© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2014

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΙ ΘΡΑΚΗΣ


Ὁμιλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου
κατὰ τὴν Τελετὴν Ἀναγορεύσεως Αὐτοῦ εἰς Ἐπίτιμον Διδάκτορα
τοῦ Τμήματος Γλώσσης, Φιλολογίας καὶ Πολιτισμοῦ Παρευξεινίων Χωρῶν
τοῦ Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θρᾴκης

(22 Σεπτεμβρίου 2014)


Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Σερρῶν καὶ Νιγρίτης κύριε Θεολόγε, ἐκπρόσωπε τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερωνύμου καὶ τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος,
Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Μαρωνείας καὶ Κομοτηνῆς κύριε Παντελεῆμον, Ποιμενάρχα τῆς Θεοσώστου ταύτης Ἐπαρχίας,
Ἱερώτατοι ἀδελφοὶ ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,
Ἐλλογιμώτατε κύριε Πρύτανι τοῦ Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θρᾴκης μετὰ τῆς συγκλήτου αὐτοῦ,
Ἐλλογιμώτατε κύριε Πρόεδρε τοῦ Τμήματος Γλώσσης, Φιλολογίας καὶ Πολιτισμοῦ Παρευξεινίων Χωρῶν τοῦ Πανεπιστημίου τούτου, μετὰ τῶν μελῶν τῆς Συνελεύσεως αὐτοῦ,
Φίλοι κυρἰαι καὶ κύριοι Καθηγηταί, ἀγαπητοί μας φοιτηταὶ καὶ φοιτήτριαι,
Ἐκλεκτὸν ἀκροατήριον,

Ὁλόθερμον σᾶς ἀπευθύνομεν τὸν χαιρετισμὸν τῆς ἡμετέρας Μετριότητος προσωπικῶς καὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, καὶ θερμὰς σᾶς ἐκφράζομεν εὐχαριστίας διὰ τὴν ἀναγόρευσιν ἡμῶν εἰς ἐπίτιμον διδάκτορα τοῦ Τμήματος Γλώσσης, Φιλολογίας καὶ Πολιτισμοῦ Παρευξεινίων Χωρῶν, τοῦ Πανεπιστημίου σας.

Ἀποδεχόμεθα τὴν τιμὴν ἐξ ὀνόματος τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς ὁποίας ἐλέῳ Θεοῦ προκαθήμεθα, διότι πιστεύομεν ὅτι καὶ σεῖς ἐν τῷ προσώπῳ ἡμῶν τὸν ἴδιον θεσμὸν ἐπιθυμεῖτε νὰ τιμήσητε διὰ τὴν ἐπὶ δεκαεπτὰ καὶ πλέον αἰῶνας προσφοράν του εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν, τὸ Γένος, τὸν πολιτισμὸν καὶ μάλιστα πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ Γράμματα.

Διὰ τοῦτο, ἐπελέξαμεν νὰ σᾶς ὁμιλήσωμεν σήμερον διὰ τὴν Θρᾴκην καὶ τὸν νεώτερον πολιτισμόν της, ὁ ὁποῖος προῆλθεν ἀπὸ τὴν μήτραν τοῦ Γένους, τὴν Μητέρα Ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Μεγάλην Ἐκκλησίαν, καὶ συνετηρήθη μέχρι τῆς σήμερον ὑπ᾿ αὐτῆς. Ἡ Κωνσταντινούπολις διαδραματίζει διὰ τὸν πολιτισμὸν τοῦ μεσαιωνικοῦ καὶ τοῦ νεωτέρου ἑλληνισμοῦ παρόμοιον ρόλον μὲ ἐκεῖνον τῶν Ἀθηνῶν διὰ τὴν κλασικὴν Ἑλλάδα, καὶ τῆς Ἀλεξανδρείας διὰ τὴν ἑλληνιστικὴν περίοδον.

Ἤλθομεν πρὸς ἐσᾶς, ἀδελφοὶ καὶ τέκνα, ἐκ τῆς γειτονικῆς Βασιλίδος τῶν Πόλεων μαρτυροῦντες τὸ διαχρονικὸν πνεῦμα τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καὶ κηρύττοντες μὲ ταπείνωσιν τὸν Ἐσταυρωμένον καὶ Ἀναστάντα Κύριον ἡμῶν, ὁ Ὁποῖος ἐξωραΐζει, καί, διὰ τῶν πλουσιοπαρόχων δωρεῶν τῆς Χάριτος Αὐτοῦ, ἀποκαθιστᾷ τὸ μωλωπισμένον σῶμα τῆς ἀνθρωπότητος εἰς τὸ ἀρχαῖον κάλλος.

Ἡ Θρᾴκη καὶ ὁ λαός της ἐδημιούργησαν καὶ παλαιότερον διὰ τοῦ μεγαλοπνόου καὶ δημιουργικοῦ πνεύματός των μέγαν πολιτισμόν, εἰς πάντας τοὺς τομεῖς τῶν τεχνῶν καὶ τῶν γραμμάτων, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν θὰ ἀποτελέση ἀντικείμενον τῆς παρούσης ὁμιλίας.

Ἀγαπητοὶ παρόντες,

Ἡ Θρᾴκη κατέχει σημαντικὴν πολιτιστικὴν θέσιν εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Βυζαντίου, τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἰδιαιτέρως ὅμως τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας τῆς Κωσταντινουπόλεως. Κατοικήθηκε δὲ καὶ κατοικεῖται ἀπὸ ἕνα λαόν, ὁ ὁποῖος ἔμαθεν ἐνωρὶς νὰ ἀγαπᾷ καὶ νὰ θυσιάζεται, ἕνα λαόν, ἐκ τοῦ ὁποίου πολλοὶ κατακτηταὶ «ἔτρωγον», διὰ νὰ χρησιμοποιήσωμεν τοὺς λόγους τοῦ Στρατηγοῦ Μακρυγιάννη, ἀλλὰ πάντοτε ἔμενεν «ἡ μαγιά», ἡ ἐκλεκτή «μικρὰ ζύμη», ἥτις «ὅλον τὸ φύραμα ζυμοῖ», διὰ τὴν ὁποίαν ὁμιλεῖ τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον (Α’ Κορ. ε΄, 6).

Μὲ τὴν κατὰ σάρκα ἔλευσιν τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν κόσμον καὶ μὲ τὴν διάδοσιν τοῦ Εὐαγγελίου Του, ἀνέτειλε βαθμιαίως ἕνας νέος πολιτισμός, ὁ ὁποῖος ἀναπροσανατόλισε τὸν ἀρχαῖον ἑλληνικὸν πολιτισμὸν καὶ ἤνοιξε μίαν νέαν σελίδα, ὄχι μόνον διὰ τὸν ἑλληνισμόν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν παγκόσμιον ἱστορίαν. Πρόκειται διὰ τὸν πολιτισμὸν τοῦ ἐκχριστιανισμένου ἢ τοῦ βαπτισμένου ἑλληνισμοῦ, τὸν πολιτισμὸν τῆς Ρωμιοσύνης, τὸν λεγόμενον βυζαντινὸν πολιτισμόν, πολιτισμὸν χριστοκεντρικόν, φυσικὸς φορεὺς καὶ συνεχιστὴς τοῦ ὁποίου εἶναι μέχρι σήμερον τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον.

Ἦτο δὲ εὔλογον αἱ πρῶται ἀκτῖνες τοῦ πολιτισμοῦ αὐτοῦ ἀπὸ τῆς Κωνσταντινουπόλεως νὰ φθάνουν ἐντονώτερον εἰς τὴν Θρᾴκην καὶ εἰς τὰς παρευξεινίους περιοχάς, αἱ ὁποῖαι γειτνιάζουν μὲ αὐτήν. Καὶ τοῦτο συνεχίζεται ἀδιαπτώτως μέχρι τῆς σήμερον. Ὅπως ὁ Ἕλλην τῶν Ἀθηνῶν, ζῶν ὑπὸ τὴν σκιὰν τῆς Ἀκροπόλεως, αἰσθάνεται τὸν ἑαυτόν του ὡς ἄμεσον ἀπόγονον τοῦ Σωκράτους, τοῦ Πλάτωνος, τοῦ Περικλέους, οὕτω καὶ ὁ χριστιανὸς τῆς Θρᾴκης, κινούμενος εἰς τὸ ὑποβλητικὸν περιβάλλον τῶν βυζαντινῶν πύργων καὶ ἐπάλξεων, ὅπως οἱ σῳζόμενοι σήμερον ἐν Διδυμοτείχῳ, βλέπων καθ᾿ ἡμέραν τὰς ὁλοσώμους τοιχογραφίας τῶν ἁγίων καὶ τῶν βυζαντινῶν αὐτοκρατόρων, ὅπως εἰς τὴν παλαίφατον Μονὴν Κοσμοσώτειρας Βήρας, καὶ εἰς τὰ σπήλαια τῶν Ἁγίων Θεοδώρων εἰς τὰ Θρᾳκικὰ Τέμπη, μεταφέρεται εἰς τὴν σφαῖραν τῆς εὐκλεοῦς ἐκείνης ἐποχῆς, ἀκούει τὴν φωνὴν τῶν εὐσεβῶν ἐλέῳ Θεοῦ βασιλέων καὶ αὐτοκρατόρων τῶν Ρωμαίων καὶ τῶν Ἑλλήνων, ἐνωτίζεται τὴν ψαλμῳδίαν τῶν ἐρημικῶν στρουθίων εἰς τὰ ὄρη τῆς Ροδόπης, καὶ θεωρεῖ οἰκεῖον καὶ προσφιλὲς κάθε πρόσωπον καὶ πράγμα συνδεόμενον μὲ τὴν Κωνσταντινούπολιν.

