© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

Νικηφόρος Βρεττάκος, "Επιστροφή από τους Δελφούς" (Μια ποιητική μεταφυσική)

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΕΛΦΟΥΣ

Δίπλα μας πάνω στo άρμα του, ταξίδευε ο Ηνίοχος.
Ακολουθούσαν πίσω μας οι Φαιδριάδες.
Αντίλαλοι παράξενοι γύριζαν μες στη νύχτα,
μια νύχτα που δεν έμοιαζε όπως τις άλλες νύχτες
του κόσμου τόσο που, μπρος της, παραμέρισαν
ακόμα κι οι βασιλικές νύχτες των παιδικών μου χρόνων.
Ήτανε τόσο διάφεγγα όλα και ξεχωρίζαν
τα βουνά τόσο φωτεινά, πού έμοιαζε σάμπως κάποιος
συμπαντικός λαμπαδηφόρος, του Πυθίου Απόλλωνος
Αποσταλμένος, τρέχοντας στα ύψη, να μας συνόδευε
φωτίζοντας μ’ έναν πυρσό πάνω μας τον ορίζοντα.

Πάνω απ’ τα ελάτια του βουνού, ολόχρυσο, παιχνιδίζοντας,
έτρεχε ανάλαφρο μαζί μας το δρεπάνι του φεγγαριού,
σαν αλαφάκι, ώσπου έδυσε τέλος κι ο κόσμος άλλαξε
σάμπως να γύρισε ο Θεός σελίδα. Σάμπως νάγινε
πάνω μας μια παράξενη άνοιξη, ο ουρανός
έμοιαζε με κλαδί ανθισμένο. Όρθιος ο Ηνίοχος
στο πλάι μας πάντα, λάσκαρε κάθε τόσο τα γκέμια,
κοίταζε πάνω του το σύμπαν και χαμογελούσε.

Βλέπαμε ο ένας τον άλλο παραξενεμένοι.
Δεν ξέραμε αν ήτανε νύχτα στη γη ή μέρα,
κάπου, σε κάποιον κόσμον άλλο. Και δεν ξέραμε
τι είχε συμβεί πάνω στη γη. Νιώθαμε την ψυχή μας
θησαυρισμένη μουσική. Φεύγαμε κι οι καρδιές μας
χτυπούσαν όπως το πρωί οι καμπάνες. Θα τελειώσει;
Μέσα μας ζούσαμε έναν φόβο. Τούτο το ταξίδι
μπορεί σε λίγο να τελειώσει; Θεέ μου, θα τελειώσει;
Και τι θα γίνει αυτό το φως όλο που αναδιπλώνεται
και ξεχειλίζει και κυλάει παντού, σε μιαν αδιάκοπη
άμπωτη, σαν να μη χωράει; Τα πάντα έλαμπαν σάμπως
να βγήκανε όλες οι άνοιξες των αιώνων στο στερέωμα
και βάδιζαν σιγά -σιγά βαστάζοντας αστέρια
και λουλούδια στα χέρια τους.
(Και για πρώτη φορά
νιώθαμε πως υπάρχουνε στον κόσμο αυτόν
ώρες που είναι έξω από το χρόνο. Που δεν ξέρεις
πόσο διαρκούνε. Μήνες; Χρόνια; Αιώνες;
Που ισοζυγιάζουν όλη μας τη ζωή).
                                                     Ας μη τελειώσει!
Χωρίς κουβέντα, χωρίς ψίθυρο, σα ’νάχαν
οι λέξεις όλες ειπωθεί, σα να μην έκανε,
σα να μη ξέραμε καμιά γλώσσα, όπως τ’ αστέρια
και τα έλατα του Παρνασσού, σιωπούσαμε. Ένα δάκρυ
είναι μια γλώσσα που μιλεί μ’ αναρίθμητες λέξεις,
κάτω απ’ την αγιοσύνη του στερεώματος,
όταν γυρνάς απ’ τούς Δελφούς, με μόλις
συγκρατημένους τους λυγμούς. Νομίζαμε
πως κάτι ακούονταν απαλά, σάμπως πάνω απ’ τ’ αστέρι της
να ’παιζεν η Σαπφώ τη λύρα της ενώ όλα σιωπούσανε
κι εμείς, και τ’ άστρα, κι οι ποιητές των αιώνων, και τ’ αγέρι
το κοιμισμένο στις ελιές πάνω και δεν ακούγονταν
παρά μόνο οι αντίλαλοι των Φαιδριάδων,
που βούιζαν κι αντιβούιζαν μέσα σε όλη τη νύχτα,
τη νύχτα αυτή την πιο όμορφη της ζωής μας που ποτέ
δεν θα ξανάρθει, αντίλαλοι που έμοιαζαν σάμπως κάποιος
πρωτάγγελος μες στη σιωπή, όρθιος, να επαναλάβαινε:

