© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη 9 Αυγούστου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΗΣ ΜΗΤΡΙΚΗΣ ΣΤΟΡΓΗΣ ΤΗΣ ΤΟ ΘΑΥΜΑ

Στὴ Μνήμη τῆς Μητέρας μου 


« Ὅμως ἐμεῖς τό μόνο πού προσέχαμε ἦταν ἐκεῖνες οἱ φωνές μέσα στά σκοτεινά, πού ἀνέβαιναν, καυτές ἀκόμη πό τήν πίσσα τοῦ βυθοῦ τό θειάφι. Ὅι, ὅι, μάνα μου, ὅι, ὅι, μάνα μου» ( Ὀδ. Ἐλύτης, Ἄξιόν Ἐστι)
«Στήν ἀγκαλιά σου τή γλυκειά, μανούλα μου, ν   ἀράξω μές στό βαθύ τὸ πέλαγο αὐτό πριχοῦ βουλιάξω»  (Ἀλ. Παπαδιαμάντης)

Μέρες τρυφερές, μητρικῆς φροντίδας καὶ στοργῆς ἅγιες μέρες ἀνοίχτηκαν μπροστά μας, ἴσαμε, μὲ τῶν ποστόλων τὸν δῆμον συνοδοιπόρον, νὰ τιμήσουμε, ἑορτάσουμε, πανηγυρίσουμε «τὸ τελευταῖον ἐν αὐτῇ Μυστήριον». Τὴν Πάνσεπτόν Της Κοίμηση,  Τῆς Μητέρας μας τῆς Παναγιᾶς τὴν Κοίμηση.

Εὐωδιαστὲς, ὄντως, ἀφήνονται οἱ μέρες αὐτὲς νὰ μᾶς ταξιδέψουν σ᾿ ἕνα καιρὸ ξεχασμένο, δυστυχῶς, που ἄλλη  μητρικὴ στοργή, τῆς μάνας ποὺ μᾶς γέννησε, δαψιλῶς συμπληρώνονταν π τὴ Χάρη Της. Γιατὶ καὶ στὴ μία καὶ στὴν ἄλλη ἀκουμπούσαμε «τῶν λυπηρῶν τὰς παγωγάς», ποὺ ράμφιζαν τὴν ψυχή μας. Κι ἀναζητούσαμε, καὶ στὴ μιὰ καὶ στὴν ἄλλη τὴν παραμυθία, ἀνασαίναμε σιμά τους, αἰσιοδοξίας καὶ πλησμονῆς ἐλέους, εὐωδίες μοναδικές. Μέχρι νἄρθουν ἄλλα «νέφη τῶν λυπηρῶν» νὰ σταθοῦν πειλητικά, πως οἱ πιθετικὲς καταιγίδες πάνω μας. Γιὰ νὰ τὶς ξεπεράσουμε κι αὐτές «τῇ μεσιτείᾳ Της» στηριγμένοι ἐξάπαντος στὴν εὐχή τῆς μάνας μας.  

Κι ὕστερα ἦρθε καιρὸς ποὺ μιὰ π τὶς δύο, κατὰ σάρκα μάνα μας δηλαδή, σταύρωσε τὰ χέρια της, σφράγισε τὸ στόμα της, ἔκλεισε τὰ μάτια κι ποκοιμήθηκε. Γιὰ πάντα. Αὐτήν, λοιπόν, τὴν πουσία ἐκείνης  συμπληρώνει Χάρη Της, καθὼς ποπνέει κάθε ἐμπιστοσύνη Μορφή Της καὶ περισσότερο, ἀφοῦ ἄγρυπνο «προστάτιν τῆς ζωῆς» μας Τὴν καταλαβαίνουμε καὶ φρουρὰ ἀσφαλεστάτην τὴ νοιώθουμε σὲ τοῦτα τὰ μονοπάτια τοῦ βίου τὰ δύσβατα καὶ ἀκανθώδη. πως καταλαβαίναμε τὴ μάνα μας σὲ ὧρες πυρετοῦ, ἀδιαθεσίας καὶ ὀδυνηρῶν περιστάσεων ποὺ μᾶς κύκλωναν. Κι ἀφοῦ πλήρωσε τὸ κοινὸν χρέος μιά, συμπορευόμαστε μὲ τὴν Ἄλλη, ἀφήνοντας πίσω μας κάθε τί τὸ δυσχερὲς  καὶ προσβλητικὸ σχμα τοῦ κόσμου καὶ προστρέχουμε στὴ σκέπη Της.

Δὲ νοιώθουμε καμιὰν ὀρφάνια, γιατὶ παραμυθούμεθα π τὴν ἔγνοια Της, μᾶς νανουρίζει ἀγρύπνια Της καὶ  φωτίζει τὰ σκοτάδια μας στοργή Της. Κι ἔτσι πορευόμαστε μέσα στὸ Χρόνο, μοναχικοὶ καὶ ποσυνάγωγοι π τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ γεμᾶτοι παρουσίες π τὴν δικιά Της συμπαράσταση. «Καὶ ποῦ, λοιπόν, ἄλλην εὑρήσω ἀντίληψιν, ποῦ δὲ καὶ σωθήσομαι;...». Οἱ ἄνθρωποι ξεχνοῦν γρήγορα, ξιπάζονται ἀναζητοῦν τὴ δόξα-πάντα τὴν ἐφήμερη, φυσικά, γιατὶ ἄλλη δὲν εἶναι προϊὸν δημοσίων σχέσεων καὶ αὐτοπροβολῆς ἀλλ᾿ εἶναι βραβεῖο, παινος, πληρωμὴ τοῦ Θεοῦ.

Δεκαπενταύγουστο. Εὔχυμος χρόνος προσευχῆς καί δεήσεων. Μέσα στὸ ἑλληνικὸ τὸ καλοκαίρι, εὐτυχῶς, γιὰ νὰ καταννοουμε τὶς δωρεές Του, πάντα τῇ μεσιτείᾳ Της. Ἀφθονία καρπῶν, μέρες περιούσιες,θεϊκὲς λές, εὐκαιρίες γιὰ δοξολογία καὶ παρακληση-αἴτηση. Ὅλα δοσμένα μὲ μέτρο. Μέτρο ποὺ πολογιζει καὶ τὴν παραμικρὴ λεπτομέρεια. Γιατὶ μονάχα ἔτσι καταλαβαίνει Θεὸς τὰ τῶν ἀνθρώπων, ὅταν πέδωσε τὸν Κόσμο ὁλόκληρο στοὺς πρωτόπλαστους δημιουργημένο «καλὰ λίαν» (Γεν. 1, 31).

