© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Ζαχαρία Στουφή: Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ



Ο θάνατος δεν «ζει» στην πόλη και αυτό δεν το κάνει από επιλογή. Δεν είναι ο νεόπλουτος που έφτιαξε ένα εξοχικό στη θάλασσα (καμιά ώρα με το αυτοκίνητο), επειδή το έκαναν οι γείτονες ή οι συνάδελφοί του. Ο θάνατος δεν έχει γείτονες ούτε συναδέλφους και πάνω απ’ όλα δεν είναι ζηλιάρης. Μέχρι και πριν λίγες δεκαετίες ζούσε μαζί με τους ανθρώπους σε χωριά και πολιτείες, έμπαινε στα σπίτια τους στα σχολεία, τα νοσοκομεία, τα στρατόπεδα, στους δρόμους και στα μπαρ. Παντού υπήρχε μια θέση γι’ αυτόν, είχε δεν είχε δουλειά στην πόλη, αυτός εκεί, εδώ, παντού. Στη διπλανή πόρτα, στο λεωφορείο, στο πεζοδρόμιο και όπου μπορεί κανείς να φανταστεί.
Τώρα πια ο θάνατος δεν μένει στην πόλη, κατεβαίνει μονάχα να θερίσει και κατευθείαν εξαφανίζεται λίγο πιο έξω από τα προάστια. Δεν έχει σπίτι και προτιμάει ένα μικρό ύψωμα για να μπορεί να βλέπει πανοραμικά το βασίλειο των ζωντανών που δεν είναι παρά το δικό του βασίλειο μεταμφιεσμένο με σάρκα και οστά. Όταν κατεβαίνει στην πόλη, περνάει τελείως απαρατήρητος, αφού είναι τέλεια μεταμφιεσμένος σαν έναν από εμάς. Μόνο που όταν τελειώσει τη δουλειά του, φεύγει γρήγορα πριν τον αντιληφθούν οι άνθρωποι.
Ο θάνατος δεν φοβάται τους ανθρώπους αλλά οι άνθρωποι τον φοβούνται τόσο πολύ που μπορεί ακόμα και να σταματήσουν να αναπαράγονται στη θέα του κι έτσι το βασίλειό του να παρακμάσει. Οι άνθρωποι δεν τον φοβόντουσαν πάντα, τώρα τον τελευταίο καιρό συμβαίνει αυτό κι ενώ ο θάνατος συνεχίζει τη δουλειά του ακάθεκτος, αυτοί τον αποκρύπτουν, δεν τον συζητάνε, ούτε προετοιμάζονται να τον συναντήσουν. Ο θάνατος είναι το κοινό μυστικό της κάθε πόλης και το μεγάλο ταμπού ταυτόχρονα. Ένα μυστικό που κανείς δεν ξέρει και ένα ταμπού που κανένας δεν έσπασε.