«Ω, μα τον Δία! Τι χρειάζονται οι λέξεις στην αγάπη;»

Πέφτουν σαν κρίνα οι διάττοντες, οι αντίλαλοι σαλεύουν
τις γιασεμιές των ουρανών. Δεν είχε μείνει πόρτα
κλειστή. Λουλούδι ολάνθιστο. Άστρο σβηστό. Χαμήλωνε
ντυμένη όλες τις χάρες της ἡ παντοδυναμία!
Και καθώς ταξιδεύαμε, νιώθαμε ως να μην ήταν
δρόμος κάτω απ’ τα πόδια μας και γης. Σαν να μάς πήγαινε
λικνίζοντάς μας πάνω του ένα τρελλό ποτάμι!

Ξέχειλη θάλασσα, καρδιά, όπου θέλεις πήγαινέ μας!


Το ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου «Επιστροφή από τους Δελφούς», ανήκει στην συλλογή Ο χρόνος και το ποτάμι που περιλαμβάνει ποιήματα των ετών 1952-1956. Αυτό σημαίνει πως ο ποιητής έχει επισκεφθεί τους Δελφούς όταν είναι μεταξύ 40 με 44 ετών, άρα στην κορυφή της ακμής της νιότης του και mutatis mutandis, στη μέση της ζωής του – γεννήθηκε το 1912- άρα στην καλύτερη ώρα για το γνώθι σ’ αυτόν· στο μεσοστράτι της ζωής του, όπως ο Δάντης στο μεσοστράτι της δικής του ζωής, στα τριάντα πέντε του, πέρασε τις πύλες τις α-πέραντες. Όλο το πριν διάστημα ήταν ο χρόνος προετοιμασίας, νηστείας και προσευχής, όπως φαίνεται από πολλά ποιήματά του. … και «Αν δε μου ’δινες την ποίηση Κύριε,/ δε θα ’χα τίποτα για να ζήσω».
Το ποίημα γεννά τέσσερα βασικά ερωτήματα:
  1. Γιατί ο ποιητής επέλεξε να πάει τους Δελφούς;
  2. Γιατί περιγράφει την επιστροφή και όχι την έλευση;
  3. Γιατί ταξιδεύει νύχτα και όχι μέρα;
  4. Γιατί δεν μας λέει ποιοι είναι μαζί του στο ταξίδι;
Ελπίζω ότι η μελέτη θα ρίξει φως.
Το ποίημα είναι ένα οδοιπορικό ψυχής και αιτία του οδοιπορικού δεν είναι η επίσκεψη ενός αρχαιολογικού χώρου. Το τοπίο –οι Δελφοί- με το μέγα μύθο του, μένει πίσω· Ηνίοχος, Πύθιος Απόλλων, Φαιδριάδες. Σημασία έχει το ταξίδι, που είναι ταξίδι στον ουρανό, χωρίς να παραμερίζουμε το από πού, βεβαίως, αλλά και το πώς, επιστρέφει. Το γιατί πήγε εκεί. Και αυτό το γιατί έχει βαθιά αιτία που είναι οντολογικής κατηγορίας. Αυτός που πήγε στους Δελφούς πήγε να μάθει· ο Οιδίπους ποιος είναι· κι ο Βρεττάκος, παρεμφερώς, για να μάθει, αν είναι αυτό που θέλει να είναι· Ποιητής.
Ο Ηνίοχος δεν είναι ένα άγαλμα,, αλλά είναι ο ίδιος ο άγγελος προστάτης και παραστάτης, η υλική έκφανση του θεού των Δελφών. Κι αν τα αγάλματα -οι αρχαίοι μας πρόγονοι- είναι αναγκαίοι για να μας «αρμηνέψουν», όπως λέει ο Σεφέρης, τόσο το καλύτερο. Ο Ηνίοχος αυτό το ρόλο παίζει. Του οδηγού. Και ο λαμπαδηφόρος το ίδιο. Η επιλογή του τόπου, επομένως, έχει γίνει με περίσκεψη. Ο θεράπων της ποίησης, που ακόμη δεν είναι σίγουρος αν είναι ποιητής, αλλά δεν ξέρει και «αν είναι τίποτα άλλο», πήγε εκεί για να αποτίσει φόρο τιμής στον μουσηγέτη θεό του φωτός και της Ποίησης, Απόλλωνα, και επιστρέφει, χτυπημένος από την αποκάλυψη· νικητής, όπως και ο Ηνίοχος· πανευδαίμων. Τούτο καταμαρτυρεί ο μεταμορφωμένος κόσμος που μόνο με την εικόνα ενός εκστασιασμένου ανθρώπου μπορεί να παραβληθεί, ενός ανθρώπου που είδε το θεό και μίλησε μαζί του. Ακόμα και η πιο μικρή λεπτομέρεια μέσα στο ποίημα μάς πείθει για το πρόσωπο με το οποίο είχε συνάντηση. Ο ποιητής πήγε στους Δελφούς, όπως πηγαίνει ο Χριστιανός στους Αγίους Τόπους.