Δεκαπενταύγουστο, λοιπόν, μὲ χαρμολύπη στολισμένο καὶ μὲ κέντρο τῆς Γιορτῆς μιὰ κηδεία. Ὅμως, «ζῇ ἀεὶ Θεομήτωρ, κἂν δεκάτῃ θάνε πέμπτῃ». πως ξέρουμε πιά, ὅτι σιμά Της ζεῖ κι μάνα μας καὶ μᾶς ἀφουγκράζεται κάθε φορὰ ποὺ στεναγμός μας, σὲ ὧρες πνιγηρὲς, ἀνεβαίνει π τὸν πυθμένα τοῦ εἶναι μας: «Ἄχ, μάνα μου... Παναγιά μου, Ἐσύ!», πως συνειδητὰ Τῆς ψάλλουμε, «Οἱ μισοῦντες μάτην βέλεμνα καὶ ξίφη καὶ λάκκον ηὐπρέπισαν, καὶ πιζητοῦσι τὸ πανάθλιον σῶμα σπαράξαι μου, καὶ καταβιβάσαι, πρὸς γῆν Ἁγνὴ πιζητοῦσιν· ἀλλ᾿ ἐκ τούτων προφθάσασα σῶσον με». Γιατὶ οἱ ὁρατὲς κι ἀόρατες ρομφαῖες δὲ λείπουν ποτέ... 

π. κ.ν.κΔεκαπενταύγουστο 2017

Δευτέρα 7 Αυγούστου 2017

Η ΕΞΟΧΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗΣ ΣΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ


Η μεγάλη προσμονή για τις συναυλίες στις 6 και 7-7-17 από την περίφημη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Αγίας Πετρούπολης ήταν αναμενόμενη, καθώς σηματοδοτούσε το κορυφαίο μουσικό γεγονός του Φεστιβάλ Αθηνών, ύστερα μάλιστα και από την ακύρωση της εμφάνισης με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών της θρυλικής Αργεντινής πιανίστα Martha Argerich. Η είδηση της ακύρωσης άλλων δύο εμφανίσεων, του επί τριάντα περίπου χρόνια, διακεκριμένου μαέστρου της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Αγίας Πετρούπολης, Yuri Termikanov, καθώς και του διάσημου Ρώσου πιανίστα Denis Matsuev, βύθισαν σε απογοήτευση τους φιλόμουσους. Ωστόσο η μεγάλη αυτή ορχήστρα, υπό την διεύθυνση του αντικαταστάτη αρχιμουσικού της Nikolai Alexeev, έλαμψε για μια ακόμα φορά στη μακρά πορεία της.

Παρακολουθήσαμε την πρώτη συναυλία με έργα, αποκλειστικά, Ρώσων συνθετών. Το πρώτο ήταν ένα απόσπασμα από την ορχηστρική σουίτα της όπερας, Ο Θρύλος της αόρατης πόλης του Κιτέζ του Nikolai Rimsky -Korsakov (1844-1908), που θεωρείται μία από τις ωραιότερες όπερες του συνθέτη και αναφέρεται ως «Ρωσικός Parsifal». Το από τέσσερις πράξεις λιμπρέτο του Vladimir Belsky, βασίζεται σε δύο μύθους, στον «Legent of the invisible city of Kitezh» και στον «The Maiden Feuvroniya». Η όπερα ολοκληρώθηκε το 1905 και πρωτοπαίχτηκε στο Θέατρο Maryinsky στις 20 Φεβρουαρίου του 1907, στην Αγία Πετρούπολη.

«Μάγος της ενορχήστρωσης» χαρακτηρίστηκε ο Korsakov και η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Αγίας Πετρούπολης υπό την μπαγκέτα του αρχιμουσικού της, Nikolai Alexeev, δικαίωσε τον χαρακτηρισμό. Μέσα από το πλούσιο ηχόχρωμα και τον διάφανο ήχο κάθε οικογένειας οργάνων, πρόβαλαν με αρμονική ολότητα και ακρίβεια τις αρετές του έργου και έπλασαν μελωδίες τρυφερές, που ανέδειξαν τη σαγήνη και τη μαγεία των μύθων.

Τις Παραλλαγές ροκοκό, έργο 33 του Pyotr Ilyich Tchaikovsky (1840-1893), ερμήνευσε, στη συνέχεια, με δεξιοτεχνία βιρτουόζου, ο Ισπανός σολίστ του βιολοντσέλου Pablo Ferrandez. Ο Tchaikovsky αναζητεί την έμπνευση πέρα από την Ρώσικη μουσική στα πρότυπα της Δυτικής μουσικής. Με ίχνη και επιρροές από τον ρομαντισμό ενός Schumann, Liszt και Wagner, μα πάνω απ' όλα εμπνεόμενος από το γοητευτικό στυλ του θεϊκού Mozart και του Ροκοκό, συνθέτει, με κλασική προσέγγιση, ένα έργο άκρως δεξιοτεχνικό, με νύξεις από τα μπαλέτα του, με χάρη, φαντασία και πλαστικότητα, στοιχεία του ανεπανάληπτου προσωπικού, ορχηστρικού του ύφους.

Το έργο γράφεται αμέσως μετά το συμφωνικό ποίημα Francesca da Rimini, μεταξύ Δεκεμβρίου του 1876 και Μαρτίου του 1877, για τον Γερμανό βιολοντσελίστα Wilhelm Fitzenhagen, καθηγητή στο Conservatoire της Μόσχας, ο οποίος συνέβαλε με τις υποδείξεις του στην ολοκλήρωσή του. Η πρεμιέρα του έργου έγινε στη Μόσχα στις 30 Νοεμβρίου 1877 υπό τον Nikolai Rubinstein.

