© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ


Μαθημένοι εἴμαστε τὶς μέρες τῶν Χριστουγέννων νὰ ξαναδιαβαζουμε τὴν περίφημη νουβέλα τοῦ Κ. Ντίκενς «Christmas carol» [Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα ἤ Χριστουγεννιάτικη ἱστορία], ποὺ εἶναι ὄντως ἕνα τρυφερὸ καὶ διδακτικὸ ἀναγνωσμα. Ἐπίσης, τέρπει κι ὁ Παπαδιαμάντης μὲ ἐκεῖνο τὸ κορυφαῖο καὶ φορτισμένο μὲ νοσταλγία διήγημά του «Στὸ Χριστό, στὸ Κάστρο» καὶ μὲ ὅλα τὰ ὑπόλοιπα ποὺ ἔχει γράψει...
Ὡστόσο ὑπάρχουν κι ἄλλα ἀκόμη διηγήματα, τὰ ὁποῖα φανερώνουν μὲ τὸν δικό τους τρόπο τὸ μεγαλεῖο τῆς Γιορτῆς καὶ τὴ σημασία του. Κι να ἀπὸ αὐτά, πολὺ ἀγαπημένο διήγημα ἀπὸ τὰ μαθητικὰ ἀκόμα χρόνια, εἶναι κι αὐτὸ ποὺ στὴ συνέχεια παρουσιάζω κι εἶναι παρμένο ἀπὸ τὸ ὑπέροχο ἐκεῖνο Ἀναγνωστικό, τὸ τόσο φιλόκαλα στολισμένο καὶ φροντισμένο, τῆς Δ΄ Τάξεως τοῦ Δημοτικοῦ τοῦ 1959. Ἐδῶ, δηλ. καὶ ἑξήντα περίπου χρόνια.
Ἀλήθεια, τί ἐντυπωσίασε τὴν παιδικὴ ψυχὴ μετὰ τὴν ἀναγνωση τῆς «Φουρτουνιασμένης θάλασσας» ( βλ. σελ. 75-78);
Ἀρχικὰ πρέπει νὰ εἰπωθεῖ ὅτι ὁ Ἄννινος ἐδῶ προσπαθεῖ νὰ διηγηθεῖ κάποια παλιὰ παράδοση ποὺ ἀσφαλῶς ἄκουσε καὶ τὸν ἐντυπωσίασε ἀσφαλῶς. Συνάμα θέλει νὰ καταθέσει καὶ τὴ δικιά του ἑρμηνεία πάνω στὴ Γιορτὴ τῶν Χριστουγέννων, ποὺ εἶναι τὸ μεγαλεῖο τῆς θείας Οἰκονομίας. Χώρια ποὺ μέσα στὴν παρακάτω ἱστορία διακρίνεται ἡ διαρκὴς περιφρόνηση -ἄν ὄχι καὶ διωγμὸς τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ κείνη ἀκόμα τὴ σημαδιακὴ βραδυὰ τῆς Βηθλεέμ, ποὺ «τόπος ἦν οὐδεὶς τῷ καταλύματι» γιὰ Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος «δρακὶ πᾶσαν ἔχων τὴν κτίσιν».
Ὁ Χριστόγιωργας ἄν καὶ φέρει τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἐν τούτοις ἦταν πέρα γιὰ πέρα ἄ-χριστος, δίχως ἴχνος μέσα του, δηλαδή, τρυφερότητας καὶ φιλανθρωπίας, ἀφοῦ κέντρο τοῦ κοσμου ἦταν γι᾿ αὐτὸν μόνο ὁ ἑαυτός του: Δηλ. κάτι παράλληλο μὲ τὸν ἄφρονα πλούσιο τοῦ Εὐαγγελίου (πρβλ. Λκ. 12, 13-21).