Η νύχτα τού είναι απαραίτητη γι’ αυτό το ταξίδι. Είναι μια σκηνοθεσία στημένη έτσι όπως μια εκστασιασμένη ψυχή την αντιλαμβάνεται. Γιατί, τελικά, το τοπίο είναι τοπίο ψυχής, που χρειάστηκε την εξωτερική σύμβαση, το milieu, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, για να εκφραστεί γι αυτό και τη σκηνοθετεί. Το ποίημα είναι δημιούργημα εσωτερικής ανάγκης και όχι υπαγορευμένο- σπρωγμένο από κάποια εξωτερική συγκυρία, όπως τα άλλα του ποιήματα με τον κοινωνικό προσανατολισμό, αν και, στο τέλος, και οι Δελφοί εκεί, με τον τρόπο τους, οδηγούν. Είναι, δηλαδή, αυτό το ποίημα ον εκ του μη όντος. Και ο αληθινός ποιητής, λέει ο Ελύτης, είναι αυτός που μεταπλάθει το τίποτα σε κάτι. «Το εκ του μη όντος ον λογαριάζει» (1). Αυτό που δίνει παρουσία σε κάτι που πριν δεν είχε. Είναι ένα νυχτερινό ποίημα που αναζητεί την κατάλληλη συνείδηση, για να υπάρξει. Και τέτοια συνείδηση διαθέτει μόνο ο ποιητής. Μια ώρα θαυματουργίας, μια ώρα που έρχεται σε επικοινωνία με το θείο.
Ας δούμε τις λεπτομέρειες. Το ταξίδι έχει αρχίσει «μια νύχτα που δεν έμοιαζε όπως τις άλλες» και δεν ξέρουμε με ποιους συνταξιδεύει ο ποιητής ούτε θα μας το πει καθαρά ποτέ. Τον Ηνίοχο, όμως, τον ξέρουμε· είναι το άγαλμα εκείνου που κέρδισε την αρματοδρομία και το βλέμμα του τρέχει πέρα, κερδίζοντας τους αιώνες, κρατώντας και ελέγχοντας σωστά τα ηνία, εφαρμόζοντας σωστά το μέτρο. Είναι ο μεσάζων, ανάμεσα στους ζωντανούς και τους νεκρούς προγόνους, των οποίων το δίδαγμα και η συμβουλή μάς είναι πάντα απαραίτητη. Ο Ηνίοχος μπορεί να λειτουργεί όπως ο Αρχάγγελος ο αεί δεξιά μου, όπως λέει ο Ελύτης στο Άξιον Εστί (2). Επίσης, έχουμε έναν ουρανό με ένα «δρεπάνι φεγγάρι», «ώσπου έδυσε, τέλος, κι ο κόσμος άλλαξε/ σάμπως να γύρισε ο Θεός σελίδα./ Σάμπως νάγινε/ πάνω μας μια παράξενη άνοιξη, ο ουρανός/ έμοιαζε κλαδί ανθισμένο». Αυτό το «δρεπάνι φεγγάρι» που έτρεχε μαζί τους μας πάει στο «λιγνό δρεπάνι» (3) του Σεφέρη. Το δρεπάνι εύκολα μας πάει σε επιθετική ενέργεια. Όμως, το συγκεκριμένο «έτρεξε ανάλαφρο μαζί μας… σαν αλαφάκι», εικόνα οικεία στον Βρεττάκο («ένα ελάφι βουτηγμένο ως το γόνατο σε μιαν άμπωτη ήλιου (4)). Με τη δύση του φεγγαριού ο ουρανός αλλάζει και γεμίζει άστρα. Ο ποιητής έχει αποφασίσει να τα δείχνει όλα ο ουρανός του, αυτή την νύχτα τη μαγική.
Έχουμε, λοιπόν, στον ουρανό τον Μέγα Διάκοσμο. Την παντοδυναμία «ντυμένη όλες τις χάρες της». Το continuum του γνωσιολογικού αρχαιo-ελληνικού τετράπτυχου που είναι η αριθμητική, η γεωμετρία, η μουσική και η αστρονομία (5). «Χωρίς τη μαθηματική τάξη, δεν στέκει /τίποτε: Ούτε ουρανός έναστρος/ ούτε ρόδο. Προπαντός ένα ποίημα» («Οι μουσικοί αριθμοί»), λέει ο ποιητής.