Με την άριστη στήριξη της μεγάλης αυτής ορχήστρας και του αρχιμουσικού της, η ερμηνεία του νεαρού σολίστ, Pablo Ferrandez, ήταν αριστοτεχνική. Με τόλμη, σαφήνεια και μοτσάρτεια χάρη, ανέδειξε τον πλούτο της μουσικής του Tchaikovsky, αλλά και έδωσε το έναυσμα στο θεατή, αντιστοιχώντας τις τέχνες, να δει μέσα από τις νότες, την ακτινοβολία των ζωγραφικών αριστουργημάτων της εποχής του Ροκοκό, όπως το «Ποιμενικό Ειδύλλιο» του François Boucher, το «Προσκύνημα στο νησί των Κυθήρων του Jean-Antoine Watteau, το «Κλεμμένο φιλί» του Jean-Honorè- Fragonard και τόσα άλλα.

Τους Συμφωνικούς Χορούς op. 45, ορχηστρική σουίτα σε τρία μέρη, συνέθεσε ο Sergei Rachmaninoff (1873-1943), στην Αμερική το 1940, τέσσερα χρόνια μετά τη σύνθεση της Τρίτης Συμφωνίας του και έμελλε να είναι το κύκνειο άσμα του, αλλά και η σύνοψη της μουσικής του κατάθεσης. Ο πρωτότυπος τίτλος τους ήταν Fantastic Dances και προοριζόταν για μπαλέτο που θα χορογραφούσε ο Michael Fokine. Δεινός πιανίστας ο ίδιος, χαρακτηρίστηκε από τους καλύτερους του 20ού αιώνος, συνέθετε, παράλληλα με την Ορχηστρική Σουίτα και τους Συμφωνικούς Χορούς για δύο πιάνα.

Ήταν γνωστή η ιδιαίτερη σχέση του Ρώσου συνθέτη με την Philadelphia Orchestra, χάρις στον Leopold Stokowski, -να θυμίσουμε την αλησμόνητη παρουσία του στη Fantasia του Walt Disney- καθώς και η ρήση του, ότι τα χρόνια που ζούσε στην Αμερική συνέθετε, έχοντας στο μυαλό του τους ήχους αυτής της ορχήστρας. Ήταν φυσικό η πρεμιέρα των Συμφωνικών Χορών του να γίνει από τη διάσημη Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας, υπό την διεύθυνση του Eugene Ormandy.

Έργο αντιπροσωπευτικό τού τελευταίου στυλ του συνθέτη, ένας νοσταλγικός, ρομαντικός χορός για τη Ρωσία που γνώρισε και περιγράφει τόσο όμορφα στην Τρίτη Συμφωνία του, με την εκκλησιαστική μουσική στην αρχή να επιτείνει την αθεράπευτη νοσταλγία για την πατρική γη και να αφήνει έκθαμβο τον ακροατή όταν προς το τέλος, αναγνωρίζει, στο Dance macabre, το Requiem Dies Irae, δάνειο από το Γρηγοριανό Μέλος του 13ου αιώνος. Έξοχη απόδοση, από μια έξοχη Ορχήστρα! 

Σάββατο 5 Αυγούστου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΗΣ ΕΔΕΜ, ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ

(Μικρὸ κι ἄτεχνο σχόλιο στὴν ἔκθεση ζωγραφικῆς τῆς Ξένης Εὐ. Μαρλίτση)
«Ἐκάθισεν Ἀδὰμ τότε, καὶ ἔκλαυσεν ἀπέναντι τῆς τρυφῆς τοῦ Παραδείσου, χερσὶ τύπτων τὰς ὄψεις, καὶ ἔλεγεν· Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με τὸν παραπεσόντα. Ἰδὼν Ἀδὰμ τὸν Ἄγγελον, ὠθήσαντα, καὶ κλείσαντα τὴν τοῦ θείου κήπου θύραν, ἀνεστέναξε μέγα, καὶ ἔλεγεν· Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με τὸν παραπεσόντα. Συνάλγησον Παράδεισε, τῷ κτήτορι πτωχεύσαντι, καὶ τῷ ἤχῳ σου τῶν φύλλων, ἱκέτευσον τὸν Πλάστην, μὴ κλείσῃ σε. Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με τὸν παραπεσόντα. Παράδεισε πανάρετε, πανάγιε, πανόλβιε, ὁ δι' Ἀδὰμ πεφυτευμένος, καὶ διὰ τὴν Εὔαν κεκλεισμένος, ἱκέτευσον Θεὸν διὰ τὸν παραπεσόντα. Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με τὸν παραπεσόντα»
(Τριώδιον, Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς. Οἶκος)

