© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΟ ΑΛΛΟ ΜΑΣ ΧΡΕΟΣ. ΤΟΥ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟΥ ΟΙ ΑΧΡΑΝΤΕΣ, ΑΘΑΝΑΤΕΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΥΣΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

Μνημόσυνο εὐλαβικὸ τοῦ παπποῦ καὶ τοῦ πατέρα




«Τώρα ὅλοι αὐτοὶ εἶναι συχωρεμένοι, διάβηκαν σὰ νὰ μὴν εἴτανε, ἔσβυσε ὀ ἴσκιος τους πάνω ἀπὸ τὴ γής. Μόνο ὁ Παρασκευὰς ἀπόμεινε, νὰ ζεῖ καὶ νὰ ἀναθιβάλει μὲς στὸ νού του ἕνα πρὸς ἔνα, τούτη τὴ νύχτα τοῦ Δωδεκάμερου. Κι ὅσο ζεῖ αὐτὸς θἄρχουνται νὰ τόνε βρίσκουν ὅλες οἱ ἀγαπημένες θύμησες ἀπὸ τὰ ξέμακρα τῶν καιρῶν καὶ τόπων., ὅπως γυρίζει στὸ κούφιο κυβέρτι τὸ σμάρι τῶν μελισσιῶν καὶ τὸ γεμίζει βουὴ καὶ σάλαγο.
Κάποια μέρα θἄρθει βέβαια καὶ ἡ δική του ἡ ὥρα νὰ φύγει, καὶ τότες πλιὰ θὰ πεθάνουν μαζί του ὅλ᾿ αὐτά. Πρόσωπα, θυμητικά, χρώματα καὶ φωνές». (Στρ. Μυριβήλης, Τὰ Παγανά, Ἑστία, Ἀθ. σελ. )