Ἀναφέρομεν ταῦτα ἐνώπιόν σας, διὰ νὰ τιμήσωμεν τὸν λαὸν τῆς Θρᾴκης ὁ ὁποῖος ἔλαβεν, ἀλλὰ ταυτοχρόνως καὶ προσέφερε πολλὰ εἰς τὴν Μητέρα Ἐκκλησίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, μετὰ τῆς ὁποίας συνδέεται διὰ μακραιώνων καὶ ἀδιαρρήκτων ἱστορικῶν δεσμῶν.

Ὁ λαὸς τῆς Θρᾴκης προσέφερε πρωτίστως τοὺς μάρτυρας τῆς πίστεως, οἱ ὁποῖοι ἐκράτησαν τὴν Ὀρθόδοξον Χριστιανικὴν πίστιν διὰ τοῦ αἵματος αὐτῶν, ὡς οἱ ἐν Σαμοθράκῃ μάρτυρες καὶ αἱ ἄλλαι μυριάδες Ἁγίων, γνωστοὶ καὶ ἄγνωστοι, οἱ πάλαι καὶ οἱ ἐπ᾿ ἐσχάτων. Ἐπὶ τῆς κοινῆς ταύτης κληρονομίας ἑδράζονται μέχρι σήμερον οἱ δεσμοί, ἐκκλησιαστικοί, πνευματικοί, πολιτιστικοὶ τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως μὲ τὴν ἁγιοτόκον καὶ ἁγιόπλουτον Θρᾴκην.

Ἐπὶ πλέον, ὁ θρακικὸς λαὸς προσέφερε καὶ εἰς τὸν πολιτισμὸν ἀληθινὰ ἀριστουργήματα, ἐξέχοντα μνημεῖα τῆς παγκοσμίου πολιτιστικῆς κληρονομίας, ὡς τὰ τοῦ γνωστοῦ Παπικίου Ὄρους, τὸ ἀνυπέρβλητον τοῦτο θαῦμα τῆς ἀνθρωπίνης ὑπομονῆς καὶ ἐπιμονῆς. Πάντα τὰ κορυφαῖα εἰς τὸ εἶδος των κειμήλια ταῦτα, μὲ τὴν διαχρονικὴν καὶ οἰκουμενικὴν ἀξίαν, προκαλοῦν τὸν θαυμασμὸν ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἀνεξαρτήτως καταγωγῆς καὶ θρησκείας, ὄχι μόνον ὅσα παραμένουν ἕως σήμερον ἐνταῦθα, ἀλλὰ καί ὅσα ἐσυλήθησαν ἐκ Θρᾴκης καὶ ἐκ Μακεδονίας καὶ εὑρίσκονται ἐκτεθειμένα εἰς μουσειακοὺς χώρους τῆς γειτονικῆς Βουλγαρίας καὶ ἄλλων χωρῶν. Σᾶς γνωρίζομεν ὅτι τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καταβάλλει προσπαθείας πρὸς ἐπάνοδον εἰς τὸν φυσικὸν χῶρον αὐτῶν τῶν ἁρπαγέντων, κατὰ δυσμενεῖς ἱστορικὰς συνθήκας, κειμηλίων, πρωτίστως δὲ τῶν θρησκευτικῶν. Τὰ κειμήλια ταῦτα, μαρτυροῦν τὴν ἐσωτερικὴν καλλιέργειαν, τὴν βαθεῖαν πνευματικότητα, τὴν εὐγένειαν καὶ τὴν καλαισθησίαν τῶν Θρᾳκῶν.

Ἱερώτατοι, Ἐλλογιμώτατοι, ἀγαπητοὶ φοιτηταὶ καὶ φοιτήτριαι,

Ἐπιθυμοῦμεν ἐνώπιον τῆς ἀγάπης σας νὰ ἀναφερθῶμεν μόνον εἰς μίαν πτυχὴν τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Θρᾴκης, μὲ ὅλας τὰς ἐκφάνσείς του, τὴν ὁποίαν ὑλοποίησε τὸ σωτηριῶδες ἡσυχαστικὸν κίνημα, τὸ ὁποῖον ἐξεκίνησεν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, μετεφυτεύθη εἰς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ ἠνδρώθη καὶ εἰς τὴν λοιπὴν κληρουχίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐν Θρᾴκῃ, διὰ νὰ ἀναδειχθῇ καὶ νὰ ἐπικρατήσῃ ὡς «ἡ πεμπτουσία τῆς Ὀρθοδοξίας» (π. Γ. Μεταλληνός) εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος Ἄθω, ἐξαπλωθὲν καὶ εἰς σύνολον τὸν ὀρθόδοξον κόσμον.

Ὁ μέγας ἡσυχαστὴς Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς κατήγετο ἐκ τῆς Πόλεως. Οἱ γονεῖς του «τὴν μεγίστην ταυτηνὶ καὶ βασιλεύουσαν, τὴν τοῦ θαυμαστοῦ Κωνσταντίνου πόλιν εἶχον εἰς μετοικίαν» (Δ. Τσάμη, Φιλοθέου Κων/πόλεως, Λόγος εἰς ἅγιον Γρηγόριον Παλαμᾶν ἀρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1974, σ.29). Ἡ ἀνατροφὴ καὶ ἡ παιδεία του εἰς αὐτήν, εἰς τὰς αὐλὰς τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Μοναχισμοῦ της, κατέλιπον ἀνεξίτηλον τὴν σφραγῖδα των εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Γρηγορίου.

Ἐνῷ, λοιπόν, ὁ Ἅγιος εἶχεν ἀποφασίσει νὰ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν, προκειμένου νὰ εὕρῃ ὡς τόπον ἡσυχίας διὰ νὰ ἀφιερωθῇ εἰς τὴν ἱερὰν νῆψιν, τὸ Ἅγιον Ὄρος, πρῶτον φωτεινὸν σταθμὸν εἰς τὴν πορείαν αὐτοῦ πρὸς τὸν Ἄθωνα, συναντᾷ τὸ ὑπερκείμενον τῆς Κομοτηνῆς Παπίκιον Ὄρος. Εἶναι δὲ χαρακτηριστικὸν ὅτι, παρὰ τὴν νεαρὰν ἡλικίαν, ἡ παραμονὴ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ εἰς τὸ Παπίκιον Ὄρος, ὑπῆρξε λίαν καρποφόρος διὰ τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Θρᾴκης, καθ᾿ ὅτι αἱρετικοὶ Μαρκιανισταὶ ἢ Μασσαλιανοί, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσαν εἰς τὸ γειτονικὸν Ὄρος, «γεγόνασι τρόπαιον τῆς Γρηγορίου θαυμαστῆς γλώττης» καὶ ἐπέστρεψαν εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν.

Ἡ παράδοσις αὕτη τοῦ ἡσυχασμοῦ, ἡ ὁποία ἐκαλλιεργήθη εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν διὰ σειρᾶς ἁγίων Πατριαρχῶν, μαθητῶν τῶν ἁγίων Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου, ἐξηπλώθη εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Βουλγαρίας, διὰ τῆς μετοικήσεως τοῦ τελευταίου εἰς τὰ παρόρια Ὄρη. Πλησίον αὐτοῦ ἐμαθήτευσαν κορυφαῖαι μορφαὶ τῆς Ἐκκλησίας ταύτης, ὡς ὁ ὅσιος Ρωμύλος καὶ ὁ ἅγιος Θεοδόσιος Τυρνόβου, ὁ ὁποῖος στενῶς συνεδέθη μὲ τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἀπηυθύνθη εἰς τὴν Μητέρα Ἐκκλησίαν διὰ νὰ ἐπιλύσῃ βασικὰ πνευματικὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἀπησχόλουν τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Βουλγαρίας.
Τὴν παράδοσιν τῶν ὡς ἄνω ἡσυχαστῶν θὰ συνεχίσῃ καὶ θὰ ἐξακτινώσῃ εἰς τὰς παρευξεινίους χώρας, ἕνα αἰῶνα περίπου ἀργότερον, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἅγιος Νήφων, ἐξέχουσα ἐκκλησιαστικὴ καὶ πνευματικὴ προσωπικότης, κοσμήσασα τὴν ἱστορίαν τοῦ Πατριαρχείου, ἀλλὰ καὶ ἐπιδράσασα μεγάλως εἰς τὸν ὀρθόδοξον κόσμον τῆς Βαλκανικῆς Χερσονήσου καὶ πέραν αὐτῆς.

Ἡ διαποίμανσις τοῦ ποιμνίου τῆς Οὑγγροβλαχίας ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Νήφωνος ὑπῆρξεν ἱστορική, διότι ἵδρυσε δύο ἐπὶ πλέον ἐπισκοπάς, τοῦ Ρίμνικ καὶ τοῦ Μπουζέου, κατήχησε τὸν λαὸν καὶ ἐμπέδωσε τὴν τήρησιν τῶν ἱερῶν κανόνων. Μετὰ τὴν ἱστορικὴν σύνοδον, τὴν ὁποίαν ὁ Ἅγιος Νήφων διωργάνωσεν εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν Δεάλουλ, συντόμως ἡ ἐκκλησιαστικὴ κατάστασις ἐν Βλαχίᾳ ἐβελτιώθη, ὅμως τὴν πρόοδον διέκοψεν ἡ ἀναγκαστικὴ φυγὴ αὐτοῦ, λόγῳ τῆς ἐχθρότητος τοῦ ἡγεμόνος Ράδου. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν κοίμησίν του, ὁ Πατριάρχης Νήφων θὰ εὐλογήσῃ τὴν Βλαχίαν διὰ τῶν τιμίων του λειψάνων. Σημειωτέον, ὅτι ἄκρως καρποφόρος διὰ τὴν περιοχὴν ἀπέβη ἡ πνευματικὴ σχέσις τοῦ Ἁγίου Πατριάρχου μετὰ τοῦ μεγάλου ἡγεμόνος Νεάγκου Μπασαρὰμπ, οὗτινος ὑπῆρξε πνευματικὸς πατὴρ καὶ καθοδηγητής.

Βαθμηδόν, τὸ πνεῦμα τοῦ Βυζαντίου τόσον ἰσχυρῶς ἔπνεεν ἐκ τοῦ Βοσπόρου εἰς τὰς Παραδουναβίους Ἡγεμονίας, ὥστε δὲν ἦτο ὑπερβολικὸς ὁ κορυφαῖος ρουμάνος ἱστορικὸς Νικόλαος Ἰόργκα, ὅταν ὡμίλησε διά «Βυζάντιον μετὰ τὸ Βυζάντιον» (Byzance après Byzance).

Δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ παρατείνωμεν τὸν λόγον μὲ τὴν χρῆσιν συγκεκριμένων ἱστορικῶν παραδειγμάτων διὰ νὰ δείξωμεν τὸν βαθὺν πνευματικὸν σύνδεσμον τοῦ πιστοῦ λαοῦ τῆς Θρᾴκης μετὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, καὶ πῶς αὐτὸς ὁ σύνδεσμος διεδίδετο ἐξ αὐτῆς –τῆς Θρᾴκης- καὶ εἰς τὰς λοιπὰς παρευξεινίους περιοχάς, πρὶν ἐμφανισθῆ ἡ μάστιξ τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ, ὁ ὁποῖος κατακερματίζει τὴν κοινωνικὴν συνοχὴν καὶ ἀντιστρατεύεται τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τῆς Ἐκκλησιολογίας. Ὁ ἀληθὴς ἐν Χριστῷ πολιτισμὸς ὁδηγεῖ καὶ καλεῖ πάντας «εἰς ἑνότητα». Τὴν ἑνότητα αὐτὴν διακονεῖ ἀνὰ τοὺς αἰῶνας τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον˙ διατηρεῖ τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης• καταβάλλει προσπαθείας διὰ τὴν ἑνότητα τῆς διεσπασμένης Χριστιανοσύνης• διαλέγεται μὲ σύνεσιν καὶ ἀποφασιστικότητα διὰ τὴν εἰρήνην τῶν θρησκειῶν καὶ τῶν πολιτισμῶν. διερευνᾷ τὰς δυνατότητας συνεργασίας διὰ τὸ κοινὸν παρὸν καὶ μέλλον τῆς ἀνθρωπότητος, διὰ τὴν οἰκοδόμησιν τοῦ πολιτισμοῦ τῆς ἀλληλεγγύης. Τελικὸς στόχος παραμένει ἡ ἀνακάλυψις καὶ ἡ αποκάλυψις τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἑνότητος, αἱ ὁποῖαι συγκεφαλαιοῦνται καὶ ἀνακεφαλαιοῦνται εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ.

Χαίρομεν, σήμερον, ἀγαπητοί, χαρὰν ἀνεκλάλητον καὶ δεδοξασμένην, διότι διαπιστοῦμεν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν Χάριν τοῦ Θεοῦ, τὴν δοθεῖσαν εἰς τὴν εὐκληματοῦσαν ταύτην Ἄμπελον τῆς Θρᾴκης. Χαίρομεν, διότι ἀπολαμβάνομεν τὴν σημερινὴν ἀκαδημαϊκὴν συνάντησιν, διὰ τῆς ὁποίας τὸ μονοδιάστατον τοῦ ἐπιμόχθου βίου ἀγαθύνεται ἰδιαζόντως, καὶ αἰσθητοποιεῖται ποιοτικῶς ἡ κρίσις καὶ αἱ κρίσεις τῆς καθ᾿ ἡμέραν βιοπάλης. Χαίρομεν ἀπὸ τὴν ἀπειροπληθῆ ἀνύψωσιν περιβλέπτων Ναῶν καὶ ἀπὸ τὴν δονουμένην ἀπὸ σύντονον ἀσκητικὸν παλμὸν ἐμφάνειαν καὶ ἀνακαίνισιν τοσούτων ὁσιογενῶν Μονῶν εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Θρᾴκης. Χαίρομεν, δι᾿ ὅσα βλέπομεν καὶ δι᾿ ὅσα νοεροτρόπως ἀνιχνεύομεν καὶ ἐνωτιζόμεθα. Χαίρομεν διὰ τὸν πολιτισμόν σας, διὰ τὴν ἐκκλησιαστικότητά σας, διὰ τὴν πίστιν σας εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν, διὰ τὴν ἐμμονὴν εἰς τὰς παραδόσεις τοῦ Γένους μας, διὰ τὴν προσήλωσίν σας εἰς τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα καὶ τὰς ἀξίας αὐτοῦ. Καὶ διακαῶς ἐπευχόμεθα, Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν νὰ σᾶς ἔχῃ ἐσαεὶ περικεχωρημένους εἰς τοὺς ἀκυμάντους κόλπους τῆς Μητρὸς ἡμῶν Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς ὀρθοτομούσης τὸν λόγον τῆς ἀληθείας καὶ διακρατούσης τὸ ὀρθόδοξον φρόνημα τοῦ εὐλογημένου λαοῦ τοῦ Θεοῦ, μέσα εἰς τὴν πολυτάραχον θάλασσαν τῆς ἱστορίας.

Κομίζομεν καὶ ἡμεῖς σήμερον, ὄχι μόνον πρὸς τὴν Πανεπιστημιακήν σας Κοινότητα, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὁλόκληρον τὴν Θρᾴκην, καὶ δι᾿ αὐτῆς πρὸς τὸν κόσμον, τὸ χαροποιὸν μήνυμα ὅτι ἡ Ἁγία ἡμῶν Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων, τῶν Μαρτύρων, τῶν Ὁσίων καὶ πάντων τῶν Πατέρων ἡμῶν, ζῇ καὶ ἐργάζεται ἐν παντὶ τόπῳ, ἔχουσα ἀμετάθετον ὅραμα τό «ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς», καὶ τὴν ἐπαναγωγὴν ἢ τὴν πρωτογενῆ εἰσόδευσιν παντὸς λογικοῦ προβάτου εἰς τὴν θεόδμητον κιβωτὸν τῆς σωτηρίας, τήν «ἐν τῷ κόσμῳ» καί ὅμως «οὐκ ἐκ τοῦ κόσμου». Αὐτὸς εἶναι ὁ ὀρθόδοξος πολιτισμός μας, ὁ πολιτισμὸς τοῦ προσώπου καὶ τῆς κοινωνίας τῶν προσώπων.

Δὲν ζῶμεν ἐμφορούμενοι ἀπὸ οὐτοπικὰς ἀντιλήψεις καὶ ἐξωπραγματικὰς πεποιθήσεις ὅτι ἔχομεν κατακτήσει τὰς καρδίας πάντων τῶν ἀνθρώπων ἀλλὰ εὐελπιστοῦμεν βασίμως ὅτι ἡ Ἐκκλησία, ἐν δυνάμει τυγχάνει πᾶσα ἡ οἰκουμένη, ἐπειδὴ διακατέχει τὸ καινοποιὸν φύραμα, τὸ δυνάμενον νὰ ζυμώσῃ καὶ νὰ ἀναπλάσῃ τὸν κόσμον. Οὐδόλως πολτοποιοῦμεν συνειδήσεις ἢ καλλιεργοῦμεν ἰδεοληπτικὰς προσκολλήσεις. Ἀντιθέτως, ἡ Ἐκκλησία ἀπεργάζεται τὴν ἀπεξάρτησιν ἀπὸ κάθε συρρικνωτικὴν διὰ τὸ ἀνθρώπινον πρόσωπον ἐγκόσμιον καθήλωσιν διὰ τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοός. Ἑπειδὴ ὁ ἱδρυτὴς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τό «φῶς τοῦ κόσμου» (Ἰωάν. η΄, 12), καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ λειτουργεῖ ὡς φῶς, φωτίζον καὶ ἁγιάζον πάντα ἄνθρωπον. Ὅπως λέγει ἕνας σύγχρονος ὀρθόδοξος στοχαστής, «ἡ Ορθοδοξία εἶναι φῶς, καὶ μόνον ὅ,τι εἶναι φῶς εἶναι Ὀρθοδοξία» (Κ. Δεληκωσταντῆς).

Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἐκπροσωπουμένη εἰς τὴν περιοχὴν ταύτην καὶ διακονουμένη ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τοῦ ὁποίου κληρουχία καὶ ἐνδοχώρα εἶναι, ἀποτελεῖ τὴν μόνην ὑπαρκτὴν ἐγκόσμιον πραγματικότητα, ἡ ὁποία κέκτηται Θεανθρωπίνην ὑπόστασιν ὡς Σῶμα Χριστοῦ, καὶ διὰ τοῦτο μόνον αὐτὴ δύναται νὰ ἀντισταθῇ εἰς τὸν ἐξουθενωτικὸν περιορισμόν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀχαλίνωτον ἀσυδοσίαν τῆς ἐλευθερίας, εἰς τὴν ἀπηνῆ κυριαρχίαν τοῦ τεχνοπωλίου εἰς τὴν ζωήν, ὄχι μόνον εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ τὸν πολιτισμόν, ἄλλὰ ἀκόμη καὶ εἰς τὰ βάθη τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς, εἰς τὴν ὑλοχαρῆ δεσποτείαν τοῦ κεφαλαίου καὶ τὴν ἀνάλγητον παντοκρατορίαν τῶν νόμων τῆς ἀγορᾶς, εἰς τὸ ἐπαυξανόμενον φάσμα τῆς ἀνισομεροῦς κατανομῆς τῶν ἀγαθῶν καὶ τῆς πείνης, εἰς τὴν βάναυσον καταπάτησιν τοῦ προσώπου ἀπὸ τὰς ὑλιστικὰς καὶ εὐδαιμονιστικὰς κοσμοθεωρίας, εἰς τὴν ἄλογον σκοπιμότητα τῶν πολέμων, τῆς βίας καὶ τῆς ἀφαιρέσεως τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς κ.λπ.

Ἡ παράδοσις τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἔναυσμα καὶ τροφοδότης τῆς ἀντιστάσεως εἰς τὰς ἀρνητικὰς πλευρὰς τοῦ συγχρόνου πολιτισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ὁδηγὸς θετικῆς ἀξιολογήσεως τῶν ἀνθρωπιστικῶν διαστάσεων τῆς νεωτερικότητος εἰς τὸν χῶρον τῆς πολιτικῆς, τῆς οἰκονομίας καὶ τῶν ἐντυπωσιακῶν κατακτήσεων τῆς ἐπιστήμης. Ἐκτιμῶμεν ἰδιαιτέρως τὴν συμβολὴν τῶν Πανεπιστημίων εἰς τὴν καλλιέργειαν τῆς γνώσεως, τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἀνθρωπισμοῦ καὶ διάσωσιν τῶν μεγάλων παραδόσεων ἐλευθερίας καὶ ἀλληλεγγύης. Ὑπενθυμίζομεν ὅτι ἡ αὐθεντικὴ παράδοσις δὲν εἶναι «τὸ δικαίωμα ψήφου τῶν νεκρῶν» εἰς τὴν ζωήν μας, ἀλλὰ ζωτικὴ παρακαταθήκη προόδου καὶ ἀνθρωπιᾶς. Εἰς τὸ γενικὸν καὶ εὐρύτερον πλαίσιον τοῦτο, καὶ ἡ λειτουργία τοῦ Τμήματός σας προωθεῖ καρποφόρως καὶ ἀποφασιστικῶς, διὰ τῆς ἀμοιβαίας κατανοήσεως καὶ γνώσεως τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς ἱστορίας καὶ τῆς γλώσσης τῶν λαῶν, τὴν οἰκουμενικὴν ἀνθρωπιστικὴν στοχοθεσίαν.

Διὸ καὶ κινούμενοι εἰς τὸν χῶρον αὐτὸν τῆς Θρᾴκης, μὴ λησμονῆτε τὰς πολυτίμους καὶ εὐγενεῖς παραδόσεις αὐτῆς. Ἡ Θρᾴκη εἶναι μία περιοχή, εἰς τὴν ὁποίαν ἐμεγαλούργησεν ὁ πολιτισμός. Ἐγέννησε φιλοσόφους, ὅπως ὁ Δημόκριτος, ὁ «ὡς ἀληθῶς ἐν φιλοσοφίᾳ πένταθλος», ὅπως λέγει ὁ Διογένης ὁ Λαέρτιος, μουσικοὺς ὅπως ὁ μυθικὸς Ὀρφεύς, ὁ μαγευτικὸς λυράρης τοῦ Κάτω Κόσμου, ἐπιστήμονας, ὅπως ὁ διδάσκαλος τοῦ Ἀϊνστάϊν Κωνσταντῖνος Καραθεοδωρῆς, λογίους κ.ο.κ.. Εἰς τὴν χλοερὰν καὶ καταπράσινον ὑπερκειμένην δειράδα τοῦ Παπικίου προσήρχοντο πρὸ αἰώνων οἱ συμπατριῶται σας, διὰ νὰ παρακαλέσουν τὸν Κύριον ὑπὲρ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ τοῦ τόπου. Αἱ θεῖαι μελῳδίαι καὶ αἱ θρηνῴδεις ᾠδαὶ ἀντηχοῦσαν εἰς τὰς κλιτύας καὶ τοὺς ἀπορρῶγας τοῦ Ὄρους τούτου βράχους, καὶ παρελαμβάνοντο ὑπὸ τῆς πραείας αὔρας διὰ νὰ μεταφερθοῦν εἰς τὸν Θρόνον τοῦ παμβασιλέως Χριστοῦ.

Δὲν πρέπει, ὅμως, νὰ λησμονῶμεν ὅτι ὁ πνευματικὸς πλοῦτος τῆς Θρᾴκης εἶναι οἱ Ἅγιοί της καὶ οἱ μάρτυρες τοῦ Ὀρθοδόξου Πολιτισμοῦ. Αὐτοὶ παραμένουν καὶ θὰ εἶναι πάντοτε τὸ στήριγμα τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Αὐτοὶ ἀποδεικνύουν ὅτι ὁ λαὸς τῆς Θρᾴκης ἐπιβιώνει, διότι γνωρίζει νὰ ἀποθνήσκῃ ὑπὲρ τῆς πίστεως, νὰ αἴρῃ τὸν Σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ ἐν ἐλπίδι Ἀναστάσεως. Διότι ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ εἶναι «ἡ αλήθεια διὰ τὴν ελευθερίαν» (π. Μ. Καρδαμάκης), ἡ ὁποία ἐκφράζεται θεοπρεπῶς ὡς ἀγάπη. Ἡ ἐν Χριστῷ ζωὴ εἶναι πίστις εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπον. Αὐτὸ εἶναι ὁ πυρήν τοῦ σταυροαναστασίμου ὀρθοδόξου πολιτισμοῦ τοῦ προσώπου.

Ὁ πολιτισμὸς τοῦ προσώπου εἶναι ὁ πυρὴν τοῦ πολιτισμοῦ τῆς καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολῆς καὶ αὐτονοήτως ἡ ταυτότης τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Θρᾴκης. Καὶ ἡ Θρᾴκη παραμένει ἔργον πολιτισμοῦ ἐκ τῆς ἀστειρεύτου πηγῆς τῆς Ρωμανίας καὶ τοῦ πνευματικοῦ κέντρου της, τῆς Νέας Ρώμης.

Ὁ πολιτισμὸς αὐτὸς τρέφεται παλαιόθεν ἀπὸ τοὺς πνευματικοὺς δεσμούς του μὲ τὴν Ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Μεγάλην Ἐκκλησίαν, το Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Ἡ στενὴ σχέσις μὲ τὸ κέντρον τῆς Ὀρθοδοξίας διασώζει τὴν αὐθεντικότητα τῆς ταυτότητός του.

Κατακλείοντες, σᾶς εὐχαριστοῦμεν διὰ τὴν ἀγάπην σας καὶ τὴν ὑπομονήν σας.

Εὐχαριστοῦντες ὅλως ἰδιαιτέρως τὸ Τμήμα Γλώσσης, Φιλολογίας καὶ Πολιτισμοῦ Παρευξεινίων Χωρῶν τοῦ Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θρᾴκης διὰ τὴν προσγενομένην εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς τὸν Ἁγιώτατον Ἀποστολικὸν καὶ Πατριαρχικὸν Οἰκουμενικὸν Θρόνον τιμήν, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἡ τιμὴ τῆς ἐν Θρᾴκῃ κληρουχίας αὐτοῦ καὶ τοῦ πολιτισμοῦ της, τῶν γραμμάτων, τῆς φιλολογίας, τῶν κλασσικῶν καὶ ἀνθρωπιστικῶν σπουδῶν, ἐπικαλούμεθα ἐπὶ πάντας ὑμᾶς, ἐπὶ τὴν Πανεπιστημιακὴν Κοινότητα καὶ τὸν φιλόθεον καὶ φιλάνθρωπον λαὸν τῆς Κομοτηνῆς καὶ τῆς Θρᾴκης τὴν Χάριν καὶ τὸ Πλούσιον Ἔλεος τοῦ ἀγαθοδότου Θεοῦ. Ἀμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email