Ἡ ἐπίσκεψη τοῦ ξένου τὴ νύχτα τῶν Χριστουγέννων δηλοῖ καὶ κάτι ἀκόμη. Ὅτι δηλαδή, ἐκείνη τὴν περιούσια βραδυὰ κάποιος ἦρθε νὰ καταλύσει τὴ μοναξιὰ τοῦ πλούσιου τσέλιγκα, ἀλλὰ καὶ νὰ τοῦ δώσει τὴν εὐκαιρία νὰ συνεορτάσει μὲ λαμπρότητα τὴ γιορτὴ αὐτή. Γιατὶ πολὺ σωστὰ τὸ λέει ὁ Ἀλ. Μωραϊτίδης: « [Τὰ Χριστούγεννα] εἶναι ἡ μόνη πανήγυρις, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ τοὐλάχιστον δύο χριστιανοὺς εἰς πανηγυρισμόν της, κατὰ τὸ «ὅπου εἰσὶ δύο ἤ τρεῖς...» τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ μόνος εἶναι θλιβερὸν θέαμα ἐν τοιαύτῃ ἡμέρᾳ...».
Φυσικὰ ἀπὸ τὰ παραπάνω ἦταν παντελῶς ξένος ὁ Χριστόγιωργας, γιατὶ δὲν εἶχε βιώσει τὸ Μέγα Μυστήριο τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος τὸν γιό Του τὸν μονογενῆ ἔστειλε στὸν κόσμο γιὰ τὴ σωτηρία του (βλ. Ἰω. 3, 16). Μόνο ποὺ ὁ κόσμος δὲν Τὸν κατάλαβε, ὅπως δὲν κατάλαβε ὁ πλούσιος καὶ σκληρόκαρδος μεγαλοτσέλιγκας Χριστόγιωργας ποιὸς τοῦ χτύπησε τὴν πόρτα. Καὶ νὰ σκεφτεῖ κανένας πὼς κάποιοι ἄλλοι συνάδελφοί του, οἱ φτωχοὶ κι ἁπλοὶ βοσκοὶ τῆς Βηθλεέμ, ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ πρωτογεύτηκαν τὴν ἀνείπωτη χαρὰ «ὅτι ἐτέχθη Σωτὴρ».
Ὁ διαχρονικὸς λόγος τοῦ Χριστοῦ «ἰδοὺ ἔστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω» (Ἀποκ. 3, 20), εἶναι ὁ θεμέλιος λίθος ποὺ στηρίζεται αὐτὸ τὸ διήγημα, τὸ ὁποῖο, ὡστόσο, κάνει λόγο γιὰ μιὰ ἄλλη θύρα, ποὺ τὴ χτύπησε ὁ Χριστὸς καὶ δὲν ἄνοιξε ποτὲ ἀπὸ τὸν νοικοκύρη της. Κι ὁ νοῶν νοείτω...

«ΦΟΥΡΤΟΥΝΙΑΣΜΕΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ»
ση γαλνη κα ν κν, ση καλοκαιρα κα ν
πάρχ, πντα στς δδεκα τ μεσνυκτα κθε παραμονς
Χριστουγννων θ δτε δ τ θλασσα ν φουσκν, ν
φρζ χωρς βο κα ντρα κα ν γεμζ σπρα κματα,
λτε κα εναι κοπδια πρβατα, πο βσκουν σ λιβδι. Κα
πλι σιγ - σιγ τ κματα σβνουν κα χνονται στ βθη
το πελγου...
τσι μς λεγεν μπρμπα λας Σερεμτης, στρβοντας
μ τ ροζιρικα, χονδροπετσιασμνα χρια του σιγρο. Κα
ξακολοθησε:
Κα μ θαρρετε πς εναι τ πεκα τότε, που βουζουν
δ... Εναι βοσκς, πο σαλαγει τ πρβατα πνω κτω
στ περιγιλι... μες τ ξερουμε πππου πρς πππου κα
τ εδαμε μ τ μτια μας...
πθωσε τ σιγρο στ πλασιο το παραγωνιο, που
σπιθοβολοσαν τ λικλαρα, κα σταυροκοπθηκε μ’
ελβεια. Τ πρσωπ του, πο τ εχαν ψσει λμη, τ
λιοπρι κα τ ξηροβρια, νυψθηκε μ μιν νατνισι
κποιας πτασας. Κα τ μτια του, πο τ σκαζαν
πυκν, κατστατα φρδια, πραν μιν μερτητα κα μιν
γαλλασι, σν ν βλεπαν στ Θεοφνεια λνοικτο τν
ορανό...
