© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2020

Ρουλίτα Καλούδη: ΟΙ ΚΑΝΙΒΑΛΟΙ (νέο διήγημα)


Οι οίκοι ανοχής στη Λεμονιά συνυπήρχαν με σπίτια που ανήκαν άλλα σε χωριάτες και άλλα σε χωραΐτες. Είχαν ανεβάσει τις εισπράξεις στα γειτονικά μαγέρικα και ταβερνάκια. Μικρά μοδιστράδικα είχαν αναδειχθεί σε οίκοι ραπτικής. Τα σατέν και οι δαντέλες ράβονταν από τόπια υφασμάτων που έρχονταν με τα πλοία της γραμμής από την Ιταλία. Οι κοπέλες των «σπιτιών» δημιουργούσαν αισθήματα ζηλοτυπίας στις κυρίες των κεντρικών οδών με τα ανοιχτά ντεκολτέ τους, τα φανταχτερά κραγιόν στα χείλη και τα έντονα χρώματα στις μπλούζες τους. Οι περισσότεροι τις είχαν συνηθίσει και δεν τις αποκαλούσαν «παστρικές». Κάποιοι όμως φώναζαν και ζητούσαν τακτικά από το δήμαρχο και το δεσπότη να τα κλείσει τα μπορντέλα που απείχαν τόσο λίγο από τον Άγιο Σπυρίδωνα και τη Μητρόπολη. Κάποιοι για να προστατέψουν την οικογένεια τους από τη θέα των μεθυσμένων πελατών, αυτών με τα καπέλα μέχρι τη μύτη, κάρφωσαν τα εξώφυλλα και η θέα ήταν αδύνατη. Μόνο τα γέλια τα λεγόμενα «χαρχάτουρα» έφθαναν ψηλά μέχρι τις σοφίτες.

Σε ένα τέτοιο σπίτι με καρφωμένα τα πατζούρια ζούσε η οικογένεια του Πέτρου Ασωνίτη. Μηχανικός στα καράβια ο Πέτρος όλο ταξίδευε και έλειπε. Η γυναίκα του, μιά κυρία της πόλης, μαζί με τη μονάκριβη κόρη τους την Αμαλία έμεναν στους τελευταίους ορόφους ενός σπιτιού της πλατείας «Λεμονιά». Το ισόγειο και τον πρώτο όροφο τον διαφέντευε μία οικογένεια από το χωριό του μηχανικού που η Αμαλία τους αποκαλούσε «κανίβαλους». Δεν υπήρχε μέρα που να μην την περιμένουν, πότε ο «κανίβαλος» και πότε η «κανιβαλίνα» για να διαμαρτυρηθούν και να φωνάξουν για κάτι. Πότε ήταν ο σωλήνας από την κανιζέλα, πότε μία ρωγμή στη σγόρνα, πότε νότευε το ταβάνι τους, πότε ερχότανε καπνοί και σπίθες από τη σόμπα στα παραθύρια τους. Επειδή παρακολουθούσαν όλες τις συζητήσεις της κόρης με τη μάνα της την ειρωνευόντουσαν!

«Ώστε δικηγόρος θέλεις να γίνεις, κυρά μου;  Γιατί δεν πας για μοδίστρα;»  

«Μα πού βρήκε σε σας έφερε ο πατέρας; Μάλλον πού σας παράτησε!!!»

Σε ένα τέτοιο καρτέρι η Αμαλία, μία πολύ όμορφη κοπέλα ευγενική και καλομίλητη, σήκωσε χέρι και χαστούκισε την «κανιβαλίνα». Ήρθε η αστυνομία και ηρέμησε τα πράγματα. Η κα Αρετή η μητέρα στεναχωριόταν με αυτές τις ενοχλήσεις, έκλαιγε και έπεφτε σε μελαγχολία. Δεν κατέβαινε στη πλατεία μόνη, ούτε στην αγορά, απόφευγε και τον εκκλησιασμό. Η υπηρέτρια έκανε τα ψώνια και τα θελήματα. Τα δε ρούχα τα έβαζε σε μια κόφα και τα άπλωνε στους απέναντι γιατί τα  απλωμένα σεντόνια  έπεφταν στα μούτρα των «κανιβάλων». Η κυρία Αρετή μέσα από τα καρφωμένα παραθυρόφυλλα σε μια κουνιστή πολυθρόνα έπλεκε ή διάβαζε αμίλητη.

