© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη 5 Απριλίου 2022

"Φλόγα νεανική και ώριμη" στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 1-4-22


Ο νεανικός Ντμίτρι Σοστακόβιτς (1906-1975)

συναντιέται με τον ώριμο Γιοχάνες Μπραμς (1833-1897)

Γράφει ο ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Α. Ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς ήταν δεκαοχτώ ετών, όταν αποφοίτησε από το Ωδείο της Αγίας Πετρούπολης και άρχισε να συνθέτει τη Συμφωνία αρ. 1 σε φα ελάσσονα, έργο 10, το 1924. Την ολοκλήρωσε τον Ιούνιο της επόμενης χρονιάς. Στις 12 Μαΐου 1926 η Συμφωνία έκανε πρεμιέρα με Διευθυντή τον αρχιμουσικό Νικολάι Μάλκο, στο Λένινγκραντ. Το 1927 εκτελέστηκε στο Βερολίνο με Διευθυντή τον Μπρούνο Βάλτερ και το 1928 εκτελέστηκε στις ΗΠΑ με τον Λεοπόλντ Στοκόφσκι στο πόντιουμ και τον νεαρό συνθέτη να γίνεται γνωστός διεθνώς.

Και επειδή είναι πρώτη Συμφωνία, είναι φυσικό να μπορεί ένα έμπειρο αφτί να διακρίνει τις επιρροές από ό,τι έχει ακούσει. Τα χιουμοριστικά στοιχεία του Χίντεμιτ, τις μοντερνιστικές πινελιές του Προκόφιεφ, τις λυρικές του Τσαϊκόφσκι, την εσωστρέφεια του Μάλερ, τα «μηχανιστικά» περάσματα του Στραβίνσκι, αλλά παρά τις τόσες επιρροές εκείνο που διακρίνεται είναι η προσωπική σφραγίδα του νεαρού συνθέτη, που αφομοιώνει όλους τους προηγούμενους δημιουργούς και διαμορφώνει την μουσική του προσωπικότητα στον χώρο.

Η Συμφωνία αρ. 1 του Σοστακόβιτς αποτελείται από τέσσερα μέρη

  1. Allegretto – allegro non troppo, 2. Allegro. 3. Lento-Largo. 4. Allegro molto –Lento –Allegro molto –adagio –Presto.

Το πρώτο μέρος έχει κάτι από τους ήχους ενός εμβατηρίου, ιδέα που υποστηρίζεται από την παρουσία της τρομπέτας με το φαγκότο, αλλά και από ένα αέρινο βαλς, το οποίο υποστηρίζεται από το φλάουτο.

Ακολουθεί ένα χιουμοριστικό σκέρτσο, με το πιάνο να κυριαρχεί συχνά, μια ενασχόληση του Σοστρακόβιτς, άλλωστε, που έπαιζε σε ταινίες βωβού κινηματογράφου. Το ηχητικό τοπίο αλλάζει με το ενδιάμεσο απόκοσμο και μυστηριώδες τρίο, το οποίο ενθουσίασε τόσο το κοινό ώστε να απαιτήσει την επανάληψή του, στην πρεμιέρα.

Το μακροσκελές σόλο με το όμποε, ανοίγει το αργό τρίτο μέρος και πυρήνα του έργου, με ώριμη στοχαστικότητα, καθηλωτική μελωδικότητα, δραματική εσωστρέφεια που τελικά θα οδηγήσει σε ειρηνική κατάληξη, αλλά ένα ταμπούρο θα διακόψει την ηρεμία, όπως παρατηρεί ο Τίτος Γουβέλης. Και μπαίνουμε στο φινάλε του έργου που είναι και το πιο περίπλοκο, αφενός επειδή συνδυάζει ιδέες από όλα τα προηγούμενα μέρη με νέες και αφετέρου λόγω των συχνών αλλαγών σε διάθεση και ταχύτητες. Λίγο πριν από το τέλος, κι ενώ όλα δείχνουν την κορυφή, ένα σφοδρό σόλο τύμπανου διακόπτεται από ένα σόλο βιολοντσέλου, ενώ ακολουθούν φανφάρες με χάλκινα πνευστά που θα σημάνουν το τέλος.

