© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 3 Ιανουαρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ

Ξαναγυρίζοντας στὸν παλιό μας τὸ φοῦρνο τέτοιες χρονιάρες μέρες...

Δὲν εἶναι στ᾿ ἀλήθεια καὶ λίγη ἡ συγκίνηση κάποιου ποὺ πέρασε ἕνα μεγάλο χρονικὸ διαστημα τῆς ζωῆς του στὸ ἀνώι ἑνὸς μικροῦ φούρνου. Χωριάτικου, ταπεινοῦ φούρνου, ποὺ εἶχε στηθεῖ στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰ ἀπὸ πειρῶτες μαστόρους, στὸ ἰσόγειο ἑνὸς μικροῦ διώροφου σπιτιοῦ, χτισμένου περίπου τὴν ἴδια ἐποχή, ἀπὸ τὸν μαστρο-Γιώργη Τσουκαλᾶ σὲ δικό του, μάλιστα, οἰκόπεδο
Ὁ φοῦρνος αὐτὸς γνώρισε πολλὲς καὶ ποικίλες στιγμὲς χαρμολύπης καὶ προσφορᾶς στὴ μικρὴ κοινωνία τοῦ χωριοῦ, τὸ ὁποῖο ἐξυπηρέτησε σὲ ὅλες του τὶς ἀναγκες. Γιατὶ πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ λησμονήσουν οἱ παλιοὶ Κληματιανοὶ τὸ τὶ ἀμυγδαλόψυχα «ρόϊδιζαν», πόσα ροῦχα στέγνωναν τὸν βαρὺ χειμώνα, πόσα κυδώνια ψήνανε καί, τέλος, πόσες Πασχαλιὲς πήγαιναν καὶ παίρνανε ζεστὸ τὸ ψητό τους μετὰ τὴν Ἀνάσταση κ. ἄ. ...
Ὅμως ὁ καιρὸς ποὺ εἶχε τὴν τιμητική του αὐτὸς ὁ φοῦρνος ἦταν οἱ παραμονὲς τοῦ Ἁγίου Βασιλείου (31 Δεκεμβρίου) καὶ τῆς Λαμπρῆς (Μ. Σάββατο). Γιατὶ τότε ψήνονταν οἱ κουλοῦρες οἱ ορταστικές, καί, μάλιστα, οἱ ἐπίσημες κουλοῦρες. Αὐτὲς ποὺ στολίζονταν μὲ προσοχή καὶ κομίζονταν τυλιγμένες μὲ προσοχὴ σὲ λευκούς, καλοσιδερωμένους μαχραμάδες, ὡς ἑόρτιο δῶρο στὴν πεθερά, τὸ ἀπόβραδο τῆς παραμονῆς.
Ἕνα πανηγύρι, λοιπόν, ἦταν οἱ μέρες αὐτὲς γιὰ τὸ φοῦρνο. Πανηγύρι ἰδιότυπο, ἀλλὰ κοπιαστικό. Ὡστόσο, ἄν τὸ πρόσεχε κάποιος πιὸ σωστά, ἄν δηλαδή, κοίταζε μές στὸν πυρήνα του ποιὸ ἦταν τὸ πραγματικό του νόημα, θὰ ἔβλεπε ὅτι σχεδὸν ὅλη ἡ Κοινότητα σύχναζε στὸ φοῦρνο. Ποὺ σημαίνει ὅτι ὁ χῶρος αὐτὸς ἦταν προτιμητέος ἀπὸ τοὺς χωρικούς, γιατὶ ἐκεῖ μποροῦσαν, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἐξυπηρετήσεις ποὺ εἶχαν, νὰ λάβουν καὶ τὶς ἀπαραίτητες ἐπικοινωνιακὲς συναντήσεις: χρήσιμες πάντα γιὰ μιὰ κλειστὴ κοινωνία, ἡ ὁποία καὶ δὲν ἦταν διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη ποὺ ἀναφέρει ὁ Παπαδιαμαντης. «Κα ες τν φορνον.... συνηθροίζοντο λαι α γυνακες τς γειτονις, νεοΰπανδροι, χραι κα γρααι, κα νεκοίνουν πρς λλήλας τ νέα τς μέρας, κα ρώτων κα μάνθανον κα διηγοντο, κα βγάτιζαν κα πόσωναν».
Παραμονὴ Πρωτοχρονις, λοιπόν, Τ’ Ἁη Βασλ΄ιοῦ», ὅπως λέγανε οἱ παλιότεροι. Κι ἀπὸ τὰ χαράματα ἄρχιζε ἡ προετοιμασία στὸ φοῦρνο μὲ τὸ ἄναμμα τῆς φωτιᾶς πρῶτα, κι ὕστερα τὸ ζύμωμα τοῦ ψωμιοῦ. Μὲ συντροφιά τὸ κατανυκτικό, ἁπαλὰ χρυσαφένιο φῶς τῆς λάμπας τοῦ πετρελαίου νὰ χαρίζει μέσα στὴ κρύα τὴ χειμωνιάτικη νύχτα μιὰ παραμυθία περίεργη. Γιατὶ ἄν ὑποθέσει κάποιος ὅτι ὅλο τὸ χωριὸ ἡσύχαζε, χωνεμένο στὸ βαθὺ δεκεμβριανὸ σκοτάδι, αὐτὸ τὸ λιτὸ τὸ φῶς ἦταν παραγματικὴ συντροφιὰ στὸν μοναχικὸ τὸ φούρναρη, ποὺ ὄντως ἀγρυπνοῦσε ἐκεῖνο τὸ βραδυ. Βράδυ ποὺ μποροῦσε νὰ εἶναι βαρυχειμωνιάτικο.