τσι εναι, επε, ξαναπαρνοντας τ σιγάρο κα
τραβντας βαθεις ρουφηξις... Μο τ λεγεν κυρολα
μου... καθμουνα δπλα της κα ρχιζε τν στορία:
Τ βλπεις κενο κε τ χλασμα στν πρα ρχι, πνω
π τς Μπγλαινας τ λιοστσι; κε ταν ττε στνη
το Χριστγιωργα μ τ νομα, το πρτου ρχιτσέλιγκα το
τπου... Γιατ ττε δν ταν τποτε δ· μηδ λιοστσια, μηδ
χωρι... ρχοντα, βλπεις, ο «φοστες» μ λγερνους κα
σκτωναν τ παλληκρια κα τα παιρναν π τ σπτια ,τι
ερισκαν... Γι’ ατ κα τ χωρι το ψηλ στν παλιοχρα
κα εχε βγλες, πο φλαγαν κα διναν εδησι.
Κα ταν φανονταν ο φοστες στ γιαλ, ο ξωμερτες
που φύγ, φύγ... κουες θρνο τ παιδι κα χρχαλο τ
πργματα. Κα τρεχαν ν κρυφθον στ φρούριο... ς εναι...
Πο λς, σ’ κενο τ χλασμα πνω στν πρα ρχι
το στνη το Χριστγιωργα. «Εχε χιλιδες πρβατα κα
μυριδες γδια», πο λγει τ τραγοδι... Μ ταν νθρωπος
σκληρς κα πνετος κα δν καμνε καλ σ’ νθρωπο.
Μι βραδι, πο λς, μι παραμον το Χριστο, κποιος
πγε κα κτπησε τν θρα του. Ο σκύλοι, πο σκιζαν
νθρωπο, οτε σκουξαν οτε γρεψαν. Μνο πγαν κα
συμμαζεθηκαν στ πδια το Χριστγιωργα.
Ποις εναι ατο; ξεφνησεν κενος γριεμνος. Ποιός
εσαι; Τ γυρεεις ττοια ρα;
ν εσαι χριστιανς, νοιξε, ποκρθηκε μι φων. Μ
πιασε νύκτα κα τ κρύο κα δν ξερω πο ν πω.
χινιζε κι λας, ξχασα ν σο τ επ.
Τρβα τ δρμο σου κα δ δν εναι χνι, ξεφνησε
Χριστγιωργας κα χούγιαξε τ σκυλλι.
Μ κενα δν κουνθηκαν!
Γι τν γπη το Χριστο, πο γεννιται τρα, επε
παρακαλεστ φων, νοιξε, δν βαστ πι...
Μ κενος πο ν’ νοξ!
Σρε στ δρμο σου, ξαναεπε γριεμένα.
78
Γι τν γπη το Χριστο, νοιξε, επε πλιν φων.
Μ πο κενος!...
Κι ξαφνα κουσε τ ποδοβολητ τν ρνιν, σν
ν βγαιναν π τ μανδρ. Κι θρα νοιξε μνη της κι
βγκαν ξω τ σκυλι. Στν κατηφορι, σν φεγγερ
σκιά, κατβαινε ξνος. Κα πσω του κολουθοσαν τ
πρβατα.. Μπροστ ξνος κα πσω ατ κα παραπσω
Χριστγιωργας φωνζοντας.
ταν ξνος φθασε στν θλασσα, ρχισε ν περπατ
στ κματα. πσω του ρχονταν να - να τ πρβατα. Κα
γμισεν θλασσα π πρβατα, πο λονα ξεμκρυναν,
κολουθντας τν φωτερ σκι, σπου χθηκαν στ βάθη
το πελγου.
Κι χθηκε κι Χριστγιωργας. Κι ρμαξε στνη
του. Κα μνον κθε χρονι τν παραμον το Χριστο,
στ μεσνυκτα, πηγαινοέρχεται στν γιαλ κα σαλαγ τ
πρβατα, πο κολουθον τν Χριστ. Γιατ Χριστς ταν
πο εχεν λθει γι ν τν σσ ν τν τιμωρσ.
Κα μπρμπα λας σταυροκοπθηκε πλι.

Περιοδικν «Ναυτικ λλς» Γερσιμος ννινος
Ἀπὸ τὸ ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ τῆς Δ΄ Δημοτικοῦ (1959)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email