«Μαμά μου, πάμε στην πλατεία. Πάμε να φάμε και μια πάστα!»

«Μας περιμένει αυτή από κάτω παιδί μου να μας σκοτώσει!!»

Όταν έφθανε ο Δεκέμβρης ο μηχανικός  έπαιρνε την άδειά του και με γεμάτες τις βαλίτζες ρούχα, αρώματα, κουζινικά, βάζα και πολλά  λεφτά ερχόταν να περάσει τις γιορτές με την οικογένειά του.

Η πρώτη του φροντίδα ήταν η μήνυση εναντίον των γειτόνων αλλά όταν ερχόταν η ώρα της εκδίκασης αυτός έλειπε και έπαιρνε αναβολή.

«Μπαμπά, γιατί μας κάνουν τη ζωή δύσκολη; Τι τους έχουμε κάνει; Είναι αισχροί. Ούτε οι κοπέλες από τα σπίτια δεν τα κάνουν αυτά σε κανέναν!», ρωτούσε με παράπονο η Αμαλία.

«Γιατί θέλουν να μας διώξουν, να νοικιάσουν όλο το σπίτι για μπορδέλο», απάντησε σκεφτικός ο μηχανικός. «Αλλά δεν θα τους κάνω το χατίρι. Θα το πουλήσω το σπίτι αλλού και θα πάρουμε άλλο στην πλατεία. Χρειάζομαι χρόνο, Αμαλία...»

Η Αμαλία είχε τις πιο ωραίες αναμνήσεις από τις γιορτές. Οι τρείς τους ξεκινούσαν από το χρυσικό για να τους ψωνίσει καδένες και δαχτυλίδια, στη μοδίστρα να κόψει τα πατρόν για τα καινούργια υφάσματα και από το πιλοποιείο για καπέλα δικά τους και των συγγενών. Διασκέδαζε στον τσαγκάρη. Γαργαλιόταν όταν έπαιρνε τα μέτρα του ποδιού της. Ο πατέρας ήταν γενναιόδωρος . Παράγγελνε και τα πέδιλα της δύο νούμερα μεγαλύτερα. Εάν δεν έβρεχε νοίκιαζε άμαξα για βόλτες στις εξοχές. 

«Πατέρα, σε παρακαλώ μόλις φύγεις οι κανίβαλοι θα αρχίσουν τα ίδια. Φέρε κάποιον να ξεκαρφώσει τα παράθυρα, η μαμά το έχει ανάγκη. Γιατί να χάσει τη ζωντάνια του δρόμου;  Το φρουταριόλο, τον γαλατά, το νερουλά;»  

«Ναι, παιδί μου, θα το κάνω… αύριο κιόλας», είπε και πράγματι τα παραθυρόφυλλα άνοιξαν.

Ακούστηκε σαν καμπάνα η φωνή του φρουταριόλου, το κάλεσμα του γυρολόγου, του καλαθά και άλλων.

Η μάνα πήρε λίγο να συνέρθει, σηκώθηκε κι από την κουνιστή. Μα μετά τα Φώτα που έφυγε ο άντρας της «οι κανίβαλοι» άρχισαν τα ίδια και χειρότερα. Η επιθετικότητα τους άγγιξε τη βαρβαρότητα και έδειραν την υπηρέτρια με τη δικαιολογία ότι οι πρόκες από τα παπούτσια της δεν τους άφηναν να κοιμηθούν. Τα δε απλωμένα τους σεντόνια βρίσκονταν τακτικά μέσα στα λασπόνερα. Η κα Αρετή άρχισε να μη σηκώνεται από το κρεβάτι και να παραμένει στη σοφίτα. Ούτε διάβαζε, ούτε έπλεκε, έτρωγε λίγο και σύμφωνα με το γιατρό έπεσε σε μαρασμό. Σε λίγους μήνες έφυγε για το ησυχαστήριο της Γαρίτζας χωρίς τον τελευταίο ασπασμό του άνδρα της. Όταν επέστρεψε ο μηχανικός αμέσως αγόρασε άλλο σπίτι στην κόρη του κι έκλεισε το σπίτι στη Λεμονιά. Πολλοί προσπάθησαν να αγοράσουν ή να νοικιάσουν τους δύο ορόφους αλλά αρνιόταν.

«Ίσως να είναι οι κανίβαλοι», έλεγε στην κόρη του.