Η συναυλία της 1ης 4- 22 ήταν μια πραγματικά απολαυστική εκτέλεση με θυελλώδη χειροκροτήματα.

Β. Το Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ.2 σε σι ύφεση μείζονα, έργο 83 του Μπραμς είναι

«ένα μικρό, μικρό κοντσέρτο με μία υπόνοια σκέρτσου»

Και αυτά είναι τα λόγια του ίδιου του Μπραμς, με τα οποία περιγράφει ο έργο του, σε μια επιστολή του προς την φίλη του Ελίζαμπετ φον Χερτσόγκενμπεργκ, στις 7 Ιουλίου 1881, την ημέρα που το τελείωσε, αλλά και αυτοειρωνευόταν, επειδή το έργο ήταν πρωτόγνωρα μεγάλο σε βάθος και διάρκεια. Είχαν περάσει 22 χρόνια από την αποτυχημένη του πρεμιέρα του Πρώτου Κοντσέρτου στη Λειψία και είχαν γεννηθεί πολλά άλλα έργα έκτοτε, όπως το Γερμανικό Ρέκβιεμ, το Κοντσέρτο για βιολί, οι Παραλλαγές πάνω σε θέματα των Χάιντν και Χέντελ, τρία Κουαρτέτα εγχόρδων και τρία Κουαρτέτα με πιάνο, το Κουιντέτο με πιάνο, πλήθος τραγουδιών και οι δύο πρώτες Συμφωνίες.

Για τις δύο Συμφωνίες είχε προσπαθήσει να αποδεσμευτεί από τον Μπετόβεν, τον οποίο θαύμαζε, και πράγματι κατάφερε να αποδείξει την ωριμότητα και το μεγαλείο του. Να αναγνωριστεί σε όλη την Ευρώπη και να γίνει το αντίπαλο δέος του Βάγκνερ.

Το νέο Κοντσέρτο για πιάνο, ήταν ένα έργο για το οποίο έκανε εννέα ταξίδια στην Ιταλία. Στο Κοντσέρτο σχεδίαζε να συμπεριλάβει και ένα σκέρτσο, πέρα από τα συνηθισμένα τρία μέρη. Χρειάστηκε τρία χρόνια για να το ολοκληρώσει, λόγω των πολλών άλλων απασχολήσεών του.

Η πρεμιέρα δόθηκε στις 9 Νοεμβρίου του 1881 στη Βουδαπέστη, με τον ίδιο τον Μπράμς στο πιάνο και Διευθυντή τον Αλεξάντερ Έρκελ. Μετά την πρεμιέρα ακολούθησε περιοδεία στη Γερμανία με μαέστρο τον Χανς φον Μπύλοβ και υποδοχή ενθουσιαστική. Αν το Πρώτο Κοντσέρτο για βιολί ήταν θυελλώδες, το Δεύτερο για πιάνο ήταν έργο ώριμου και κατασταλαγμένου δημιουργού, με έντονο συμφωνικό χαρακτήρα όπως και το πρώτο.

Το κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ.2 σ ε σι ύφεση μείζονα, έργο 83 του Μπραμς αποτελείται από τέσσερα μέρη

  1. Allegro non troppo. 2. Allegro appassionato. 3. Andante. 4. Allegretto grazioso.

Το σολιστικό μέρος, παρά την ιδιαιτερότητά του, συνεργάζεται σαν primus inter pares και με την ορχήστρα συνδιαμορφώνει το μουσικό τοπίο. Και επειδή ο Μπραμς αγαπά το κόρνο, αυτό βγαίνει από την αρχή στο έργο με τη συνοδεία του πιάνου και μετά τα ξύλινα πνευστά και τα έγχορδα.