Ἡ νέα ἔκθεση, ποὺ μὲ πολὺ κόπο καὶ μεράκι, ἀλλὰ καὶ ἐμφανῆ αἰσιοδοξία παρουσιαζει στὸν χῶρο τοῦ Σινε-Ὀρφεύς, τῆς Χώρας τῆς Σκοπέλου, τῆς πατρίδας της δηλ. ἡ νέα καλλιτέχνις καὶ ταλαντοῦχος ζωγράφος, ἡ Ξένια Εὐ. Μαρλίτση, ἔρχεται μὲν νὰ συμπληρώσει κάποιες προηγούμενες ἐκθέσεις της, ἀλλὰ καὶ ν᾿ ἀποδείξει μετ’ ἐμφάσεως κανῆς τὴν ριμότητα τῆς Σκοπελίτισσας εἰκαστικοῦ. Μιὰν ὠριμότητα ποὺ φαίνεται πιὰ μέσα στὰ νέα της ἔργα, ἀλλὰ καὶ στὸν τίτλο ποὺ τοὺς ἔδωσε : «Ἐδὲμ τοῦ βαθους».
Στ' ἀλήθεια, τί εἶναι αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμεῖ ν᾿ ἀποκαλύψει ἡ ζωγράφος; Ποιό, δηλαδή, μήνυμα ἀκτινοβολοῦν τὰ ἔργα της καὶ ποιὰ ἡ σχέση τους μὲ τὴν βιβλικὴ Ἐδέμ.
Ἀρχικὰ πρέπει νὰ ξέρουμε ὅτι ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν Κόσμο «καλὰ λίαν» ( Γεν. 1, 31) κι ἐκεῖ ἔθεσε τὸν ἄνθρωπο νὰ ζε. Μόνο ποὺ αὐτὴ τὴν εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος τὴ λησμόνησε γρήγορα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ χάσει τὸν Παράδεισο. Τὸν Παράδεισο ποὺ ἀπὸ τότε ἀναζητεῖ, γιατὶ ὅταν ἔφυγε ἀπὸ μέσα καταλαβε τί ἔχασε. Ἄλλωστε καὶ τὸ παραπάνω ἐκκλησιαστικὸ κείμενο ποὺ παρατίθεται φανερώνει αὐτὴ καθαυτὴ τὴ θλίψη καὶ τὴν ὀδύνη τοῦ Ἀδὰμ.
Προσέχοντας τώρα τὰ πρόσωπα τὰ ποῖα μᾶς παρουσιαζει ἡ ζωγράφος θὰ παρατηρήσουμε πὼς εἶναι ἀπόλυτα συντονισμένα μὲ αὐτὴ τὴ θλίψη, τὴ σιωπή, τὸν προβληματισμό, ἀλλὰ καὶ τὴν ὀδύνη τοῦ Ἀδάμ. Ὅ, τι δηλ. περιγραφεται στὸν Οἶκο1 τῆς Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς, τῆς Κυριακῆς δηλ. ποὺ θυμόμαστε τὸν Παράδεισο ποὺ ἔχασε ὁ προπάτοράς μας, ὁ Ἀδάμ.
Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἔκθεση αὐτὴ ἔχει τὶς μεταφυσικές της προεκτάσεις, ἀφοῦ ἐμφανῶς μαρτυρεῖ, μέσω τῶν ἔργων τῆς ζωγράφου, τὸ μεγαλο ζητούμενο τοῦ κάθε ἀνθρώπου: Τὴν ἐπιστροφή του στὸν Κῆπο τῆς Ἐδὲμ, στὸν Παράδεισο δηλ., ὅπου τὸ φυτικὸ καὶ ζωϊκὸ βασίλειο θὰ τὸν συντροφεύει καὶ θὰ τοῦ χαρίζει εἰρήνη καὶ φῶς. Ἕνα φῶς ποὺ θὰ καταγαύσει τὰ σκοταδια τοῦ ψυχισμοῦ του. Φῶς, ὅπως αὐτὸ ποὺ ἐκπέμπουν τὰ χρώματα μὲ τὰ ποῖα ἡ ζωγράφος προσπαθεῖ νὰ τονίσει τὶς ἀντιθέσεις: Τῆς θλίψης καὶ τῆς μελαγχολίας τῶν προσώπων μὲ τὰ φωτεινὰ χρώματα ποὺ εἶναι ντυμένα ὅλα τὰ ἄλλα. Γιατὶ ὅλη αὐτὴ ἡ πολυχρωμία, ἡ προσπάθεια δηλ.τῆς Ξένης νὰ ἀποκωδικοποιήσει τὸ Κάλλος, τὸ Ὡραῖο, τὸ Ὑπέροχο καὶ ἀπερίγραπτο τοῦ Κόσμου, τοῦ Κόσμου Δημιουργία τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ ἀπάντησή της στοὺς καιρούς μας, ὅπου ἡ Ἐδὲμ, δυστυχῶς, ἐσκεμμένα μεταποιεῖται σὲ ἄλλους «παραδείσους». Παραδείσους ἐφήμερους καὶ εἰκονικούς, ποὺ στὸ βαθος τους κρύβεται ἡ ἀπόγνωση καὶ ὁ θάνατος κι ὄχι ὁ Θεὸς τῶν οίκτιρμῶν καὶ τῆς φιλανθρωπίας.
Εἶναι, λοιπόν, κι αὐτὴ ἡ δουλειά τῆς Ξένιας τόσο ὑπέροχη, ὅπως καὶ οἱ προηγούμενες, γι’ αὐτὸ μὲ συγκίνση, ἀλλὰ καὶ μὲ ὅλη μας τὴν καρδιὰ τῆς ἀναφέρουμε πὼς τῆς ἀξίζει κάθε ἔπαινος, ὄχι μονάχα γιατὶ τιμᾶ τὴν Τέχνη, ἀλλὰ πρωτίστως ἐπειδὴ τιμᾶ τὴν πατρίδα της, τὴ Σκόπελο, ἡ ὁποία ἔχει ἀναγκη τέτοιων ἀνθρώπων. Ἀνθρώπων που θὰ ὑψώσουν τὸ πνεῦμα πάνω ἀπὸ μικρότητες, ἀπάνθρωπους ἀνταγωνισμοὺς καὶ διακονία τῆς ὕλη μονάχα.
Εὐχὴ ὅλων μας δὲ ἡ καλὴ κι εὐλογημένα θεοφώτιστη συνέχεια.
π. κ.ν.κ


1 Οἶκος= τμήμα τοῦ Κοντακίου, τὸ ὁποῖο εἶναι ὑμογραφικὴ συνθεση, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ Προοίμιο ( εἰσαγωγή) καὶ τὸ σύστημα στροφῶν, οὺ λέγονται οἶκοι.
 

Παρασκευή 4 Αυγούστου 2017

Πέμπτη 3 Αυγούστου 2017

Τετάρτη 2 Αυγούστου 2017

Γιώργου Λέκκα: ΥΣΤΕΡΑ ΠΑΛΙ ΤΟ ΦΩΣ (νέο ποίημα)


Και μες στον Παράδεισο πονώ.
Φλούδα τη φλούδα
ζεφλουδίζω και πονώ
ολόκληρος μία πληγή
ολόκληρος μία κραυγή
ώσπου να ξαναγίνει φως
ειρηνικό και ενοποιητικό
αν κι όλα ευδιάκριτα μέσα σ’ αυτό·
τα βουνά μοιάζουν και πάλι βουνά
ο ουρανός ουρανός
και η θάλασσα θάλασσα.
[1.8.17]

Ο Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Α. Λέκκας ζει, εργάζεται και διακονεί στις Βρυξέλλες.
[Εικαστικό σχόλιο: Όπυ Ζούνη]

Τρίτη 1 Αυγούστου 2017

Ο Ερασίμολπος* προτείνει: «Ποίει και Σίγα»

Μια έννοια που στην Ελλάδα σήμερα έχει χάσει την αξία της

Και λέω σήμερα, γιατί στην αρχαία Ελλάδα υπήρχε βαθύς σεβασμός στα λεγόμενα (στο Λόγο) και κάθε λέξη είχε το βάρος της σημασίας της. Όταν σέβεσαι – και εννοείς – αυτό που λες, τότε αισθάνεσαι απόλυτα την υποχρέωση να πράξεις ανάλογα.

Σήμερα, λοιπόν, ζούμε σε μια κοινωνία, στην οποία λίγο-πολύ ο καθένας είναι Ό,τι δηλώσει, Ό,τι νομίζει, μιλώντας ή πράττοντας χωρίς ουσιαστικά να σέβεται τον εαυτό του και τους άλλους και δίχως να ενεργεί με αυστηρή συνέπεια λόγων και πράξεων, χωρίς να διδάσκεται από τη σοφία και το παράδειγμα των αρχαίων Ελλήνων, με το βαθύ και διαχρονικό νόημα και τη λακωνικότητα του Λόγου τους (Μέτρον Άριστον, Μηδέν άγαν, Φείδου χρόνου, Μάθε βιώσας κτλ).

Ο Νεοέλληνας όχι μόνο, συνήθως, δεν πράττει ορθά, αλλά ενεργεί κυρίως για προσωπικό και όχι κοινωνικό όφελος, για ιδιοτέλεια και αυτοπροβολή (δες π.χ τις ταμπελίτσες με το όνομα του δωρητή), αποφεύγοντας τη σεμνότητα, την απαραίτητη σιωπή, την αξιοπρεπή στάση και την ποιότητα. Αντίθετα, δίνει προτεραιότητα, στην εμφάνιση, στην επιφάνεια, την εγωπάθεια, τη μεγαλοστομία, την κενολογία και σε άλλα «σημάδια έλλειψης παιδείας, ανωριμότητας, επιδειξιομανίας, ναρκισσισμού κτλ»

Το περίφημο «ελληνικό φιλότιμο» χαρακτηρίζει ανέκαθεν τον άνθρωπο της κοινωνίας μας, αναπτυγμένο σε μεγάλο βαθμό, το οποίο σήμερα θεωρείται χαμένο, με ό,τι σημαίνει αυτό σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο.

Δείγμα, επίσης, της γενικότερης κρίσης που ταλανίζει τον Έλληνα της εποχής μας είναι η θλιβερή εικόνα της δημόσιας ή ιδιωτικής τηλεόρασης και ο τρόπος που διεξάγονται σ’ αυτήν οι συζητήσεις μεταξύ διαφόρων προσκεκλημένων, χωρίς σοβαρότητα, χωρίς αλληλοσεβασμό, χωρίς Λόγο ουσίας και με έλλειψη πολιτισμού.

Δυστυχώς, στην εποχή μας κυριαρχεί ο άκρατος και βλαπτικός λαϊκισμός, που γοητεύει ευρείες κοινωνικές ομάδες, με αποκορύφωμα αυτού στον χώρο της εξουσίας. Επικρατούν η φλυαρία, οι υποσχέσεις, το ψέμα, ο πολιτικαντισμός, η πλάνη, η υποτίμησης της νοημοσύνης μας, η σκοπιμότητα και άλλα νοσηρά και απογοητευτικά συμπτώματα.
Στοιχεία, αυτά και πολλά παρόμοια, που διαφοροποιούν τον σύγχρονο από τον αρχαίο Έλληνα, με τη συμπεριφορά του πρώτου να κρίνεται αρνητική και προσβλητική για το πνέυμα και τον Λόγο που μας κληροδότησε η αρχαιοελληνική Σκέψη και Γραφή.

Η διαφοροποίηση αυτή, χρήζει ιδιαίτερης έρευνας, μελέτης και ερμηνείας υπεύθυνης με πολλούς παράγοντες να είναι η αιτία για αυτήν (ιστορικές περιπέτειες, Τουρκοκρατία, Έλλειψη Παιδείας, πολιτικές κ.ά κρίσεις, Τουρισμός κτλ).

Όλα αυτά οδηγούν στην διαπίστωση ότι η ελληνική κοινωνία διανύει ακόμα, από την εποχή του δολοφονημένου Ιωάννη Καποδίστρια, περίοδο ανωριμότητας και υπανάπτυξης (παρά τις όποιες εξαιρέσεις, που επιβεβαιώνουν τον κανόνα), χωρίς τις προσπάθειες που απαιτούνται, χωρίς ανάληψη των όποιων ευθυνών, χωρίς διόρθωση των λαθών, χωρίς ωριμότητα σε όλους τους τομείς, με υπέρβαση του ατομικού ωφελιμισμού και με στόχευση μόνο στο γενικό ή στο κοινό συμφέρον.

Χρήσιμο, λοιπόν, κρίνεται να δοθεί βαρύτητα στο ουσιώδες και στο ποιοτικό, με τον Νεοέλληνα να αφουγκράζεται και να βιώνει την αξία της απλής μα και αξιοπρόσεκτης ρήσης «Ποίει και Σίγα», που μας φέρνει επιγραμματικά κοντά στις ανάλογες σοφές ρήσεις των αρχαίων Ελλήνων. Μια ρήση ή μια προτροπή, που κατευθύνει τον καθένα μας προς τον χώρο της δημιουργίας και της αθόρυβης προσφοράς, της συνέπειας λόγων και έργων, χωρίς φανφάρες και εντυπωσιασμούς. Κι αυτό, όπως και άλλα, είναι κάτι που οφείλεται στη σημασία και στην συμβολή του ελληνικού πολιτισμού για την ιστορία του κόσμου ή σε επίπεδο οικουμενικό, διαχρονικής διάρκειας και αξίας...

Σε κάθε δυσοίωνη εποχή – όπως και η σημερινή – υπάρχουν εστίες αντίστασης και ακμής όπως αυτές που παραμένουν άσβηστες στις σελίδες π.χ του Πλάτωνα και δίνουν «όπλα» πνευματικά για τον αγώνα που οδηγεί στην Ιδέα του Καλού, μ’ όλες τις έννοιες και τις αξίες που αυτό περιέχει (του Ορθού, του Δίκαιου, του Ωραίου, του Ηθικού)...