«Ίσως, πατέρα! Τη μαμά μου τη φάγανε… Τι σημασία έχει πια…», αναστέναζε η Αμαλία.

Τον επόμενο χρόνο και για μερικά χρόνια βρέθηκε να σπουδάζει στη Νομική Αθηνών. Τα Χριστούγεννα μόνο ερχόταν στο νησί με τον πατέρα της. Ζούσε αυτές τις ονειρικές επισκέψεις στο τσαγκάρη, στο χρυσικό, στη μοδίστρα, βόλτες με την άμαξα. Ήταν σαν να υπήρχε η μάνα μαζί τους. Τα νέα της Λεμονιάς τα μάθαινε από τις φίλες της. Τα σπίτια ένα- ένα έκλειναν, τα κορίτσια χάνονταν σε κάποια ημιυπόγεια με μουσική και ποτό που τα έλεγαν «κλάμπ». Μια μέρα έμαθαν ότι οι «κανίβαλοι» πουλάνε το σπίτι τους.              

«Θα το ήθελες;», ρώτησε ο μηχανικός. 

«Βεβαίως», απάντησε η Αμαλία.

«Μόνο που πρέπει να βάλουμε ένα άλλο πρόσωπο να το αγοράσει γιατί αν υποψιαστούν ότι είμαστε εμείς θα διπλασιάσουν τη τιμή». 

Έτσι ήρθε στην κατοχή τους όλο το ψηλό σπίτι με τη σοφίτα που έβλεπε το λιμάνι, τον Άγιο και την πλατεία. Παντρεύτηκε έναν επιχειρηματία η Αμαλία κι απόκτησαν τρία παιδιά. Παρατηρούσε τα παιδιά της που μεγάλωναν και συνωμοτικά εμπιστευόταν στον πατέρα της.

«Τα κορίτσια μοιάζουν σε μας και στο πατέρα τους, ευτυχώς δεν πήραν από τη μανούλα μου που ήταν πολύ ευαίσθητη και μου τη βράσανε και τη φάγανε «οι κανίβαλοι». 

«Ο Πετράκης μας δε πρωταθλητής είναι στα γήπεδα και στις φασαρίες», χαμογέλασε ο μηχανικός.

«Δεν με νοιάζει μπαμπά μου για τις φασαρίες. Να γίνουν ανθεκτικά όλα».

«Όσο μπορεί, κόρη μου, ο καθένας σηκώνει τα φορτία του. Κάποιοι, σαν τα πλοία στη φουρτούνα, πετάνε τα υπέρβαρα, κάποιοι που τα κρατάνε σαν τη γυναίκα μου μπατάρουν», απάντησε συγκινημένος ο μηχανικός.

Μέσα  στα ρεύματα του χρόνου, χάθηκε το πιλοποιείο, ο χρυσικός έφερνε έτοιμα κοσμήματα, μαγαζιά με παπούτσια άνοιγαν, μεγάλα εμπορικά με έτοιμα ρούχα και βιτρίνες άνοιξαν κι η συνήθεια να πηγαίνει η οικογένεια να παραγγέλνει τα γιορτινά της έσβησε. Αυτό που κράτησαν ήταν οι βόλτες με την άμαξα παρ’ όλο που απέκτησαν ένα μεγάλο αυτοκίνητο. Πρώτη στάση με λουλούδια στο σπιτάκι της γιαγιάς έτσι το αποκαλούσε ο Πέτρος που δεν σταμάταγε να πειράζει τις αδελφές του. Καθόταν στον αμαξά δίπλα κι έλεγε αστεία και ανέκδοτα και κάποιες φορές τους παράσερνε όλους σε χαρούμενα τραγούδια και χειροκροτήματα. Όταν τέλειωνε η βόλτα ο παππούς πλήρωνε τον αμαξά αλλά έδινε και στο παλληκαράκι φιλοδώρημα. Ο μικρός διαμαρτυρόταν. 

«Έλα, παππού, τι είναι αυτά; Δε φτάνουν ούτε για πάστα».

«Καλά είναι. Πού θέλεις να πας παιδί μου;»

 Ακουγόταν τότε οι λέξεις «Λμονιά, μπντέλο» μασημένες. 

Τότε ο μηχανικός μειδιώντας του έδινε δυο κατοστάρικα κολλαριστά κρυφά από τους άλλους.  

[Εικαστικό σχόλιο: Έρη Φραγιαδάκη]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails