κρυστάλλινες θεολογικὲς προεκτάσεις Ὀρθοδόξου συμβουλευτικῆς, πρὸς «καταρτισμὸν καὶ νουθεσίαν» (πρβλ. Δοξαστικὸ Αἴνων. Ε΄ Κυριακῆς Νηστειῶν, ἦχος Α΄ ).
Ὡστόσο τὸ ἐρώτημα ποὺ ἐμμέσως τίθεται εἶναι τὸ ἑξῆς: Ἀλήθεια, μπορεῖ ὁ παπα-Κυριάκος «νὰ προήδρευσεν τοῦ συμποσίου», ὅμως διάθεσή του ἀπό τὴ νυχτερινὴ περιπέτειά του καὶ μετά, ἀσφαλῶς θὰ ἦταν κάπως συμμαζεμένη, κατηφὴς καὶ ἀρκετὰ προβληματική. Ὁ πειρασμὸς ποὺ ἐμφανίστηκε μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ γιοῦ του Ζάχου τοῦ πρόσφερε ἀναμφίβολα ἕνα κανὸ μάθημα, διακράτησε τὸν ἴδιο ἀπό περαιτέρω ἄκομψες συμπεριφορὲς, ἀλλὰ τελικὰ τοῦ παρέδωσε στὰ χέρια τὰ κλειδιὰ, ὥστε ν᾿ ἀνοίξει τὴ θύρα τῆς μετανοίας καὶ τῆς πραγματικῆς ἐμβιώσεως τῆς Ἀναστάσεως. Μὲ ἁπλὰ λόγια νὰ ζήσει τὸ «Πάσχα Θεοῦ τὸ σωτήριον». Κι εἶναι ἀλήθεια ὅτι τὸ ἔζησε...
Προσέχοντας μία-μία τὶς λέξεις καὶ τὰ νοήματα ποὺ κρύβονται πίσω ἀπὸ αὐτές, λέξεις ποὺ συνιστοῦν ἀνόθευτη Ὀρθόδοξη διδαχή, θαυμάζει κανεὶς καὶ συγκινεῖται γιὰ τὶς ρίζες ποὺ διακρατοῦν τὴν παράδοσή μας.
Γι᾿ αὐτὸ Πάσχα καὶ Χριστούγεννα δὲ νοοῦνται δίχως μιὰν ἐπίσκεψη στὰ «ἀρυτίδωτα γραπτὰ τοῦ Παπαδιαμάντη» (Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος). Γραπτὰ ποὺ ὑψώνουν τὴν ψυχὴ πάνω ἀπὸ τὰ πρόχειρα καὶ ἐν πολλοῖς ἀσεβῆ καὶ ἀπρεπῆ «ἑόρτια» φληναφήματα τοῦ καιροῦ μας καὶ τὴν ὁδηγοῦν σταθερὰ καὶ ἔντιμα νὰ ζήσει «Πάσχα ἱερόν, Πάσχα τερπόν, Πάσχα λύτρον λύπης».
Πάσχα 2012

1 Γιὰ τὴν παρουσία τῶν πειρασμῶν στὴ ζωή μας βλ. π. Μιχαὴλ Καρδαμάκης, Ὀρθόδοξη Πνευματικότητα, Ἀκρίτας, Ἀθήνα 1980, σελ. 232-239 βλ. ἐπίσης, «Ὃ φεύγων τοὺς πειρασμούς, φεύγει τὴν ἀρετήν. Πειρασμὸν δὲ λέγω οὐ τῶν ἐπιθυμιῶν, ἀλλὰ τῶν θλίψεων.»ὅσιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος, Λόγος ΜΔ΄ βλ. ἐπίσης τὰ προλεγόμενα στό, Π. Β. Πάσχος, Ἄλγος νηπίων, Ἀστήρ, Ἀθήνα 1979.
2 Ἀνέστης Κεσελόπουλος, Οἱ ἱερεῖς τοῦ Παπαδιαμάντη ἤ ἡ σχέση τῆς παιδείας μὲ τὸ ἱερατικὸ ἦθος, Πρακτικὰ Α΄ Συνεδρίου γιὰ τὸν Ἀλ. Παπαδιαμάντη, Δόμος, Ἀθήνα 1996, σελ. 571-580.
3 π. Κων. Ν. Καλλιανός, Περὶ ἐνορίας ὁ λόγος. Πῶς βιώνειτὴν ἐνορία καὶ τὴν ἐνοριακὴ ζωὴ ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Σύναξη, τεῦχ. 119 (Ἰούλιος-Σεπτ. 2011) σελ. 78-82.
4 Εὐχὴ τοῦ Χερουβικοῦ Ὕμνου.
5 Ἀνέστης Κεσελόπουλος, Ἡ λειτουργικὴ παράδοση στὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 35.
6 Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ἅπαντα, τ. Β΄ κριτικὴ ἔκδοση Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 1982, σελ. 512-540.
7 «Ἔστιν παρὰ τοῖς ἀκριβεστάτοις τῶν γνωστικῶν Πατέρων καὶ ἑτέρα τις τούτων λεπτοτέρα ἔννοια, ὁ παραρριπισμὸν νοὸς τινες νομάζεσθαι λέγουσιν· ἥτις, χρόνου χωρὶς καὶ λόγου καὶ εἰκόνος, ὀξυτέρως τὸ πάθος τῷ πάσχοντι σημαίνειν πέφυκεν...» σίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, Κλῖμαξ, Λόγος ΙΕ΄ ογ΄ ἐκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, Ὡρωπὸς 1978, σελ. 211, βλ. καὶ τὸ σχόλιο τοῦ π. Ἰγνατίου Πολουπάτη, σελ. 423-424
8 Βλ. τὸ διήγημα «Ὁ ἀλιβάνιστος» Ἅπαντα, τ. Γ΄ Ἀθήνα 1983, σελ. 521-523.
9 Βλ. τὸ διήγημα «Ἐξοχικὴ Λαμπρή», Ἅπαντα, τ. Β΄ , σελ. 125-133.
10 Ἐπειδὴ ἐγείρει κάποια ἐρωτήματα ἡ φράση «φροντίσας νὰ καταλύσῃ διὰ στόματος αὐτῶν [δηλ. τῶν πιστῶν] ὅλον τὸ ἅγιον ποτήριον», θὰ ἤθελα νὰ σημειώσω τὰ ἑξῆς: Ἐδῶ ὁ Ππδ. θέλει νὰ πεῖ, ὅτι ὁ παπα-Χρῆστος δὲν κοινώνησε, δηλαδή δὲν ἔλαβε τὴν ὀφειλομένη εἰς αὐτὸν μερίδα ἀπὸ τὸν Ἀμνὸ, ἀλλὰ Τὸν προσέφερε σὲ ὅσους ἐκοινώνησαν. Ὅμως περατωθείσης τῆς Θ. Κονωνίας, ἀσφαλῶς θὰ κατέλυσε ὅλα τὰ ὑπολοιπα, ὅπως τὶς Μερίδες τῆς Θεοτόκου, τῶν Ταγματων, τῶν Ζώντων καὶ Κεκοιμημένων. Μὲ λίγα λόγια ὁ Ππδ. μὲ τὰ ὅσα λέει θέλει νὰ μᾶς τονίσει τὴ βαθύτατη μεταμέλεια τοῦ παπα-Χρήστου καὶ τὴν παιδαγωγικὴ τῶν ἱ. Κανόνων. 

Related Posts with Thumbnails