Μέχρι τὶς αὐγές, δηλαδή, μέχρι νὰ φέξει ὁ Θεὸς τὴ μέρα, ἔπρεπε νὰ ἔχει τελειώσει τὸ ζύμωμα, τὸ πλάσιμο τοῦ ζυμαριοῦ σὲ φρατζόλες ἕτοιμες γιὰ φούρνισμα, ἀλλὰ καὶ νὰ στολιστοῦν οἱ λίγες κουλοῦρες ἀπὸ ψωμί. Αὐτὲς ποὺ προορίζονταν γιὰ τὰ σπίτια καὶ τὶς προμηθεύονταν γιὰ τὸ καλό, ἀντὶ ψωμιοῦ. Οἱ κουλοῦρες αὐτές, λοιπόν, ἦταν στολισμένες μὲ λίγα ἀμύγδαλα καὶ μιὰ ψίχα καρύδι στὸ μέσον. Ἡ μαργαρίτα δὲ ποὺ σχηματίζονταν στὴν ἐπιφάνεια γίνονταν μὲ καθαρὴ χτένα. Πρέπει ἀκόμα νὰ ποῦμε, ὅτι οἱ κουλοῦρες αὐτὲς ψήνονταν σὲ μικρὰ ταψάκια, ὥστε ν᾿ ἀποκτοῦν σχῆμα στρογγυλό, ἀλλὰ καὶ νὰ εἶναι πιὸ γευστικὲς ἀφοῦ τὸ ταψὶ ἦταν ἐπαλειμμένο ἐσωτερικὰ μὲ καλό, κληματιανὸ λάδι.
Μὲ τὸ ξεφούρνισμα τώρα τοῦ ψωμιοῦ καὶ ὅλων τῶν ἄλλων, ἄρχιζαν νὰ φουρνίζονται οἱ κουλοῦρες τῶν πελατῶν. Γλυκὲς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον καὶ κάθε μεγέθους. Δηλαδὴ μιὰ μεγάλη κι οἱ ὑπόλοιπες μικρότερες. Ποὺ προορίζονταν, ἡ μεγάλη καὶ πιὸ προσεγμένη γιὰ τὴν πεθερά, κι οἱ ἄλλες, γιὰ τὰ βαφτιστήρια, τὰ παιδιά, τὸ σπίτι - ἀκόμη καὶ γιὰ τὰ ζῶα τους κάνανε μιὰ μικρούλα!
Ἕνα κόσμημα ἦταν στ᾿ ἀλήθεια ἡ κουλούρα τῆς πεθερᾶς. Καλοζυμωμένη πάντα καὶ «κεντημένη» ἡ μαργαρίτα, ποὺ ζωγραφίζονταν πάνω στὴν ἐπιφάνεια τῆς κουλούρας, μὲ σπιρτόξυλα. Δηλαδή, κάνανε πρῶτα τὸ σχέδιο τῆς μαργαρίτας μὲ τὸ πηρούνι κι ὕστερα μὲ δύο σπιρτόξυλα σηκώνανε τὸ ζυμάρι, ὥστε νὰ γίνει ἀναγλυφο. Στὴ συνέχεια τοποθετοῦσαν πέντε ἤ ἑφτὰ ψίχες καρυδιοῦ, μιὰ στὸ κέντρο καὶ τὶς ἄλλες συμμετρικά, κυκλώνοντάς τες μὲ μικρὲς ψίχες ἀμυγδάλου - ἀσπρισμένες πάντα.
Τὸ ψήσιμο τῆς γλυκειᾶς κουλούρας ἤθελε μεγάλη προσοχή, γιατὶ «ρπαχνε» εὔκολα, δηλαδή, καψαλίζονταν ἡ ἐπιφάνεια καὶ μέσα ἦταν ὠμή. Ἔτσι, προσπαθοῦσε ὁ φούρναρης νὰ τὴν ἔχει μακρυὰ «ἀπ’τοὺ τ’φέκ’», γιὰ νὰ μὴν εἶναι πολὺ ὑψηλὴ ἡ θερμοκρασία. Γιὰ καλὸ και κακό, μόλις ἄρχισε νὰ «ροϊδίζει», τὴ σκέπαζε μὲ λαδόκολλα. Παράλληλα, ἔπρεπε νὰ καίγονται καὶ τὰ κατάλληλα ξύλα, ὥστε ἡ φωτιὰ νὰ εἶναι σταθερή. Τὰ καλύτερα δὲ ξύλα ἦταν ἡ ἐλιά καὶ τὰ λεγόμενα ἄγρια (π.χ. κουμαριά, σχοῖνος). Ἐπίσης, κάθε τόσο ἔπρεπε νὰ γυρίζει τὸ ταψὶ μὲ τὴν κουλούρα, ὥστε νὰ ψήνεται συμμετρικά καὶ σταθερά. Γι᾿ αὐτὸ ὁ φούρναρης ἤθελε νὰ ξεμπερδεύει ἀπὸ τὸ ψήσιμο τοῦ ψωμιοῦ, γιατὶ ἔπρεπε νὰ ἔχει στραμμένη τὴν προσοχή του στὸ ψήσιμο αὐτῶν τῶν ἐπίσημων γλυκισμάτων.