Αφήνοντας στην άκρη τις μαθηματικές κοσμοθεωρίες και εστιάζοντας μόνο στη δική μας ποιητική κοσμοθεωρία που δεν απέχει πολύ από την άλλη που αφήσαμε στην άκρη, ο «διάκοσμος» διαμορφώνεται από τη δημιουργία του Θεού ή της Φύσης σε μια σχέση που θέλει να περιγράψει το απεριόριστο ή το ακαθόριστο των ψυχικών διαδρομών. Όταν ο Βρεττάκος βλέπει στον ουρανό τα αστέρια, σαν «κλαδί ανθισμένο», δεν μιλάει σαν αστρονόμος ούτε περιγράφει σαν φυσιολάτρης· μιλάει σαν μύστης - ποιητής. Ο κόσμος- διάκοσμος- κόσμημα του ουρανού εκτείνεται πάνω από το κεφάλι του έτσι όπως έχει αναπτυχθεί μέσα του, είναι το ανάλογο της εκστασιασμένης ψυχής του και του ενθουσιασμένου πνεύματός του (6). Το φυσικό φαινόμενο έξω του, δηλαδή, έχει ήδη αναπτυχθεί μέσα του. Αυτό που έχει πάνω από το κεφάλι του μόνο με την 9η Συμφωνία του Μπετόβεν μπορεί να παραβληθεί, που όταν πια δεν του έφταναν -του Μπετόβεν- οι ήχοι, χρειάστηκε και την ανθρώπινη φωνή και γι’ αυτό πρόσθεσε στο τέταρτο μέρος της συμφωνίας του την «Ωδή στη χαρά» του Φρήντριχ Σίλερ. Ο Βρεττάκος στη δική του θεϊκή ενάτη προσθέτει τη δική του φωνή. Αυτός ο ανθισμένος ουρανός, λοιπόν, θα μπορούσε με την Έναστρη νύχτα του Βαν Γκογκ να παραβληθεί και πριν ακόμα και από τους δύο, με τον την Καπέλα Σιξτίνα, του «οροφουργού» Μιχαήλ Αγγέλου. Οροφουργό αποκαλεί ο ποιητής Παναγιώτης Καποδίστριας τον μεγάλο ζωγράφο της Αναγέννησης.
Κι ενώ ο έναστρος ουρανός και το φεγγάρι μας ειδοποιούν ότι το ταξίδι γίνεται νύχτα, ο ποιητής λέει: «Δεν ξέραμε αν ήταν νύχτα στη γη ή μέρα». Και πόσο διήρκεσε; «Μήνες; Χρόνια ; Αιώνες;». Η διάρκεια του ιερού χρόνου δεν μετριέται με τα κοινά μέτρα και ο χρόνος, εδώ μιλάει ο Αϊνστάιν, κυλά ανεξάρτητα από τους ανθρώπους και αυτό δεν αποτελεί απλώς μια διαπίστωση μαθηματική αλλά έναν συμπαντικό νόμο. Ο χρόνος όμως του ποιήματος δεν ανταποκρίνεται στον συμβατικό χρόνο και συμπαντικό νόμο. Ο κοινός άνθρωπος δεν ζει «Αιώνες», ωστόσο, ο ποιητής, μπορεί να τους συμπυκνώσει και να τους ζήσει μέσα σε μια μαγική νύχτα. «Σ’ ενός περάσματος αέρα εσκαρφίστηκα τα μύρια όσα» (7) λέει ο Ελύτης, πράγμα που συνιστά αντινομία και η αντινομία αφορά τη συνύπαρξη του λίγου με το πολύ. Στο ασαφές, ωστόσο, «σ’ ενός περάσματος αέρα», που ισοδυναμεί σ’ ένα φύσημα, η ποιητική ιδέα πρόλαβε και γονιμοποιήθηκε: «εσκαρφίστηκα τα μύρια όσα». Ο ποιητής ανάμεσα σε δυο συμβατικές στιγμές, ζει την ουσία- «την αληθινή του μέρα», τη μέρα που «παράπεσε» ανάμεσα Τρίτη με Τετάρτη και γλίστρησε έξω από τον καιρό, όπως μας λέει ο Ελύτης στη Μαρία Νεφέλη. Και τότε «για πρώτη φορά/ … νιώθαμε πως υπάρχουνε στον κόσμο αυτόν/ ώρες που είναι έξω από το χρόνο. Που δεν ξέρεις/ πόσο διαρκούνε. …/Που ισοζυγιάζουν όλη μας τη ζωή», λέει ο Βρεττάκος.