Σ’ αυτό το πλαίσιο, η φράση «Ποίει και Σίγα» έχει τη δική της θέση, σαν στοιχείο θετικό και παρήγορο, στην πορεία της με πολλές δοκιμασίες Ρωμιοσύνης, αυτής που δεν πρέπει να «την κλαις, εκεί που πάει να σκύψει»...
-----------------------
*Ερασίμολπος, καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του γιατρού Διονύση Αρβανιτάκη

Δευτέρα 31 Ιουλίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Η ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΟΥ ΘΕΡΙΝΟΥ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗ


Ὅταν ζεῖς καὶ διακονεῖς ἐνορίες μὲ πληθωρικὴ τὴν παρουσία θερινῶν ἐπισκεπτῶν (τουριστῶν), εἶναι βέβαιο πὼς οἱ ποιμαντικὲς ἐμπειρίες αὐξάνονται, ὅπως ἐπίσης καὶ οἱ ἀπρόσμενες ἐνοχλήσεις-γιατί, κακὰ τὰ ψέματα, κι αὐτὲς ὐπάρχουν. Κι εἶναι ὀχλήσεις κάθε εἴδους, ὅπως συμπεριφορᾶς, ὑπερβολῆς, ἀδιακρισίας καὶ ἀδιαφορίας προκλητικῆς. Ὡστόσο στὸ περιθώριο τῶν παραπάνω περιστατικῶν, ποὺ σὲ περιπτώσεις ἀπορρυθμίζουν καὶ τὸ πρόγραμμα τοῦ ἴδιου τοῦ ποιμένα, ὑπάρχει μιὰ ἄλλη ὄψη, ἀδιόρατη γιὰ πολλούς, ἄφαντη, ἀλλὰ καὶ πολὺ εύεργετικὴ ἀπὸ ἀπόψεως ποιμαντικοῦ ἔργου ἐνισχύσεως καὶ καταρτίσεως ψυχῶν. Γιατὶ ὅλοι αὐτοὶ ποὺ ἔρχονται στὸ τόπο μας καὶ διαθερίζουν, ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ εἶναι, ὅποιας ἐθνικότητας ἤ καὶ κοινωνικῆς τάξεως εἶναι μέτοχοι. Ἑπομένως αὐτὸ ποὺ πρωτίστως ἔχει σημασία νὰ φανεῖ εἶναι ἕνα: Ποιᾶς ποιμαντικῆς μέριμνας χρήζουν;
Εἶναι γνωστό, πὼς ὁ κάθε θερινὸς ταξιδιώτης, ὁ δυνάμενος νὰ ϋπερβεῖ τὰ ὅρια τῆς στυγνῆς καθημερινότητας ποὺ ζεῖ καὶ ἀντέχει ὁλάκερο τὸν ὑπόλοιπο χρόνο, ὅταν φανοῦν οἱ μέρες τῆς ἄδειάς του (τί λέξη στ’ἀληθεια κι αύτή, σοβαρή, εὐεργετικὴ στὸν ψυχισμό, κυριολεκτικὴ στὴ σημασία της) «ὀνειρεύεται καὶ σχεδιάζει τὴν ἔξοδο αὐτή» (Κ. Ε. Τσιρόπουλος)1. Μιὰ ἔξοδο ἀπὸ τὴν ἀγχωτικὴ πορεία του γιὰ τὸν ἀπαράιτητο βιοπορισμό, ἡ ὁποία καὶ τὸν ἀναζωογονεῖ, θεραπεύει καὶ ἀναγεννᾶ, καθὼς ἐπιχειρεῖ νὰ ὑπερβεῖ τὸ σκάμμα τῆς ὅποιας του ὀδύνης, στε νὰ χαρεῖ αὐτὲς τὶς μέρες/δῶρο Θεοῦ, τῆς ἀναπαύσεώς του. Τῆς ἀναπαύσεως ποὺ ἀκολουθεῖ τὴν κατάπαυση (πρβλ. Γεν.1) τῶν ἔργων του. Γιατὶ εἶναι πιὰ γνωστό, πὼς οἱ διακοπές, ὅσο καὶ σύντομες κι ἄν εἶναι, δωρήθηκαν ἀπὸ τὸ Θεὸ ὡς κατάπαυση ἀπὸ τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων. Ὅπως τοῦ δωρήθηκε καὶ ἡ Κυριακή...
Ἔρχονται, λοιπόν, οἱ ἐπισκέπτες μὲ τὴν αἰσιοδοξία νὰ φωτίζει τὴν ψυχή τους, ἀλλὰ καὶ τὸ εἶναι τους ὁλάκερο. Λαχταροῦν νὰ ζήσουν κάοιοιες μέρες δίχως τὸ ἐλάχιστο ἶχνος ζάλης καὶ πνευματικῆς κόπωσης. Γι᾿ αὐτὸ καὶ σεργιανοῦν στὰ σοκάκια, περιφέρονται στὶς ἀκρογιαλιές, γευματίζουν στὰ μαγαζιά τῆς Χώρας, ἀλλὰ καὶ ἐπισκέπτονται ναοὺς καὶ μοναστήρια μὲ ἕναν τρόπο ποὺ δὲ θέλει παρεξήγηση. Ἐξήγηση θέλει καὶ πιὸ πολὺ στοργή, φιλοτιμία καὶ ποιμαντικὰ φιλαδελφο ἔλεγχο. Γιατὶ ἐκεῖ ποὺ βλέπεις νὰ ἔρχονται κάποιοι μὲ τὰ κοντὰ πανταλόνια καὶ τὸ ὅποιο ἐλαφρὸ ντύσιμο, κυρίως σὲ ὧρες ἑσπερινοῦ -τὰ πρωϊνὰ γιὰ τοὺς περισσότερους ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι δύσκολα, ἕως κι ἀκατόρθωτα- τότε τὸ μόνο ποὺ ἀπαιτεῖται ἀπὸ μέρους τοῦ ποιμένα/φύλακα εἶναι ἡ ὑπομονή, ἡ δυνατὴ ἐπικοινωνία καὶ ἡ φιλαδελφία. Γιατὶ τὸ νὰ εἰσοδεύσει κάποιος ἐπισκέπτης