Με αυτές τις παρομοιώσεις και τους συμβολισμούς θα μπορούσα να γράψω δεκάδες σελίδες με τις περιπέτειες του θανάτου στην πόλη, όμως δεν είναι αυτός ο σκοπός μου, αλλά ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή να καταστρέψω τους συμβολισμούς και τις παρομοιώσεις και οτιδήποτε εξωραΐζει το θάνατο και τον ανθρώπινο φόβο απέναντί του και να παρουσιάσω τον θάνατο στην πόλη στην «πραγματική του» αν μου επιτρέπεται, διάσταση. Να τον δούμε μέσα από την αρχιτεκτονική, το οδικό δίκτυο, την ψυχολογία και, εν γένει, την ιατρική, την κοινωνιολογία, με κύριο στόχο να απογυμνωθεί η πολιτική σκοπιμότητα για την οποία η οργανωμένη κοινωνία, μας απαγορεύει κάθε συναναστροφή μαζί του.
Για πολλές χιλιάδες χρόνια ο θάνατος αποτελούσε συνθήκη της ανθρώπινης ύπαρξης, ηθικής και κουλτούρας. Η σχέση ανθρώπου και θανάτου ήταν μάλιστα θεσμοθετημένη σε τέτοιο βαθμό που ήταν, θα λέγαμε, υποχρεωτικό να συναναστρεφόμαστε μαζί του και να είναι ο βασικός γνώμονας των πράξεων και σκέψεών μας. Η ανάγκη για τη θεσμοθέτηση αυτή, προφανώς, θα προήλθε από το τετελεσμένο γεγονός του θανάτου που παρατήρησε ο άνθρωπος. Είδε όλα τα φυτά και τα ζώα να πεθαίνουν και μην μπορώντας να νικήσει το αιώνιο πεπρωμένο, συνθηκολόγησε μαζί του.
Πρωταρχικό ρόλο στη θεσμοθετημένη σχέση ανθρώπου και θανάτου έπαιξαν οι θρησκείες, οι οποίες, ερμηνεύουν μέσα από τη φιλοσοφική τους προσέγγιση, τον φυσικό και μεταφυσικό κόσμο. Όμως, όχι όλες οι θρησκείες αλλά οι «επικρατέστερες», αυτές δηλαδή που εκτός του ότι προσηλύτισαν πολλούς λαούς, αντέχουν από την αρχαιότητα που δημιουργήθηκαν, μέχρι και σήμερα. Ο χριστιανισμός, ο ισλαμισμός, ο ιουδαϊσμός, ο βουδισμός και ο ινδουισμός είναι οι θρησκείες που επικράτησαν στη γη, αφού κατάφεραν να δώσουν εξηγήσεις-ερμηνείες τόσο στη φυσική όσο και στη μεταφυσική του θανάτου. Εξάλλου, αυτός δεν ήταν μονάχα ο λόγος που επιβίωσαν τόσους αιώνες, ήταν και ο λόγος που εκτόπισαν τις προηγούμενες θρησκείες, οι οποίες ερμήνευαν και υμνούσαν, κυρίως, τη ζωή.
Με δεδομένο, λοιπόν, πως οι θρησκείες κατευθύνουν τον άνθρωπο σε μία ζωή άσκησης και προετοιμασίας θανάτου, κόλλησε από κοντά και το οργανωμένο κράτος (ανεξαρτήτως εθνικότητας και πολιτεύματος) που με τη συμμετοχή του ανδρικού πληθυσμού στον πόλεμο για την διατήρηση-υπεράσπιση και επέκταση του έθνους, έχουμε μια άλλη συνθήκη θανάτου που είναι το πεδίο της μάχης κι εκεί το ανθρώπινο πτώμα δεν ονομάζεται νεκρός, αλλά ήρωας. Κοντά στον ηθικό θάνατο της θρησκείας μπαίνει ο «εθνικός» θάνατος˙ για την πατρίδα ο θάνατος, θάνατος δεν είναι.
Με την εξέλιξη των επιστημών θα έρθει η φιλοσοφία ως αυτόνομη πλέον επιστήμη και πιο μετά η κοινωνιολογία και η ψυχολογία που θα συνεχίσουν αυτόν τον «θεσμοθετημένο» θάνατο σε σχέση πάντα με την ανθρώπινη ύπαρξη. Όλους αυτούς τους αιώνες του ανθρώπινου, ιστορικού τουλάχιστον πολιτισμού, ο θάνατος, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αυτός έρχεται καθόριζε την ανθρώπινη συνείδηση και ύπαρξη σε θρησκευτικό, κοινωνικό, πολιτικό αλλά και ηθικό επίπεδο.
Αυτά μέχρι πριν από 4-5 δεκαετίες. Τι είναι αυτό που συνέβη όμως και τα πράγματα άλλαξαν τελείως;
Για να επέλθουν αλλαγές στην ανθρώπινη αντίληψη για ένα φυσικό φαινόμενο, κανονικά θα πρέπει να υποστεί μεταβολές το ίδιο το φαινόμενο˙ στην προκειμένη περίπτωση θα έπρεπε να έχει εξαφανιστεί ο θάνατος ή η επιστήμη να έχει εφεύρει το αθάνατο χάπι, τίποτα όμως από τα δύο δεν συνέβη. Απλά, δημιουργήθηκαν οι σύγχρονες μεγαλουπόλεις κι αυτό κάποιοι επιτήδειοι το εκμεταλλεύτηκαν.
Οι μεγαλουπόλεις είναι ουσιαστικά η πρώτη έκφραση του συγκεντρωτισμού, η πρώτη μορφή αυτού που σήμερα λέμε «μάζα». Ο Φιλίπ Αριές, πρώτος παρατηρεί ότι στις μεγαλουπόλεις, κυρίως μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και με κορύφωση τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, ο θάνατος παύει να είναι θέμα του ανθρώπου και γίνεται θέμα των νοσοκομείων. Όλα, πλέον, γίνονται στα νοσοκομεία. Εκεί πεθαίνουν οι άνθρωποι, εκεί τους νεκροντύνουν, από εκεί τα γραφεία τελετών τους παίρνουν και κατευθείαν στο νεκροταφείο. Ο Φ. Αριές παρατηρεί ακόμα πως κατά τη δεκαετία του ’60 με τη σεξουαλική απελευθέρωση σε όλον τον δυτικό κόσμο, ένα μεγάλο «ταμπού» -αυτό της σεξουαλικότητας- καταρρίπτεται, όμως δεν εξαφανίζεται από τη γη. Αυτό το «ταμπού» απλά μετακομίζει πάνω στον θάνατο που μέχρι τότε ήταν «απελευθερωμένος».
Λίγα χρόνια μετά τη διαπίστωση του Φ. Αριές θα έρθει ο Ζαν Ζιγκλέρ να αιτιολογήσει το φαινόμενο αυτό. Ο Ζ. Ζιγκλέρ θα ισχυριστεί και θα αποδείξει πως η «ταμπουποποίηση» του θανάτου δεν είναι παρά προϊόν του καταναλωτισμού και της διαφήμισης, ακόμα θα ισχυριστεί πως βάσει ενός απώτερου σχεδίου της βιομηχανίας της κατανάλωσης «απαγορεύεται» να μιλάμε και να συναναστρεφόμαστε από κάθε άποψη με τον θάνατο. Καταρχήν, ο θάνατος είναι ταμπού, σύμφωνα πάντα με το καταναλωτικό θέλημα, γιατί ο νεκρός δεν είναι καλός καταναλωτής. Ο «χρήσιμος» άνθρωπος καταναλώνει, δουλεύει και αγοράζει, κάνει σεξ και είναι «ενεργός». Αυτός που δεν μπορεί να συμμετέχει σε αυτά, δεν είναι μέλος μιας καταναλωτικής κοινωνίας και συνήθως είναι νεκρός. Για τον Ζ. Ζιγκλέρ, όμως, το θέμα πάει πολύ βαθύτερα. Το να μην μιλάμε για τον θάνατο και τους νεκρούς μας, το να μην προετοιμαζόμαστε για τον δικό μας θάνατο, σημαίνει πως πολύ απλά έχουμε χάσει την ποιότητα της ζωής μας.
Θα φύγω για λίγο από τους κορυφαίους κοινωνιολόγους και θα πάω στα λόγια του παππούλη μου –μακαρίτης πια- που έλεγε ότι εγώ θέλω να πεθάνω στο χωριό, μαζί με τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου, να ’ρχουνται να τρώνε όποτε αδειάζουνε (ήτανε πολύ καλός μάγειρας), να πίνουμε καφέ κι ας πεθάνω όποτε θέλει. Όταν δε, πάτησε το 90στό έτος της ηλικίας του, ενώ το πρώτο του παιδί κόντευε τα 70,  παρακαλούσε την Παναγία: Παναγιά μου και ξελύτρωσέ με, γιατί συνειδητοποιούσε πως ο θάνατος τον έχει λησμονήσει. Αναφέρω το παράδειγμα του παππού μου γιατί ήταν άνθρωπος μιας άλλης εποχής, που ο καταναλωτισμός δεν τον είχε αγγίξει, ούτε η σεξουαλική απελευθέρωση και φυσικά δεν φοβότανε να μιλάει, ούτε να σχεδιάζει ακόμα και τον δικό του θάνατο. Όταν έλεγε θέλω να πεθάνω στο χωριό μαζί με τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου, να ’ρχουνται να τρώνε όποτε αδειάζουνε και να πίνουμε καφέ, δεν ήταν μοιρολατρικό, αλλά η επιθυμία του για μία καλή ποιότητα ζωής. Αυτή η φράση λέει πως δεν ήθελε αυτός ο άνθρωπος να χρειαστεί να μεταναστεύσει από τον τόπο του και το σπίτι του, όταν φαντάζεται παιδιά και εγγόνια γύρω από το φέρετρό του, εννοεί πως δεν θέλει πόλεμο ή ξενιτιά αλλά ευημερία και οικογενειακή συνοχή και όταν θέλει το σπίτι του τόπο συνάντησης και φαγητού, στην πραγματικότητα θέλει ένα καλό ή τουλάχιστον αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο για τα γεράματά του. Με δυο λόγια, αυτός που σχεδιάζει τον θάνατό του, στην πραγματικότητα σχεδιάζει μια καλή, από κάθε άποψη, ζωή.
Στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις όπου ο θάνατος είναι ταμπού και ο άνθρωπος σχεδιάζει μονάχα τις καταναλωτικές του φαντασιώσεις, σημαίνει πως ένα καλοστημένο σύστημα, του «απαγορεύει» ακόμα και να πεθάνει. Μαζί με αυτό, όμως, του απαγορεύει να σχεδιάσει ή να φανταστεί μια καλή ζωή μέχρι τέλους. Το γεγονός πως μας ξεγέλασαν και διώξαμε τον θάνατο από την πόλη δεν σημαίνει πως πάψαμε να πεθαίνουμε, σημαίνει πως έχουμε μια κακή ποιότητα ζωής και φυσικά έναν κακό θάνατο σε κάθε περίπτωση. Στις ελληνικές μεγαλουπόλεις και ιδιαίτερα στο λεκανοπέδιο της Αττικής, όλοι οι «φορείς» του θανάτου υπέκυψαν στην επιταγή της «ζωής μέσα στην κατανάλωση» και συνεργάστηκαν άψογα για την απόκρυψή του.
Η εκκλησία, η οποία έχει άμεση σχέση με τα νεκροταφεία, όταν έφτιαχνε ναούς στην Αθήνα, δεν φρόντισε να ιδρύσει κοιμητήρια στα πέριξ του ναού. Αντίθετα, εκμεταλλευόμενη το καθεστώς των δημοτικών κοιμητηρίων, απαλλάχτηκε από την «βρωμοδουλειά», ενώ την εποχή που χτιζόντουσαν οι ναοί, κατά τις δεκαετίες ’50 και ’60, όλη η Αθήνα ήταν χωράφια και μπορούσαν άνετα να γίνουν ενοριακά κοιμητήρια, χωρίς απαραίτητα να έχουν το παλαιότερο θρησκευτικό καθεστώς.
Στα νοσοκομεία, οι ετοιμοθάνατοι δεν έχουν καμία προετοιμασία από τους γιατρούς τους για το μεγάλο και τελευταίο τους ταξίδι. Οι γιατροί -όχι μόνο οι Έλληνες- δεν διδάσκονται «Αγωγή του θανάτου» ή «Θανατολογία» (δεν υπάρχουν αυτά τα μαθήματα, απλώς, φαντάζομαι πως κάπως έτσι θα τα έλεγαν εάν υπήρχαν) και τον «παρηγορητικό ρόλο», εκτός από τους παπάδες, θεσμικά τον έχουν οι ψυχολόγοι που δεν είναι παρά ό,τι ήταν οι καθολικοί εξομολόγοι στον μεσαίωνα.
Οι πολυκατοικίες όπου ζούμε, έχουν σχεδιαστεί μονάχα για ζωντανούς. Είναι απαγορευτικό να πεθάνει κάποιος στο διαμέρισμά του και ακόμα πιο απαγορευτικό είναι να γυρίσει ο νεκρός στο σπίτι για το λεγόμενο ξενύχτι, μαζί με οικείους και φίλους. Τα ασανσέρ δεν χωράνε φέρετρα. Οι Έλληνες αρχιτέκτονες, εκτός του ότι είναι αθάνατοι, κανένας δεν τους πληροφόρησε ότι πεθαίνουν οι άνθρωποι. Στην πραγματικότητα, όμως, υπέκυψαν κι αυτοί στην επιταγή της κατανάλωσης. Το πρόβλημα με τα ασανσέρ που χωράνε τους ανθρώπους μονάχα όρθιους, όχι οριζοντίως, δεν περιορίζεται μονάχα στους νεκρούς αλλά και στους ζωντανούς αρρώστους και τραυματίες που ταλαιπωρούνται αφάνταστα.
Στα σχολεία δεν υπάρχει κάποιο μάθημα για την ενημέρωση των παιδιών σχετικά με τον θάνατο, θαρρείς και τα σχολεία είναι στην υπηρεσία του καταναλωτισμού και της αποχαύνωσης του νέου ανθρώπου, ή μήπως δεν είναι; Την ίδια στιγμή, οι πολιτισμοί και οι θρησκείες που περιλαμβάνονται στη διδακτέα ύλη, είχαν αναπτύξει άριστη σχέση Ανθρώπου-Θανάτου.
Τέλος, διάφορες επιστήμες, όπως η κοινωνιολογία, η ψυχιατρική, η νομική, κ.ά., όταν καταφέρουν να εντοπίσουν ένα πρόβλημα, εργάζονται για τη λύση του πάνω σε αυτόν που το έχει και όχι πάνω σε εκείνον που το προκαλεί. Αν για παράδειγμα το πρόβλημα του «κακού θανάτου της πόλης» λυθεί, τότε θα καταρρεύσει ολόκληρη η κοινωνία του καταναλωτικού ψεύδους και πρέπει να ξέρουμε όλοι, πως οι κοινωνίες δεν έχουν στηθεί πάνω στα ιδανικά και τα ιδεώδη, αλλά είναι οικοδομημένες πάνω στα προβλήματά τους και γι’ αυτό κανέναν δεν συμφέρει να επιλυθούν τα προβλήματα που τις θεμελιώνουν.

Μονάχα οι δρόμοι με τα ανυποψίαστα καντηλάκια μας θυμίζουν πως ο θάνατος επισκέπτεται την πόλη, μέχρι και αυτά να καταργηθούν με νόμο!