Στα τρία έργα, που αναφέραμε πιο πάνω, την 9η του Μπετόβεν, την Έναστρη νύχτα, την Καπέλα Σιξτίνα, υπάρχει η αναλογία, η γεωμετρία του κόσμου, η αρμονία του σύμπαντος. Κι έτσι αισθάνεται την Ποίηση ο Βρεττάκος. Είναι ο ίδιος ο άνθρωπος, ο αφανής μέσα στη μεγάλη δημιουργία, ο κόσμος ο μικρός μέσα στον κόσμο τον μέγα. Ο διάκοσμος, επομένως μπορεί να είναι μια λέξη που προσδιορίζει το στολισμό στην καθημερινή μας ζωή, είναι όμως μια λέξη που έχει την πηγή της στην απόλυτη δημιουργία και εξηγεί το σύμπαν. Αυτό κάνει ο Βρεττάκος, διακοσμώντας τον ουρανό του, και μας υποχρεώνει να υψώσουμε το βλέμμα, το βλέμμα της ψυχής, προς τα πάνω, προς τις Μεγάλες Ουσίες της ζωής, εκείνο το «να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα … να ιδούμε τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν» που έλεγε ο Γιώργος Σεφέρης. Τις αμυγδαλιές ο Σεφέρης, τα κρίνα και τις γιασεμιές ο Βρεττάκος, και τα αρώματα από τις πορτοκαλιές της Σπάρτης, για να συνδέσω τον ποιητή με τον γενέθλιο τόπο του. Στη Σπάρτη που γεννήθηκε ο άνθρωπος και στους Δελφούς που χρίστηκε ο ποιητής.
Ο Οδυσσέας Ελύτης, σ’ ένα μικρό ποίημα -διαμαντάκι, κοιτάζοντας κάθε βράδυ τον έναστρο ουρανό και μελετώντας τις κινήσεις των άστρων, έπιασε κουβέντα με την Κυρά-Πούλια. Στον σύντομο, λιτό, φαινομενικά αφελή, πολύ σημαντικό διάλογο, όμως, που αναπτύχθηκε ανάμεσά τους, η Κυρά τον «μέτρησε» κι αφού τον βρήκε άρτιο τότε του κάρφωσε στα μαλλιά «τη Μάγια την αστραφτερή». Και τότε ήταν που έλαμψαν γύρω τα βουνά και τα χέρια του πήραν φωτιά. Η σκηνή, η εικόνα και η αίσθηση αναλογούν στο ποίημα του Βρεττάκου: «Τα πάντα έλαμπαν σάμπως/να βγήκανε όλες οι άνοιξες των αιώνων στο στερέωμα/και βάδιζαν σιγά -σιγά βαστάζοντας αστέρια/και λουλούδια στα χέρια τους». Όμως η «επιστροφή από τους Δελφούς» δεν γίνεται στη γη· στον ουρανό γίνεται. Ο ποιητής δεν πατάει. Πετάει. Το ότι δεν πατάει στη γη εκφράζει την κοινή αίσθηση των συνταξιδιωτών: «βλέπαμε ο ένας τον άλλο παραξενεμένοι». Επομένως ο ποιητής και η συντροφιά του δεν βρίσκονται σ’ αυτόν τον κόσμο. Δεν είναι του κόσμου τούτου. Έρχονται ιπτάμενοι από ψηλά. Τα πράγματα, όπως τα περιγράφει, δείχνουν ότι οι λέξεις δεν του φτάνουν για να δώσει ό,τι θέλει. Γι αυτό μας δίνει την αίσθηση ότι προσπαθεί να κάνει αυτό που πέτυχε ο γιος του. Κινηματογράφο (9). Στο έτοιμο σκηνικό, ο ουρανός έχει απλωθεί σε όλη την παντοδυναμία του, τα πρόσωπα έχουν πάρει τη θέση τους, το τοπίο όλο βρίσκεται σε διέγερση. Ο ποιητής και η συντροφιά του φεύγει, ενώ «οι αντίλαλοι των Φαιδριάδων» «βούιζαν και αντιβούιζαν», σαν να λέμε, οι πυθικοί χρησμοί, δηλαδή η Ποίηση. Και οι ανάκουστοι ήχοι έχουν κι αυτοί ακουστεί: «Αντίλαλοι παράξενοι», «γύριζαν μες στη νύχτα», «οι καρδιές μας χτυπούσαν όπως το πρωί οι καμπάνες», «Νομίζαμε πως κάτι ακούονταν απαλά, σάμπως πάνω απ’ τ’ αστέρι της/ νάπαιζεν η Σαπφώ τη λύρα της», δηλαδή η ποιητική παράδοση. Μέσα σ’ αυτό το ηχητικό φόντο, που μόνο ο ποιητής αντιλαμβάνεται, μέσα σ’ αυτόν τον ηχητικό παράδεισο, έρχονται συμπληρωματικά να ανταποκριθούν το άρωμα των λουλουδιών, των κρίνων των γιασεμιών και τα δάκρυα των συγκρατημένων λυγμών. Η λατινική ρήση varietas delectat («η ποικιλία τέρπει») βρίσκει εδώ την εφαρμογή της. Και τότε ακούγεται ο στίχος, που ο ποιητής απομονώνει από το σύνολο του ποιήματος και μας τον δίνει με πλάγια γραμματοσειρά και μέσα σε εισαγωγικά:

«Ω, μα τον Δία! Τι χρειάζονται οι λέξεις στην αγάπη».

Και αυτή ήταν η λέξη η μαγική, αυτή που έχει μεταμορφώσει τα πάντα. Η «αγάπη». Και γιατί «Δίας» και όχι Θεός; Όχι για λόγους θρησκευτικούς, βέβαια, αλλά για λόγους Ελληνικούς. Για να είναι παρόντες όλοι οι αιώνες και οι πριν από τον Χριστό, όπως δηλώνει, άλλωστε, κι εκείνη η αρχική επιφωνηματική φράση «Ω, μα το Δία».
Όταν, λοιπόν, ρωτάει, για αυτόν τον ιερό χρόνο, χωρίς κανείς να απαντάει: Θα τελειώσει;/Μέσα μας ζούσαμε έναν φόβο. Τούτο το ταξίδι/μπορεί σε λίγο να τελειώσει; Θεέ μου, θα τελειώσει;/Και τι θα γίνει αυτό το φως όλο που αναδιπλώνεται/ και ξεχειλίζει και κυλάει παντού, σε μιαν αδιάκοπη/ άμπωτη, σαν να μη χωράει;», μιλάει για τον χρόνο του θαύματος, του έρωτα, της έμπνευσης, της ποίησης. Και τον ποιητή, που ζει μέσα σ’ αυτό το θαύμα, δεν τον έχει αγγίξει απλώς το δάχτυλο του Θεού αλλά τον έχει συναρπάσει τελείως τον έκανε αυτό που ήθελε να γίνει: έμπνους, αξιολογητής, αισθητής του μεγαλοπρεπούς θεϊκού σύμπαντος, που κλείνει όλον τον κόσμο της φιλοσοφίας, της επιστήμης και της Τέχνης, για να παραστήσει τον Μέγα Διάκοσμο με λέξεις. Να γίνει Ποιητής.

Καταληκτήριος στίχος: «Ξέχειλη θάλασσα καρδιά, όπου θέλεις πήγαινέ μας!»

Τώρα πια είναι ελεύθερος στον κόσμο των ιδεών και της ομορφιάς που ξεχειλίζει μέσα του σα θάλασσα, μέσα στην οποία εκείνος είναι μια μικρή λεπτομέρεια. Το ερώτημα είναι: ένας κοινός θνητός, θα μπορούσε να ζήσει μια ανάλογη εμπειρία; Αν ο κόσμος είναι έτσι, όπως τον περιγράφει ο ποιητής, τότε γιατί οι ταξιδιώτες της νύχτας κοιμούνται στο λεωφορείο, στο τρένο, στο αεροπλάνο; Μήπως η νύχτα αυτή ανήκει το όνειρο και ο ποιητής και δεν επιστρέφει, απλώς, από τους Δελφούς αλλά επιστρέφει από το όνειρο; Από το τοπίο της ουτοπίας;

Το ποίημα θα το χαρακτηρίζαμε Νυχτερινό, με την έννοια που ο όρος Νυχτερινό- Νοτούρνο- προσδιορίζει μια μουσική σύνθεση (τα Νυχτερινά του Σοπέν π.χ.) ή μια νουβέλα (τα Νυχτερινά του ΕΤΑ Χόφμαν π.χ.), χωρίς όμως τη γοτθική ατμόσφαιρα, χωρίς το δαιμονικό που κυριαρχεί στη βασιλεία της νύχτας, χωρίς μελαγχολία και θλίψη. Από τα χαρακτηριστικά των Νοτούρνο, Νυχτερινών, ο Βρεττάκος επιλέγει μόνο τη νύχτα, φεγγάρι και αστροφεγγιά, διαδοχικά. Το δικό του νοτούρνο δεν είναι καθόλου σκοτεινό και καθόλου μελαγχολικό. Το αντίθετο, μάλιστα, είναι φωτεινό, ενθουσιαστικό, μαγικό, ανάλογο με το μέγα γεγονός.

Ο Βρεττάκος, λοιπόν, πήγε στους Δελφούς για να κάνει προσκύνημα στον θεό της Ποίησης και του Φωτός. Πήγε στους Δελφούς για να καταθέσει την ταπεινότητά του στον θεό της Ποίησης, να του φιλήσει το χέρι κι εκείνος να τον χρίσει Ποιητή. Η «Επιστροφή από τους Δελφούς» είναι επιστροφή από τον ουρανό, από τον θεό, από τον κόσμο του θαύματος. Η Επιστροφή από τους Δελφούς μόνο με την επιστροφή του Μωϋσή από τον όρος Σινά μπορεί να παραβληθεί ή με την «Ιερά Οδό» του Σικελιανού. Μόνο που ο Σικελιανός πάει στην Ελευσίνα για να μυηθεί, ενώ ο Βρεττάκος έρχεται μυημένος. Γι’ αυτό και ο κόσμος είναι μεταμορφωμένος μέσα του.

Από τους Δελφούς επιστρέφει και ο Σικελιανός, αφού οργάνωσε μαζί με την Εύα Πάλμερ θεατρικούς και αθλητικούς αγώνες το 1927 και 1930. Και ο Καρυωτάκης, που τους παρακολούθησε εκστασιασμένος, ένιωσε, όπως γράφει «απόλυτον έκστασι, κάτι σαν πνοή αθανασίας» και «θείο ρίγος» (10). Ο Σικελιανός πήγε στα 1927-1930, για να μυήσει το παγκόσμιο κοινό, ο Βρεττάκος σχεδόν είκοσι χρόνια μετά έρχεται μυημένος. Ο καθηγητής Γιώργος Ανδρειωμένος αποφαίνεται ότι: «Καθίσταται σαφές πως ο Νικηφόρος Βρεττάκος ήταν γεννημένος ποιητής, πως διέθετε ένα έμφυτο χάρισμα και μια σπάνια ευαισθησία» (11).
Μερικά διαθεματικά θα φωτίσουν κάτι που παραμένει σκοτεινό. Με ποιους συνταξίδευε: Το φεγγάρι είναι «ολόχρυσο» δρεπάνι και όχι αργυρό, ως είθισται. Το πολύτιμο μέταλλό του μας παραπέμπει στου «Απόλλωνος τα χρυσά δώρα», κατά τον Ανδρέα Κάλβο.
Στον στίχο του Βρεττάκου «Φωτίζοντας μ’ ένα πυρσό» παραθέτω τον στίχο του Ελύτη «Ψηλά μ' έναν πυρσό». Στο νυχτερινό τοπίο του Βρεττάκου παραβάλλω το νυχτερινό τοπίο με την «ασπροντυμένη κορασιά» του Σολωμού ή την «Φεγγαροντυμένη». Στου Σολωμού την «Φεγγαροντυμένη» του Κάλβου την «Οικουμένη», με τα σκοτεινά, ήσυχα, παγωμένα, «μεγάλα πτερά / της βαθείας νύκτας». Το 7ο νυχτερινό επτάστιχο του Οδυσσέα Ελύτη, «Το διάδημα του φεγγαριού στο μέτωπο της νύχτας» συμπληρώνει την σύνθεση, καθώς και του Σεφέρη ο «Ερωτικός Λόγος» που κατεβάζει τον ουρανό μέσα του: «Με του ματιού τ' αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα /ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια /με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα /ανθρώπινο άγγιγμα στο κόρφο μου τ' αστέρια». Κάτι σαν ηλεκτρική εκκένωση, δηλαδή.
Όμως ακόμα δεν είπαμε με ποιους συνταξίδευε. Και αυτό που δεν μας ε’ίπε από τη βασιλική οδό θα μας το πει από την παρακαμπτήριο οδό της Ποίησης. Διαβάζω μερικούς στίχους από το ποίημα «Ο αγρός των λέξεων»:
«Ευχαριστώ τις μακριές σειρές/των προγόνων, που δούλεψαν τη φωνή,/ την τεμαχίσαν σε κρίκους, την κάμαν/νοήματα, τη σφυρηλάτησαν όπως/ το χρυσάφι οι μεταλλουργοί κ’ έγινε/Όμηροι, Αισχύλοι, Ευαγγέλια/κι άλλα κοσμήματα».
Δανείζομαι και πάλι μια φράση του Ελύτη: «Ο ποιητής δεν επιβάλλει τη δική του φωνή αλλά διαβιβάζει τη φωνή που υπάρχει πάντοτε και αντηχεί για όλους» (12).
Με τους ποιητές των αιώνων, λοιπόν, ταξίδευε και γι’ αυτό ταξίδευε νύχτα γιατί «Τις νύχτες έχουν το ελεύθερο οι αισθήσεις» (13) και οι πεθαμένοι την έγερση.
Αυτοί ήταν οι συνταξιδιώτες- κοσμήματα που συνταξίδευε στον Μέγα Διάκοσμο ο Βρεττάκος.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Οδυσσέας Ελύτης, Εκ του Πλησίον, σελ. 34.

2. Βλέπε και Οδυσσέας Ελύτης, Τα Ετεροθαλή, «Ο Φυλλομάντης», « Όπως τότε νέος που προχωρούσα / Με τη θέση κενή στα δεξιά μου/ Και ψηλά μ’ ακολουθούσε ο Βέγας / Των ερώτων μου όλων ο Πολιούχος». Ο Βρεττάκος συμπλέει με τον Ελύτη σε ό,τι αφορά τον υπερρεαλισμό και την προσπάθεια τους να αναδείξουν «την κληρονομιά των ελληνικών αξιών» (Ανοιχτά Χαρτιά, «Τα Κείμενα», σελ. 381).