Σωστὰ τὰ ἔγραψε, λοιπόν, πρὶν ἀπὸ πενηνταπέντε χρόνια ὁ πολὺς Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, ὅτι δηλαδή, «οἱ μεγάλες γιορτὲς εἶναι οἱ μέρες τῆς μνήμης καὶ τῆς νοσταλγίας». Γιατὶ ἔτσι εἶναι. Ἐπειδὴ τὶς μέρες αὐτὲς πυκνώνουν οἱ ἐπισκέψεις ἀπὸ παλιὲς θύμησες καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτὲς καὶ τῶν προσώπων ποὺ τὶς στελεχώνουν, ἀλλὰ καὶ τῶν χώρων μέσα στοὺς ὁποίους βρέθηκαν. Γιατὶ μονάχα μὲ τὰ παραπάνω μπορεῖ νὰ συντηρηθεῖ ἡ γνήσια εἰκόνα μέσα μας, ἡ ταμιευμένη εἰκόνα ἀπὸ ἄλλους καιροὺς καὶ χρόνους: μὲ τὰ πρόσωπα νὰ κρατοῦν τὴν κεντρικὴ τὴ θέση μέσα σὲ χώρους καὶ χρόνους συγκεκριμένους καὶ περισσῶς ἁγιασμένους. Χωρὶς νὰ ὑπάρχει τὸ παραμικρὸ στοιχεῖο τῆς ἔπαρσης, ἤ ἔστω ἡ ἐλάχιστη προσπάθεια αὐτοπροβολῆς. Καὶ τοῦτο, ἐπειδὴ ἐκεῖνοι οἱ ταπεινοὶ καὶ σιωπηλοὶ ἄνθρωποι βίωναν καθημερινὰ τὸ μεγάλο Μυστήριο τοῦ πόνου, ὅπως τὸ βίωσαν κι οἱ ἅγιοι. Δὲν εἶναι ὑπερβολὴ αὐτὸ ποὺ γράφεται. Εἶναι μαρτυρία, ποὺ ἔχει διαπιστωθεῖ ἀπὸ ἀφηγήσεις αὐθεντικὲς σοβαρῶν καὶ ἔντιμων ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ ἔχει βιωθεῖ ἀπὸ προσωπικὴ ἐμπειρία. Γιατὶ τὰ ὅσα ἄκουσα καὶ ἔζησα γιὰ τοὺς προγόνους μου εἶναι ἐκεῖνα ποὺ μὲ κάνουν τοῦτες τὶς ἄχραντες ὧρες νὰ γονατίζω μὲ τὴ συναίσθηση τοῦ χρεόυς ἀπέναντί τους. Τοῦ χρέους νὰ τοὺς θυμᾶμαι καὶ μνημονεύω ἴσαμε νὰ σφαλίσω τὰ μάτια μου κι ὕστερα νὰ πορευτῶ τὸ δρόμο τῆς ἀνταμώσής τους. Ὡστόσο μέχρι τότε ἔχω τὴν εὐκαιρία νὰ τοὺς θυμᾶμαι, νὰ τοὺς κρατῶ ζωντανοὺς μέσα στὴν ψυχή μου, νὰ τοὺς ἀφήνω νὰ μὲ συντροφεύουν οἱ πολύτιμοι ἴσκιοι τους. Γι᾿ αὐτὸ καὶ μέσα στὸ πάντερπνο, τρυφερὸ καὶ θεοτίμητο χρόνο τοῦ ἱ. Δωδεκαήμέρου, ποὺ χωνεύει στὰ χειμωνιάτικα καὶ σταχτερὰ ἀπόβραδα, τοὺς προσκαλῶ ὅλους μὲ τὴ σάλπιγκα τῆς Μνήμης καὶ τῆς Νοσταλγίας.
Καὶ πρῶτο-πρῶτο τὸν προππάπο μου ἀπὸ τὴ μεριὰ τῆς Μητέρας μου, τὸν μαστροΓιώργη Τσουκαλᾶ, τὸν ἐργατικό, φιλότιμο καὶ φημισμένο γιὰ τὴν ἐποχή του πρωτομάστορα, κτηματία καὶ κάτοχο μιᾶς παλιᾶς καλιάγριας στὸ «Ρέμα».
Δὲν τὸν γνώρισα, γιατὶ ἔφυγε χρόνια ἀρκετὰ πρὶν νὰ γεννηθῶ. Ὡστόσο ἄκουσα πολλὰ γιὰ τὴν ἐργατικότητά του, τὴ φιλοθεῒα του, τὴν ἐξυπνάδα του καὶ τὴν καπατσοσύνη του.
Δούλεψε πολύ, ὡς μάστορας κι ἔφτιαξε πολλὰ σπίτια ἀπὸ θεμελιοῦ ἴσαμε τὴν «κουκούλα». Ὅταν δὲν εἶχε αὐτὴ τὴ δουλιὰ πήγαινε στὰ χτήματα καὶ στ᾿ ἀμπέλια του, τὰ ὁποῖα καλλιεργοῦσε μὲ ἱερότητα καὶ προσοχή. Μοῦ διηγιόταν ἡ γιαγιά μου ἡ Σοφία, ἡ κόρη του, πὼς τὴ Μ. Σαρακοστὴ ποὺ ἔσκαβε καὶ βόλευε τ᾿ ἀμπέλια ἔτρωγε ἐλιές, ψωμί, ρίγανη φρέσκια καὶ ἔπινε ἕνα κολοκύθι κρασί-γύρω στὴ μισὴ ὀκᾶ περίπου.
Τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς γιορτὲς πήγαινε πάντα στὴν ἐκκλησία, ἀφοῦ ἦταν ἐπίτροπος κι ὕστερα, μὲ τὴν ἀπόλυση ἐργαζόταν κατασκευάζοντας πόρτες, παράθυρα κ. ἄ κουφώματα γιὰ τὰ σπίτια. Κι ἦταν ὅλα ὅσα κατασκέυαζε πολὺ γερὰ καὶ προσεγμένα. Μέχρι σήμερα σώζονται κάποι᾿ ἀπ᾿ αὐτά, ποὺ φτιάχτηκαν ἐδῶ κι ἕναν αἰῶνα ἤ καὶ περισσότερο.
Σύζυγός του ἦταν ἡ γιαγιὰ ἡ Οὐρανία, ποὺ ἐλάχιστα τὴ θυμᾶμαι. Ζοῦσε τὰ τελευτῖα της χρόνια στὸ μικρό σπιτάκι της στὸ «Ρέμα», λίγο παραπάνω ἀπὸ τὴν καλιάγρια κι ἀπέναντι ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τῶν Ἁγ. Ἀναργύρων ποὺ τὴ συντρόφευαν. Ὅπως τὴ συντρόφευε κι ἡ φωτιὰ στὴν παραστιά της στὰ γκριζόμαυρα χειμωνιάτικα βραδυα. «Τὴ φωτιά μ΄ ἔχω συντροφιά μ᾿», ἔλεγε καὶ τὸ ἐννοῦσε, ἀφοῦ τὰ παιδιά της παντρεύτηκαν κι ἔφυγαν, ἀλλὰ κι ὁ ἄντρας της ἀναχώρησε κι ἐκεῖνος γιὰ τὸν κόσμο τὸν ἀληθινό...
Ἀπὸ τὴ μεριὰ τοῦ παπποῦ προππάπος ἦταν κι ὁ παπποῦς ὁ Γιάννης ἤ Γιαννέρης, ὅπως τὸν λέγανε στὸ χωριό, ποὺ κάθονταν τὸν περισσότερο καιρὸ στὴν Ἁρμενόπετρα καὶ λιγότερο στὸ σπίτι του, στ᾿ Ἁλώνια, στὸ Πάνω Χωριό.
Ὅπως μοῦ λέγανε ἦταν πολὺ γερός, δεινὸς ψαρᾶς καὶ καλὸς καλλιεργητής. Φυσικὰ δὲν εἶχε τὴν περιουσία τοῦ παπποῦ τοῦ Τσουκαλᾶ, ἀλλὰ λάτρευε τὸ ἀμπέλι του στὴν Ἁρμενόπετρα, τὸ τσαρδάκι καὶ τὴ βάρκα του.
Ἡ γιαγιὰ ἡ Μαγδαληνή, ἡ γυναίκα του ζοῦσε πάντα στὸ Κλῆμα, στὸ σπίτι της. Ἄνθρωπος ἁπλὸς καὶ βασανισμένος, ὅπως ὅλοι τότε.
Δὲν τοὺς πρόφτασα κι αὐτούς, γιατὶ φύγανε πρὶν γεννηθῶ.
Ἄλλος ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲ γνώρισα ἦταν ὁ παπποῦς μου ὁ Κωνσταντής, ὁ πατέρας τοῦ πατέρα μου. Ἔφυγε νωρίς, πολὺ νέος καὶ ἀρκετὰ βασανισμένος. Στὴ φωτογραφία ποὺ μᾶς ἀπόμεινε νὰ τὸν θυμόμαστε, εἰκονίζεται μὲ μιὰ σοβαρότητα κι ἕνα ἀσκητικὸ ἦθος ποὺ συγκινεῖ πολύ. Ἔφυγε τὴ Μ. Παρασκευή, στὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1930...
Ὁ ἄλλος παπποῦς ὁ Νικολάκης, ὁ πατέρας τῆς μητέρας μου, ὑπῆρξε γιὰ μένα ὁ δεύτερος πατέρας, ἀφοῦ ὁ φυσικός μου γονιὸς ἔφυγε μετανάστης γιὰ τὴν Ἀμερική, ὅπου καὶ ἄφησε τὴν ἔσχατη πνοή του
Μέρες κατανυχτικές, φορτωμένες νοσταλγία καὶ μνῆμες, χωνεμένες στὸ σύθαμπο καὶ στὸ γκρίζο τῆς παλιᾶς φωτογραφίας. Ποὺ ἀπομένουν χλωρὲς ἀκόμα, κι ἄς πέρασαν ἑξηνταεφτὰ χρόνια...

π. κ. ν. κ. 6 Δεκ. τοῦ Ἁγίου Νικολάου 2016

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email