Τέλος πάντων… Όπου υπάρχει θάνατος, υπάρχει και ζωή. Στις πόλεις που ο θάνατος μοιάζει ανύπαρκτος, έτσι μοιάζουν και οι ζωές μας…

[Εικαστικό σχόλιο: Δημήτρης Αληθεινός]


Κυριακή 7 Απριλίου 2013

Αποστόλου Θηβαίου: ΤΕΛΙΚΗ ΑΝΑΓΩΓΗ (Σχόλια με αφορή την «Νταίζη Μίλλερ» του Χένρυ Τζέιμς)


Ας ορίσουμε ως αφετηρία της συλλογιστικής μας τη διατύπωση του Ζαν Πωλ Σαρτρ. «Ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος». Να βιώνει δηλαδή την αγωνία της ύπαρξής του, όπως ετούτη υφίσταται μες στην ελευθερία την ίδια. Ο Χένρυ Τζέιμς μοιάζει να στηρίζει σε τούτη την αξιωματική διαπίστωση την ηθογραφική αναπαράσταση της εξαιρετικής Ντέζυ Μίλλερ. Στο ομώνυμο διήγημά του, ένα από τα κορυφαία της πεζογραφικής του παραγωγής επιβεβαιώνει τη διακριτική μεν, αλλά ισχυρότατη δε πεποίθηση του ίδιου του Τζέιμς για το δικαίωμα στην ελευθερία και την επιλογή. Μα τούτο δεν φτάνει παρά μόνο στο τέλος, πάει να πει παραμένει ως υδατογραφική λεπτομέρεια στο σώμα του κειμένου για να αποκαλυφθεί τελικά απρόσμενα, ως ένας από τους πυλώνες της κατά τα άλλα κοινωνικής ιστορίας του συγγραφέα. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως η λογοτεχνική στάση του συγγραφέα συνεπάγεται και προϋποθέτει μία κοινωνικού τύπου ηθογραφία, μία πιστότατη απεικόνιση της ψυχολογικής πραγματικότητας, όπως η τελευταία διαμορφώνεται μες στους κόλπους της αριστοκρατικής τάξης, του προπομπού δηλαδή της ελιτίστικης, αστικής τάξης, η οποία με τόσο εκκωφαντικό τρόπο προέκυψε κατά την πορεία του 20ού αιώνα. Ο Χένρυ Τζέιμς ασπάζεται το λυρισμό, οι εκφορές του λόγου του εμπεριέχουν ατμοσφαιρικές περιγραφές και ευγενικές γεωμετρίες. Η σκηνογραφία του δηλαδή αντλεί από τους κόλπους του ρομαντισμού και μόνο στην ίδια τη θεματική πρόθεση του ποιητή θα μπορούσαμε να επικαλεστούμε με ασφάλεια μια διάθεση ρεαλισμού. Το ζήτημα της κοινωνικής θέσης εγκιβωτίζει μες στη λειτουργία του την εθνικής διάστασης διαμάχη μεταξύ του ευρωπαϊκού, πολιτιστικού κατεστημένου και εκείνου του άλλου, που διαμορφώνεται από τις διαφορετικές αναγκαιότητες του πρακτικού πληθυσμού ενός καινούριου κόσμου. Παράλληλες διηγήσεις και ποικίλα αποστάγματα, κοινωνικής και ανθρωπολογικής υφής συντονίζονται με μαεστρία μες στο έργο του Τζέιμς. Η βιωματική, άλλωστε αποτύπωση ετούτου ακριβούς του σχισματικού κόσμου διευκολύνει τον πεζογράφο, ώστε να συλλάβει με ευκρίνεια και να επιστρατεύσει τη χαρτογράφηση μιας ηθικολογικής κοινωνίας, με διαφορετικά πρότυπα και ποικίλα επίπεδα αυτονομίας. Η θέση της γυναίκας, η επίδραση του παλαιού κόσμου και των καταστρατηγημένων πια αξιωματικών του θέσεων, -ζήτημα βιολογίας άλλωστε η ακύρωση ή η διάψευση των οραμάτων και των αρχών της εποχής που οριστικοποιείται-, η φυλετική προδιάθεση και η δυσχέρεια ώστε τούτη η τελευταία να εκφραστεί, καθώς στην εποχή μας διαμορφώνει τα τυπικά χαρακτηριστικά των προσώπων του διηγήματος και αποδίδει στον καθένα, με μια εκλεπτυσμένη διαβάθμιση την ποιότητα του ρόλου του στην εξέλιξη και την τελική λύση της υποθέσεως.
Το μεθοδευμένο δράμα συνιστά τελικά μία πανανθρώπινη υπόθεση, με υψηλή την περιεκτικότητα της ισορροπίας ανάμεσα στη μοίρα και την ανθρώπινη επιλογή. Καθώς στην περίπτωση του Έλληνα Στέλιου Ξεφλούδα, αλλά και άλλων σημαντικών εκπροσώπων της ελληνικής διηγηματογραφίας, ο συγγραφέας Χένρυ Τζέιμς επικεντρώνεται  στην αναπλαστική δυνατότητα των προσώπων του έργου, στη συμμετοχή δηλαδή που θα αποκαλύψει και θα σηματοδοτήσει τελικά τα ιδεολογικά όρια.  Η εξέλιξη του μύθου υπογραμμίζει τη στόχευση του συγγραφέα να επικεντρωθεί τελικά στον εσωτερικό βυθό, στην εμβάθυνση της κοίτης, στην αγωνία μιας ρέουσας, ζωικής ύλης, όπως σημειώνει ο φιλόλογος Σπανδωνίδης. Ο υπερεθνικός και υπαινικτικός σε επίπεδο ψυχογραφίας, χαρακτήρας του διηγήματος, αφενός χαρακτηρίζει ιδέες με ανθρωπολογικό βάθος, αφετέρου δε προσομοιάζει της ποιητικής λειτουργίας και του συστατικού της στόχου.
Ο Χένρυ Τζέιμς συνιστά έναν άγνωστο και ελάχιστα διαδεδομένο συγγραφέα στον ελληνικό χώρο. Ίσως γιατί όχι μόνο δεν στερούμαστε ενός τέτοιους είδους ή δειγμάτων ουσίας γύρω από τούτη τη μέθοδο, αλλά επειδή συγγραφείς, όπως ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης ή ο Γρηγόριος Παπαδιαμάντης και ο αδικοχαμένος Γεώργιος Βιζυηνός  υπερκαλύπτουν με τον ρυθμό αναπαράστασης των ανθρώπινων αμαρτημάτων ετούτο το ζήτημα, το σκοπό του λογοτεχνικού ψυχογραφήματος. Η αξία του Χένρυ Τζέιμς στέκει για μας υπερεθνική και ενδεικτική για τον τρόπο με τον οποίο ετούτος ο κόσμος ξεπέρασε τα ηθικολογικά πρότυπα, τα οποία με τόση πίστη και ακαμψία χαρακτήρισαν ολοκληρωτικά και συνέβαλαν τελικά, στο βαθμό και τη συγκεκριμένη ποιότητά τους, στη σχηματοποίηση ενός αξεπέραστου επαρχιωτισμού, μιας ιδεοληψίας η οποία μόλις πρόσφατα καταλύθηκε από την ευτυχή πια δόξα του μύθου.

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

Κωνσταντίνος Θεοτόκης: ΠΙΣΤΟΜΑ (διήγημα του 1899)