στὸ ναό, ἀσφαλῶς κάτι ἐπιζητεῖ. Δὲν εἶναι τυχαία, τουλάχιστον γιὰ τοὺς περισσότερους ἀπὸ αὐτοὺς, ἡ ἐπίσκεψη ποὺ πραγματοποιοῦν. Κάτι ἀσφαλῶς ἐπιζητοῦν κι ἴσως εἶναι μιὰ εὐκαιρία ἀποτοξινώσεως τους ἐτούτη ἡ παρουσία τους στὸ ναό. Γιατὶ ποιὸς γνωρίζει τὶ σταυρὸ φέρει ὁ καθένας ἀπὸ αὐτούς, πόσους κόπους κατέβαλαν ὥστε ν᾿ ἀποδράσουν ἀπὸ τὸ τσιμέντο, τὸ καυσαέριο καὶ τὸ πνιχτὸ διαμέρισμα ὅπου ζοῦν, γιὰ νὰ ζήσουν λίγες μέρες ἀνθρώπινες, ζωογόνες, θεραπευτικές, γνήσιες. Νὰ ἀνασάνουν τὸ ἄρωμα τοῦ πεύκου ἀλλὰ καὶ τοῦ νυχτολούλουδου ποὺ τὸ συνοδεύει τὸ ἑσπερινὸ θυμίαμα. Νὰ κολυμπήσουν στὰ λαμπερὰ νερὰ τῆς βαθυγάλανης θάλασσας, ἀλλὰ καὶ νὰ βρεθοῦν «ἐνώπιος ἐνωπίῳ» κάποιες στιγμὲς ποὺ τὸ νοιώθουν, ὥστε νὰ προσευχηθοῦν καὶ συνάμα νὰ ἐξομολογηθοῦν, νὰ καταθέσσουν τὸν καημό τους, τὰ προβλήματά τους, τὶς ἔγνοιες καὶ ὅ, τι βαρύνει τὴν ψυχή. Φυσικὰ ὅλοι δὲν τὸ κάνουν αὐτό, ὅμως πάντα ἀρέσκονται νὰ ποῦν δυὸ λόγια μὲ τὸν παπᾶ, ν᾿ ἀκούσουν κάτι, νὰ τὸ παρουν μαζί τους, γιατὶ ἴσως νὰ μὴ ξαναδεῖ ὁ ἔνας τὸν ἄλλο.
Εἶναι μιὰ περίεργη, στ᾿ ἀλήθεια, ποιμαντικὴ αὐτὴ ἡ τοῦ θερινοῦ ἐπισκέπτη, γιατὶ ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὴ μιὰ ἐπαγρύπνηση τοῦ ποιμένα, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη ὑπομονή. Κι αὐτὸ ἐπειδὴ γιὰ πρώτη φορὰ ἀντικρύζει τὰ πρόσωπα αὐτά. Κι ἀλήθεια, εἶναι φυσικὸ ν᾿ ἀναρωτιέται, τὸ πόσο εἰλικρινῆ εἶναι, ἄν ἔχουν ἴχνη ἐκκλησιαστικῆς παιδείας ἤ ἁπλῶς εἶναι θεατές. Γιατὶ μόνο μὲ αὐτὴ τὴ διακρίβωση θὰ ἐπιχειρηθεῖ ἡ ὅποια ποιμαντικὴ προσέγγιση, χωρὶς νὰ ὑπάρξει ἡ παραμικρὴ ἐνόχληση -κάτι τέτοιο εἶναι σίγουρο ὅτι θεωρηθεῖ ἀπὸ πολλοὺς ἀνάκριση ἤ κάτι παρόμοιο- ὁπότε καὶ θὰ ὁδηγήσει τὰ πράγματα ἀλλοῦ. Κι ἴσως οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, ο τῆς Ἐκκλησίας δηλαδή, ἤ ἐκεῖνοι ποὺ τὴν ἀναζητοῦν, ὅλοι αὐτοὶ χρειάζονται τὴ στοργή Της. Ἄλλωστε, δὲν εἰπώθηκε τυχαῖα ὁ Κυριακὸς λόγος «δεῦτε πρὸς με κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς» ( Μτθ. 11, 28). Γιατὶ ὅλοι αὐτοί, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ σωματικὴ ἀναπαυση ἐπιζητοῦν καὶ τὴν ἀναπαυση τῆς ψυχῆς, τὴν ἀποφόρτισή της ἀπὸ πολλὰ δυσάρεστα καὶ ἐπιβλαβῆ, τὴν ἀναζήτηση τῆς παραμυθίας, ἀλλὰ καὶ τῆς εἰρἠνης τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἰσορροπήσουν.
Ὁ θερινὸς ἐπισκέπτης, πρέπει νὰ ξέρουμε, δὲν εἶναι μονάχα πηγὴ ἐσόδων ποὺ θὰ αἱμοδοτήσει τὸν τόπο ὅπου διαθερίζει, ἀλλὰ πάνω ἀπ᾿ ὅλα εἶναι κι ἔνα θεῖο δημιούργημα, τὸ ὁποῖο ἔχει ἀνἀγκη νὰ λησμονήσει γιὰ λίγο τὸ στυφὸ πρόσωπο τῆς καθημερινότητας καὶ ἐλέυθερα νὰ ζήσει τὶς μέρες ποὺ εἶναι ἀδέσμευτος ἀπὸ ὑποχρεώσεις. Κι οἱ μέρες αὐτές, ποὺ εἶναι ἀναμφίβολα πολὺ σημαντικὲς γι᾿ αὐτόν, ἄν ἀξιοποιηθοῦν σωστὰ γίνονται τὸ βάλσαμο ποὺ κλείνει πολλὲς πληγές. Πληγὲς ποὺ δέχεται ὁ καθένας μέσα στὴν βιοπάλη. Πληγὲς μὲ βαθειὰ σημἀδια καὶ αἰμορραγία κάποτε ἀσταμάτητη. Κι ἐδῶ, λοιπόν, ἔχει τὴ θέση του ὁ κάθε ποιμένας, ποὺ ὡς ἄλλος καλὸς Σαμαρείτης καλεῖται νὰ ἐπιδέσει τὶς πληγές, ἀφοῦ τὶς καθαρίσει μὲ ἔλαιον καὶ οἶνον. Γιατὶ, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, μὴ ξεχνᾶμε πὼς ὁ κάθε συνειδητὸς ποιμένας εἶναι καὶ θεραπευτής.
π. κ. ν. καλλιανός
Ἰούλιος 2017