3. Θερινό Ηλιοστάσι Ι: «Την ώρα που τα ονείρατα αληθεύουν / στο γλυκοχάραμα της μέρας / είσαι τα χείλια που άνοιγαν/ φύλλο το φύλλο. / Έλαμπε ένα λιγνό δρεπάνι στον ουρανό. / Φοβήθηκα μην τα θερίσει».

4. Βλέπε «Μεγαλυνάρι».

5. Βλέπε, « Οι μουσικοί αριθμοί» « Χωρίς τη μαθηματική τάξη, δεν στέκει / τίποτε: Ούτε ουρανός έναστρος, / ούτε ρόδο. Προπαντός ένα ποίημα. / Κι ευτυχώς ότι μ' έκανε η μοίρα μου / γνώστη των μουσικών αριθμών, / ότι κρέμασε μιαν αχτίνα επί πλέον / το άστρο της ημέρας στην όρασή μου / και κάνοντας τα γόνατά μου τραπέζι / εργάζομαι, ως να 'ταν να φτιάξω / έναν έναστρο ουρανό, ή ένα ρόδο».

6. Ανοιχτά Χαρτιά, σελ. 132: «Ο ιδανικός ποιητής ξεκινά από την πεποίθηση ότι μπορεί και πρέπει να προξενεί μέσα στο πνεύμα φυσικά φαινόμενα».

7. Φωτόδεντρο, «Τρεις φορές η αλήθεια» ΙΙΙ.

8. Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά Χαρτιά, σελ. 126: «Ο ποιητής, χτυπημένος από μια φευγαλέα αποκάλυψη Το τέλειο που δεν αξιωνόμαστε παρεχτός σε μιαν αστραπή, στην ελάχιστη διάρκεια που του χρειάζεται για ν’ ακυρώσει την καθημερινή αθλιότητα».

9. Βλέπε, Θανάσης Αγάθος, Ο Καζαντζάκης και ο κινηματογράφος, εκδ. Gutenberg, 2017, σελ. 26: Ο Καζαντζάκης εξομολογείται στον Πρεβελάκη ότι όταν επεξεργάζεται σενάρια το μυαλό του «πηδάει», με τη μια φτερούγα του όμως, γιατί του λείπει «η άλλη η technique». Η επιθυμία του είναι να μετατρέπει «σε εικόνα απλή, καθαρή την αφηρημένη έννοια». Ο PBien λέει ότι «ο Καζαντζάκης είχε την πεποίθηση ότι το σινεμά είναι το τέλειο όργανο οποιασδήποτε τέχνης».

10. Ο Καρυωτάκης στο ποίημα «Δελφικής Εορτή» φαίνεται ότι ξεστήνει όλη τη μεγαλοπρέπεια που επιδίωξαν να δώσουν ο Άγγελος Σικελιανός και η Εύα Πάλμερ. Όμως στο πεζό κείμενό του «Η Δελφικές Εορτές» επαινεί την προσπάθεια σε όλες τις λεπτομέρειές της και τη χαρακτηρίζει «μέγα καλλιτεχνικό γεγονός». Τελειώνει μάλιστα το κείμενό του με το εξής σημαντικό: «Σε δύο τρία σημεία ησθάνετο κανείς μίαν απόλυτον έκστασι, κάτι σαν πνοή αθανασίας, το θείο εκείνο ρίγος που εξιλεώνει την καθημερινή ασχημία και δικαιολογεί την ύπαρξη». Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στις στην Αλεξανδρινή Τέχνη, στις 9-Αυγούστου του 1927. (Βλέπε, Κ. Γ. Καρυωτάκη, Ποιήματα και Πεζά, εκδ. Gutenberg, επιμέλεια του Δ. Δημηρούλη). Στο ερώτημα πώς ερμηνεύεται αυτή η αντίφαση ανάμεσα στο ποίημα και στο πεζό, η απάντηση αφορά «τα απίθανα πλήθη» που συνέρευσαν, σαν τουρίστες (η λέξη με την απαξιωτική σημασία που της δίνει ο Σεφέρης), για το θεαθήναι, ενώ το επιδιωκόμενο από τον Σικελιανό, ο ποιητής Καρυωτάκης το εισπράττει ως «έκστασι και πνοή αθανασίας». 

11. Γιώργος Ανδρειωμένος, Ανιχνεύοντας τον πρώιμο Βρεττάκο (Με αφορμή ένα μαθητικό τετράδιο), εκδ.Ποταμός, 2015, σελ. 53.
12. Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά Χαρτιά, σελ. 105.
13. Οδυσσέας Ελύτης, Τα ελεγεία της Οξώπετρας, «Παρασκευή που πάντα βρέχει».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email