 Ὃταν, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὴν ἀ­ναρ­χί­α πού­χεν ἀν­τα­ριά­σει τὸν τό­πο δί­νον­τας εἰς ὅ­λα τὰ κα­κὰ στοι­χεῖ­α τὸ ἐ­λεύ­τε­ρο νὰ πρά­ξουν κά­θε λο­γῆς ἀ­νο­μί­α, ἡ τά­ξη εἶ­χε πά­λε στε­ρε­ω­θεῖ κ’ εἶ­χε δο­θεῖ ἀ­μνη­στεί­α στοὺς κα­κούρ­γους, τό­τες ἐ­πέ­στρε­ψαν τοῦ­τοι ἀ­π’ τὰ βου­νὰ κι ἀ­πὸ τὰ ξέ­να στὰ σπί­τια τους, κι ἀ­νά­με­σα στοὺς ἄλ­λους ποὺ ξα­ναρ­χόν­ταν ἐ­γύ­ρι­ζε στὸ χω­ριό του κι ὁ Μα­γου­λα­δί­της Ἀν­τώ­νης Κου­κου­λι­ώ­της.
       Ἤ­τουν τό­τες ὣς σα­ράν­τα χρο­νῶν, κον­τός, μαυ­ρι­δε­ρός, μ’ ὄ­μορ­φα πυ­κνὰ σγου­ρὰ γέ­νια καὶ μὲ σγου­ρὰ τὰ μαῦ­ρα μαλ­λιά. Τὸ πρό­σω­πό του εἶ­χε χά­ρη καὶ τὸ βλέ­μα του ἤ­τουν χα­ϊ­δευ­τι­κὸ καὶ ἥ­με­ρο – ἀγ­κα­λὰ κι ἀν­τί­φεγ­γε μὲ πρά­σι­νες ἀ­να­λαμ­πές· τὸ στό­μα του ὅ­μως ἤ­τουν μι­κρό­τα­το καὶ κον­τό, δί­χως χεί­λια.
      Ὁ ἄν­θρω­πος τοῦ­τος, πρὶν ἀ­κό­μα ρεμ­πε­λέ­ψει ὁ κό­σμος, εἶ­χε παν­τρευ­τεῖ. Κι ὅ­ταν πῆ­ρε τῶν βου­νῶν τὸ δρό­μο, γιὰ τὸν φό­βο τῆς ἐ­ξου­σί­ας, ἄ­φη­κε τὴ γυ­ναί­κα του μό­νη στὸ σπί­τι, καὶ τού­τη δὲν τοῦ ἐ­στά­θη πι­στή, ἀλ­λὰ μὲ ἄλ­λον, νο­μί­ζον­τας ἴ­σως πὼς ὁ Κου­κου­λι­ώ­της ἤ­τουν σκο­τω­μέ­νος ἢ ἀλ­λι­ῶς πε­θα­μέ­νος, εἶ­χε πιά­σει ἔ­ρω­τα, κι ἀ­π’ τὸν ἔ­ρω­τα τοῦ­τον εἶ­χε γεν­νη­θεῖ παι­δί, ποὺ ἄ­ξαι­νεν ὡ­στό­σο χα­ρι­τω­μέ­να καὶ ποὺ ἡ γυ­ναί­κα περ­σό­τε­ρο ἀ­γα­ποῦ­σε.
      Ἐ­γύ­ρι­ζε λοι­πὸν ὁ λη­στὴς στὸ χω­ριό του τὴν ὥ­ραν ὅ­που βά­φουν τὰ νε­ρά. Κ’ ἐμ­πῆ­κε ξάφ­νου σπί­τι του, χω­ρὶς κα­νεὶς νὰ τὸ προ­σμέ­νει, ἐμ­πῆ­κε σὰ θα­να­τι­κό, ἀ­να­πάν­τε­χα τέ­λεια, κ’ ἐ­κα­τα­τρό­μα­ξεν ἡ ἄ­τυ­χη γυ­ναί­κα, ἐ­τρό­μα­ξε τό­σο, πού, παίρ­νον­τας τὸ ξαν­θό της παι­δὶ στὴν ἀγ­κα­λιά, τό­σφιγ­γε στὰ στή­θια της τρε­μά­με­νη, ἕ­τοι­μη νὰ λι­γο­θυ­μή­σει καὶ χω­ρὶς νὰ δύ­να­ται νὰ προ­φέ­ρει λέ­ξη κα­μιά.
      Ἀλ­λὰ ὁ Κου­κου­λι­ώ­της πι­κρὰ χα­μο­γε­λών­τας τῆς εἶ­πε:
      — Μὴ φο­βᾶ­σαι, γυ­ναί­κα. Δὲ σοῦ κά­νω κα­νέ­να κα­κὸ – ἀγ­κα­λὰ καὶ σοῦ πρέ­πει. Εἶ­ναι τὸ παι­δὶ τοῦ­το δι­κό σου;… Ναί;… Μὰ ὄ­χι δι­κό μου! Μὲ ποι­όν —λέ­γε! —τό­χεις κά­μει;
      Τ’ ἀ­πο­κρί­θη ἐ­κεί­νη λου­χτου­κι­ών­τας:
      — Ἀν­τώ­νη, τί­πο­τε δὲν μπο­ρῶ νὰ σοῦ κρύ­ψω. Τὸ φταῖ­σμα μου εἶ­ναι με­γά­λο. Μὰ, τὸ ξέ­ρω, κ’ ἡ ἐ­γδί­κη­σή σου θά­ναι με­γά­λη· κ’ ε­γὼ, ἀ­δύ­να­το μέ­ρος, καὶ τὸ νή­πιο τοῦ­το, ποὺ ἀ­πὸ τὸ φό­βο τρέ­μει, δὲ δυ­νό­μα­στε νὰ σ’ ἀν­τρει­ε­φτοῦ­με. Κοί­τα πῶς ἡ τρο­μά­ρα μὲ κλο­νί­ζει κα­θὼς σὲ τη­ρῶ. Κά­με ἀ­πὸ μὲ ὅ τι θέ­λεις, μὰ λυ­πή­σου τὸ ἄ­τυ­χο πλά­σμα ποὺ δὲν ἔ­χει προ­στα­σί­α.
      Κα­θὼς ἐ­μι­λοῦ­σεν ἡ γυ­ναί­κα, ἐ­σκο­τεί­νια­ζεν ἡ ὄ­ψη του, ἀλ­λὰ δὲν τὴν ἀν­τί­κο­βγε. Ἐ­σι­ώ­πα­σε λί­γο κ’ ἔ­πει­τα τῆς εἶ­πε:
      — Γυ­ναί­κα κα­κή! Δὲ ρω­τῶ τώ­ρα, οὐ­δὲ συμ­βου­λή σου, οὐ­δὲ σὲ λυ­ποῦ­μαι. Τ’ ὄ­νο­μα ἐ­κεί­νου θέ­λω. Ἐ­σὲ δὲ θὰ πει­ρά­ξω. Δὲ μο­λο­γᾶς το; Θὰ τὸ μά­θω· τὸ χω­ριὸ ὅ­λο γνω­ρί­ζει μὲ ποι­ὸν ἐ­ζοῦ­σες. Καὶ τό­τες θὰ θυ­σιά­σω καὶ τοὺς τρεῖς σας, θὰ πλύ­νω τὴ ντρο­πὴ πό­χω λά­βει ἀ­πὸ σᾶς, πλά­σμα­τα ἄ­τι­μα!
      Ἐ­μο­λό­η­σε.
      Κι ὁ Κου­κου­λι­ώ­της ἐ­βγῆ­κε ἀ­μέ­σως. Κι ἀ­φοῦ, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ὥ­ρα, ξα­ναμ­πῆ­κε στὸ σπί­τι, ἔ­βρη­κε τὴ γυ­ναί­κα του στὸν ἴ­διον τό­πο, ἀ­σά­λε­φτη, μὲ τ’ ἀ­πο­κοι­μι­σμέ­νο τέ­κνο στὴν ἀγ­κά­λη· τὸν ἀ­ναν­τρά­νι­ζε. Μὰ αὐ­τὸς ἐ­ξα­πλώ­θη κα­τα­γῆς καί, σὰ χορ­τά­τος, ἐ­κοι­μή­θη ὕ­πνον βα­θὺν ὣς τὸ ξη­μέ­ρω­μα.

      Τὴν ἄλ­λην ἡ­μέ­ραν, ἀ­φοῦ ἐ­ξύ­πνη­σαν, τῆς εἶ­πε:
      — Θὰ πᾶ­με στὰ χτή­μα­τά μας νὰ ἰ­δῶ μὴ καὶ κεῖ­να μού­χουν ἁρ­πά­ξει, κα­θὼς μοῦ­χε πά­ρει καὶ σὲ ὁ σκο­τω­μέ­νος.
      —Τὸν σκό­τω­σες;

      Τὴν ἡ­μέ­ραν ἐ­κεί­νην ὁ ἥ­λιος δὲν ἐ­φά­νη στὴν ἀ­να­το­λή, για­τὶ ὁ οὐ­ρα­νὸς ἤ­τουν γνέ­φια γε­μά­τος καὶ τὸ φῶς με­τὰ βί­ας ἐ­πλή­θαι­νε.
      Κι ὁ Κου­κου­λι­ώ­της, βά­νον­τας φτιά­ρι καὶ τσα­πὶ στὸν ὧ­μο, ἐ­δι­ά­τα­ξε τὴ γυ­ναί­κα νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σει μα­ζὶ μὲ τὸ παι­δί της. Κ’ ἔ­τσι ἐ­βγῆ­καν κ’ οἱ τρεῖς ἀ­πὸ τὸ σπί­τι.
      Καὶ φτά­νον­τας εἰς τὸ χω­ρά­φι, ποὺ ἤ­τουν πο­λὺ νο­τε­ρὸ ἀ­κό­μη ἀ­πὸ τὴν προ­τη­τε­ρι­νὴ βρο­χὴ, ὁ λη­στὴς ἐ­βάλ­θη νὰ σκά­ψει λάκ­κο.
      Δὲν ἐ­πρό­φερ­νε λέ­ξη καὶ τὸ πρό­σω­πό του ἤ­τουν χλο­μό, καὶ ὁ ἱ­δρώς, ποὺ ἔ­βρε­χε τὸ μέ­τω­πό του, ἔ­βγαι­νε κρύ­ος. Τὸ στα­χτὶ φῶς, ποὺ ἔ­πε­φτε ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νό, ἐ­χρω­μά­τι­ζε πα­ρά­ξε­να τὸν τό­πο· τὸ χι­νό­πω­ρο τὴν αὐ­γὴν ἐ­κεί­νην ἔ­λε­γεν ὅ­λη του τὴ θλί­ψη.
      Ἡ γυ­ναί­κα ἐ­κοί­τα­ζε πε­ρί­ερ­γη κι ἀ­νή­συ­χη, καὶ τὸ παι­δά­κι ἐ­παι­χνι­δοῦ­σε μὲ τὰ γου­λιὰ καὶ μὲ τὰ χώ­μα­τα ποὺ ἀ­νά­σκα­φτεν ὁ κα­κοῦρ­γος. Κ’ ἐ­φά­νη γιὰ μιὰ στιγ­μὴν ὁ ἥ­λιος κ’ ἐ­χρύ­σω­σε τὰ ξαν­θὰ μαλ­λιὰ τοῦ νή­πιου, ποὺ ἀγ­γε­λι­κὰ χα­μο­γέ­λα­σε.
      Κι ὡ­στό­σο ὁ λάκ­κος ἤ­τουν ἕ­τοι­μος. Κι ὁ Κου­κου­λι­ώ­της, ἀ­κουμ­πών­τας στὸ φτιά­ρι, εἶ­πε τῆς γυ­ναι­κός του:
      — Βά­λ’ το πί­στο­μα μέ­σα!

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

ΜΠΑΛΕΤΟ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΛΥΡΙΚΗΣ ΣΚΗΝΗΣ / ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΚΑΡΑЇΝΔΡΟΥ


ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ


Ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος αν και δίδει την αίσθηση ότι ξετυλίγει το κινηματογραφικό νήμα από εκεί που το άφησε ο Αντονιόνι, εκείνος, ακολουθώντας το ρεύμα του μοντερνισμού δημιουργεί τον προσωπικό του μύθο στην παγκόσμια κινηματογραφική σκηνή και ξαφνιάζει. Μέσα από την «Αγία Τριάδα» του, Χρόνος, Άνθρωπος, Τόπος,  προσπαθεί να προσεγγίσει το αίνιγμα του κόσμου χτίζοντας το δικό του, πνευματικό, της αιωνιότητας σύμπαν.

Ο καιρός, η θάλασσα, ο ουρανός, ο άνθρωπος, όλα μετέωρα, ασαφή, περικλείονται εξαίσια  στην λεπταίσθητη, συγκινησιακή μουσική της Ελένης Καραΐνδρου. Η καθαρότητα της γραφής, η νέα της ματιά, η αναζήτηση του οράματος, το εσωτερικό πυρ, είναι στοιχεία που ο Ρενάτο Τζανέλλα, πατώντας γερά στα κλασικά πρότυπα, θα αξιοποιήσει και θα πλάσει τη δική του μοντέρνα, σύγχρονη αιωνιότητα, σε ένα ατμοσφαιρικό σκηνικό που οι καθρέφτες του αντανακλούν, θαρρείς, την αόρατη παρουσία του αιώνιου και πραγματικού «είναι» του αδικοχαμένου Σκηνοθέτη. Και το δέντρο, σύμβολο ζωής, στέκει μόνο του, με τους κλώνους ανοιχτούς έτοιμους να δεχτούν στην αγκαλιά τους τον πάσχοντα άνθρωπο, τη θλίψη και  τη μοναξιά του.


Ταξίδι και αιωνιότητα, λέξεις εμβληματικές στο έργο του Θεόδωρου Αγγελόπουλου και της Ελένης Καραΐνδρου. Ταξίδι εσωτερικό που ποτέ δεν τελειώνει καθώς ο χαρισματικός χορογράφος, συλλαμβάνει την αθέατη του ήχου εικόνα, και με τη γνώση και την εμπειρία του, σε μια τέχνη χωρίς λόγια, ποιεί «Λόγο» την κίνηση! Πόσο δίκιο είχε ο μεγάλος Ρώσος ποιητής Αλεξάντερ Πούσκιν όταν έλεγε ότι το Μπαλέτο είναι «σαν ένα πέταγμα της ψυχής του χορευτή». Μ’ αυτό το πέταγμα ο Ρενάτο Τζανέλλα, ξετυλίγει αργά-αργά την εσωτερική  τελετουργία των συναισθημάτων, πλάθει  συνθέσεις μαγικές με τα κορμιά των ευαίσθητων Χορευτών του, εναποθέτοντας πάνω τους την εμπνευσμένη, ποιητική δημιουργία του. Οι εξαίρετοι χορευτές του, ιδανικοί δέκτες, βυθίστηκαν στη μουσική μαγεία της Ελένης Καραΐνδρου, στον πλούτο των συναισθημάτων και μέσα από την προσωπικότητά τους, εξέφρασαν την πνευματικότητα, τον έρωτα, τη θλίψη, την αγάπη, την ομορφιά και το λυρισμό που αποπνέει!

Συνδημιουργοί, σε μια παράσταση αλησμόνητη, εκτός από τον Χορογράφο και τους Χορευτές, προεξάρχοντος του Μαέστρου Μίλτου Λογιάδη, η Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, η σκηνογράφος Κατερίνα Αγγελοπούλου, ο υπεύθυνος των ευρηματικών φωτισμών Βινίτσειο Κέλι.


Πόσο εύθραυστο είναι το καλλιτεχνικό δημιούργημα! Το συγκλονιστικό είναι ότι οι θεατές είχαν συνείδηση της «ευθραυστότητας», που διαδραματίζονταν μπροστά τους. Νιώθαμε ότι  ήθελαν να χειροκροτήσουν την κάθε σκηνή, την κάθε εικόνα, την κάθε λεπτή, γεμάτη χάρη και αισθητική συγκίνηση δημιουργία των χορευτών, δεν το έκαμαν όμως από φόβο μην και καταστραφεί η ιερή, κατανυκτική μυσταγωγία της τέχνης που βίωναν και τούτο είναι κάτι σπάνιο! Εξέφρασαν τη χαρά και τη λύτρωσή τους στο τέλος με ξέφρενο χειροκρότημα και ατέλειωτα Μπράβο! 

Μπράβο στους χορευτές που θα τους αναφέρουμε έναν, έναν γιατί ήσαν όλοι υπέροχοι! Στράτος Παπανούσης, Μαρία Κουσουνή,  Βαγγέλης Μπκος, Ευρυδίκη Ισαακίδου, Αλεξάντερ Νέσκωβ, Χριστίνα Μακρίδου, Ντανίλο Ζέκα, Μάνια Καραβασίλη, Έλτον Ντιμρότσι, Άννα Φράγκου, Αγάπιος Αγαπιάδης, Ελεάνα Ανδρεούση, Μιχάλης Παππάς, Βανέσα Κούρκουλου, Θανάσης Σολωμός, Βίκυ Μπούρχα, Γιάννης Μπενέτος.
 
«Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί
ετούτη η χάρη».

θα πει ο Νομπελίστας Ποιητής μας και η χάρη δόθηκε ώστε να συναντηθούν στην κορυφαία των τεχνών οι ποιητές του ήχου, της εικόνας, της κίνησης. Με αποτέλεσμα ένα αριστούργημα που εγγράφεται στις επιτυχίες της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και θα πρέπει να αξιοποιηθεί παντί τρόπω. 


Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

Όταν το Μουσείο γεμίζει παιδιά οι πίνακες γελούν και ο Ποιητής χαίρεται…

Της Κατερίνας Δεμέτη

Η Αγγελική Βαρελά με την Κατερίνα Δεμέτη, στη σκιά του Σολωμού.
Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 29 Απριλίου  2013, στο Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, εκδήλωση αφιερωμένη στον Διονύσιο Σολωμό, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου, με προσκεκλημένη τη συγγραφέα παιδικών βιβλίων κ. Αγγελική Βαρελά.
            Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με την Ξενοπούλειο Βιβλιοθήκη του Δήμου Ζακύνθου και την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και την παρακολούθησαν μαθητές της ΣΤ΄ τάξης των Δημοτικών Σχολείων του νησιού.
            Η κ. Βαρελά, παρουσίασε στους μικρούς μαθητές ένα βιβλίο που έγραψε για τον εθνικό ποιητή, μίλησε για το πρόσωπο που την επηρέασε και αγάπησε τόσο το Σολωμό και απέδωσε γλαφυρά τη βιογραφία του, κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στους σταθμούς της ζωής του, που σημάδεψαν το λογοτεχνικό του  έργο. Ο γλυκός και χαμηλόφωνος τόνος της φωνής της, ταξίδεψε μαγικά τους μικρούς μαθητές, που βγήκαν για λίγο από τη σχολική αίθουσα και παρακολούθησαν ένα διαφορετικό μάθημα, που πιστεύουμε ότι θα τους μείνει αξέχαστο.
            Αλλά και τα παιδιά εξέπληξαν ευχάριστα την κ. Βαρελά. Με τη βοήθεια των δασκάλων τους είχαν προετοιμαστεί κατάλληλα και άλλα της αφιέρωσαν τραγούδια σε ποίηση Διονυσίου Σολωμού, άλλα απήγγειλαν ποιήματά του και άλλα της χάρισαν ζωγραφιές που είχαν φιλοτεχνήσει, με τη σχετική αφιέρωση.
            Ο λόγος του Ποιητή, μέσα από τα χειρόγραφα τετράδια που εκτίθεντο μέσα στις βιτρίνες του Μουσείου, πέρασε στο στόμα των μικρών μαθητών και έκανε την προσωπογραφία του να χαμογελάσει, καθώς η Ποίησή του είχε από όλους, μικρούς και μεγάλους, την τιμητική της. Γιατί δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά για τον πνευματικό άνθρωπο από το να μνημονεύεται το έργο του μέσα από το στόμα της νεώτερης γενιάς!
            Για τους ανθρώπους του Μουσείου δε η χαρά ήταν διπλή, αφού όχι μόνο το Μουσείο γέμισε παιδιά, αλλά και γιατί συνεργάστηκε επιτυχημένα για πρώτη φορά με την Ξενοπούλειο Βιβλιοθήκη του Δήμου Ζακύνθου, γεγονός που αποτελεί καλό προηγούμενο για μελλοντικές συνεργασίες.
            Η παρουσία δε του Συμβούλου Α/θμιας Εκπαίδευσης κ. Ιωάννη Παπαγεωργίου και του Προϊσταμένου κ. Φίλιππου Φραγκογιάννη, σε όλη τη διάρκεια του προγράμματος, προσέδωσε ακόμη μεγαλύτερο κύρος στην προσπάθεια που κάνει το Μουσείο για το άνοιγμά του στη σχολική κοινότητα του νησιού. Ωστόσο τίποτα από όλα αυτά δεν θα γινόταν πραγματικότητα εάν οι εκπαιδευτικοί δεν είχαν ανταποκριθεί στην πρόσκληση αυτή και δεν είχαν προετοιμάσει τα παιδιά κατάλληλα για την παρακολούθηση του προγράμματος.
            Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει στην Υπεύθυνη Σχολικών Δραστηριοτήτων Α/θμιας Εκπαίδευσης και Ξενοπουλείου Βιβλιοθήκης κ. Αλεξάνδρα Κατσαΐτου, που πραγματοποίησε την πρόσκληση στην κ. Βαρελά και στη συνέχεια ανέλαβε να εξομαλύνει όλες τις μικρές λεπτομέρειες για την παραμονή της στο νησί μας.
Ας ξαναγυρίσουμε όμως στον Ποιητή, που είχε την προηγούμενη Παρασκευή την τιμητική του και ας θυμηθούμε το Διονύση Ρώμα, που στην εισαγωγή του Λευκώματος του Νικολάου Βαρβιάνη «Η Ζάκυνθος άλλοτε και τώρα», γράφει: «Όπως ο Κοντορεβιθούλης σκορπούσε πίσω του ψίχουλα λευκά που θα του δείχνανε το δρόμο του γυρισμού, έτσι και η φυλετική μνήμη κάθε συγκροτημένης ανθρώπινης ομάδας, διαβαίνοντας το σκοτεινό δάσος του Χρόνου, στήνει φωτεινά σύμβολα που θα επηρεάσουνε σαν μια αλυσίδα από μαγνητικά πεδία τον προσανατολισμό της εκπολιτιστικής εξέλιξής της».
Πιστεύουμε ότι το πρόγραμμα που πραγματοποιήθηκε στο Μουσείο, με αφορμή την παγκόσμια ημέρα παιδικού βιβλίου από την κ. Αγγελική Βαρελά, έριξε τα ψιχουλάκια που θα επηρεάσουνε θετικά τον προσανατολισμό των παιδιών που το παρακολούθησαν, καθώς ο Σολωμός είναι ένα από τα μεγάλα σύμβολα της φυλετικής μας μνήμης. Και επειδή στις δύσκολες ώρες που περνάει η πατρίδα μας τέτοιες ενέργειες δίνουν το μήνυμα της ελπίδας, την ευχαριστούμε μέσα από την καρδιά μας.