Το δεύτερο μέρος που, από άποψη δομής αποτελεί το σκέρτσο, είναι γραμμένο σε ρε ελάσσονα, το θέμα εισάγεται με το πιάνο. Στην πορεία, ορχήστρα και πιάνο ακολουθούν αντιθετικούς ρόλους, ένα πολύ δύσκολο πιανιστικό πέρασμα και δοκιμασία για κάθε πιανίστα. Το σκέρτσο επανέρχεται, η εσωτερική ένταση αυξάνει, οδεύοντας προς δραματική κορύφωση. Ένα διάσημο σόλο βιολοντσέλο θα παραχωρήσει τη θέση του στο πιάνο, που με αιθέριο στοχασμό θα σχολιάσει τις κινήσεις της ορχήστρας. Θα ακολουθήσει ένα εκφραστικό ντουέτο κλαρινέτων, θα επανέλθει το σόλο βιολοντσέλο, συνοδευόμενο από το πιάνο.

Το φινάλε είναι ανάλαφρο, έχει χάρη, ομορφιά, χορευτική διάθεση και ευαισθησία, και θυμίζει τα κοντσέρτα του Μότσαρτ. Και πάλι το πιάνο εκθέτει το θέμα, το θέμα που θα επεξεργαστεί η ορχήστρα. Συχνά ο Μπραμς θα παίξει με μια ρυθμική αμφισημία, ενώ μια εκτενής coda, πιο γρήγορη σε ρυθμό, θα φέρει λάμψη και αισιοδοξία στο τέλος.

Στο πιάνο ήταν η σπουδαία πιανίστα, μαθήτρια και συνεργάτις του Σβιατοσλάβ Ρίχτερ, Ελίζαμπετ Λεόνσκαγια, η οποία ως παιδί θαύμα έδωσε την πρώτη συναυλία της στα έντεκα χρόνια της. Η Λεόνσκαγια σπούδασε στη Μόσχα πήρε πολλά βραβεία σε διεθνείς διαγωνισμούς, έχει συνεργαστεί με διάσημες ορχήστρες και έχει απαθανατιστεί σε πολλές ηχογραφήσεις.

Στο πόντιουμ ήταν ο αγαπημένος στο ελληνικό κοινό Λουκάς Καρυτινός, πλούσιος σε ταλέντα και διακρίσεις, ειδικά για την ιταλική όπερα, βραβευμένος σε Ελλάδα και Ιταλία, αρχιμουσικός στην ΕΛΣ. Ανάμεσα στα πάρα πολλά, έχει διευθύνει διάσημες ορχήστρες σε μεγάλες διοργανώσεις, είναι ένας από τους καλύτερους ερμηνευτές όπερας, βραβευμένος από τον Πρόεδρο της Ιταλικής Δημοκρατίας. Το 2008 του απονεμήθηκε από την Ένωση Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών το «Μεγάλο Βραβείο Μουσικής» και το 2016 από την Ακαδημία Αθηνών το Βραβείο Σπ. Μοτσενίγου. Σήμερα είναι ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών.

Την Παρασκευή 1-4-22 με δύο έργα, ένα της νιότης του Σοστακόβιτς κι ένα της ωριμότητας του Μπραμς, με την Λεόνσκαγια στο πιάνο και τον Καρυτινό στο πόντιουμ, ονειρευτήκαμε τον παράδεισο.

Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε και το πάντα ωραίο πρόγραμμα, για το οποίο υπεύθυνη είναι η Αλίκη Φιδετζή και για τα εξαιρετικά κείμενα ο Τίτος Γουβέλης, διακεκριμένος πιανίστας της ΚΟΑ και όχι μόνο. Την ευθύνη του σχεδιασμού του έχει το attp advertising agency και την επιχορήγηση το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού.

Όλους τους ευχαριστούμε για την υπέροχη βραδιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails