© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

Οι γιορταστικές μυρωδιές και η δική μας κουλούρα

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Οι μεγάλες γιορτές, το έχω ήδη ξαναγράψει, είναι για με προπάντων μυρωδιές. Η κάθε μια έχει και τ’ άρωμά της. Άλλες απ’ αυτές προέρχονται από δοξαστικά φυτά και άλλες από φαγητά και γλυκά. Η φρεσκοκομμένη μυρτιά, για παράδειγμα, στην πρώτη περίπτωση, μου θυμίζει την γιορτή της Πεντηκοστής και την τελετή «τση Γονατιστής», όπως την έλεγαν οι παλιότεροι, τότε που στο διάβασμα των ευχών κλίναμε τα γόνατα και κάναμε μικρούς σταυρούς με τα ευωδιαστά κλαδάκια. Το ίδιο συνέβαινε και με τα πανηγύρια, δίχως βέβαια γονυκλισίες και κατασκευές, αλλά με τα κλαδιά του ευλογημένου αυτού θάμνου στο πάτωμα και το προαύλιο της εκκλησίας, καθώς και με τις πιπεριές στους πολυέλαιους και τα «κυπαρίσσια» στις λάντζες της πορφυρόχρωμης «ουρανίας», γεμάτα εποχιακά λουλούδια του κήπου και όχι του ανθοπωλείου. Η γιορτή της Σταυροπροσκύνησης είχε λεβάντα και του Σταυρού βασιλικό. Τα φώτα νερατζόφυλλα. Η Λαμπρή δάφνη.

    Στην δεύτερη περίπτωση το Μεγάλο Σάββατο, εκεί κατά τις τελευταίες του ώρες, είχε τη μυρωδιά του σγατζέτου. Του Ευαγγελισμού, των Βαΐων και του Σωτήρος το σκόρδο της αλιάδας είχε την τιμητική του και του Χριστού και το Πάσχα στο σπίτι και στις γειτονιές κυριαρχούσε η πρόκληση του βραστού, για το πατροπαράδοτο και αγαπημένο αυγολέμονο. Το βράδυ της παραμονής του Αγίου η μυρωδιά της τηγανίτας αληθινά προεόρταζε.

    Αυτό, όμως, που κυριαρχούσε, μια και κρατούσε πολλές ημέρες, ιδίως στη Χώρα, ήταν το άρωμα που προέρχονταν από το ψήσιμο στους φούρνους της πατροπαράδοτης κουλούρας και του χριστόψωμου, που μας σιγούρευε και, ευτυχώς, ακόμα μας σιγουρεύει για τον ερχομό της μεγάλης γιορτής του Δεκέμβρη.

   Στα σπίτια τις κουλούρες τις έφτιαχναν την παραμονή, για να την κόψουν το βράδυ στην οικογενειακή συνάθροιση, στο εορταστικό τραπέζι. Οι φούρνοι, όμως, ξεκινούσαν πολύ νωρίτερα και έτσι από αυτούς πρωτόβγαινε το χαρακτηριστικό αυτό της όσφρησης, αλλά και της γεύσης, αργότερα, … σένιο.

   Στα παιδικά μου χρόνια δεν ξέραμε την βασιλόπιτα, που τελευταία μπήκε και στις δικές μας συνήθειες, αλλάζοντας την τζαντιώτικη ταυτότητά μας, σαν τον οβελία της Λαμπρής. Τότε υπήρχε μόνο η χριστοπαραμονιάτικη κουλούρα. Είχε και έχει μάλιστα «ηύρεμα» και όχι φλουρί, αλλά και μια ιεροτελεστία, η οποία είναι παράδοση αιώνων και δείχνει λαό μ’ ευαισθησίες και γνώση. Το κόψιμό της (η λέξη «κοπή» μου θυμίζει αποκεφάλιση ή βλάχο στην οδό Αιόλου) περιέχει τα πάντα. Σπονδές με λάδι και κρασί (τα δύο βασικά προϊόντα του νησιού), άναμμα και «πάντρεμα» φωτιάς (με το αρσενικό και θηλυκό ξύλο), συμβολισμούς (ή ίδια είναι το άστρο της Βηθλεέμ και το «ηύρεμα» ο νεογέννητος Θεός) και κατάλοιπα του χειμερινού ηλιοστάσιου των προγόνων μας, τιμητικά πια για έναν άλλο ήλιο, αυτόν «της δικαιοσύνης».

   Κύριο και εθιμικά απαραίτητο πιάτο στο πανηγυρικό, αλλά νηστίσιμο, λόγω παραμονής, αυτό τραπέζι, τα βραστά μπρόκολα, τα καθαρά τζαντιώτικα, που πουθενά αλλού δεν τα βρίσκεις στην χώρα μας, αλλά τα συναντάς στην γείτονα Ιταλία. Είναι αυτά, που με το λεμόνι κοκκινίζει το ζουμί τους και κάποτε αυτές τις μέρες κατέκλυζαν, κυριολεκτικά, το προάστιο των Κήπων, η οποίοι προμήθευαν την πόλη. Σήμερα, μάλιστα, που λόγω εθίμου, είναι απαραίτητα σ’ όλα τα σπίτια, πουλιούνται στα μανάβικα τόσο ακριβά αυτές τις μέρες, που ίσως συμφέρει ν’ αγοράσεις αντί γι’ αυτά κρέας.  Όμως για το αντέτι τους οι Ζακυνθινοί δεν κάνουν υποχωρήσεις. Τα πληρώνουν όσο, όσο!

   Το κόψιμο της κουλούρας είναι καθαρά οικογενειακή υπόθεση. Σπάνια και σε ξεχωριστές περιπτώσεις παρευρίσκονταν στην τελετή φίλοι. Τα κομμάτια μοιράζονται ιεραρχικά (αφού πρώτα κοπεί αυτό του Χριστού, του σπιτιού και του διακονιάρη) σε όλα τα μέλη της οικογένειας, από τον γεροντότερο στον νεότερο. Κόβονται απαραίτητα και κομμάτια για τους ξενιτεμένους. Μετά ακολουθούν οι τυχόν καλεσμένοι, όποιο αξίωμα και αν έχουν. Παλιότερα γύριζαν τις γειτονιές και ομάδες τραγουδιστάδων, οι οποίες καλούνταν στα σπίτια για την απαραίτητη, μετά το εορταστικό δείπνο, διασκέδαση.

   Γνωρίζοντας και έχοντας στα βιώματά μου όλα αυτά, αληθινά γελάω με όσους εσχάτως και από επιπόλαιη, τηλεοπτική επιρροή ενστερνίστηκαν την ξενόφερτη βασιλόπιτα. Προπάντων δε όταν αυτοί είναι σύλλογοι, που θέλοντας να κάνουν … πολιτισμό και επιδιώκοντας να … συνεχίσουν την παράδοση, μη έχοντας καμία γνώση και παιδεία, αλλά απλά, από μόδα και τάση προβολής, αντιγράφουν και μηρυκάζουν. Μου θυμίζουν της εξ Αμερικής προερχόμενη Γεωργία Βασιλειάδου μια παλιάς, γνωστής και κοσμαγάπητης, ελληνικής ταινίας, που πέταγε όλες τις αντίκες του σπιτιού, αλλάζοντάς τες με τα δήθεν μοντέρνα έπιπλα. Η νοοτροπία του βλάχου, που κατέβηκε στην μεγαλούπολη ή πιο σωστά, για να το προσαρμόσουμε στα δικά μας, η καταπίεση του σέμπρου…

   Φίλοι και φίλες «Καλά Χριστούγεννα», στο δικό μας πνεύμα και όχι ξενόφερτα. Ας μην ξεχνάμε την ταυτότητά μας. Τα μασκαρέματα αργότερα, σαν μπει το Τριώδιο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email