1 Τὸ γραφτὸ αὐτὸ θὰ σταθεῖ κυρίως στοὺς Νεοέλληνες ἐπισκέπτες. Μιὰ ἄλλη φορὰ θὰ γίνει λόγος γιὰ τοὺς ἀλλοδαπούς.

Τετάρτη 19 Ιουλίου 2017

π. Κων. Καλλιανός: ΘΕΡΙΝΟΣ ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ

Στὴν ἀξ. κ. Μαρία Κοτοπούλη, θερινὸς χαιρετισμός τιμῆς καὶ ἀγάπης 

Ψιχαλίζει στὴν ψυχὴ δροσιὰ κατανύξεως καὶ νοσταλγίας καὶ τοῦτο τὸ καλοκαίρι. Ὅσο κι ἄν μακραίνουν οἱ μνῆμες, τὰ χρόνια καὶ οἱ ἄνθρωποι. Ἰδίως, οἱ ἄνθρωποι, τὰ πρόσωπα δηλαδή, αὐτὰ τὰ εἰκονίσματα ποὺ ἀπόμειναν κρυσταλλωμένες Μορφές, ὅπως οἱ ἁγιογραφίες, νὰ μᾶς παρατηροῦν ἀπό τὸ βάθος τοῦ Χρόνου μὲ τὸ ἴδιο μεράκι καὶ τὴν ἀδιάπτωτη τρυφερότητα ποὺ σπανίζει στὶς μέρες μας.
Κάπου μέσα στὸ Αἰγαῖο νοσταλγικὰ ταξιδεύει, σὲ ἀπόβραδη ἤ νυχτερινὴ ὥρα, ψυχή μας, στολισμένη ἀπὸ ἕναν καθαρὰ ἔναστρο οὐρανό, ποὺ κάποτε τὸν συντρόφευε καὶ τὸ περίεργα ἔντονο, χρυσόγκριζο φῶς τοῦ φεγγαριοῦ.
Ἥσυχες ρες τότε, στὴν πεζούλα τοῦ φούρνου καὶ στὰ «Κάγκελα». Ἀγνάντεμα νυχτερινό, πρὸς τὸ πέλαγο ποὺ ἁπλώνονταν ἀπέναντι κεντημένο μὲ μικρά-μικρὰ φωτάκια, ἀπὸ κεριὰ λὲς ἀναμμένα σὲ λιτανεία μυστική, τὰ φῶτα ἀπὸ τὶς λάμπες τῶν γρὶ γρί... Κι ἀπὸ τὸ βάθος, κατὰ τὴν Εὔβοια καὶ τὴ Σκιάθο, μιὰ λάμψη ἀνέβαινε πρὸς τ᾿ ἀστέρια.
Ναί, τότε δὲν εἴχαμε στὸ χωριό μας ἠλεκτρικό κι ὅλα ἦταν γνήσια καὶ φροντισμένα ἀπὸ χέρι τοῦ Θεοῦ. Ἀνασασμοὶ εὐωδιαστοὶ κύκλωναν τὸ νυχτερινό μας ρεμβασμό, ποὺ δώριζε στὴν ψυχὴ ἐκείνη τὴ μοναδικὴ γαλήνη, τὴ ψυχοθεραπευτικὴ καὶ εὐλογημένη πλούσια. Γιατὶ μέσα στὸ μεγαλεῖο τῆς ἔναστρης θερινῆς νύχτας, μὲ τὸ λαμπυρισμένο ἀπέναντι πέλαγος νὰ στέλνει τὴν ἁπαλή του δροσιά, τὸ εἶναι ὁλάκερο ἀναβαπτιζόταν μέσα στὴν ἱερὴ Σιωπή. Σιωπὴ θεραπευτική, σιωπὴ κοσμημένη μὲ πλῆθος στολιδιῶν, δώρων τοῦ Θεοῦ, ποὺ τὰ ταμίευαν οἱ ἁπλὲς ψυχές τῶν ταπεινῶν ἐκείνων ἀνθρώπων, ὡς γιατρικὰ πολύτιμα γιὰ τὶς μέρες ποὺ θύμωνε καιρός, ἀναμαλλιάζονταν τὸ πέλαγος, κλείδωναν ρμητικὰ τὰ πορτοπαράθυρα ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις τοῦ ἀνεμόβροχου.
Ἦταν τότε ποὺ οἱ χειμῶνες ἀπειλοῦσαν καὶ τυράννιζαν τοὺς ἁπλοὺς ἐκείνους χωρικούς. Ποὺ ὑπέμεναν νὰ περάσουν οἱ χιονιάδες, οἱ ἐγκλεισμοί, οἱ ζημιὲς σὲ ζωντανὰ καὶ χτήματα, γιὰ νἄρθουν τοῦτες οἱ ὧρες οἱ θερινές, οἱ παραδείσιες νύχτες, μὲ τὴ γνήσια τὴ σφραγίδα τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ πάνω του, γιὰ νὰ ζωντανέψουν οἱ ψυχές, νὰ χαροῦν νὰ βιώσουν τὰ διδάγματα τῆς αἰσιοδοξίας ποὺ χαρίζανε ἐκεῖνες οἱ βραδυές.
Κι ὅταν ἔφτανε Αὔγουστος μὲ τὶς ποικίλες εὐωδιές του, τότε στρώνονταν ἀπέναντι στὸ πέλαγο χαλὶ ἀπέραντο, μὲ γνήσια χρυσόσκονη πασπαλισμένο. Ἦταν οἱ φωτεινοὶ ο δρόμοι τοῦ αγουστιάτικου τοῦ φεγγαριοῦ, ποὺ μὲ τὴν ἴδια χρυσόσκονη πασπάλιζε τὰ σπίτια, τὰ δέντρα, τὰ πρόσωπα ἀκτινοβολώντας μιὰ γοητεία περίεργη δεμένη μὲ αἰσιοδοξία.
Τέλος δὲν εἶχαν ἐκεῖνες οἱ θερινὲς ο βραδιές, ποὺ μέχρι σήμερα συντροφεύουν τὴν ὕπαρξή μας. Γιατὶ κι ἄν ἔχουμε φῶτα πολλὰ, ποὺ μέχρι τὴν ἔσχατη τὴ λεπτομέρεια πάνω μας δείχουν, ἐν τούτοις καμιὰ σύγκριση δὲν ἔχουν μὲ κεῖνες τὶς θεοφώτιστες τὶς καλοκαιρινὲς νύχτες. Ἐπειδὴ τὰ πολλὰ καὶ ποικίλα φῶτα μᾶς παρατύφλωσαν σκορπώντας μέσα μας πολὺ σκοτάδι. Τοῦ ἀπελπισμοῦ σκοτάδι...
π. κ. ν. καλλιανός, Ἀρχὲς Ἰουλίου 2017

Related Posts with Thumbnails