Ἀκόμα καὶ στὸ ξεφούρνισμα ἤθελε προσοχὴ ἡ κουλούρα. Δηλαδή, ἔπρεπε μόλις βγεῖ ἀπὸ τὸ φούρνο νὰ «μπουσκιουρστεῖ» μὲ λίγο νερό, γιὰ νὰ «ἀναδώσει». Καὶ μὲ προσοχή γιὰ νὰ μὴ κοπεῖ, ἀφοῦ κρύωνε λίγο, τὴν ἔβγαζαν ἀπὸ τὸ ταψί.
Ἀλήθεια, πόση εὐωδιὰ ἀνέδιδε τὸ σιγανὸ καὶ φροντισμένο ψήσιμο! Εὐωδιὰ γλυκειά, ποὺ τόνιζε τὸ γιορταστικὸ τῶν ἡμερῶν. Ἐπειδὴ ὁλοχρονὶς ψήνονταν μόνο ψωμιά, φαγητά, ἄντε καὶ λίγα γλυκά (π.χ. τὰ περίφημα Κληματιανὰ ἀμυγδαλωτά). Ὅπως τώρα, τὴν παραμονὴ δηλαδή, τῆς πρωτοχρονιᾶς, ὁ φοῦρνος εὐωδίαζε... Ναί, εὐωδίαζε. Κι αὐτὴ ἡ εὐωδιά ἄφηνε στὸ χειμωνιάτικο τὸ ἀπομεσήμερο μιὰ χαρούμενη, γιορταστικὴ νότα, ποὺ τὴ συμπλήρωναν, καθως ἔπεφτε τὸ ἀπόβραδο, οἱ φωνὲς τῶν παιδιῶν ποὺ λέγανε τὴν «Ἀρχιμηνιά» χτυπώντας ρυθμικὰ τὸ ραβδί τους στὸ «πέτσωμα», ἀλλὰ καὶ οἱ ἑόρτιες εὐχὲς ποὺ ἀκούγονταν στὶς γειτονιές, καθὼς οἱ νύφες κόμιζαν στὰ πεθερικὰ τὴν κουλούρα -τυλιγμένη σὲ φρεσκοσιδερωμένο μαχραμᾶ, μὲ τὶς τσακισες φιγουράτε, ὥστε νὰ διακρίνονται-, ἀλλὰ καὶ τὸ καλαθάκι μὲ τὰ δῶρα.
-Χρόνια πολλά κι τ’χρόν᾿ Καλὴ χρουνιά νὰ ἔχιτι...
-Φχαριστῶ πουλύ, ἰπίσης...ἄκουγες.
Κι ἦταν ὅλ’ αὐτὰ τὰ λόγια, στολίδια στὴ χρονιάρα ἐτούτη μέρα, ποὺ ἐπιπλέον τὰ εὐπρέπιζε ἡ μεγαλη ἀρετὴ τῆς ἁπλότητας καὶ τῆς ἀρχοντιᾶς.
π. κ. ν. κ. Πρωτοχρονιά 2018

Λεξιλόγιο
1. ἀβγατίζου = Μεγαλοποιῶ αὐτὰ ποὺ ἀκούω νὰ μοῦ λένε καὶ τὰ μεταφέρω στοὺς ἄλλους διαφορετικά, δηλ. μὲ παραπανίσια σχόλια.
2. ἀπουσόνω = συνήθως λέγεται γιὰ ὅσους κακολογοῦν τοὺς ἄλλους. Ὅμως λέγεται καὶ γιὰ νὰ δείξουμε τῆν οκειότητά μας σὲ κάποιον «Ἀdι ἀρή, ἀπόσουσουσις , πλιό», δηλ. εἶπες πάρα πολλά.
3. μαχραμᾶς ( ὁ) = παραλληλόγραμμο ὕφασμα ἀπὸ μετάξι (παλιότερα, τὸ γνωστό μας «βροχό»,
4. μπουσκιουρτίζου= ραντίζω μὲ νερό.
5. Ρουϊδίζου= καψαλίζω ἐλαφρά
6. τ’φέκ’(τ[ό)= τὸ κέντρο τῆς πλακοστρωμένης ἐπιφάνειας τοῦ φούρνου ὅπου τοποθετοῦνταν τὰ ψωμιὰ γιὰ ψήσιμο. Ἐκεῖ, μάλιστα, ὑπῆρχε καὶ ἕνα μεγάλο ἄνοιγμα σὲ σχμα στρογγυλό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email