Η Αγγελική Βαρελά γράφει στο Βιβλίο Επισκεπτών του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων.
Ο Σύμβουλος Α/θμιας Εκπ/σης κ. Ιωάννης Παπαγεωργίου και ο Προϊστάμενος Α/θμιας Εκπ/σης κ. Φίλιππος Φραγκογιάννης παρακολουθούν την εκδήλωση.


Αναμνηστικές με τους μικρούς μαθητές.

Η κ. Βαρελά με την Υπεύθυνη Σχολικών Δραστηριοτήτων Α/θμιας Εκπ/σης και Ξενοπουλείου Βιβλιοθήκης κ. Αλεξάνδρα Κατσαΐτου, τον Yπεύθυνο Συμβουλευτικού Σταθμού Νέων Β/θμιας Εκπ/σης κ. Παύλο Φουρνογεράκη και την κ. Δεμέτη

Ο Αντιδήμαρχος κ. Άκης Λαδικός ενημερώνει τους μικρούς μαθητές.

Μικρές εκπλήξεις από τους μικρούς μαθητές στην κ. Βαρελά.

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Για το βιβλίο του Γρηγόρη Ρουμπάνη «Η Εταιρεία»


[Πνευματικό Κέντρο Ζακύνθου, Σάββατο 23 Μάρτη 2013]

Παρουσιάζει η ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΔΕΜΕΤΗ

Κυρίες και Κύριοι, Αγαπητοί φίλοι,

Είναι πραγματική πρόκληση, μία εβδομάδα σχεδόν μετά το ντελίριο που μας κατέλαβε από τον εορτασμό των «πιο επιτυχημένων Καρναβαλικών εκδηλώσεων των τελευταίων χρόνων στο νησί», και δύο μέρες πριν από τον εορτασμό της εθνικής μας επετείου, η παρουσίαση ενός ιστορικού μυθιστορήματος, με θέμα το Βυζάντιο στα τέλη του 13ου και στις αρχές του 14ου αι.

Το να αναλάβω δε να συμπαρουσιάσω το βιβλίο του κ. Γρηγόρη Ρουμπάνη στο ζακυνθινό κοινό, αποτέλεσε για μένα μια επιπλέον πρόκληση, αφού ούτε τον ίδιο γνώριζα προσωπικά, αλλά ούτε και την εποχή που αναπλάθει.

Ωστόσο, όταν το βιβλίο έφτασε στα χέρια μου, και η περιπέτεια της ανάγνωσης ξεκίνησε, με συνεπήρε τόσο, που σκέφτηκα ότι δεν υπάρχει καλύτερη εποχή από τη συγκεκριμένη, για να το πάρουμε στα χέρια μας. Και αυτό όχι μόνο γιατί εμπεριέχει λογοτεχνικές  αρετές, αλλά κυρίως γιατί εντάσσεται σε μία καθαρά αμυντική θέση ιστορικής αυτοσυνειδησίας, την οποία μόνο μέσα από την προσεχτική εξέταση στο μικροσκόπιο μακρινών εποχών, που ταλανίστηκαν από αντίστοιχα με τα δικά μας ιστορικά προβλήματα, μπορούμε να αποκτήσουμε.

Γιατί, κυρίες και κύριοι,
η ανάγνωση του βιβλίου του Γρηγόρη Ρουμπάνη, εκεί μας οδηγεί: δηλαδή, σ’ αυτό που ο καθένας μας οφείλει να χαράξει, φωτίζοντας γεγονότα, πρόσωπα, εμπειρίες και καταστάσεις, που δημιουργούν προσωπικές και εθνικές σταθερές, για ν’ αντισταθμίσει τις αντιφάσεις που εκμεταλλεύτηκαν και συνεχίζουν να εκμεταλλεύονται μέσα από νέα προσωπεία, οι κάθε λογής κίνδυνοι της εποχής μας.

Με τρεις ήρωες, που προέρχονται από διαφορετική εθνική, θρησκευτική, οικονομική και επαγγελματική ενασχόληση: τον χρονικογράφο Κλεόλαο, τον Καταλανό Αλφόνσο και τον Γενουάτη έμπορο Τζουζέπε Πορτομπέλο, ο κ. Γρηγόρης Ρουμπάνης, εξυφαίνει την μία και μοναδική προσωπικότητα, που εμπεριέχει τα στοιχεία της προσωπικότητας του ανθρώπου, που ζει μέσα στην εποχή του, ταλανίζεται από τους κραδασμούς της, αλλά κρατά τον ηθικό χαρακτήρα που τον κρατά ακέραιο μπροστά στις οχλήσεις της κάθε λογής πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας.

Και είναι τόσο  έντονη η εμμονή του να  επιδείξει τις ρίζες που πρέπει να ζωογονήσουν το δέντρο της ζωής και τις κάθε λογής αποφάσεις των ηρώων του, που πολλές φορές μπερδεύεσαι για το σε ποιον κάθε φορά αναφέρεται.

Στο τέλος όμως καταλαβαίνει κανείς ότι, είναι η φιλοσοφία του συγγραφέα, που μέσα από μια πολύ ενδιαφέρουσα σειρά θεμάτων για τη διαμάχη ανάμεσα στην πολιτική και τη θρησκεία, για την κοσμολογία, για την πνευματική προέλευση της φιλοσοφίας, προβάλλει ελκυστικές εναλλακτικές σκέψεις, που μπορεί να γίνουν άκρως επίκαιρες και να μας προβληματίσουν έντονα, για τις δικές μας σύγχρονες επιλογές.

Ας σταθούμε λίγο πιο κοντά σε μερικά από τα 19 κεφ. του βιβλίου, κάνοντας τις σχετικές επισημάνσεις:

Στο 1ο κεφάλαιο με τίτλο: «Το Πέρασμα», ο Κλεόλαος, που ήταν  αρχειοθέτης και γενικός γραμματέας του Πατριάρχη, είναι φυλακισμένος σ’ ένα κάστρο, αρκετά έξω από την Πόλη, από εκείνα που είχε σηκώσει ο Μιχαήλ Παλαιολόγος για να κάνει πιο δυνατή την προστασία της πρωτεύουσας. Εκεί μονολογεί ο Κλεόλαος - Ρουμπάνης: Ελευθερία και έρωτας. Αυτά τα δυο πάνε μαζί. Αυτό είναι το τραγούδι του έρωτα. Και συνάμα της ελευθερίας. Καμιά ψυχή που δεν είναι ελεύθερη δεν μπορεί να ερωτευτεί. Και καμιά να ερωτευτεί αν δεν είναι ελεύθερη. Και πιο κάτω στη σελ.. 23: … δεν ήταν λίγες οι φορές, που για τις συμφορές που έφερνε η ανικανότητα του αυτοκράτορα ή των έμπιστων αξιωματούχων του, επικαλούνταν την οργή του Θεού για τις αμαρτίες των κατοίκων της Πόλης. Ή και της αυτοκρατορίας ολόκληρης. Και ακολουθούσαν λιτανείες κι από κοντά έτσι για να εκτονωθεί η λαϊκή οργή, η διαπόμπευση όχι εκείνων που πραγματικά έφταιγαν, αλλά των εντελώς αναίτιων. Εκείνων που δεν κράταγαν το στόμα τους κλειστό για όσες ανομίες, καταχρήσεις, λάθη και ανικανότητα των ανθρώπων της εξουσίας βάραιναν την αυτοκρατορία. Που συχνά δεν ήταν άλλοι από τους μορφωμένους και έξυπνους ανθρώπους, αυτούς που βλέπουν την πονηριά και την ιδιοτέλεια από μακριά, και τη φωνάζουν. Αυτούς είναι που διαπομπεύουν, διασύρουν, ταπεινώνουν και εξαφανίζουν. Γιατί από αυτούς θέλουν να ξεμπερδεύουν.

Στο 3ο  κεφ. με τίτλο: «Η Βάφτιση» ο Κλεόλαος: τα έβαλε πάλι με τον εαυτό του. Τα έβαλε γιατί κάθε που βλέπει την αυτοκρατορία να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια της, χάνεται και αυτός σε εποχές ξεχασμένες πια με τον κουρνιαχτό του χρόνου. Και της ανοησίας βεβαίως. Η οποία πάντοτε πάει αγκαλιά με το φανατισμό. Μιας φονικής ανοησίας, που πίστεψε ότι μπορεί με αυτοκρατορικά διατάγματα και οικουμενικές συνόδους αρχιερέων να εξορίσει την ψυχή και να θάψει στα ερείπια λαμπρών ακαδημιών και καλλιμάρμαρων ναών το πνεύμα ενός ολόκληρου λαού.

Παρ’ όλο που το μυθιστόρημα αναφέρεται στην εποχή του Μιχαήλ Παλαιολόγου δεν διστάζει να πάει ακόμα πιο πίσω χρονικά, στις εθνικές μας σταθερές. Έτσι στο κεφ. 5: «Η Απειλή», ο Κλεόλαος αναφέρεται στον Όμηρο: Στη δουλειά του είχε την ευκαιρία να διαβάσει μερικά βιβλία παραπάνω. Πρώτα τον Όμηρο. Τον μέγιστο των μυστών της αρχαιότητας…του ήρθαν στο μυαλό όσα έλεγε για τα όνειρα, για τον προορισμό της ψυχής, τους νεκρούς, τον τόπο που ξεκουράζονται, με το νερό της λήθης απαλλαγμένοι από τις έγνοιες.

Ενώ στο ίδιο κεφ. πιο κάτω στη σελ. 97: οι σταυροί και οι ημισέληνοι έχουν χάσει τη σημασία τους. Τα δόγματα, οι αγιασμοί και οι τεμενάδες είναι για τους αφελείς…τους αγράμματους και τους φανατικούς. Ο μορφωμένος είναι και υποψιασμένος.

Και πιο κάτω στο 7ο κεφ. με τίτλο: «Η Αρμονία» με αφορμή την αντιγραφή ενός χειρογράφου από την Πολιτεία του Πλάτωνα,  στη σελ. 128: Η γνώση, έλεγε ο Κλεόλαος, πρέπει να είναι δεμένη με τη συνέχεια. Αν την κρατά κάποιος για τον εαυτό του είναι σαν να την κρατά φυλακή για πάντα. Δεν έχει ζωή, δεν έχει μέλλον, δεν έχει αξία. Για ν’ αναπνέει η γνώση τη βγάζεις στο φως. Τη δίνεις, τη μοιράζεσαι με τις γνώσεις των άλλων. Έτσι έρχεται και η ένωσή τους να γεννηθούν νέες γνώσεις, φρέσκιες και ζωογόνες.

Στο κεφ. 11: «η Αρρώστια» διαβάζουμε: «Όλα θεία και ιερά είναι σ’ αυτόν τον κόσμο. Ένα κόσμο που καταρρέει. Κι όσο καταρρέει τόσο πιο σφιχτά τυλίγεται στο πορφυρό νεκροσέντονό του, χτυπημένος από μια αρρώστια που κανείς δεν ήξερε ή δεν ήθελε να γειάνει.  Μπορεί και τα δυο μαζί, γιατί έτσι συμβαίνει συνήθως.»

Αλλά μην νομίζετε ότι κυριαρχεί η απαισιοδοξία γιατί όπως λέει στο κεφ. 16: «η Φωτιά»: Μόνο που ξέρω ότι σε τέτοιες εποχές πιάνει ο σπόρος. Πότε φυτεύουν οι άνθρωποι; Πότε σπέρνουν; Χειμώνα καιρό δεν σπέρνουν; Ρουφάει ο σπόρος τα νερά της βροχής, φουσκώνει μέσα στη γυμνή γη, και σαν έρθει η άνοιξη, ξεπετάγονται τα βλαστάρια.

Κυρίες και κύριοι,

Δεν θεώρησα σκόπιμο να αναφερθώ στα ιστορικά γεγονότα που διαδραματίζονται στο βιβλίο. Αυτά έχουν καταγραφεί με απόλυτη συνέπεια από τον  συγγραφέα και με πολύ γλαφυρό ύφος και θα ήταν λάθος να σας αποκαλύψω με λεπτομέρειες την πλοκή, καθώς θα ήθελα να σας προτρέψω να το προμηθευτείτε.

Αυτό που προσπάθησα να κάνω ήταν να σας ελκύσω το ενδιαφέρον να το διαβάσετε. Γιατί πιστεύω ότι το βιβλίο του κ. Γρηγόρη Ρουμπάνη μπορείτε να το αγαπήσετε, αφού όταν το πιάσετε στα χέρια σας θα καταφέρει αυτό που κεφ. 8 με τίτλο: «Ο Τζίτζικας» επιτυγχάνει: Το θέμα είναι ν’ αφήσεις το σπόρο σου εκεί που θ’ αγαπήσεις. Εκεί που στη θέση της δικιάς σου φωνής θα γεννηθεί μια συναυλία ολόκληρη, μια συναυλία που θα δώσει έμπνευση για νέα ζωή. Κι αυτή να γίνει τροφή για ακόμα πιο όμορφη ζωή και πάει λέγοντας. Αυτός είναι ο προορισμός του ανθρώπου. Να κάνει ακόμα πιο όμορφη την ψυχή και τη ζωή του».

Το βιβλίο του Γρηγόρη Ρουμπάνη μπορεί να κάνει τη ζωή μας πιο όμορφη. Τον ευχαριστούμε γι’ αυτό κι εγώ σας ευχαριστώ που με ακούσατε.







Σάββατο 30 Μαρτίου 2013

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ Π. Β. ΠΑΣΧΟ



Τόσα χρόνια φυτεύεις λέξεις
ποὺ  μὲ δάκρυα κι ἱδρῶτες
πειθαρχημένης μοναξιᾶς  καὶ βιοτῆς
πανέντιμα καλλιεργεῖς.
Γιὰ νὰ δροσίσεις ὕστερα
τὴν κάθε μας ἀνάγκη κι ἀναζήτηση.
Καὶ ξέρεις,
κανένας μας δὲ σκέφτηκε ποτὲ
νὰ τὰ μαζέψει ὅλ᾿ αὐτὰ
καὶ σὲ ὀθόνη ὁλόλευκη κι ἀστραφτερὴ
νὰ τὰ κρατήσει
μήπως καὶ τὸ ἀκριβὲς λάβουμε
τῆς ψυχῆς σου ἀποτύπωμα…

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

Anastasios Maràs: L’ultima ora / Αναστάσιος Μαράς: Την τελευταία ώρα [ποίημα]


L’ultima ora mi vienne alla mente
che un anno fa ti ho trovato fortunatamente,
è stato un appuntamento sconvolgente
che da tempo non potevo ottenere facilmente.

Quell’ora ti ho detto veramente
“stai con me corpo, anima e mente”.
Lo hai fatto velocemente
quasi senza averlo avuto in mente.

L’ultima ora mi dice ti voglio bene ancora
un desiderio che implora.
Perchè non lo sai mia Signora
e mi domandi se ti amo ora?

Primavera 2013

*          *          *

Την τελευταία ώρα μου έρχεται στο μυαλό
ότι πριν ένα χρόνο σε βρήκα.
Ήταν μια συνάντηση που αναστατώνει,
που από καιρό δεν μπορούσα να έχω εύκολα.

Εκείνη την ώρα σου είπα αληθινά
«μείνε μαζί μου με σώμα, ψυχή και νου».
Το έκανες γρήγορα, ασυναίσθητα
σχεδόν χωρίς να το έχεις στο μυαλό σου.

Την τελευταία ώρα σου λέω ότι σε ερώμαι,
μια επιθυμία που εκλιπαρεί.
Γιατί δεν το γνωρίζεις κυρία μου
και με ρωτάς αν σ’ αγαπώ τώρα;

Άνοιξη 2013

[Εικαστικό σχόλιο στο ποίημα : Primavera / Sandro Botticelli (1445–1510)]

Απόστολου Θηβαίου: ΜΙΑ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ

Τα τραπέζια του Παναγιώτη Τέτση.

Ο ευγενικός αναγνώστης ετούτου του κειμένου, προτού εκτιμήσει το αντικείμενο του σχολιασμού του, οφείλει να λάβει υπόψη του ορισμένες παραμέτρους. Ετούτες θα σταθούν υποβοηθητικές προκειμένου να εκτιμηθεί πληρέστερα ο στόχος της παρούσης υποθέσεως. Μια πρώτη προϋπόθεση συνιστά η επισήμανση του Χρήστου Χαρτοματσίδη, όπως δημοσιεύτηκε στο τεύχος, υπ’ αριθμόν 184 του έγκριτου, λογοτεχνικού περιοδικού «η λέξη». Ο αρθρογράφος διατυπώνει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα άποψη, ενδεικτική μίας εκ των πλέον παραγνωρισμένων προοπτικών της σύγχρονης, ελληνικής λογοτεχνίας. Μιλούμε για εκείνη την τάση, η οποία πρόκειται να συγκροτηθεί και να πραγματωθεί σε βαθμό ακέραιο από τους φορείς μιας επίκτητης, όσο και ευεργετικής γλωσσικής κληρονομιάς. Οι σημερινοί νέοι των ποικίλων, εθνολογικών διαφοροποιήσεων που αναλαμβάνουν με προθυμία περίσσια και υπέρτερη της εντόπιας να παραχωρήσουν ένα προχώρημα και μια ανανέωση γλωσσική συνιστούν εκείνες τις ομάδες των οποίων η δημιουργική έκφραση πρόκειται να συντελέσει στο ριζικό εμπλουτισμό του λογοτεχνικού υλικού. Κάνοντας λόγο εξ αρχής για ουσιώδεις παραμέτρους, σημειώνουμε ακόμη την επικαιροποιημένη περιθωριοποίηση των μεταναστευτικών ομάδων, οι οποίες συρρέουν στο εσωτερικό της χώρας, όχι με το πρόσχημα μα με τη συνεπαγόμενη, -και τούτο πλέον είμαστε σε θέση να το αντιληφθούμε ως μία πρακτική αναγκαιότητα-, ιδιότητα των οικονομικών μεταναστών. Το ρεύμα του ολοκληρωτισμού, με το οποίο ορισμένοι καλούνται να συσπειρώσουν τον ολότελα διασπασμένο, κοινωνικό ιστό, ίσως σταθεί παράγοντας διαμόρφωσης μιας άλλης εθνικής λογοτεχνίας, περισσότερο κριτικής και αντιπροσωπευτικής της ελληνικής ψυχογραφίας. Η χρησιμότητα, πέρα από τη λαογραφική σύμπραξη ετερογενών, μεταξύ τους, πολιτιστικών ταυτοτήτων, εντοπίζεται στη συνειδητοποίηση του ειδώλου μας, το οποίο με τόση αδεξιοσύνη και στρεβλότητα, προσπαθούμε να εκτιμήσουμε σήμερα. Τέλος, επιστρατεύουμε τη διατύπωση του Παναγιώτη Τέτση, σχετικά με τη δυναμική της πρωτογένειας στην ελληνική τέχνη και αναγνωρίζουμε σε αυτή, την τάση της ακολουθίας. Πάει να πει, πως η ελληνική τέχνη δεν συνιστά πόλο του καινούριου στην τέχνη, του πρωτοτύπου. Η εγχώρια τέχνη δεν γεννά το νέο. Εντάσσεται σε αυτό. Ένα τέτοιο, κανονιστικό συμπέρασμα, υποβάλλεται πάντοτε στη δυνατότητα των εξαιρέσεων, προκειμένου να ισχύσει, να λάβει χαρακτήρα αξιωματικό.
Οι παραπάνω διαπιστώσεις δεν γίνηκαν προκειμένου να εξαχθεί ένα ορισμένο συμπέρασμα. Τέτοιες προθέσεις δεν συνιστούν παρά ευσεβείς πόθους, των οποίων η διάψευση επέρχεται πάντοτε ισχυρή, άλλοτε ακυρωτική. Οφείλουν εντούτοις να υποστηρίξουν με όλη τους τη δυναμική την υποψία εκείνη που θέλει την ελληνική λογοτεχνία υποκείμενη σε μία υπό διαμόρφωση, ανανεωτική λειτουργία. Η προέλευσή της δεν επιδέχεται αμφιβολίας. Αφορά το λόγο εκείνο που θα προκύψει αυτούσιος, φυσικός και βιωματικός από τους φορείς των διαφόρων εθνοτήτων, οι οποίοι ζουν, κοινωνικοποιούνται και πασχίζουν στα πλαίσια της δύσκολης, οικονομικής συγκυρίας. Οι σημερινοί νέοι, απαλλαγμένοι από την αναγκαιότητα προσδιορισμού μιας πατρίδας, διεθνοποιημένοι πολίτες μιας βαθιά, παγκοσμιοποιημένης πραγματικότητας, πολύγλωσσοι και εκτεθειμένοι σε ένα ευρύ φάσμα λαογραφιών και δημοτικών παραδόσεων πρόκειται να αποδώσουν με πιστότητα το στίγμα της εποχής. Η ασυνάρτητη και σπασμωδική προς το παρόν νέα, ελληνική λογοτεχνία δεν αποτελεί μια υποψία. Η γένεσή της θα λάβει χώρα εντός των χρόνων αυτών, διότι μες σε τούτες τις περιόδους εκδηλώνονται όλες εκείνες οι κοινωνικές συνθήκες που μπορούν να συνδράμουν σε μια ρεαλιστική και σύμφωνη με τις απαιτήσεις της λογοτεχνίας, αναπαράσταση της ζωής. Η λογοτεχνία για την οποία μιλούμε δεν πρόκειται να εκδηλωθεί έξω και πέρα από τα όρια ενός κοινωνικού ρεαλισμού, μιας αντισηπτικής τάσης προς τη γραφή και τις προβληματικές, κοινωνικές διαστάσεις με το στοιχείο της προσωρινότητας που επιβεβαιώνει στο ακέραιο το αντιφατικό ευφυολόγημα του θυμόσοφου λαού μας. Η αλήθεια είναι δεδομένη πια. Η αναπαραγωγή της συνιστά ένα φυσικό επακόλουθό. Και τούτο διότι πια οι άνθρωποι των διαμερισμάτων του κέντρου, των υπογείων της Μιχαήλ Βόδα, των αργών απογευμάτων της πάλαι ποτέ θριαμβικής πλατείας Βικτωρίας επιθυμούν να μεταγγίσουν τη διαφορετικότητα και τον αποκλεισμό ως αλήθειες γενόμενες μες σε συγκεκριμένες συνθήκες. Για μια τέτοια αλήθεια κάνουμε λόγο, ένα όριο αντικειμενικό και κατά μεγάλο ποσοστό, κοινό. Οι σημερινοί ανένταχτοι, όσοι υποβάλλονται στην ευκαιριακή εκμετάλλευση που συνεπάγεται ο φόβος, θα χρησιμοποιήσουν τη γλώσσα με όλη την ελευθερία που στερήθηκαν. Η γραφή τους θα αποτελέσει μια υπόμνηση της γλώσσας, ένα είδος μνήμης της. Η σημερινή φωνητικότητά της, όπως περιγράφεται στη μελέτη του Ντεριντά δεν πρόκειται να απολέσει ουδέποτε ετούτο το φυσικό χάρισμα. Άλλωστε μέσω αυτού μπορεί να περιγραφεί και να εκδηλωθεί με τρόπο λαμπρό η ενοχή, με την οποία βαρυνόμαστε, εμείς οι ειρωνικοί ανυποψίαστοι. Η ελληνική γλώσσα μπορεί να λάβει το ανανεωτικό χάδι μιας νέας λογοτεχνίας, στα τεχνικά χαρακτηριστικά της οποίας, θα επαληθεύεται η ασύγκριτη «φιλοξενία» και πλαστικότητά της. Μόνο ο φόβος μπορεί να θέσει κάποιον ανίκανο να διακρίνει ακριβώς ετούτο το χαρισματικό εμπλουτισμό της γλώσσας μας.
Η εποχή μας αναγνωρίζεται ως μία περίοδος πολιτικών εκτονώσεων. Η οικονομική κρίση, η οποία δεν συνιστά παρά μια εξειδίκευσή της, συνοδεύεται από μια ιδεολογική και αισθητική διαταραχή. Τα αποτελέσματα ετούτων των διαπιστώσεων επιβεβαιώνουν τις αιτίες τους. Η εγχώρια πραγματικότητα δε, υποδηλώνει τη διαρκή όξυνση ετούτων των φαινομένων, με τα οποία δεν εκφράζεται παρά μία επιβράδυνση, προκειμένου να οικειοποιηθεί η ανθρωπότητα όλες τις ασύλληπτες αποκαλύψεις του περασμένου αιώνα. Ας φανταστούμε την υπό διαμόρφωση λογοτεχνία, ως ένα παιδί με πνεύμα και ματιά απορροφητική. Το παιδί παρατηρεί και με την ενηλικίωσή του θα αποδώσει επιτέλους πιστά την κρίση του για την εποχή και τα διανύσματά της. Δεν πρόκειται το μόρφωμα να συντελέσει ένα φολκλορικό σχηματισμό, αν και η διάσταση αυτή δεν μπορεί να εκλείψει όπου υφίσταται ο γλυκός και γνώριμος στον Έλληνα, νόστος, η στοργική εκείνη λύπη του περιπλανώμενου, του διωκόμενου. Η νέα λογοτεχνία, γραμμένη αύριο από τα παιδιά των σημερινών, τρομαγμένων μεταναστών θα είναι κοινωνική, απλή, θα αποτελέσει κατ’ ουσίαν ένα ολοκληρωμένο πια χρονογράφημα, ένα είδος χαρτογράφησης μιας ολότελα αντιφατικής και ανεξερεύνητης εποχής.
Ας υποδεχτούμε το νέο λόγο με την άνεση και τη ζεστασιά που του αρμόζει. Η εξέλιξη αυτή θα αποτελέσει μία αυστηρή κριτική για τη σημερινή, πνευματική μας ένδεια. Η ευκαιρία αυτή δεν πρέπει να απολεστεί, η γλώσσα και η συνείδησή μας απαιτούν πια κατά γενική ομολογία την εμβάθυνση και τελικώς την κάθαρση. Η φράση του Πολίτη για τις δομές που ψεύδονται χάριν της αυθεντίας συνιστά μία φωτογραφική αποτύπωση της εποχής μας. Η τέχνη έχει πολλά να μας προσφέρει. Το σπουδαιότερο συνιστά εκείνη η διαρκώς επιδιωκόμενη ενότητά της. Υπό αυτήν την έννοια υποδεχόμαστε με όλη μας την ανακούφιση τη νέα, ανανεωτική κλίση της ευλογημένα διευρυμένης, εθνικής μας λογοτεχνίας. Ως κριτικοί και αυριανοί αξιολογητές οφείλουμε να θυμηθούμε τότε την επισήμανση του Ανδρέα Καραντώνη. «Η μέθοδος της κριτικής διαφέρει από εκείνη της ποιήσεως. Η ψυχολογία τους όμως», και η πρόθεσή τους σημειώνουμε εμείς, «παραμένει η ίδια».
Related Posts with Thumbnails